← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρία Ζάκου Σκούλια, Αρ.Υπόθεσης:15933/2012, 18/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρία Ζάκου Σκούλια, Αρ.Υπόθεσης:15933/2012, 18/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:15933/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Μαρία Ζάκου Σκούλια Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Φρ. Κακούρη. Για την Κατηγορουμένη: κα. Β. Κλεόπα με κ. Α. Παρασκευά. Κατηγορουμένη: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τρεις Κατηγορίες. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 24/3/2011 στη συμβολή των φώτων της Λεωφόρου Λεμεσού με Λεωφόρο Αγλαντζιάς, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής HXP355, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Δεύτερη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης με την ένδειξη του κόκκινου φανού σε φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58

(2)(δ), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι, κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία, ενώ οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του κόκκινου φανού των φωτεινών σηματοδοτών, οι οποίοι ρυθμίζουν την τροχαία κίνηση στην πιο πάνω συμβολή. Η Τρίτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(2)(δ), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι
  1. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία, ενώ οδηγούσε το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα, παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα τροχαίας ή σε σήμανση που χαράχτηκε από την αρμόδια αρχή επί οδού, δηλαδή αντί να ακολουθήσει υποχρεωτική πορεία αριστερά πήγε ευθεία, κατά απαγόρευση του σήματος τροχαίας. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τέσσερις μάρτυρες, ενώ η Κατηγορουμένη, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, κατέθεσε η ίδια ενόρκως και δεν κάλεσε κάποιο άλλο μάρτυρα. Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Αστυφύλακας 3788, Έλλη Χριστοδούλου, (Μ.Κ.1), της Τροχαίας Λευκωσίας, η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή κατάθεσή της (Τεκμήριο «1»). Στις 24/3/2011 και περί ώρα 18:00, η Μ.Κ.1 επισκέφτηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο συνέβηκε την ίδια ημέρα και περί ώρα 17:30 στη συμβολή των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Λεμεσού με Λεωφόρο Αγλαντζιάς στη Λευκωσία. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής HXP355, το οποίο οδηγούσε η Κατηγορουμένη, και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KYM868, το οποίο οδηγούσε η Θάλεια Ιωάννου. Κατά την άφιξή της στη σκηνή, η Μ.Κ.1 βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση και παρούσα την Θάλεια Ιωάννου. Η Κατηγορουμένη είχε ήδη μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, λόγω σοκ που υπέστη. Στην παρουσία της Θάλειας Ιωάννου, η Μ.Κ.1 έκανε πρόχειρο σχέδιο με διάφορα μέτρα και σημείωσε με το γράμμα «Χ» το σημείο σύγκρουσης που της υποδείχθηκε. Σύμφωνα με την Μ.Κ.1, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Την συγκεκριμένη ημέρα, ο ήλιος ανέτειλε στις 05:46 και έδυσε στις 18:
  2. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή και η συμβολή ελέγχεται από φώτα τροχαίας, τα οποία λειτουργούσαν κανονικά κατά την άφιξη της Μ.Κ.
  3. Η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στη Λεωφόρο Λεμεσού, στην οποία ταξίδευε η Κατηγορουμένη είναι υποχρεωτικής πορείας αριστερή προς τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς. Ευθεία πορεία οδηγούν η μεσαία και η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αγλαντζιάς οδηγεί υποχρεωτικά αριστερά στη Λεωφόρο Λεμεσού και η μεσαία που ταξίδευε η Θάλεια Ιωάννου και η δεξιά οδηγούν υποχρεωτικά δεξιά στη Λεωφόρο Λεμεσού. Η ορατότητα σύμφωνα με την πορεία των δύο οχημάτων αριστερά και δεξιά τους στην εκάστοτε Λεωφόρο ήταν πενήντα μέτρα. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.1, δεν υπήρχαν ίχνη ή τεκμήρια που να βοηθούν στο προσδιορισμό του σημείου σύγκρουσης. Το σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκε σύμφωνα με τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων και μετά από υπόδειξη της Θάλειας Ιωάννου. Από τη σύγκρουση, υπέστη ζημιές ο μπροστινός αριστερός τροχός, το αριστερό μπροστινό φτερό, η πόρτα συνοδηγού και η πίσω αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Κατηγορουμένη. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Θάλεια Ιωάννου υπέστη ζημιές σε ολόκληρο τον προφυλακτήρα μπροστά. Η Θάλεια Ιωάννου επισκέφτηκε από μόνο της το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αφού της παρασχέθηκαν οι Πρώτες Βοήθειες απολύθηκε με κάταγμα 9ης πλευράς. Στις 26/3/2011 και μεταξύ των ωρών 11:35-12:35 στην Τροχαία Λευκωσίας, η Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη («Τεκμήριο 2»), αφού προηγουμένως της υπεδείχθη το πρόχειρο σχέδιο, με το οποίο η Κατηγορουμένη συμφώνησε και υπέγραψε. Το πρόχειρο σχέδιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο «4» και ως Τεκμήριο «5» το συμμετρικό σχέδιο, το οποίο ετοιμάστηκε με βάση το Τεκμήριο
  4. Ως Τεκμήριο «3» κατατέθηκαν οι γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στην Κατηγορουμένη για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα. Ως Τεκμήριο «6» κατατέθηκε έντυπο περιγραφής των ζημιών των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Η Μ.Κ.1 ακολούθως διευκρίνισε ότι η πορεία που σημειώθηκε στα Τεκμήρια 4 και 5 με το βέλος «Α» σαν η πορεία της Κατηγορουμένης είναι η πορεία που υποδείχθηκε από την τελευταία, ενώ με το βέλος «Α2» σημειώθηκε η πορεία της Κατηγορουμένης, ως αυτή υποδείχθηκε από ανεξάρτητο μάρτυρα. Ο τελευταίος ανέφερε στην Μ.Κ.1 ότι βρισκόταν στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας με την Κατηγορουμένη και τους χώριζε ένα αυτοκίνητο. Η Μ.Κ.1 δεν μπορούσε να πει ποιό είναι το επικρατέστερο σημείο πορείας. Υπήρχαν εναλλαγές των φωτεινών σηματοδοτών και βέλη προτεραιότητας, στα οποία η Μ.Κ.1 αναφέρθηκε. Η ορατότητα της Κατηγορουμένης ήταν 50 μέτρα είτε αυτή είχε την πορεία Α είτε την πορεία Α
  5. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.1, μεταξύ άλλων, ρωτήθηκε κατά πόσον είναι σίγουρη ότι ο ανεξάρτητος μάρτυρας μιλούσε για το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης και ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη συμβολή δεν έγινε κάποιο άλλο δυστύχημα γύρω σε εκείνη την ώρα και άρα πιστεύει ότι αναφερόταν για το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Πάντα ενημερώνεται η Αστυνομία όταν γίνει κάποιο δυστύχημα σε συμβολή ή διασταύρωση είτε από τους ενεχόμενους οδηγούς είτε από άλλους οδηγούς που βρίσκονται εκεί. Είναι, όμως, πιθανόν να μην ενημερώσουν και είναι πιθανόν να έγινε κάποιο άλλο δυστύχημα στη συγκεκριμένη συμβολή την ίδια ημέρα και να μην ενημερώθηκε η Τροχαία. Αναφέρθηκε, επίσης, στην εκπαίδευση που είχε για τη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων. Στη συνέχεια, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν αποτελεί δικό της συμπέρασμα η αναφορά της στο Τεκμήριο 1 ότι η Κατηγορουμένη οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Σύμφωνα με τις μετρήσεις της, είναι δυνατόν η Κατηγορουμένη να ταξίδευε στην λωρίδα κυκλοφορίας που η ίδια υπέδειξε. Σύμφωνα με τις ζημιές των οχημάτων, το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Θάλεια Ιωάννου συγκρούστηκε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Κατηγορουμένη. Προχώρησε να κατηγορήσει την Κατηγορουμένη στη βάση της ανεξάρτητης μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν υπάρχει ανεξάρτητη μαρτυρία για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ως δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε η κ. Θάλεια Ιωάννου (Μ.Κ.2), η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία ημερομηνίας 26/3/2011 (Τεκμήριο «7»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, στις 24/3/2011 και περί ώρα 17:30, η Μ.Κ.2 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KYM868 στη Λεωφόρο Αγλαντζιάς με κατεύθυνση από Αγλαντζιά προς Λεωφόρο Λεμεσού. Η Μ.Κ.2 ήταν μόνη στο αυτοκίνητο. Φθάνοντας στη συμβολή της Λεωφόρου Αγλαντζιάς με τη Λεωφόρο Λεμεσού, η Μ.Κ.2 εισήλθε σε αυτήν με πράσινο στρογγυλό φως τροχαίας ως η πορεία της, με δεξιά κλίση, αφού ήθελε να στρίψει δεξιά και να κατευθυνθεί προς τη Λεωφόρο Μακαρίου. Η Λεωφόρος Αγλαντζιάς ως η πορεία της είχε τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και η Μ.Κ.2 κινείτο στη μεσαία. Μπροστά και δεξιά της Μ.Κ.2 κινούνταν και άλλα οχήματα, αλλά δεν θυμόταν κατά πόσον την ακολουθούσαν άλλα αυτοκίνητα. Πλησιάζοντας στη συμβολή, η Μ.Κ.2 δεν είχε σταματήσει εφόσον το φανάρι ήταν πράσινο, απλά ελάττωσε ταχύτητα και τότε ξαφνικά κτύπησε πάνω σε αυτοκίνητο, το οποίο δεν είχε δει καθόλου προηγουμένως. Αντιλήφθηκε ότι ήρθε από τα δεξιά της λόγω του ότι είδε την φορά του. Δηλαδή είδε την κατεύθυνσή του σύμφωνα με τη θέση του μετά το δυστύχημα. Η Μ.Κ.2 πιστεύει ότι δεν είδε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο επειδή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και λίγο πιο μπροστά της κινείτο αυτοκίνητο, το οποίο της κάλυπτε το οπτικό της πεδίο προς τα δεξιά. Στη σκηνή του δυστυχήματος πήγε η Μ.Κ.1, η οποία ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής στην παρουσία της Μ.Κ.
  6. Αυτό υπεδείχθη και επεξηγήθηκε στη Μ.Κ.2, η οποία συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε. Αμέσως μετά το δυστύχημα, η Μ.Κ.2 επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με ιδιωτικό αυτοκίνητο και απολύθηκε αφού έτυχε των Πρώτων Βοηθειών. Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 7, η Μ.Κ.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως το πρόχειρο σχέδιο που υπέγραψε και υπέδειξε με αναφορά σε αυτό την πορεία της που είναι σημειωμένη με το βέλος Β. Μπροστά της είχε τροχαία κίνηση. Είχε αυτοκίνητα και στα δεξιά της, αλλά δεν θυμόταν κατά πόσον υπήρχαν αυτοκίνητα και στα αριστερά της. Δεν θυμόταν την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε πριν φτάσει στα φώτα. Είπε με αυτή που δικαιούταν, αλλά ελάττωσε λίγο στα φώτα. Σε ερώτηση από πόση απόσταση πριν το αλτ των φώτων τροχαίας διαπίστωσε ότι το φανάρι της πορείας της ήταν πράσινο, η Μ.Κ.2 απάντησε ότι μπροστά της είχε άλλο αυτοκίνητο, το οποίο ακολουθούσε την ίδια πορεία ως η Μ.Κ.2, και αυτή έβλεπε ότι ήταν πράσινο το φανάρι. Η Μ.Κ.2 είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκε μετά που έγινε η σύγκρουση. Προηγουμένως και προς στιγμή, η Μ.Κ.2 πρόσεξε ότι στα δεξιά της ότι υπήρχε κάποιο άλλο αυτοκίνητο που κινείτο προς τη Λεωφόρο Μακαρίου. Σε ερώτηση τι έγινε το εν λόγω αυτοκίνητο, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι φαντάζεται ότι αυτό προχώρησε και έστριψε. Δεν θυμόταν κατά πόσον αντιλήφθηκε να υπήρχαν αυτοκίνητα στις λωρίδες κυκλοφορίες με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Μακαρίου προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Η Μ.Κ.2 αισθάνθηκε το κτύπημα στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της, κοντά στην πόρτα της περίπου. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η απόσταση που τη χώριζε από το προπορευόμενό της όχημα ήταν 1,50m περίπου, αυτό ήταν ακριβώς στα φώτα, η Μ.Κ.2 ήταν από πίσω και έβλεπε ότι το φως ήταν πράσινο. Δεν είχαν κάνει αλτ στα φώτα, αλλά προχωρούσαν αργά. Το προπορευόμενο όχημα πέρασε τα φώτα και μετά έγινε η σύγκρουση. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν θυμόταν ακριβώς πού ήταν το κτύπημα και δεν ήταν σε θέση να συμφωνήσει ή διαφωνήσει με το Τεκμήριο
  7. Η Μ.Κ.2, όμως, ένιωσε το κτύπημα προς την δεξιά της πλευρά. Στις λωρίδες Α και Α2 είδε προς στιγμή τα αυτοκίνητα. Σε ερώτηση πότε είδε την τροχαία κίνηση στις εν λόγω λωρίδες, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν την είδε όταν μπήκε στη συμβολή και δεν θυμόταν αν την είδε προηγουμένως. Δεν θυμόταν κατά πόσον ήταν παράλληλα με το δικό της το αυτοκίνητο που ήταν μπροστά και δεξιά της. Μάλλον ήταν λίγο πιο μπροστά από το δικό της, το οποίο φαντάζεται ότι προχώρησε και έστριψε. Η Μ.Κ.2 αρνήθηκε υποβολή ότι εισήλθε στη διασταύρωση με κόκκινο φως τροχαίας. Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Δημήτρης Μηναϊδης (Μ.Κ.3), ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του στην Αστυνομία ημερομηνίας 21/4/2011 (Τεκμήριο «8»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, στις 24/3/2011 και περί ώρα 17:30, ο Μ.Κ.3 οδηγούσε το αυτοκίνητό του στη Λεωφόρο Μακαρίου προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού και ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο. Φθάνοντας στη συμβολή με τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς που ελέγχεται από φώτα τροχαίας, ο Μ.Κ.3 σταμάτησε με κόκκινο φως τροχαίας ως η πορεία του. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.3 ήταν στην πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας εκ των τριών που υπήρχαν ως η πορεία του. Θυμόταν πολύ καλά ότι ήταν το τρίτο αυτοκίνητο στη σειρά. Ξέρει πολύ καλά πώς λειτουργούν τα συγκεκριμένα φώτα τροχαίας, αφού κάνει τη συγκεκριμένη διαδρομή καθημερινά για να πάει από το σπίτι του στη δουλειά του και αντίστροφα. Την συγκεκριμένη στιγμή, ο Μ.Κ.3 επέστρεφε από τη δουλειά στο σπίτι του. Θυμάται ότι μόλις άναψε το πράσινο βέλος, το αυτοκίνητο που ήταν πρώτο στη λωρίδα, στην οποία βρισκόταν ο Μ.Κ.3, δεν είχε εκκινήσει, με αποτέλεσμα κάποιο οδηγοί να αρχίσουν να κορνάρουν. Τότε, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο που, αν θυμάται καλά, ήταν γιαπωνέζικο, σαλούν, ανοικτού χρώματος, προχώρησε για λίγη απόσταση μπροστά περίπου ένα μέτρο και ξανά σταμάτησε. Ακολούθως, συνέχισαν να ακούγονται κόρνες και ο Μ.Κ.3 είδε την οδηγό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου να είναι συγχυσμένη και τελικά να εκκινά και να προχωρά ευθεία με κόκκινο φως τροχαίας. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Μ.Κ.3 είδε το αυτοκίνητο αυτό να συγκρούεται με άλλο αυτοκίνητο σαλούν που ερχόταν από τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς και κατευθυνόταν προς τη Λεωφόρο Μακαρίου. Αμέσως μετά το δυστύχημα, ο Μ.Κ.2 είδε τα δύο αυτοκίνητα να ακινητοποιούνται εντός της συμβολής και το μπροστινό μέρος και των δύο να βλέπει προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης, ο Μ.Κ.3 δεν μπορούσε να σταματήσει στη σκηνή του δυστυχήματος και δεν σκέφτηκε να δώσει τα στοιχεία του σε κάποιον. Ο Μ.Κ.3 δεν ξέρει κάποιον από τους δύο ενεχόμενους στο δυστύχημα. Το βράδυ της ημέρας του δυστυχήματος, ο Μ.Κ.3 ανέφερε το περιστατικό σε κάποιους φίλους και στη σύζυγό του. Στις 19/4/2011, τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 η Μ.Κ.1, η οποία τον ρώτησε αν ήταν μάρτυρας στο συγκεκριμένο δυστύχημα. Η μία οδηγός είναι πελάτισσα της γυναίκας του Μ.Κ.3 που εργάζεται ως αισθητικός και πάνω στη συζήτηση η σύζυγος του Μ.Κ.3 ανέφερε στην εν λόγω οδηγό ότι ο Μ.Κ.3 της είχε περιγράψει ένα παρόμοιο δυστύχημα με αυτό που της περιέγραφε η πελάτισσά της και ότι πολύ πιθανόν να μιλούσαν για το ίδιο δυστύχημα, κάτι που τελικά ισχύει. Εκείνο που έκανε περισσότερη εντύπωση στον Μ.Κ.3 είναι ότι η οδηγός του αυτοκινήτου που προκάλεσε το δυστύχημα συγχύστηκε πάρα πολύ από τα συνεχή κορναρίσματα των οδηγών που ήταν πίσω της, αλλά αντί να στρίψει αριστερά αποφάσισε να προχωρήσει ευθεία με κόκκινο. Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 8, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι κάνει τη συγκεκριμένη διαδρομή καθημερινώς τα τελευταία 15 χρόνια και τα φώτα είναι τα ίδια. Με αναφορά στο Τεκμήριο 5, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι πριν το δυστύχημα βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας που είναι σημειωμένη με το βέλος Α
  8. Το αυτοκίνητο που περιέγραψε ήταν πάντα στην αριστερή λωρίδα και ο Μ.Κ.3 ήταν από πίσω. Έμεινε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα, όσο κρατούσαν τα φώτα. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν είδε την οδηγό του εν λόγω αυτοκινήτου, αλλά μόνο το πίσω μέρος της κεφαλής της, τα οποία ήταν φουντωμένα και αυτή μάλλον μεσίληκας. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη διάρκεια που έγιναν αυτά που είπε το φως τροχαίας σύμφωνα με την πορεία του ήταν συνέχεια πράσινο βέλος για να παν αριστερά. Η οδηγός ήταν συγχυσμένη επειδή της κόρναραν συνέχεια και «έσουζε» το κεφάλι της. Σε ερώτηση κατά πόσον είναι σίγουρος ότι αυτά που περιέγραψε έγιναν στις 24/3/2011, ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι είπε στη Μ.Κ.1 ότι δεν θυμόταν κατά πόσον είναι τη συγκεκριμένη ημέρα που ήταν το δυστύχημα. Απλώς η Μ.Κ.1 του είπε ότι δεν έγινε κάποιο άλλο δυστύχημα εκείνες τις ημέρες. Αυτός θυμόταν ότι το δυστύχημα που περιέγραψε είχε γίνει λίγες βδομάδες προηγουμένως, σχεδόν ένα μήνα πριν την κατάθεσή του. Θυμάται ότι τα μαλλιά της οδηγού του αυτοκινήτου που ανέφερε δεν είναι όπως τα μαλλιά της Κατηγορουμένης. Τέταρτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Φίλιππος Μούζουρος (Μ.Κ.4), ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Δημοσίων Έργων στον Κλάδο Κυκλοφοριακών Μελετών. Τα καθήκοντά του είναι ο προγραμματισμός της λειτουργίας των φώτων τροχαίας σε παγκύπρια βάση από το
  9. Εκπαιδεύτηκε από ξένους ειδικούς στον προγραμματισμό των φώτων τροχαίας τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε ως Τεκμήριο «9» κάποιο πίνακα που ετοίμασε σε σχέση με τον προγραμματισμό και τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας στη συμβολή της Λεωφόρου Λεμεσού με Λεωφόρο Αγλαντζιάς. Με αναφορά σε αυτό και το Τεκμήριο 5, ο Μ.Κ.4 εξήγησε τα διάφορα στάδια λειτουργίας των φώτων τροχαίας στην εν λόγω συμβολή στις 24/3/2011 και περί ώρα 17:
  10. Ο Μ.Κ.4 δεν αντεξετάστηκε. Η Κατηγορουμένη με τη σειρά της υιοθέτησε γραπτή δήλωση για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της (Τεκμήριο «10»). Σε αυτήν καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 24/3/2011, η Κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής HPX355 στη Λεωφόρο Λεμεσού με κατεύθυνση από Λεωφόρο Μακαρίου προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Η ταχύτητα του αυτοκινήτου της ήταν χαμηλή, γύρω στα 20 με 30 χ.α.ώ. λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης κατά μήκος της Λεωφόρου Λεμεσού τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ως η κατεύθυνση της Κατηγορουμένης, δηλαδή εντός της Λεωφόρου Λεμεσού από Λεωφόρο Μακαρίου προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού, στη συμβολή της Λεωφόρου Λεμεσού με τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς υπάρχουν 3 λωρίδες κυκλοφορίας. Η Κατηγορουμένη βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας έχοντας ευθεία πορεία με ταχύτητα 20 με 30 χ.α.ώ. Φθάνοντας στη συμβολή με τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς, η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας, μόλις πλησίασε την άσπρη γραμμή των φώτων, το φως τροχαίας που καθόριζε την πορεία της έγινε κόκκινο. Αμέσως ακινητοποίησε το όχημά της, παραμένοντας πίσω από τη λευκή γραμμή. Δεν είναι σίγουρη για πόσο χρονικό διάστημα το φως τροχαίας που καθόριζε την πορεία της παρέμεινε κόκκινο γιατί δεν μετρούσε την ώρα. Παρ' όλα αυτά, η Κατηγορουμένη είναι σίγουρη ότι ήταν σταματημένη για κάποια λεπτά διότι κατά τη διάρκεια που ήταν σταματημένη κτύπησε το κινητό της και επειδή δεν έχει ακουστικά που να επιτρέπουν τη χρήση του κινητού χωρίς τα χέρια της, μη θέλοντας να παραβεί τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, δεν απάντησε. Κατά τη χρονική διάρκεια που είχε το όχημά της ακινητοποιημένο η προσοχή της Κατηγορουμένης ήταν στραμμένη στον πάσαλο με τα φώτα τροχαίας που βρισκόταν απέναντί της και καθόριζε την πορεία της. Παράλληλα είχε ελέγξει και το καθρεφτάκι της και είδε ότι πίσω της υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα στη γραμμή. Η Κατηγορουμένη ήταν το πρώτο αυτοκίνητο στη σειρά, αλλά δεν θυμάται πόσο πυκνή ήταν η τροχαία κίνηση και αν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα μπροστά της μετά τη συμβολή των Λεωφόρων. Όταν το φως τροχαίας που καθόριζε την πορεία της, το οποίο ήταν σίγουρη ότι ήταν ένας στρογγυλός γεμάτος κύκλος έγινε πράσινο, η Κατηγορουμένη έκανε εκκίνηση με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Κατά τη διάρκεια που η Κατηγορουμένη είχε το όχημά της ακινητοποιημένο, πριν δηλαδή να ανάψει πράσινο, τόσο στη λωρίδα κυκλοφορίας δεξιά από αυτή, όσο και σε αυτήν αριστερά υπήρχαν σταματημένα αυτοκίνητα. Ο πάσσαλος των φώτων τροχαίας που έβλεπε δεν θυμάται αν πέραν του πράσινου στρογγυλού γεμάτου κύκλου είχε οποιοδήποτε άλλο πράσινο φως με βέλος, αλλά ξέρει ότι η πρώτη λωρίδα ως η πορεία της, δηλαδή η λωρίδα στα αριστερά της δικαιούται να πάει μόνο αριστερά στη Λεωφόρο Αγλαντζιάς. Αφού μπήκε στη συμβολή της Λεωφόρου Λεμεσού με τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς και ενώ κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα, ξαφνικά δέχθηκε κτύπημα στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της από ένα άλλο όχημα που δεν είχε δει προηγουμένως. Αργότερα συνειδητοποίησε ότι το αυτοκίνητο αυτό ερχόταν από αριστερά της, λόγω του κτυπήματος και της θέσης που είχε. Από το δυστύχημα μέχρι και σήμερα η Κατηγορουμένη ταλαιπωρείται από έντονο άγχος και φοβίες που παρέμειναν, καθώς και από το σοκ που έπαθε. Έπαθε σοκ γιατί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ενώ περνούσε με πράσινο φως, με τίποτα δεν περίμενε ότι ένα άλλο όχημα θα ερχόταν από τα αριστερά της και θα την κτυπούσε με τόση ταχύτητα. Από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης μετακινήθηκε για κάποια μέτρα. Καταγράφεται τέλος ότι σε καμιά περίπτωση όταν ξεκίνησε να κινείται υπήρχε κόκκινο φως. Το φως που καθόριζε την πορεία της ήταν ένας πράσινος στρογγυλός γεμάτος κύκλος. Περαιτέρω, η Κατηγορουμένη θεωρεί ότι δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να προβλέψει ότι ενώ περνούσε από τα φώτα τροχαίας με πράσινο φως ένα άλλο όχημα θα περνούσε με κόκκινο και θα της κτυπούσε. Κατά την αντεξέτασή της, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι φοβάται στα φώτα τροχαίας και είναι πιο προσεκτική πλέον. Και πριν ήταν προσεκτική, αλλά πλέον κοιτάζει 2-3 φορές για να βεβαιωθεί ότι δεν εισέρχεται εντός ελεγχόμενης με φώτα διασταύρωσης κάποιος οδηγός με κόκκινο φως. Αρνήθηκε ότι της κόρναραν άλλα αυτοκίνητα εκείνη την ημέρα και είχε συγχυστεί πολύ, ότι δεν κοίταξε να δει τα φώτα, ως και ότι βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα ως η πορεία της. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν είχε δει το κόκκινο φως στην πορεία της Μ.Κ.2, αλλά η τελευταία πρέπει να πέρασε με κόκκινο, εφόσον η Κατηγορουμένη πέρασε με πράσινο. Στην γραπτή κατάθεσή της, Τεκμήριο 2, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι στις 24/3/2011 και περί ώρα 17:30 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής HXP355 στη Λεωφόρο Λεμεσού με κατεύθυνση από Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας Λεμεσού. Στο αυτοκίνητο ήταν μόνη και φορούσε τη ζώνη της. Ως η κατεύθυνσή της υπήρχαν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Η Κατηγορουμένη βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Είχε ευθεία πορεία και πολύ χαμηλή ταχύτητα. Φθάνοντας στη συμβολή με τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς μόλις πλησίασε τη γραμμή, από πράσινο το φως τροχαίας ως η πορεία της έγινε κόκκινο χωρίς να θυμάται να άναψε προηγουμένως το πορτοκαλί. Αμέσως σταμάτησε και κατάφερε να παραμείνει πριν τη γραμμή και με κόκκινο φως σταματημένη για κάποια λεπτά. Η Κατηγορουμένη είναι σίγουρη ότι ήταν σταματημένη για κάποια λεπτά διότι κατά τη διάρκεια που ήταν σταματημένη κτύπησε το κινητό της και επειδή δεν έχει «χαντς φρι» δεν απάντησε. Όση ώρα ήταν σταματημένη στα φώτα, η Κατηγορουμένη παρακολουθούσε τον πάσσαλο με τα φώτα τροχαίας που βρισκόταν απέναντί της. Το φως ήταν κόκκινο και έγινε αμέσως πράσινο. Δεν θυμόταν αν άναψε πορτοκαλί. Τότε, η Κατηγορουμένη αμέσως εκκίνησε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Πίσω της θυμόταν ότι υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα. Μπροστά της όμως δεν θυμόταν αν υπήρχαν. Αυτό που ξέρει σίγουρα είναι ότι ήταν το πρώτο αυτοκίνητο στη γραμμή. Στη δεξιά λωρίδα ως η πορεία της υπήρχαν επίσης σταματημένα αυτοκίνητα καθώς επίσης και στην αριστερή της λωρίδα. Ο πάσσαλος των φώτων τροχαίας που έβλεπε δεν θυμόταν αν είχε οποιοδήποτε φως με βέλος, αλλά ξέρει ότι η πρώτη λωρίδα ως η πορεία της στρίβει αριστερά. Αφού μπήκε στη συμβολή, η Κατηγορουμένη δέχθηκε κτύπημα στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της από αυτοκίνητο που δεν είχε δει προηγουμένως και ούτε ξέρει από πού ερχόταν επειδή δεν το είχε δει. Απλά μετά κατάλαβε ότι το αυτοκίνητο αυτό ερχόταν από αριστερά λόγω του κτυπήματος. Το αυτοκίνητο που της κτύπησε είχε αριθμούς εγγραφής KYM868, όπως την πληροφόρησε η Αστυφύλακας 3788, η οποία ανέλαβε το δυστύχημα που είχε. Η εν λόγω Αστυφύλακας, όπως η Κατηγορουμένη πληροφορήθηκε από την ίδια, επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, αλλά λόγω του ότι η Κατηγορουμένη έφυγε με ασθενοφόρο που περνούσε σύμπτωση από τη σκηνή, δεν την είδε εκεί. Η εν λόγω Αστυφύλακας ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο έδειξε και επεξήγησε στην Κατηγορουμένη στις 26/3/2011 και αφού συμφώνησε ως ορθό η Κατηγορουμένη το υπέγραψε και δεν επιθυμεί να μεταβεί στο χώρο του δυστυχήματος. Από το δυστύχημα, η Κατηγορουμένη δεν τραυματίστηκε αν και φοβάται λόγω του σοκ που έπαθε. Ένοιωθε πόνο στη μέση. Για το δυστύχημα, η Κατηγορουμένη ενημέρωσε την ασφαλιστική της εταιρεία και το αυτοκίνητό της μεταφέρθηκε με ρυμουλκό σε γνωστό της μηχανικό. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορουμένη ανήκει στην εταιρεία του άντρα της. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι ταυτίζεται πλήρως η μαρτυρία της Μ.Κ.2 και του Μ.Κ.
  11. Αυτοί περαιτέρω ενισχύονται από τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα, Μ.Κ.
  12. Δηλαδή την ώρα που είναι πράσινο το φως τροχαίας για τα οχήματα που βρίσκονται στη Λεωφόρο Αγλαντζιάς και εισέρχονται στη διασταύρωση ταυτόχρονα την ίδια ώρα έχει πράσινο βέλος με υποχρεωτική πορεία αριστερά για τα οχήματα που εισέρχονται στη διασταύρωση με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Μακαρίου προς Λεωφόρο Αγλαντζιάς. Ήταν η θέση της ότι η Κατηγορουμένη υπό το κράτος της σύγχυσης και του φόβου επειδή της κόρναραν άλλα οχήματα προχώρησε ευθεία και συγκρούστηκε με το όχημα της Μ.Κ.2 που εκείνη τη στιγμή πραγματοποιούσε υποχρεωτική πορεία δεξιά. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την καταδίκη της Κατηγορουμένης σε όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορουμένης εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Μ.Κ.3 αναφερόταν στο επίδικο δυστύχημα για τους λόγους που εξήγησε, ως και ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της Κατηγορουμένης. Ήταν, επίσης, η θέση της ότι ο Μ.Κ.4 ουδεμία μαρτυρία προσέφερε για τη λειτουργία των φώτων στην επίδικη συμβολή κατά τον επίδικο χρόνο. Η Κατηγορουμένη, εκκινώντας με πράσινο φως τροχαίας δεν είχε κανένα λόγο, ούτε και μπορούσε να αντιληφθεί το όχημα της Μ.Κ.
  13. Ζήτησε όπως το Δικαστήριο απορρίψει την εκδοχή της Μ.Κ.2 και αποδεχθεί την εκδοχή της Κατηγορουμένης, η οποία, μεταξύ άλλων, ενισχύεται από το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων από τη σύγκρουση. Καταληκτικά, ζήτησε την αθώωση της Κατηγορουμένης σε όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Η Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων, για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, αυτή κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξετάστρια της υπόθεσης, με συνέπεια τα ευρήματά της από την σκηνή του δυστυχήματος. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την αντεξέταση, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματα της Μ.Κ.1, όπως αυτά καταγράφονται στα Τεκμήρια 1, 4, 5 και
  14. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η αναφορά της στο Τεκμήριο 1 ότι η Κατηγορουμένη οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Λεμεσού που είναι υποχρεωτικής πορείας αριστερά προς τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς. Διευκρίνισε, όμως, η μάρτυρας ότι αυτή ήταν η θέση του αυτόπτη μάρτυρα και πως η ίδια δεν έχει εντοπίσει ο,τιδήποτε στη σκηνή που να την οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η Κατηγορουμένη οδηγούσε στην εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας. Τουναντίον, ως η ίδια η Μ.Κ.1 ανέφερε, σύμφωνα με τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι δυνατόν η Κατηγορουμένη να ταξίδευε στη λωρίδα κυκλοφορίας που η τελευταία υπέδειξε, ήτοι στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία έχει υποχρεωτική πορεία ευθεία με κατεύθυνση προς τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού. Σε κάθε περίπτωση, έχω ικανοποιηθεί ότι η Μ.Κ.1 ήταν σε θέση, ως εκ της πείρας και της εκπαίδευσης που είχε, να προβεί στις μετρήσεις που προέβηκε και να αποτυπώσει αυτές σε πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 4, και ακολούθως δυνάμει αυτού να ετοιμάσει το συμμετρικό σχέδιο, Τεκμήριο
  15. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες διαπιστώσεις της, όπως αυτές καταγράφονται στα Τεκμήρια 1 και
  16. Χρήζει, βεβαίως, επισήμανσης ότι η πορεία με το βέλος Α2 δεν θα μπορούσε να είχε τοποθετηθεί από την Μ.Κ.1 στο πρόχειρο σχέδιο την ημέρα του δυστυχήματος είτε ακόμη την ημέρα λήψης από την Κατηγορουμένη της γραπτής κατάθεσής της, Τεκμήριο 2, εφόσον η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.3 δόθηκε ένα μήνα αργότερα. Τούτο εξ άλλου εξηγεί και το ότι η Κατηγορουμένη δεν σχολιάζει στο Τεκμήριο 2 την πορεία με βέλος Α2, η οποία προφανώς προστέθηκε στο πρόχειρο σχέδιο μετά την εξασφάλιση της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 και μετά που αυτό υποδείχθηκε στη Μ.Κ.2 και την Κατηγορουμένη και αυτές το υπέγραψαν ως ορθό. Αμφισβητήθηκε, όμως, από την υπεράσπιση το κατά πόσον πράγματι ο Μ.Κ.3 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος και πώς η Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να γνωρίζει τούτο. Επί του προκειμένου, θα επανέλθω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  17. Σημειώνω απλώς πως προκαλεί απορία το ότι η Μ.Κ.1 στις 26/3/2011 που έλαβε γραπτή κατάθεση τόσο από την Μ.Κ.2 όσο και την Κατηγορουμένη επέλεξε να επιστήσει την προσοχή στο Νόμο μόνο στην τελευταία και όχι και στην πρώτη, ενώ κατά τα άλλα τότε δεν είχε υπόψη της στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ ή εναντίον των διαφορετικών εκδοχών που προέβαλαν οι δύο ενεχόμενες οδηγοί. Πλην, λοιπόν, των όσων η Μ.Κ.1 ανέφερε σε σχέση με τον αυτόπτη μάρτυρα, επί του οποίων θα επανέλθω, και με τις παρατηρήσεις και διευκρινίσεις που προβαίνω ανωτέρω, η υπόλοιπη μαρτυρία της Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί της ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Το συμμετρικό σχέδιο που η Μ.Κ.1 κατέθεσε, Τεκμήριο 5, αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51. Κρίνω σκόπιμο να συνεχίσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.4, η μαρτυρία του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Πέραν τούτου, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από τα οποίο να προκύπτει ότι αυτός θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει την αλήθεια. Έχοντας περαιτέρω υπόψη την εκπαίδευση, την πείρα και τα καθήκοντα του Μ.Κ.4, ως και τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας (βλ., μεταξύ άλλων, Evangelou and another v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57), κρίνω ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας όσον αφορά τον προγραμματισμό και τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας. Προσεγγίζοντας, λοιπόν, την μαρτυρία του με βάση τις αρχές που διέπουν την προσέγγιση και την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. Vassiliko Cement Works v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου
(1982)1 Α.Α.Δ 746, Constantinides ν. Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 663, Pouris v. R
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Καουρής ν. Δημητρίου κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 967), θεωρώ ότι αυτός κατέθεσε με τρόπο αρκούντος επεξηγηματικό και κατανοητό σε σχέση με το πρόγραμμα και τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας στη διασταύρωση των Λεωφόρου Λεμεσού και Αγλαντζιάς κατά τον επίδικο του δυστυχήματος χρόνο. Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Κ.4 γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Κ.3, ήτοι ο φερόμενος αυτόπτης μάρτυρας, μου έκανε καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Πέραν συγκεκριμένων σημείων, επί των οποίων θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό, αυτός κατέθεσε με τρόπο σαφή και πειστικό, ο οποίος ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του, σε σχέση με κάποιο περιστατικό που είδε στη συμβολή των Λεωφόρων Λεμεσού και Αγλαντζιάς που συνέβηκε λίγες βδομάδες με σχεδόν ένα μήνα πριν την κατάθεσή του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 8, την οποία έδωσε στις 21/4/
  1. Παρά το ότι ο Μ.Κ.3 στο Τεκμήριο 8 ανέφερε ότι το περιστατικό που είδε έλαβε χώρα στις 24/3/2011, κατά την αντεξέτασή του ξεκαθάρισε πως ο ίδιος δεν θυμόταν όταν κλήθηκε για κατάθεση από τη Μ.Κ.1 την ημερομηνία του εν λόγω συμβάντος. Ήταν η Μ.Κ.1 που του υπέδειξε την ημερομηνία, με την οποία ο Μ.Κ.3 συμφώνησε, εφόσον η Μ.Κ.1 του είπε ότι δεν έγινε κάποιο άλλο δυστύχημα στην εν λόγω συμβολή εκείνες τις ημέρες. Δεν ήταν, όμως, αυτή η θέση της Μ.Κ.1, η οποία ανέφερε ότι πιστεύει ότι ο Μ.Κ.3 αναφερόταν στο επίδικο δυστύχημα και είδε τη συμπεριφορά της Κατηγορουμένης πριν και μέχρι το σημείο της σύγκρουσης στην εν λόγω συμβολή, εφόσον αυτός μιλούσε για τη συγκεκριμένη ημέρα και η ίδια ήξερε ότι δεν είχε γίνει κάποιο άλλο δυστύχημα στην εν λόγω συμβολή την εν λόγω ημέρα. Μεταξύ των δύο εκδοχών, θα προτιμήσω αυτή του Μ.Κ.3, ο οποίος δεν είχε κάποιο λόγο να θυμάται δίχως άλλο την ακριβή ημερομηνία που έλαβε χώρα το συμβάν που περιέγραψε, παρά την εντύπωση που του προκάλεσε η αντίδραση και οδική συμπεριφορά της οδηγού του σαλούν, γιαπωνέζικου και ανοικτού χρώματος αυτοκινήτου. Συνεπώς, είναι τα λεγόμενα της Μ.Κ.1 στον Μ.Κ.3 που οδήγησε αυτόν να αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση ότι το περιστατικό που περιέγραψε έλαβε χώρα στις 24/3/
  2. Δηλαδή, ότι δεν είχε συμβεί κάποιο άλλο δυστύχημα στην εν λόγω συμβολή εκείνες τις ημέρες. Δεν έχει τεθεί, όμως, ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι δεν είχε συμβεί κάποιο άλλο δυστύχημα ή έστω παρόμοιο περιστατικό με αυτό που περιέγραψε ο Μ.Κ.3 στην εν λόγω συμβολή περί τις 24/3/
  3. Σημειώνω, επίσης, ότι ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι δεν θυμόταν τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω αυτοκινήτου και δεν είδε το πρόσωπο της εν λόγω οδηγού, παρά μόνο το πίσω μέρος της κεφαλής της. Ως ανέφερε, θυμόταν χαρακτηριστικά τα φουντωτά της μαλλιά, τα οποία όμως δεν είναι σαν τα μαλλιά της Κατηγορουμένης. Ας σημειωθεί, περαιτέρω, πως δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το χρώμα και τη χώρα προέλευσης του αυτοκινήτου που η Κατηγορουμένη οδηγούσε κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, παρά μόνο οι αριθμοί εγγραφής αυτού και ότι πρόκειται για αυτοκίνητο σαλούν. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ότι ο Μ.Κ.3 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του υπό εξέταση δυστυχήματος. Η Μ.Κ.2 μου έκανε μέτρια εντύπωση και δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της εκδοχής της. Η μαρτυρία της δεν ήταν σταθερή και δεν απαντούσε με ευθύτητα στις ερωτήσεις που της έγιναν κυρίως κατά την αντεξέτασή της. Πολύ δε περισσότερο, όμως, η εκδοχή της δεν συνάδει με τη λογική των πραγμάτων και τα αντικειμενικά ευρήματα. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Ενώ αρχικά κατά την αντεξέτασή της ανάφερε ότι είδε προς στιγμή τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν στις λωρίδες κυκλοφορίας με τα βέλη Α και Α1, όταν ρωτήθηκε πότε έγινε τούτο, η Μ.Κ.2 απάντησε ότι δεν τα είδε όταν εισήλθε στη συμβολή και δεν θυμόταν αν τα είδε προηγουμένως. Το πιο ουσιώδες, όμως, ήταν πως ενώ αυτή κατευθυνόταν από τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς προς την επίδικη συμβολή, ενώ, ως ανέφερε, το φανάρι που καθόριζε την πορεία της ήταν πράσινο και προχωρούσε αργά, χωρίς να σταματήσει τόσο αυτή όσο και το προπορευόμενο όχημά της, το οποίο βρισκόταν σε απόσταση πέριξ του 1,50m μπροστά της, ξαφνικά κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης, το οποίο δεν είχε δει προηγουμένως. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνω πως δεν θα ήταν δυνατόν να προλάβει να περάσει τη διασταύρωση το προπορευόμενο όχημα της Μ.Κ.2 και ταυτόχρονα να προλάβει να εισέλθει εντός αυτής το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης, ήτοι από τα δεξιά ως η πορεία της Μ.Κ.2, και να επισυμβεί η συγκεκριμένη σύγκρουση εντός της διασταύρωσης, δηλαδή να κτυπήσει ο μπροστινός προφυλακτήρας του αυτοκινήτου της Μ.Κ.2 με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Κατηγορουμένη. Περαιτέρω, την εν λόγω εκδοχή της Μ.Κ.2 δεν βοηθά η περαιτέρω θέση της πως στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της, ενώ πλησίαζε τη διασταύρωση, και λίγο μπροστά της, κινείτο κάποιο άλλο αυτοκίνητο που ακολουθούσε την ίδια κατεύθυνση με αυτήν. Σημειώνω, επίσης, πως η αναφορά της Μ.Κ.2 ότι ένοιωσε το κτύπημα στη δεξιά μπροστινή πόρτα του αυτοκινήτου της δεν συνάδει με τις ζημιές που αυτό υπέστη από τη σύγκρουση. Συνεπώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.2 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Από την άλλη, η Κατηγορουμένη μου προξένησε γενικά καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν σε γενικές γραμμές συνεπής και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Ομολογουμένως, ο χρόνος που η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι βρισκόταν σταματημένη στον κόκκινο φανό ήταν κάπως υπερβολικός και δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, η οποία έχει ήδη γίνει αποδεκτή. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά της ότι ταυτόχρονα με αυτήν ήταν σταματημένα και τα αυτοκίνητα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Λεμεσού, η οποία έχει υποχρεωτική πορεία αριστερή προς τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς. Τα στοιχεία, όμως, αυτά δεν κρίνονται ικανά για να κλονίσουν τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα για την αξιοπιστία της Κατηγορουμένης και να καταρρίψουν την βασική της εκδοχή σε σχέση με την λωρίδα κυκλοφορίας που κρατούσε και την οδική της συμπεριφορά. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία της Κατηγορουμένης γίνεται αποδεκτή. Υπό το φως, λοιπόν, της πιο πάνω αξιολόγησης, αποτελεί περαιτέρω εύρημά μου ότι το επίδικο δυστύχημα έλαβε χώρα μετά που η Μ.Κ.2 και ουχί η Κατηγορουμένη εισήλθε εντός της ελεγχόμενης από φώτα τροχαίας επίδικης διασταύρωσης, ενώ ο φανός στα φώτα τροχαίας που καθόριζε την πορεία της ήταν κόκκινος. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης και ευρημάτων, κρίνω ότι η απρόβλεπτη είσοδος της Μ.Κ.2 στην επίδικη διασταύρωση, ενώ ο φανός των φώτων τροχαίας αυτής που καθόριζε την πορεία της ήταν κόκκινος, δεν ήταν ένας προβλεπτός κίνδυνος έναντι της εκδήλωσης του οποίου η Κατηγορουμένη όφειλε να επιδείξει φροντίδα και μέριμνα. Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον της Κατηγορουμένης, η οποία απαλλάσσεται και αθωώνεται από όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.