Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Ανδρέου κ.α., Αρ.Υπόθεσης:17841/2011, 3/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:17841/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν-
- Στέλιος Ανδρέου
- Μαρούλλα Ανδρέου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Φρ. Κακούρη (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Ε. Θεοδότου). Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Θ. Ανδρέου με κα. Θ. Ανδρέου. Κατηγορούμενος 1: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος 1 (στο εξής «ο Κατηγορούμενος») στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει συνολικά 4 Κατηγορίες. Έχει παραδεχθεί ενοχή στα αδικήματα της Δεύτερης, Τρίτης και Τέταρτης Κατηγορίας, ενώ αρνήθηκε ενοχή στο αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 6/5/2010 στη Λεωφόρο Ελαιώνων στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KKK220 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Χρήζει διευκρίνισης ότι η υπόθεση έχει διεκπεραιωθεί όσον αφορά την Κατηγορουμένη
- Αυτή παραδέχθηκε ενοχή στις Κατηγορίες 5, 6 και 7 που αντιμετώπιζε και της επιβλήθηκε ποινή στις 19/3/2012 από το Δικαστήριο σε προηγούμενη σύνθεση. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστυφύλακας 2670 της Τροχαίας Λευκωσίας, Γ. Ιωάννου (Μ.Κ.1), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση του ιδίου (Τεκμήριο «1»). Στις 6/5/2010 και περί ώρα 14:20, ο Μ.Κ.1 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο συνέβη την ίδια ημέρα και περί ώρα 04:05 στη Λεωφόρο Ελαιώνων στο Στρόβολο. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το σκυβαλλοφόρο όχημα (στο εξής «το Σκυβαλλοφόρο») με αρ. εγγραφής KBB743, με οδηγό τον Γεώργιο Αμιαντίτη και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KKK220 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), με οδηγό τον Κατηγορούμενο. Κατά την άφιξη του Μ.Κ.1 στην σκηνή, τα δύο οχήματα βρίσκονταν στην τελική θέση που πήραν μετά τη σύγκρουση και ήταν παρών ο οδηγός του Σκυβαλλοφόρου. Στην παρουσία του τελευταίου και στην απουσία του Κατηγορουμένου, ο Μ.Κ.1 έκανε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο «3», αφού πήρε διάφορα μέτρα και σημείωσε με γράμμα «Χ» το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Στο Τεκμήριο 1 καταγράφονται ακολούθως οι παρατηρήσεις του Μ.Κ.1 σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες, την περιγραφή του δρόμου, τη σήμανση και την ορατότητα. Στη σκηνή του δυστυχήματος σύμφωνα με την τελική θέση των οχημάτων τοποθετήθηκε και το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα «Χ». Από το δυστύχημα, καταστράφηκε ολόκληρο το μπροστινό μέρος του Αυτοκινήτου, ενώ το Σκυβαλλοφόρο υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος. Ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε ελαφρά και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στις 7/5/2009 και μεταξύ των ωρών 12:30-12:50 στην Τροχαία Λευκωσίας, ο Μ.Κ.1 κατέγραψε την κατάθεση του Κατηγορουμένου, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «2», αφού του έδειξε και εξήγησε το Τεκμήριο
- Στη συνέχεια και περί ώρα 13:10 τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Ότι έχω να πω θα το πω στο δικαστήριο». Στις 25/5/2010 και μεταξύ των ωρών 18:00-18:30 στην Τροχαία Λευκωσίας, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη 2, ήτοι την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Αυτοκινήτου, την κατηγόρησε για τα αδικήματα που αντιμετώπιζε στην παρούσα και αυτή παραδέχθηκε. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο «4» το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε με βάση το Τεκμήριο
- Ανέφερε, επίσης, ότι κατά την άφιξή του στη σκηνή, ήταν αναμμένα τα φώτα πορείας και οι φάροι του Σκυβαλλοφόρου που βρίσκονταν στο πάνω μέρος της καμπίνας. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήρια «5» και «6» έντυπα με τις ζημιές του Σκυβαλλοφόρου και του Αυτοκινήτου αντιστοίχως. Δεν έχει στοιχεία για την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι κατέγραψε τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο την ώρα που πήγε στην σκηνή και έπειτα. Δεν μπορεί να γνωρίζει την πυκνότητα της υγρασίας κατά την ώρα του δυστυχήματος. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν υπήρχε ορατότητα και δεν αρνήθηκε ότι παρανόμησε και ο οδηγός του Σκυβαλλοφόρου. Δεν γνώριζε κατά πόσον το Σκυβαλλοφόρο κινείτο όταν έγινε το δυστύχημα. Ανέφερε, επίσης, ότι μέρος του χωμάτινου παγκέτου που βρίσκεται στα δεξιά του Σκυβαλλοφόρου καλυπτόταν από τα κάγκελα κάποιας υπό ανέγερση κατοικίας. Κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο καθοδηγούμενος από την υπάρχουσα μαρτυρία. Όταν έφτασε στην σκηνή, μόλις πρόλαβε τον Κατηγορούμενο και του έκανε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη
- Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Γιώργος Αμιαντίτης (Μ.Κ.2), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία ημερομηνίας 7/5/2010 (Τεκμήριο «7»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, στις 6/5/2010 και γύρω στις τέσσερις το πρωϊ, ο Μ.Κ.2 οδηγούσε το Σκυβαλλοφόρο, το οποίο είναι του Δήμου Στροβόλου, στη Λεωφόρο Ελαιώνων στο Στρόβολο με κατεύθυνση προς τη διασταύρωση των φώτων τροχαίας Δρακουμέλ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο Μ.Κ.2 κινήθηκε δεξιότερα και μπήκε στην εξ αντιθέτου λωρίδα με σκοπό να μαζευτούν τα σκουπίδια της άλλης πλευράς. Ενώ ήταν σταματημένος στην άλλη λωρίδα, αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι ήρθε και συγκρούστηκε στο μπροστινό μέρος του Σκυβαλλοφόρου. Το αυτοκίνητο αυτό πριν τη σύγκρουση, γύρω στα δέκα με δεκαπέντε μέτρα περίπου απόσταση, βγήκε εκτός δρόμου προς τα αριστερά, ανέβηκε σε χωμάτινο παγκέτο του δρόμου και στη συνέχεια, αφού κινήθηκε δεξιότερα, κτύπησε στο μπροστινό μέρος του Σκυβαλλοφόρου. Την στιγμή που ο Μ.Κ.2 εισήλθε στην εξ αντιθέτου λωρίδα, δεν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο από απέναντι. Κατά την παραμονή του στην εν λόγω λωρίδα, ήταν αναμμένα τα μεγάλα φώτα πορείας του Σκυβαλλοφόρου στη χαμηλή στάση μαζί με τους φάρους. Στη σκηνή πήγε η Αστυνομία και στην παρουσία του Μ.Κ.2 πήρε διάφορα μέτρα, ετοίμασε σχέδιο της σκηνής, με το οποίο συμφωνεί. Ο Μ.Κ.2 δεν τραυματίστηκε από το δυστύχημα. Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 7, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι βρισκόταν μέσα στο Σκυβαλλοφόρο την ώρα της σύγκρουσης. Υπήρχαν δύο συνάδελφοί του που μάζευαν τα σκουπίδια. Είδε για πρώτη φορά το Αυτοκίνητο σε απόσταση πέραν των 100 μέτρων. Πριν φτάσει το Αυτοκίνητο, είχαν προσπεράσει το Σκυβαλλοφόρο άλλα αυτοκίνητα. Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο
- Ανέφερε, επίσης, ότι άναψε τα φώτα στον Κατηγορούμενο και είπε στον συνάδελφό του να κατέβει από το πατίδι για να μην πέσει από το τράνταγμα. Μετά τη σύγκρουση κατέβηκε από το Σκυβαλλοφόρο και μίλησε με τον Κατηγορούμενο. Το Σκυβαλλοφόρο ήταν συνέχεια ξεκινημένο. Ήταν, επίσης, πάντοτε ανοικτά τα φώτα πορείας, οι φάροι και τα φώτα κινδύνου. Αναφέρθηκε, επίσης, στις καιρικές συνθήκες. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι είναι στα 10-15 μέτρα που βγήκε στο πεζοδρόμιο που κατάλαβε ότι ο Κατηγορούμενος θα ερχόταν πάνω του και του έκανε τα tip. Δέχθηκε ότι ήταν επικίνδυνο που οδηγούσε νύκτα στην αντίθετη λωρίδα. Σε υποβολή ότι είχε ομίχλη, ο Μ.Κ.2 απάντησε «τότε γιατί δεν σταμάτησε και βγήκε στο πεζοδρόμιο;» Και να υπήρχε ομίχλη, ο Κατηγορούμενος μπορούσε να δει το Σκυβαλλοφόρο. Δεν θυμόταν κατά πόσον υπήρχε υγρασία. Τα δύο αυτοκίνητα που πέρασαν ήταν φίλοι του Κατηγορουμένου και είναι αυτοί που ειδοποίησαν ασθενοφόρο. Αυτοί έμειναν εκεί μέχρι που έφτασε η Αστυνομία. Ανέφερε, επίσης, ότι το Σκυβαλλοφόρο έφραζε όλη την πορεία της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Αν πάρκαρε στο χωμάτινο παγκέτο που βρισκόταν στα αριστερά, τότε ο συνάδελφός του θα έπρεπε να διασχίσει το δρόμο και αν είχε ομίχλη θα τον σκότωνε κάποιος. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι περνά από το συγκεκριμένο σημείο 2 φορές τη βδομάδα και σχεδόν κάνει το ίδιο. Πάει στην δεξιά πλευρά γιατί βρίσκεται ένα σπίτι μόνο του εκεί. Αρνήθηκε ότι φταίει για το δυστύχημα και περαιτέρω είπε ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να έτρεχε λόγω της ζημιάς που έπαθε το Σκυβαλλοφόρο. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 2, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 6/5/2010 και γύρω στις τέσσερις, οδηγούσε το Αυτοκίνητο στην Λεωφόρο Ελαιώνων στον Στρόβολο με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Μακεδονιτίσσης. Ήταν μόνος στο Αυτοκίνητο, φορούσε ζώνη ασφαλείας και η ταχύτητά του ήταν χαμηλή λόγω των καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, δηλαδή λόγω της ομίχλης. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και περίπου σε απόσταση δέκα μέτρων είδε μπροστά του και στη λωρίδα του ήταν ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Αμέσως ο Κατηγορούμενος έκανε κίνηση προς τα αριστερά με σκοπό να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά τελικά συγκρούστηκαν. Από τα όσα θυμάται, ο Κατηγορούμενος δεν θυμάται το φορτηγό να είχε φώτα ή φάρους αναμμένους, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν σταματημένο στην λωρίδα του Κατηγορουμένου. Από τη σύγκρουση, ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου έτυχε των σχετικών εξετάσεων και απολύθηκε. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.1 υπέδειξε και εξήγησε σε αυτόν το σχέδιο του δυστυχήματος, με το οποίο συμφωνεί. Ο Κατηγορούμενος με τη σειρά του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο «8») ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Μεταξύ άλλων, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως όταν οδηγούσε στη Λεωφόρο Ελαιώνων δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου τροχαία κίνηση και δεν ήταν μπροστά του, ούτε τον ακολουθούσε κάποιο όχημα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου κα σε απόσταση 10-15 μέτρων, ο Κατηγορούμενος είδε μπροστά του και στην πορεία του ένα φορτηγό αυτοκίνητο. Ήταν ολόκληρο μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Αμέσως μόλις το αντιλήφθηκε και ενστικτωδώς ο Κατηγορούμενος έκανε κίνηση προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό. Ανέφερε, επίσης, ότι από μακριά ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αντιληφθεί ποιο ήταν το μέγεθος του οχήματος, με το οποίο συγκρούστηκε, και ούτε μπορούσε να φανταστεί ότι τα μπροστινά φώτα του αυτοκινήτου που έβλεπε απέναντί του ήταν στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Εύλογα κατάλαβε ότι για να φαίνονται τα μπροστινά του φώτα, αυτό βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά. Αυτό άλλωστε δεν του επέτρεπαν ούτε και οι καιρικές συνθήκες αφού επικρατούσε ομίχλη στην περιοχή και ήταν νύκτα. Όταν αντιλήφθηκε ότι υπήρχε όχημα στην δική του λωρίδα, ο Κατηγορούμενος έκανε ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση. Πιστεύει ότι ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε, το ξάφνιασμα στο οποίο βρέθηκε, δείχνει το γνήσιο του ισχυρισμού του, αφού αν αντιλαμβανόταν από μακριά ότι το Σκυβαλλοφόρο ήταν στη δική του λωρίδα, μόνο αν ήθελε να αυτοκτονήσει θα πήγαινε κατευθείαν για να συγκρουστεί μαζί του. Είναι στα δέκα μέτρα που κατάλαβε ότι το Σκυβαλλοφόρο ήταν στη λωρίδα του και τότε έκανε ότι μπορούσε για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν κινείτο κάποιο άλλο αυτοκίνητο στο δρόμο τη συγκεκριμένη στιγμή και κανένας φίλος του δεν προπορευόταν. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε, ακολούθως, ότι υπέστη τραύματα και πολλές ζημιές από το ατύχημα και δεν έχει αποζημιωθεί ακόμη από την ασφαλιστική εταιρεία του Σκυβαλλοφόρου, αφού χρησιμοποιούν ως δικαιολογία την απόφαση της Αστυνομίας να διώξει τον Κατηγορούμενο και όχι τον Μ.Κ.
- Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε την κατάθεσή του, Τεκμήριο
- Είδε τα αναμμένα φώτα για πρώτη φορά στα 80-100 μέτρα. Του συνέβηκε ξανά όταν είναι βράδυ και έχει είτε ομίχλη είτε βροχή να μην μπορεί να διακρίνει από μακριά σε ποιά λωρίδα βρίσκεται ένα αυτοκίνητο και η αντίδρασή του ήταν να πηγαίνει κανονικά στην πορεία του και να ελαττώνει ταχύτητα. Σε υποβολή ότι δεν πήρε κάποιο μέτρο για να διαπιστώσει την ορθή θέση του οχήματος στο δρόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι πήγαινε με χαμηλή ταχύτητα και όταν πλησίαζε στα 10-15 μέτρα και αντιλήφθηκε ότι του έφραζε ολόκληρη τη δική του πλευρά, έκανε μανούβρα στα αριστερά για να το αποφύγει. Πριν κάνει τη μανούβρα, δεν διαπίστωσε κατά πόσον υπήρχε κάτι στα αριστερά του που του επέτρεπε να κάνει τούτη. Λειτούργησε ενστικτωδώς. Ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι ο Μ.Κ.2 του έκανε tip τα φώτα του όταν τον αντιλήφθηκε στα 10-15 μέτρα. Σε υποβολή ότι έπρεπε να σταματήσει όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως τα γεγονότα εξελίχθηκαν σε δευτερόλεπτα και αυτή ήταν η επιλογή του τη δεδομένη στιγμή. Δεν θυμόταν πόση ταχύτητα ελάττωσε όταν αντιλήφθηκε στα 10 μέτρα ότι το Σκυβαλλοφόρο του έφραζε την πορεία. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με ανάλυση της μαρτυρίας και με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι στην υπό εξέταση υπόθεση συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις, ώστε ο Κατηγορούμενος στην θέα του ορατού κινδύνου να αντιδρούσε ως ένας συνετός και λογικός οδηγός, πράγμα που δεν έκανε. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την καταδίκη του Κατηγορουμένου στην Πρώτη Κατηγορία. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, κατόπιν ανάλυσης της προσκομισθείσας μαρτυρίας και αναφοράς σε νομολογία, εισηγήθηκε κατ' αρχάς την αποδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου και την απόρριψη της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 στο βαθμό που είναι διαφορετική με τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Ήταν η θέση του ότι, υπό τις περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αντιληφθεί ενωρίτερα ότι το Σκυβαλλοφόρο βρισκόταν στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν αντιλήφθηκε τούτο σε απόσταση 10-15 μέτρων, ο Κατηγορούμενος έκανε ελιγμό προς τα αριστερά και ελάττωσε ταχύτητα στην αγωνία της στιγμής για να αποφύγει τη σύγκρουση, γενεσιουργός αιτία της οποίας ήταν η οδική συμπεριφορά του Μ.Κ.2, χωρίς, όμως, να τα καταφέρει. Ζήτησε, λοιπόν, την αθώωση του Κατηγορουμένου στην Πρώτη Κατηγορία. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1, ήτοι ο εξεταστής της υπόθεσης, μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων της μαρτυρίας του, για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, αυτός κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε με συνέπεια τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματα του Μ.Κ.1, όπως αυτά καταγράφονται στα Τεκμήρια 1, 3 έως 6, πλην των όσων ανέφερε σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορουμένου και το κατά πόσον υπήρχε ομίχλη ή όχι στο δρόμο. Πέραν τούτου, θεωρώ ότι αυτός ήταν σε θέση να προβεί στις μετρήσεις που προέβηκε, να αποτυπώσει αυτές σε πρόχειρο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 3, και ακολούθως, δυνάμει αυτού, να ετοιμάσει το συμμετρικό σχέδιο, Τεκμήριο
- Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες διαπιστώσεις του. Σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 2, συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 3, συμπεριλαμβανομένου του σημείου σύγκρουσης, το οποίο ο Μ.Κ.1 τοποθέτησε σύμφωνα με τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων και τις ζημιές αυτών. Όσον αφορά, όμως, το κατά πόσον υπήρχε ή όχι ομίχλη, αποτελεί γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 δεν ερεύνησε τη θέση που ο Κατηγορούμενος προέβαλε την επομένη του ατυχήματος, ήτοι ότι υπήρχε ομίχλη στο δρόμο κατά την ώρα της σύγκρουσης. Ο Μ.Κ.1 κατέγραψε τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν όταν μετέβη στη σκηνή σχεδόν 20 λεπτά μετά το δυστύχημα και, ως ο ίδιος δέχθηκε, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποια ήταν η πυκνότητα της υγρασίας κατά την ώρα του δυστυχήματος. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσον υπήρχε ή όχι ομίχλη κατά την ώρα της σύγκρουσης, πέραν της υγρασίας. Αναπόφευκτα, η προαναφερθείσα παρατήρηση επηρεάζει και το ζήτημα της ορατότητας του Κατηγορουμένου, ως η πορεία του. Η ορατότητα που ο Μ.Κ.1 μέτρησε γύρω στα 100 μέτρα και χαρακτήρισε μάλιστα ως πολύ καλή εκλάμβανε ως δεδομένο την απουσία ομίχλης. Συνεπώς, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 όσον αφορά την ορατότητα κατά την ώρα της σύγκρουσης και δη ότι αυτή ήταν πολύ καλή. Όσον αφορά τις υπόλοιπες αναφορές του Μ.Κ.1 σε σχέση με το αν ευθύνεται ή όχι ο Κατηγορούμενος για τη σύγκρουση, σημειώνω ότι δεν αποτελεί αντικείμενο αξιολόγησης η άποψη του μάρτυρα, την οποία και θα αγνοήσω, εφόσον είναι έργο του Δικαστηρίου να αποφασίσει την ενοχή ή όχι του Κατηγορουμένου στο αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας. Με τις διευκρινίσεις, λοιπόν, και διαφοροποιήσεις που προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι στο σύνολό της την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο Μ.Κ.1, Τεκμήριο 4, αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51. Ο Μ.Κ.2, ήτοι ο οδηγός του Σκυβαλλοφόρου μου έκανε μέτρια εντύπωση. Αυτός απέφευγε να απαντά με ευθύτητα κυρίως στις ερωτήσεις που του έγιναν κατά την αντεξέτασή του και ήταν εμφανής η προσπάθειά του να παρουσιάσει ότι έλαβαν χώρα συγκεκριμένα γεγονότα με σκοπό να αποδώσει όσο το δυνατό μεγαλύτερη ευθύνη στον Κατηγορούμενο για το δυστύχημα και ταυτόχρονα να μειώσει την έκδηλα μεγάλη δική του ευθύνη. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Κατ' αρχάς, ενώ στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 7, ανέφερε ότι κατά την παραμονή του στη λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου ήταν αναμμένα μόνο τα μεγάλα φώτα πορείας του Σκυβαλλοφόρου μαζί με τους φάρους, κατά την κυρίως εξέτασή του προέτρεξε να πει ότι ήταν πάντα ανοικτά και τα φώτα κινδύνου του Σκυβαλλοφόρου, χωρίς να δώσει κάποια εξήγηση γιατί δεν ανέφερε τούτο την επομένη του δυστυχήματος που ήταν νωπά τα γεγονότα στη μνήμη του. Ως εκ των υστέρων σκέψη κρίνεται, επίσης, η αναφορά του Μ.Κ.2 ότι αμέσως πριν τη σύγκρουση με το Αυτοκίνητο, είχαν περάσει άλλα δύο αυτοκίνητα ως η πορεία του Κατηγορουμένου, τα οποία προσπέρασαν το Σκυβαλλοφόρο και τα οποία μάλιστα οδηγούνταν από δύο φίλους του Κατηγορουμένου, οι οποίοι επέστρεψαν στη σκηνή και κάλεσαν ασθενοφόρο. Ο Μ.Κ.1, την μαρτυρία του οποίου έχω ήδη αποδεχθεί, δεν αναφέρθηκε στην παρουσία των εν λόγω φίλων του Κατηγορουμένου στη σκηνή, οι οποίοι θα ήταν λογικό και αναμενόμενο να παρέμειναν στη σκηνή μέχρι να ολοκληρωθεί και ο έλεγχος αλκοόλης που διενήργησε ο Μ.Κ.1 στο φίλο τους και να αποχωρήσουν τουλάχιστον μαζί με το ασθενοφόρο που μετέφερε τον Κατηγορούμενο στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Αίσθηση, επίσης, προκάλεσε ο τρόπος με τον οποίο ο Μ.Κ.2 ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του για τη μη ύπαρξη ομίχλης στο δρόμο κατά την ώρα του ατυχήματος. Συγκεκριμένα, ρωτήθηκε γενικά για τις καιρικές συνθήκες και απάντησε αυτολεξεί «οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές. Δεν υπήρχε είτε ομίχλη, είτε βροχή είτε κάτι άλλο», δείχνοντας με τον τρόπο αυτό ότι γνώριζε για τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου για την ύπαρξη ομίχλης και ήθελε απλώς να τον διαψεύσει. Απέφυγε, επίσης, επιμελώς να αναφερθεί έστω και στην παρουσία υγρασίας, την οποία ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε κατά την ώρα της άφιξής του στη σκηνή του δυστυχήματος. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε κατά την αντεξέτασή του κατά πόσον υπήρχε ή όχι υγρασία, ο Μ.Κ.2 αποφεύγοντας να απαντήσει ευθέως είπε «Άλλο η υγρασία και άλλο η ομίχλη». Επίσης, δεν απάντησε σε υποβολή ότι υπήρχε ομίχλη και αντ' αυτού επιχειρηματολογούσε για την ενέργεια του Κατηγορουμένου να κάνει ελιγμό αριστερά και ουχί να σταματήσει. Η προσπάθεια του Μ.Κ.2 να καταλογίσει ευθύνη στον Κατηγορούμενο διαφαίνεται και από το ότι προέτρεξε να πει ότι από τη ζημιά που προκλήθηκε στο Σκυβαλλοφόρο ο Κατηγορούμενος πρέπει να έτρεχε, ενώ ο εξεταστής της υπόθεσης, Μ.Κ.1, ανέφερε ότι δεν έχει στοιχεία για την ταχύτητα του Κατηγορουμένου. Σημειώνω, βεβαίως, ότι παρά την αρχική αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, τελικά αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο στην παρούσα ότι την ώρα της σύγκρουσης το Σκυβαλλοφόρο δεν βρισκόταν σε κίνηση, ως και ότι ήταν αναμμένα τα φώτα πορείας του Σκυβαλλοφόρου τόσο πριν όσο και κατά τη σύγκρουση. Προκύπτει, όμως, ότι η στάση του Σκυβαλλοφόρου στο συγκεκριμένο σημείο, όπου έγινε η σύγκρουση, ήταν για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, εφόσον δεν κατέβηκαν στο δρόμο και οι δύο συνάδελφοι του Μ.Κ.2 για να μαζέψουν τα σκουπίδια, παρά μόνο ο ένας ενώ ο άλλος στεκόταν στο πατίδι, προς τον οποίο φώναξε ο Μ.Κ.2 να κατέβει για να μην κτυπήσει από το τράνταγμα της σύγκρουσης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος μου προξένησε γενικά καλή εντύπωση. Κατ' αρχάς ήταν σταθερή και συνεπής η βασική του γραμμή σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος. Ήτοι ότι αντιλήφθηκε ότι το Σκυβαλλοφόρο βρισκόταν ολόκληρο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και του απέκοπτε την πορεία του σε απόσταση πέριξ των 10-15 μέτρων λόγω ακριβώς της ομίχλης που υπήρχε στο δρόμο, ως και ότι η ταχύτητά του στο δρόμο ήταν χαμηλή λόγω των εν λόγω καιρικών συνθηκών. Αυτή ήταν η θέση που προέβαλε εξ αρχής στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 2, ως και στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά, επίσης, το ότι στην κατάθεσή του ανέφερε ότι δεν θυμόταν να ήταν αναμμένα τα φώτα και οι φάροι του Σκυβαλλοφόρου, κατά την προφορική του μαρτυρία ήταν σε τέτοιο βαθμός ειλικρινής που δέχθηκε ότι τελικά αυτοί ήταν αναμμένοι, αλλά εξ αιτίας της νύκτας και της ομίχλης δεν ήταν δυνατό να αντιληφθεί, όταν σε απόσταση 80-100 μέτρων είδε για πρώτη φορά τα φώτα πορείας αυτού, ποιό ήταν το μέγεθος του οχήματος, πόσο δε μάλλον κατά πόσον αυτό βρισκόταν στη δική του λωρίδα. Η εκδοχή του Κατηγορουμένου, η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του, συνάδει και με τη λογική των πραγμάτων, εφόσον δεν είναι λογικό κάποιος που οδηγεί το βράδυ σε ένα δρόμο πλάτους 6,70m να υπολογίσει ή να φανταστεί ότι κάποιο όχημα που έρχεται από απέναντι βρίσκεται εντός της δικής του λωρίδας και όχι στη λωρίδα κατεύθυνσης του τελευταίου. Περαιτέρω, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά του Κατηγορουμένου ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου. Δεν υπάρχει, επίσης, μαρτυρία σε σχέση με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο. Δεν θεωρώ, επίσης, τον Κατηγορούμενο ικανό να σκαρφιστεί στην κατάθεσή του στην Αστυνομία την ύπαρξη ομίχλης στο δρόμο, κάτι που θα μπορούσε να διαψευστεί με την κατάλληλη έρευνα ενόψει και του σχετικά σύντομου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ του δυστυχήματος και της λήψης της κατάθεσής του. Δεν είμαι, επίσης, διατεθειμένη να σχολιάσω αρνητικά την επιλογή όπως το πλείστος μέρος της κυρίως εξέτασης αυτού αποτελείται από επιχειρηματολογία και σχολιασμό παρά παράθεση γεγονότων, εφόσον αντιλαμβάνομαι και συμμερίζομαι θα τολμήσω να πω την απορία του Κατηγορουμένου να μη διωχθεί ο Μ.Κ.2 για την εν λόγω απαράδεκτη οδική του συμπεριφορά. Μικροαντιφάσεις μπορεί να υπήρξαν στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου, αλλά αυτές δεν είναι ικανές για να κλονίσουν τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα για την αξιοπιστία του. Για παράδειγμα, ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του, παρά μόνο στην αντεξέτασή του, ότι ελάττωσε ταχύτητα όταν έκανε μανούβρα στα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση. Δεν θα ήταν, επίσης, αναμενόμενο από τον Κατηγορούμενο να θυμάται πόση ταχύτητα ελάττωσε όταν αντιλήφθηκε στα 10-15 μέτρα ότι το Σκυβαλλοφόρο του έφραζε την πορεία, εφόσον όλα εξελίχθηκαν σε δευτερόλεπτα, ήταν τέτοια η εγγύτητα του Σκυβαλλοφόρου που του έφραζε το δρόμο και δεν θα αναμένονταν από τον Κατηγορούμενο τη δεδομένη στιγμή να κοίταζε την ένδειξη της ταχύτητάς του μπροστά στον κίνδυνο που είχε να αντιμετωπίσει. Τουναντίον, θεωρώ ότι η ειλικρίνεια του Κατηγορουμένου διαφαίνεται και από το ότι δέχθηκε ότι του έκανε τα tip των φώτων ο Μ.Κ.2 λίγο πριν τη σύγκρουση. Συνεπώς, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου γίνεται αποδεκτή. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Στις 6/5/2010 και περί ώρα 04:00, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο εντός της Λεωφόρου Ελαιώνων στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας με κατεύθυνση από την οδό Σταδίου προς τη Λεωφόρο Μακεδονιτίσσης. Η Λεωφόρος Ελαιώνων είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση και υπάρχει συνεχής άσπρη γραμμή στον δρόμο που χωρίζει τις δύο κατευθύνσεις. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε στην λωρίδα κυκλοφορίας που αναλογούσε στην κατεύθυνσή του, το πλάτος της οποίας είναι 3,20m. Την ίδια στιγμή, ο Μ.Κ.2 οδηγούσε το Σκυβαλλοφόρο εντός της Λεωφόρου Ελαιώνων από τη Λεωφόρο Μακεδονιτίσσης προς την οδό Σταδίου εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που αναλογούσε στην κατεύθυνσή του, το πλάτος της οποίας είναι 3,50m, έχοντας αναμμένα τα μεγάλα φώτα πορείας στη χαμηλή στάση, ως και τους φάρους που βρίσκονταν στο πάνω μέρος της καμπίνας του. Στα αριστερά του ασφάλτινου οδοστρώματος, ως η πορεία του Μ.Κ.2, υπήρχε χωμάτινο παγκέτο πλάτους 3,60m. Σε κάποιο σημείο, ο Μ.Κ.2 οδήγησε το Σκυβαλλοφόρο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και σταμάτησε τούτο με αναμμένη τη μηχανή για πολύ μικρό χρονικό διάστημα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου, ώστε ο ένας από τους δύο συναδέλφους που ήταν μαζί του να κατέβει για να μαζέψει τα σκουπίδια υπό ανέγερση κατοικίας που βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου, ως η πορεία του Σκυβαλλοφόρου και στα αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος είδε τα φώτα πορείας του Σκυβαλλοφόρου σε απόσταση πέριξ των 80-100m, αλλά λόγω της ομίχλης που επικρατούσε στην περιοχή και της νύκτας δεν ήταν σε θέση να διακρίνει τί είδους όχημα αφορούσε και σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας αυτό βρισκόταν. Υπέθεσε ότι αυτό οδηγούνταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Λόγω της ομίχλης και της σκοτεινιάς, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Το Σκυβαλλοφόρο βρισκόταν ολόκληρο εντός της λωρίδας κατεύθυνσης του Κατηγορουμένου, ανακόπτοντας πλήρως την πορεία του Κατηγορουμένου. Σε απόσταση πέριξ των 10-15 μέτρων πριν του σημείου που ήταν σταματημένο το Σκυβαλλοφόρο, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι αυτό βρισκόταν στην λωρίδα κατεύθυνσής του και τότε ενστικτωδώς ελάττωσε ταχύτητα και έκανε ελιγμό στα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, οδηγώντας το Αυτοκίνητο εντός του χωμάτινου παγκέτου, το οποίο βρισκόταν στα αριστερά του ασφάλτινου οδοστρώματος του δρόμου, ως η πορεία του, πλάτους 2,10m. Μέρος, όμως, του εν λόγω χωμάτινου παγκέτου καλυπτόταν από κάγκελα της υπό ανέγερση κατοικίας και ο Κατηγορούμενος κινήθηκε δεξιότερα με αποτέλεσμα η μπροστινή δεξιά πλευρά του Αυτοκινήτου να συγκρουστεί με το μπροστινό μέρος του Σκυβαλλοφόρου. Η ορατότητα στο δρόμο κατά την ώρα της σύγκρουσης ήταν περιορισμένη λόγω της νύκτας και της ομίχλης που υπήρχε στην περιοχή. Η τροχαία κίνηση ήταν πολύ αραιή. Από το δυστύχημα, καταστράφηκε ολόκληρο το μπροστινό μέρος του Αυτοκινήτου, ενώ το Σκυβαλλοφόρο υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος, προφυλακτήρα, γρίλια και φανάρια. Ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε ελαφρά και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου έτυχε των σχετικών εξετάσεων και απολύθηκε. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Από την άλλη, στην υπόθεση Παύλου ν. Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ. 974, τονίστηκαν τα εξής: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι πράξεις του οδηγού, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Κρίνονται υπό το πρίσμα της διλημματικής κατάστασης που προκάλεσε ο άλλος οδηγός. Ένα εσφαλμένο μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης δεν συνιστά κατ' ανάγκη αμέλεια.» Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Κατηγορούμενος δεν τηρούσε τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή στο δρόμο. Τουναντίον, έχοντας υπόψη τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο, ότι ήταν βράδυ, ως επίσης τη χαμηλή ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, αυτός δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί ενωρίτερα ότι το Σκυβαλλοφόρο βρισκόταν εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Όταν ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι το Σκυβαλλοφόρο βρισκόταν εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας στα 10-15 μέτρα πριν το σημείο που αυτό ήταν σταματημένο, ουσιαστικά αυτός βρέθηκε αντιμέτωπος με μια διλημματική κατάσταση που προκάλεσε η οδική συμπεριφορά του Μ.Κ.2, ήτοι του οδηγού του Σκυβαλλοφόρου. Το εσφαλμένο μέτρο του Κατηγορουμένου, υπό αυτές τις περιστάσεις, αντί να σταματήσει να κάνει ελιγμό στα αριστερά, δεν συνιστά αμέλεια. Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου στην Κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Πρώτη Κατηγορία. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο