← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Rodica Kourtela, Αρ.Υπόθεσης:29999/2012, 17/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Rodica Kourtela, Αρ.Υπόθεσης:29999/2012, 17/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:29999/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Rodica Kourtela Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Θεοδότου. Για την Κατηγορουμένη: κα. Φωκά. Κατηγορουμένη: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 26/9/2011 στη συμβολή της Λεωφόρου Μακαρίου Γ' με την οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Λακατάμεια, της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KZM411, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, ενώ η Κατηγορουμένη, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 578, Αντρέας Βέιζυ (Μ.Κ.1), ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 2011 υπηρετούσε στο τμήμα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων στην Τροχαία Λευκωσίας. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 26/9/2011 και ώρα 09:15, κατόπιν πληροφόρησης, ο Μ.Κ.1 επισκέφτηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια ημέρα και περί ώρα 08:50 στη συμβολή της Λεωφόρου Μακαρίου με την οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Λακατάμεια με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KZM411 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), με οδηγό την Κατηγορουμένη, και την μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KTA169 (στο εξής «η Μοτοσυκλέτα») που οδηγούσε ο Μάριος Θεοδούλου. Κατά την άφιξή του στην σκηνή του δυστυχήματος, ο Μ.Κ.1 βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση. Εκεί ήταν και η Κατηγορουμένη. Ο Μάριος Θεοδούλου είχε μεταφερθεί, λόγω τραυματισμού, με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στην παρουσία της Κατηγορουμένης, ο Μ.Κ.1 προέβη σε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο «2»), όπου σημείωσε με το γράμμα «Χ» το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων σύμφωνα με την άμεση μαρτυρία της σκηνής, με το γράμμα «Χ1» το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η Κατηγορουμένη και με το γράμμα «Χ2» το σημείο που κτύπησε η Μοτοσυκλέτα στο πεζοδρόμιο. Στη σκηνή ο Μ.Κ.1 παρατήρησε ότι το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας και ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος. Στο ύψος της παρόδου υπήρχε διακεκομμένη γραμμή για είσοδο και έξοδο από την πάροδο. Η ορατότητα της Κατηγορουμένης ως προς την πορεία της Μοτοσυκλέτας ήταν 80 μέτρα. Ο δρόμος ήταν ευθύς και δεν καλύπτονταν από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Το ίδιο ισχύει και για την ορατότητα του Μάριου Θεοδούλου ως προς την πορεία της Κατηγορουμένης. Το δυστύχημα έγινε εντός κατοικημένης περιοχής με όριο ταχύτητας 50 χ.α.ώ. Περαιτέρω, στην σκηνή του δυστυχήματος, ο Μ.Κ.1 εντόπισε μαύρισμα στην άσφαλτο που προκλήθηκε από το πισινό ελαστικό της Μοτοσυκλέτας κατά την σύγκρουσή της με το Αυτοκίνητο, το οποίο σημειώθηκε με το γράμμα «Β1». Το σημείο σύγκρουσης Χ τοποθετήθηκε με βάση το ίχνος αυτό, τις πορείες των δύο οχημάτων, τις ζημιές που υπέστησαν και τον τρόπο που κινήθηκε η Μοτοσυκλέτα μετά τη σύγκρουση. Στο σημείο που άρχιζαν τα γδαρσίματα στην άσφαλτο τοποθετήθηκε το σημείο πτώσης της Μοτοσυκλέτας με το γράμμα «Β2». Εντόπισε, επίσης, γδαρσίματα στην άσφαλτο, τα οποία κατέληγαν στο σημείο Χ2 και μετά άλλαζαν πορεία μέχρι την τελική θέση της Μοτοσυκλέτας. Το σημείο Χ3 τοποθετήθηκε μετά την κατάθεση του Μάριου Θεοδούλου, ο οποίος ανέφερε ότι κτύπησε με το κορμί του στον εν λόγω πάσσαλο. Σύμφωνα, περαιτέρω, με το Τεκμήριο 1, από το δυστύχημα έσπασε το αριστερό μπροστινό φανάρι του Αυτοκινήτου και ο μπροστινός προφυλακτήρας στην αριστερή του γωνιά. Η Μοτοσυκλέτα είχε κτύπημα στην αριστερή πίσω πλευρά. Προκλήθηκαν επίσης τριψίματα στα δεξιά φέαρινγκ από την πτώση και την τριβή στην άσφαλτο. Ζάβωσαν και τα τιμόνια της. Ο Μάριος Θεοδούλου τραυματίστηκε, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και διαπιστώθηκε κάταγμα στα δύο του πόδια. Χειρουργήθηκε και κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία. Στις 24/10/2011, ο Μ.Κ.1 πήρε κατάθεση στα Καμπιά από τον Μάριο Θεοδούλου. Την 1/11/2011 και μεταξύ των ωρών 11:00-12:50 στην Τροχαία Λευκωσίας, ο Μ.Κ.1 πήρε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη με τη βοήθεια μεταφράστριας (Τεκμήριο «6»). Την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:40, ο Μ.Κ.1 κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορουμένη για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, της επιστήθηκε η προσοχή στο δρόμο και αυτή απάντησε «Ό,τι είχα να πω, το είπα στην κατάθεσή μου». Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο «7». Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο «3» το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε με βάση το Τεκμήριο 2 και υιοθέτησε το ευρετήριο και τις μετρήσεις που φαίνονται σε αυτό. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήρια «4» και «5» δύο έντυπα με τις ζημιές της Μοτοσυκλέτας και του Αυτοκινήτου αντίστοιχα. Δεν συμφωνεί με το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε η Κατηγορουμένη γιατί αν η σύγκρουση γινόταν στο σημείο Χ1, η Μοτοσυκλέτα θα έπαιρνε άλλη πορεία και όχι αυτή που πήρε σύμφωνα με τα γδαρσίματα στην σκηνή. Στη σκηνή, η Κατηγορουμένη του έδειξε τις ζημιές στο Αυτοκίνητο από την σύγκρουση. Ανέφερε, επίσης, την εκπαίδευση και την πείρα του σε σχέση με τη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι τόσο ο Μάριος Θεοδούλου όσο και η Κατηγορουμένη υπέγραψαν το Τεκμήριο 2, μετά που υπέδειξαν τις διαφορές και διαφωνίες τους. Στη σκηνή ήταν επίσης παρών ο Μαρίνος Μιχαήλ, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Ρωτήθηκε σε σχέση με τις διάφορες μετρήσεις του και, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Λακατάμεια. Η Λεωφόρος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ είναι κύρια οδική αρτηρία και κοντά στη συμβολή υπάρχει διάβαση πεζών. Υπήρχε υποχρεωτική γραμμή ΑΛΤ στην οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ ως η πορεία της Κατηγορουμένης. Ανέφερε, επίσης, ότι η απόσταση μεταξύ του Χ με το Χ2 είναι 16,10m, μεταξύ Χ και Β4 είναι 53,70m και μεταξύ Χ1 και Β4 είναι 63,90m. Στη σκηνή δεν εντοπίστηκαν ίχνη μέχρι το σημείο πτώσης (Β2). Ανέφερε, επίσης, ότι ο Θεοδούλου εκτινάχθηκε από τη Μοτοσυκλέτα, η οποία ήταν μεγάλου κυβισμού. Στη σκηνή δεν εντοπίστηκε κάτι για να γίνουν υπολογισμοί της ταχύτητας των ενεχόμενων οχημάτων. Μεταξύ άλλων δεν εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Μαρίνος Μιχαήλ (Μ.Κ.2), ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης την γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία, ημερομηνίας 30/9/2011 (Τεκμήριο «8»). Στο Τεκμήριο 8 καταγράφεται ότι στις 26/9/2011 και περί ώρα 08:20, ο Μ.Κ.2 οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής HKK193 του Δημαρχείου Λακατάμειας, όπου εργάζεται, στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' με κατεύθυνση από φώτα Κκολιά προς Λευκωσία. Ο Μ.Κ.2 φορούσε κράνος και η ταχύτητά του ήταν χαμηλή γύρω στα 40 χ.α.ώ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο Μ.Κ.2 είδε φώτα από το καθρεφτάκι του και τότε είδε μια μοτοσυκλέτα να έρχεται από πίσω του. Τότε, ο Μ.Κ.2 κινήθηκε αριστερότερα για να μπορέσει να περάσει. Αφού τον προσπέρασε με κανονική ταχύτητα, πρόσεξε πως ήταν μια πορτοκαλιά μοτοσυκλέτα Repsol. Αφού τον προσπέρασε είχαν μια απόσταση περίπου πενήντα μέτρων. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ένα αυτοκίνητο τύπου Βαν άσπρο μακράς βάσεως, βγήκε από πάροδο στα αριστερά. Ο μοτοσυκλετιστής που ήταν μπροστά από τον Μ.Κ.2 κινήθηκε δεξιότερα χρησιμοποιώντας και την εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας για να την αποφύγει. Το βαν συνέχισε να βγαίνει από την πάροδο και κτύπησε την μοτοσυκλέτα στο πίσω αριστερό μέρος της. Το σημείο που κτύπησε το βαν τη μοτοσυκλέτα ήταν στην εξ αντιθέτου λωρίδα. Δηλαδή μόλις το βαν μπήκε στην εξ αντιθέτου λωρίδα ως η πορεία του Μ.Κ.

  1. Από την σύγκρουση, ο μοτοσυκλετιστής έπεσε στο έδαφος και τόσο εκείνος όσο και η μοτοσυκλέτα σύρθηκε στην άσφαλτο. Ο μοτοσυκλετιστής ακινητοποιήθηκε στο πεζοδρόμιο τραυματισμένος. Ο Μ.Κ.2 πήγε αμέσως κοντά του για να τον βοηθήσει. Εκεί πήγαν και άλλα πρόσωπα, τα οποία ενημέρωσαν την Αστυνομία και κάλεσαν ασθενοφόρο. Η οδηγός του βαν δεν σταμάτησε το αυτοκίνητό της εκεί που κτύπησε τον μοτοσυκλετιστή, αλλά προχώρησε λίγα μέτρα και προχώρησε αριστερά. Ο μοτοσυκλετιστής φορούσε κράνος. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι περνά καθημερινά από το δρόμο του δυστυχήματος και υπάρχει διάβαση πεζών λίγα μέτρα μετά το σημείο σύγκρουσης. Ο Μ.Κ.2 οδηγούσε μοτοποδήλατο τύπου σκούτερ. Δεν είχε ελέγξει την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε, αλλά αυτό δεν πάει μέχρι τα 50 χ.α.ώ. Ο οδηγός της Μοτοσυκλέτας τον προσπέρασε με ταχύτητα περίπου 80 χ.α.ώ. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει ποιό είναι το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ταχύτητας και κατά πόσον απαγορευόταν ή όχι το προσπέρασμα στο σημείο που τον προσπέρασε ο οδηγός της Μοτοσυκλέτας. Δεν είναι, επίσης, ειδικός στον υπολογισμό ταχύτητας. Δεν θυμόταν σε πόση απόσταση είδε για πρώτη φορά το Αυτοκίνητο, αλλά πρέπει να ήταν περισσότερο από 120 μέτρα. Δεν θυμόταν, επίσης, κατά πόσον το βαν μπήκε γρήγορα ή σταμάτησε. Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι μετά τη σύγκρουση είδε την Μοτοσυκλέτα που «επέταν» και τον οδηγό πάνω στο πεζοδρόμιο. Μετά τη σύγκρουση πήγαινε ζικ-ζακ η Μοτοσυκλέτα και «πέταξε τον ύστερα και πετάχτηκε, έσυρε τον η μοτόρα και έφυγε που πάνω». Ο οδηγός της Μοτοσυκλέτας δεν έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα και υπολόγισε στο περίπου την απόσταση των 50 μέτρων που ανέφερε στο Τεκμήριο
  2. Ως τρίτος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο κ. Μάριος Θεοδούλου (Μ.Κ.3), ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία ημερομηνίας 24/10/2011 (Τεκμήριο «9»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9, στις 26/9/2011 και περί ώρα 08:20, ο Μ.Κ.3 οδηγούσε την Μοτοσυκλέτα στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ με κατεύθυνση από φώτα Κκολιά προς Λευκωσία. Ο Μ.Κ.3 κρατούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, φορούσε το κράνος του και η ταχύτητά του ήταν περίπου 50 χ.α.ώ. Μπροστά του δεν υπήρχε κάποιο άλλο αυτοκίνητο και οδηγούσε την Μοτοσυκλέτα στο κέντρο της λωρίδας του. Σε κάποιο σημείο του δρόμου εκεί που είναι το εστιατόριο «Απάντηση», υπάρχει πάροδος αριστερά ως η πορεία του. Φθάνοντας στο ύψος της παρόδου αυτής που είναι η Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ο Μ.Κ.3 είδε ξαφνικά ένα αυτοκίνητο άσπρο να μπαίνει στο δρόμο του από την εν λόγω πάροδο. Το αυτοκίνητο αυτό του έκοψε το δρόμο. Μόλις το είδε, ο Μ.Κ.3 του κόρναρε και προσπάθησε να κινηθεί δεξιότερα ως η πορεία του για να το αποφύγει. Το αυτοκίνητο μπήκε ξαφνικά στο δρόμο του Μ.Κ.3 και αυτός δεν μπόρεσε να αντιδράσει παρά μόνο να κινηθεί δεξιότερα. Το αυτοκίνητο συνέχισε να εισέρχεται στο δρόμο και κτύπησε στο αριστερό μέρος της Μοτοσυκλέτας. Από το κτύπημα, ο Μ.Κ.3 έφυγε από την Μοτοσυκλέτα, δηλαδή εκτινάχθηκε, κτύπησε στον πάσαλο της ηλεκτρικής και στη συνέχεια τρίφτηκε στο πεζοδρόμιο για μερικά μέτρα. Η Μοτοσυκλέτα έπεσε στην άσφαλτο και τρίφτηκε για μερικά μέτρα. Από το δυστύχημα, ο Μ.Κ.3 τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Εκεί εξετάστηκε και έμεινε για νοσηλεία για πέντε ημέρες αφού έσπασε τα δύο του πόδια και το δεξί του χέρι. Στις 24/10/2011, ο Αστ. 578 έδειξε και επεξήγησε στον Μ.Κ.3 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και του επεξήγησε το σημείο Χ, το οποίο είναι το σημείο σύγκρουσης. Επίσης, το σημείο Χ3, ήτοι το σημείο που ο Μ.Κ.3 κτύπησε στον πάσαλο της Α.Η.Κ. Ο Μ.Κ.3 συμφώνησε πλήρως και υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο, πλην του σημείου Χ1 που υπέδειξε η Κατηγορουμένη. Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 9, ο Μ.Κ.3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 και με αναφορά σε αυτό το σημείο Χ ως το σημείο σύγκρουσης, προσθέτοντας ότι αυτό βρίσκεται στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν ήξερε ακριβώς ποια ήταν η απόστασή του από την πάροδο όταν κόρναρε, αλλά ήταν σχεδόν μπροστά από την πάροδο. Όταν κόρναρε, η Κατηγορουμένη συνέχισε και ο Μ.Κ.3 προσπάθησε να κινηθεί δεξιότερα και μετά τον κτύπησε. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος ήταν οδηγός για 2 χρόνια και η Μοτοσυκλέτα είναι 10 αλόγων. Την ημέρα του δυστυχήματος πρέπει να είχε μαθητική άδεια και περίμενε να βγάλει κανονική. Είχε αγοράσει τη Μοτοσυκλέτα ένα μήνα πριν το δυστύχημα και δεν ήξερε κατά πόσον δικαιούνταν να την οδηγεί με την μαθητική άδεια. Η Μοτοσυκλέτα δεν είναι αγωνιστική και την αγόρασε για να πηγαίνει πιο γρήγορα στο πανεπιστήμιό του. Όχι για να τρέχει, αλλά για να ελίσσεται στο δρόμο. Ο Μ.Κ.1 εξήγησε στον Μ.Κ.3 τις βασικές μετρήσεις στο Τεκμήριο
  3. Όταν λήφθηκε η κατάθεσή του, Τεκμήριο 9, ο Μ.Κ.3 βρισκόταν στο κρεβάτι. Το σημείο Χ βρίσκεται στη δική του λωρίδα, στη μέση του δρόμου, πάνω στην άσπρη γραμμή. Ήταν σχεδόν στην άσπρη γραμμή όταν έγινε η σύγκρουση. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν του κάνει διαφορά αν είναι δέκα εκατοστά δεξιά ή αριστερά το σημείο σύγκρουσης. Δεν νομίζει ότι έπρεπε να οδηγεί με πιο χαμηλή ταχύτητα. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ο δρόμος ήταν ευθύς, αλλά δεν βλέπεις την πάροδο. Πρέπει να είσαι μπροστά από αυτήν για να τη δεις, εφόσον το εστιατόριο έχει ξύλα και θάμνους. Δεν ήταν καλή η ορατότητα σε σχέση με τα αυτοκίνητα που έμπαιναν στον δρόμο. Είδε την Κατηγορουμένη και σε κλάσματα δευτερολέπτου έγινε η σύγκρουση. Τα αντανακλαστικά του είπαν να πάει δεξιότερα και τότε τον κτύπησε η Κατηγορουμένη. Αρνήθηκε ότι δεν είδε το Αυτοκίνητο επειδή έτρεχε με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Σε ερώτηση πώς ξέρει ότι η ταχύτητά του ήταν κανονική, ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι είχε φύγει από τα φώτα του Κκολιά και πήγαινε κανονικά. Στη συνέχεια ανέφερε ότι είδε το μιλίμετρο. Μετά τη σύγκρουση, η Μοτοσυκλέτα έκανε ταλάντωση και αυτός έφυγε από πάνω. Προηγουμένως είχε αποφύγει κάποιο όχημα οδηγώντας δεξιότερα στην λωρίδα του, αλλά αυτό δεν λογίζεται προσπέρασμα. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν πρόλαβε να πατήσει τα φρένα. Στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 6, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι στις 26/9/2011 και περί ώρα 08:35 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KZM411, το οποίο ανήκει στην εταιρεία Qest More, όπου εργάζεται. Οδηγούσε στην οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ με κατεύθυνση τη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στη Λακατάμεια. Ήταν μόνη στο αυτοκίνητο και φορούσε τη ζώνη ασφαλείας της. Η ταχύτητά της ήταν χαμηλή, περίπου 30 χ.α.ώ. Φθάνοντας στη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ, η Κατηγορουμένη σταμάτησε στο ΑΛΤ. Μπροστά της υπήρχε ένα αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο και αφού καθάρισε ο δρόμος αυτό εισήλθε στη Λεωφόρο. Ακολούθως, η Κατηγορουμένη προχώρησε και σταμάτησε στη γραμμή του ΑΛΤ. Αφού περίμενε για λίγο να καθαρίσει η Λεωφόρος από τα αυτοκίνητα. Μόλις είδε ότι δεν έρχονταν αυτοκίνητα ούτε από τα αριστερά ούτε από τα δεξιά της, η Κατηγορουμένη εκκίνησε με κλίση δεξιά για να κατευθυνθεί προς Λακατάμεια. Αφού διένυσε μερικά μέτρα και εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία της και ενώ το αυτοκίνητό της είχε κλίση προς τα δεξιά, είδε ξαφνικά στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου ένα μοτοσυκλετιστή να συγκρούεται, δηλαδή τρίφτηκε στο αυτοκίνητό της και στη συνέχεια έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του. Στη συνέχεια, η Κατηγορουμένη είδε από το αριστερό της καθρεφτάκι τη μοτοσυκλέτα να τρίβεται στην άσφαλτο. Αφού σταμάτησε το αυτοκίνητό της, η Κατηγορουμένη κατέβηκε και πήγε προς το μέρος του μοτοσυκλετιστή, ο οποίος ήταν πεσμένος στο πεζοδρόμιο και ήταν τραυματισμένος. Ακολούθως, κάποιοι που πήγαν εκεί για να βοηθήσουν ειδοποίησαν την Αστυνομία και το ασθενοφόρο. Στη σκηνή του δυστυχήματος πήγε ο Αστ.578, όπου στην παρουσία της Κατηγορουμένης ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Αυτός έλαβε μετρήσεις και έδειξε και εξήγησε στην Κατηγορουμένη το πρόχειρο σχέδιο. Η Κατηγορουμένη δεν συμφώνησε με το σημείο Χ και υπέδειξε με το γράμμα Χ1, το σημείο σύγκρουσης που αυτή πίστευε. Αφού συμφώνησε το υπέγραψε. Η Κατηγορουμένη δεν τραυματίστηκε από το δυστύχημα. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορουμένη ήταν τύπου βαν Mercedes Vito. H Κατηγορουμένη δεν είδε καθόλου τον μοτοσυκλετιστή πριν από τη σύγκρουση. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά ξεκάθαρη περίπτωση ανακοπής πορείας. Ενδεχομένως η Μοτοσυκλέτα να είχε κάποια ταχύτητα, αλλά αυτό δεν απαλλάσσει την Κατηγορουμένη από την ευθύνη της να ελέγξει πριν εισέλθει στην πάροδο. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την καταδίκη της Κατηγορουμένης. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορουμένης, εισηγήθηκε κατ' αρχάς όπως ο Μ.Κ.3 κριθεί αναξιόπιστος μάρτυρας, για τους λόγους που εξήγησε. Ταυτόχρονα εισηγήθηκε ότι ο Μ.Κ.2 είναι ανεξάρτητος μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 και τα Τεκμήρια 2 και 3 που κατέθεσε αποτελούν πραγματική και αντικειμενική μαρτυρία, με την οποία ο Μ.Κ.3 ήρθε σε αντίθεση κατά την αντεξέτασή του, κυρίως όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι τα γεγονότα της παρούσας προσομοιάζουν με τα γεγονότα της υπόθεσης Ζίκκου ν. Αστυνομίας

(2004)2 Α.Α.Δ. 18 και πως τα ευρήματα στη σκηνή καταδεικνύουν ότι η ταχύτητα που διατηρούσε ο Μ.Κ.3 ήταν υπερβολική υπό τις περιστάσεις, ως και ότι η Κατηγορουμένη έπραξε ό,τι μπορούσε να πράξει. Ήταν τέλος εισήγησή της πως ο αλόγιστος τρόπος οδήγησης, η απροσεξία και η αμελής οδήγηση του Μ.Κ.3 αποτέλεσε τη γενεσιουργό και μοναδική αιτία του δυστυχήματος. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων της μαρτυρίας του για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, αυτός κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με συνέπεια τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέτασή του δεν αμφισβητήθηκαν τα αντικειμενικά του ευρήματα, πλην του σημείου σύγκρουσης, για το οποίο υπήρξε κάποιου είδους αμφισβήτηση και επί του οποίου θα επανέλθω. Πέραν τούτου, κρίνω ότι ως εκ της εκπαίδευσης και της πείρας του, ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να προβεί στις διαπιστώσεις και μετρήσεις που προέβηκε, να αποτυπώσει αυτές αρχικά σε πρόχειρο και ακολούθως σε συμμετρικό σχέδιο, ως επίσης να μεταφέρει τις διαπιστώσεις και τις μετρήσεις του στο Δικαστήριο. Πέραν του ότι δεν έχω επισημάνει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθεσε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων, η αντικειμενικότητα της εκδοχής του διαφαίνεται και από το ότι δεν προέτρεξε να διαφωνήσει με τις διάφορες υποβολές που του έγιναν σε σχέση με την οδική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης, όπως για παράδειγμα ότι αυτή έλεγξε πριν εισέλθει στο δρόμο, τονίζοντας βεβαίως ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τούτο. Σημειώνω, βεβαίως, ότι οι όποιες αναφορές έγιναν από τον Μ.Κ.1 σε σχέση με ποιός ευθύνεται για το δυστύχημα θα αγνοηθούν, εφόσον είναι έργο του Δικαστηρίου η απόφανση επί του προκειμένου. Όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης, το οποίο σημείωσε ο Μ.Κ.1 με το γράμμα Χ και για το οποίο υπήρξε κάποια αμφισβήτηση από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορουμένης, σημειώνω ότι η υπεράσπιση δεν επέμενε μέχρι τέλους ότι το σημείο σύγκρουσης είναι αυτό που υπέδειξε η Κατηγορουμένη. Τουναντίον, κατά το στάδιο των αγορεύσεων η κα. Φωκά εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι το σημείο σύγκρουσης είναι αυτό που σημειώθηκε από τον Μ.Κ.1 στα Τεκμήρια 2 και 3 με το γράμμα Χ και πουθενά δεν εισηγείται ότι το σημείο σύγκρουσης είναι αυτό που υπέδειξε η Κατηγορουμένη με το σημείο Χ1. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι ο Μ.Κ.1 επεξήγησε επαρκώς και πειστικά το πώς προσδιόρισε το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ έχοντας υπόψη τις παραδεκτές ως διεφάνη πορείες των οχημάτων πριν τη σύγκρουση, τις ζημιές τους, τον τρόπο που κινήθηκε η Μοτοσυκλέτα μετά τη σύγκρουση ως και το σημείο που εντοπίστηκε το μαύρισμα στην άσφαλτο, το οποίο προκλήθηκε από το πισινό ελαστικό της Μοτοσυκλέτας κατά τη σύγκρουση με το Αυτοκίνητο, εύρημα το οποίο, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις που προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι στο σύνολό της την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Το συμμετρικό σχέδιο που ο Μ.Κ.1 κατέθεσε, Τεκμήριο 3, αποτελεί, πλην του σημείου σύγκρουσης που υπέδειξε η Κατηγορουμένη και σημειώθηκε με το στοιχείο «Χ1», την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. Την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρα σχημάτισα, επίσης, για τον Μ.Κ.2, ήτοι τον αυτόπτη μάρτυρα. Πέραν του ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Τουναντίον, πέραν κάποιων σημείων για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό, η μαρτυρία του ήταν σταθερή, συνάδουσα με τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή, και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Μ.Κ.3, σημειώνω ότι στην κυρίως εξέτασή του ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η ταχύτητα με την οποία τον προσπέρασε ο Μ.Κ.3 ήταν «κανονική», ενώ κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιο ήταν το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ταχύτητας, η ταχύτητα του Μ.Κ.3 ήταν περίπου 80 χ.α.ώ. και ο Μ.Κ.3 δεν έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα. Διευκρίνισε, όμως, μετά από σχετική ερώτηση που του υπέβαλε η συνήγορος υπεράσπισης ότι δεν είναι ειδικός στο να υπολογίζει ταχύτητες. Από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, το σίγουρο είναι πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλές εύρημα σε σχέση με την ακριβή ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Μ.Κ.
  2. Αυτή σαφέστατα ήταν πέραν των 40 χ.α.ώ, με την οποία οδηγούσε το σκούτερ του ο Μ.Κ.2, και προφανώς ο Μ.Κ.3 έτρεχε με κάποια ταχύτητα ώστε έστω ο Μ.Κ.2, ο οποίος δεν είναι ειδικός, να αναφέρει ότι αυτή ήταν περίπου διπλάσια από τη δική του. Σημειώνω, επίσης, ότι η αναφορά του Μ.Κ.2 σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, ήτοι ότι αυτή έγινε μόλις το Αυτοκίνητο εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από αυτή που βρισκόταν ο Μ.Κ.2, συνάδει με το σημείο σύγκρουσης που σημείωσε ο Μ.Κ.1 με το γράμμα Χ. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Κ.3 μου προξένησε μέτρια εντύπωση και δεν με έπεισε ότι ήταν σε όλα τα θέματα ειλικρινής στην εμφανή προσπάθειά του να πείσει ότι ο ίδιος δεν φέρει οποιοδήποτε μερίδιο ευθύνης για το δυστύχημα. Δεν δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε τη Μοτοσυκλέτα και την περιορισμένη ορατότητα που είχε ως προς την οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Για το θέμα της ορατότητας, έχω ήδη αποδεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος προσδιόρισε αυτή στα 80 μέτρα και ανέφερε ότι δεν υπήρχαν φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Για το θέμα της ταχύτητας, ο Μ.Κ.3 απέφευγε να απαντά ευθέως στις ερωτήσεις που του έγιναν κατά την αντεξέτασή του και έδωσε διάφορες εκδοχές για το πώς γνώριζε την ταχύτητά του. Άλλοτε πως δεν θα ήταν δυνατόν να έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα επειδή μόλις είχε περάσει τα φώτα τροχαίας και άλλοτε ότι είχε ελέγξει το μιλίμετρο της Μοτοσυκλέτας. Σημειώνω, βεβαίως, ότι έχω ήδη αποδεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, από την οποία προκύπτει ότι ο Μ.Κ.3 οδηγούσε με κάποια ταχύτητα, η οποία σίγουρα ήταν πέραν των 50 χ.α.ώ. που ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.
  3. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιπες αναφορές του Μ.Κ.3 συνάδουν με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 και τις αποδέχομαι ως ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα. Η αρχική θέση του Μ.Κ.3 σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης δεν αποκλίνει ουσιαστικά από το σημείο σύγκρουσης Χ επί των Τεκμηρίων 2 και
  4. Εξ άλλου, ο Μ.Κ.3 τελικά αναγνώρισε ότι το ορθό σημείο είναι αυτό που σημείωσε ο Μ.Κ.
  5. Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις κατηγορουμένων, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα, την οποία τα Δικαστήρια μπορούν να αποδώσουν σε αυτές. Βλ,. μεταξύ άλλων, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R.
  1. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω), στην οποία αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Σύμφωνα, περαιτέρω, με την Αγγλική υπόθεση R v. Stovey [1968] 52 Cr. App. Rep. 334, όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη της συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα καταθέσει ενόρκως στη δίκη και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή, όπως η κατάθεσή του. Από την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης σημειώνω ότι αυτή δεν είδε καθόλου τη Μοτοσυκλέτα πριν τη σύγκρουση. Η εκδοχή της, βεβαίως, σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε απορρίπτεται, εφόσον έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου, για τους λόγους που εξήγησα, ότι το σημείο σύγκρουσης είναι αυτό που σημειώθηκε με το γράμμα Χ και ουχί με το γράμμα Χ
  2. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Περαιτέρω, στις υποθέσεις Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696 σημειώθηκε ότι η ανακοπή πορείας, εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα, συνιστά αμέλεια. Δηλαδή, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με ανακοπή πορείας και η ανακοπή αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα, τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας. Πράξεις, οι οποίες δυνατόν να διακόψουν τούτη την αλυσίδα είναι η ορατότητα και η ταχύτητα του οδηγού, του οποίου η πορεία ανακόπτεται. Βλ., μεταξύ άλλων, τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
  1. Είναι γι' αυτό άλλωστε που στην υπόθεση Κανάρη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητα από τα αίτιά του. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, η κατάληξη περί ανακοπής της πορείας της Μοτοσυκλέτας από το Αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορουμένη είναι αναπόφευκτη. Η εν λόγω ενέργεια συνδέεται ευθέως με το υπό εξέταση δυστύχημα και αποτελεί γενεσιουργό αιτία τούτου, εφόσον η απρόσμενη είσοδος της Κατηγορουμένης από την πάροδο στον κύριο δρόμο, η οποία παρεμπόδισε την ελεύθερη πορεία του Μ.Κ.3, είχε ως αποτέλεσμα ο τελευταίος να δράσει ενστικτωδώς κορνάροντας στην Κατηγορουμένη και κάνοντας ελιγμό στα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση. Η Κατηγορουμένη συνέχισε την πορεία της, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την Μοτοσυκλέτα μόλις το μπροστινό μέρος του Αυτοκινήτου εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Λακατάμεια. Με δεδομένο ότι η ορατότητα που η Κατηγορουμένη είχε από το σημείο του ΑΛΤ στα δεξιά της εντός της Λεωφόρου, ήτοι ως προς την πορεία του Μ.Κ.3, ήταν πέριξ των 80 μέτρων, συνεπάγεται ότι αυτή όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία της Μοτοσυκλέτας στο δρόμο και να μην επιχειρήσει να εισέλθει εντός της Λεωφόρου από πάροδο προτού βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει χωρίς να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του Μ.Κ.
  2. Παρά το ότι έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου ότι ο Μ.Κ.3 οδηγούσε με κάποια ταχύτητα, εντούτοις δεν έχει τεθεί υπόψη μου μαρτυρία ή ο,τιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Μ.Κ.3 ήταν τέτοια που να διέκοπτε τούτη την αλυσίδα, δηλαδή ότι η ανακοπή της πορείας ήταν η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της Κατηγορουμένης στην Κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Συνεπώς, βρίσκω την Κατηγορουμένη ένοχη στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.