← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Costel Viorel Moca κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14493/13, 12/3/2014

Δημοκρατία ν. Costel Viorel Moca κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14493/13, 12/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14493/13 Δημοκρατία v.

  1. Costel Viorel Moca, από τη Ρουμανία
  2. Andrei Tarita, από τη Ρουμανία Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ν. Παφίτης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χρ. Δημητρίου Κατηγορούμενοι 1+ 2 παρόντες -------------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα κατά την δικάσιμο στην οποία η υπόθεση είχε ορισθεί για τελικές αγορεύσεις ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 υπέβαλε αίτημα για επανακλήτευση της Παραπονούμενης (Μ.Κ.7). Το αίτημα αυτό βασίστηκε στην ύπαρξη διαφορών μεταξύ των μεταφράσεων που έγιναν στο κείμενο της κατάθεσης της Παραπονούμενης που έδωσε στη μητρική της γλώσσα - Βιετναμέζικα - (Τεκμ. 21Α) στην Αστυνομία και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως της εξέτασης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η μετάφραση που έγινε κατά την πρώτη δικάσιμο που κατέθεσε η Παραπονούμενη, στις 4.12.13, έπασχε και ότι αυτή παρουσίαζε διαφορές με τη μετάφραση που έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο όταν χρησιμοποιήθηκαν οι υπηρεσίες άλλης διερμηνέως. Υποστήριξε περαιτέρω ότι εφόσον υπήρχαν ουσιώδεις, κατά τη θέση του, διαφορές θα έπρεπε να τύχει επανακλήτευσης η Παραπονούμενη για να αντεξετασθεί σχετικά. Δικαιολογώντας τον χρόνο υποβολής του αιτήματος του ανέφερε εν πρώτοις ότι από τις 4.12.13 δεν μεσολάβησε άλλος μάρτυρας που αναφέρθηκε στα ίδια γεγονότα. Επίσης ανέφερε ότι η Υπεράσπιση ανέμενε να εξασφαλίσει τα πρακτικά της υπόθεσης και ότι στα πλαίσια προετοιμασίας της τελικής του αγόρευσης προέκυψε αυτό το θέμα. Η κα Ευθυβούλου ενέστη στο αίτημα αυτό υποστηρίζοντας ότι είναι αβάσιμο και άκαιρο. Επιπλέον αναφέρθηκε στη νομική πτυχή του ζητήματος επισημαίνοντας ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν ένα θέμα εγείρεται ex improviso τίθεται θέμα εξέτασης επανακλήτευσης μάρτυρα. Σύμφωνα με το Άρθρο 54 του ΚΕΦ. 155, το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας δύναται να καλέσει οποιοδήποτε πρόσωπο ως μάρτυρα ή να επανακαλέσει και εξετάσει περαιτέρω οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ήδη εξεταστεί, και δύναται να εξετάσει ή επανακαλέσει και εξετάσει περαιτέρω οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο αν η μαρτυρία του φαίνεται στο Δικαστήριο ότι είναι ουσιώδης για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο μπορεί να επανακαλέσει ένα μάρτυρα ή να επιτρέψει την κλήτευση άλλου μάρτυρα μόνο αν το θέμα εγείρεται ex improviso σε βαθμό που καμιά ανθρώπινη φαντασία δεν μπορούσε να προβλέψει. Γενικά το δικαίωμα του Δικαστή να καλεί ένα πρόσωπο ως μάρτυρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μετά το τέλος της υπόθεσης για την Υπεράσπιση περιορίζεται σε θέματα που εγείρονται ex improviso, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις και εάν δεν αποσκοπεί στη συμπλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Αναφορά για την εξουσία αυτή του Δικαστηρίου γίνεται στο Σύγγραμμα των Λοϊζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus, 1975, σελ. 120 -
  3. Αναφέρεται πως οι εξουσίες του Δικαστηρίου είναι ευρείες αλλά πρέπει όμως να ασκούνται δικαστικά και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα: «The wide powers possessed by the court to call and recall witnesses must be exercised judicially in the interests of justice. A Judge will not normally assume responsibility to call a witness, unless there are strong reasons militating for such a course. A wider latitude is allowed to recall witnesses who have already testified but there again a Judge will not, on light grounds, recall a witness with a view to introducing fresh matter; a Judge may more readily accede to an application to recall a witness, or he may take the initiative for such a course, if this is considered essential for the purpose of just determination of the case. After the close of the case for the prosecution, a Judge should only call a witness if the matter arises ex improviso. In exceptional cases a Judge may be right to call a witness after the close of the case for the defence, even though the matter does not arise ex improviso, if it is not intended thereby to supplement the case for the prosecution. In general, the acknowledged right of the Judge to call a witness at any stage of the proceedings is limited, after the close of the case for the defence, to matters arising ex improviso.» Η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο να καλέσει ή να επανακαλέσει μάρτυρες σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, με βάση το Άρθρο 54, μπορεί να ασκηθεί αν η μαρτυρία τέτοιων προσώπων φαίνεται στο Δικαστήριο ότι είναι ουσιώδης για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι το Άρθρο 54 δεν παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέψει στην Κατηγορούσα Αρχή να επανανοίξει την υπόθεσή της μετά που έχει προβεί στο κλείσιμό της. Στη Savva "Pambos" v. The Police

(1986)2 C.L.R 30, λέχθηκε ότι η μόνη πρόνοια του ΚΕΦ. 155 που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να καλεί ή να επανακαλεί μάρτυρες σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είναι το Άρθρο
  1. Ενόσω η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την εν λόγω εξουσία, νοουμένου ότι αυτό είναι ουσιώδες για τη δίκαιη κρίση της υπόθεσης.[1] Το θέμα επαφίεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τέτοια εξουσία δεν πρέπει να αναλαμβάνεται εύκολα, αλλά μόνο όπου υπάρχουν πολύ καλοί λόγοι που να οδηγούν σε τέτοια ενέργεια. Δεν διαφεύγει καθόλου της προσοχής μας ότι το αίτημα υποβάλλεται από την Υπεράσπιση μετά τη συμπλήρωση της υπόθεσης της. Και σε τέτοια περίπτωση ισχύουν κατ΄ αναλογία οι ίδιες αρχές. Το κριτήριο εξακολουθεί να είναι το συμφέρον της Δικαιοσύνης και η δίκαιη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση λέμε ευθύς εξαρχής ότι δεν έχει προβληθεί λόγος για επανακλήτευση και αντεξέταση της Παραπονούμενης που να αφορά γεγονότα που προέκυψαν μετά τη μαρτυρία της ή που να διαπιστώθηκαν από την Υπεράσπιση εκ των υστέρων. Δηλαδή δεν ζητείται επανακλήτευση για ζήτημα που διεφάνη μετά και για το οποίο δεν θα μπορούσε η Υπεράσπιση να αντεξετάσει την Παραπονούμενη κατά το στάδιο που αυτή ήταν μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου. Επισημαίνουμε ότι η όποια διαφορά στη μετάφραση του κειμένου της γραπτής κατάθεσης της Παραπονούμενης ήταν ζήτημα γνωστό στην Υπεράσπιση κατά το στάδιο που κατέθετε η Παραπονούμενη. Είναι δε σημαντικό στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε ότι η Παραπονούμενη έτυχε εκτεταμένης και μακράς αντεξέτασης από την Υπεράσπιση για όλες τις πτυχές της υπόθεσης και για κάθε σημείο που αφορούσε την κατάθεση της. Κατά συνέπεια ως προς το αίτημα που υπεβλήθη είμαστε της άποψης ότι δεν σχετίζεται με την ουσία του ζητήματος αλλά με τον τρόπο που η Υπεράσπιση επέλεξε να χειριστεί την υπόθεση όσον αφορά τη συγκεκριμένη μάρτυρα. Επιπλέον το ζήτημα της απόδοσης στα Ελληνικά είναι διαφορετικό από τα ίδια τα διαδραματισθέντα γεγονότα. Το πρώτο δεν αφορά την Μ.Κ.
  2. Ενώ ως προς το δεύτερο - όπως έχουμε ήδη αναφέρει - η ίδια έτυχε ήδη μακράς αντεξέτασης και με αυτά τα δεδομένα σε καμιά περίπτωση δεν διαπιστώνουμε εξαιρετικές περιστάσεις τέτοιες ώστε να επιτραπεί περαιτέρω αντεξέταση της. Είναι γενικώς αντιληπτό ότι η απόδοση του κειμένου αυτού στα Ελληνικά δεν είναι κάτι το οποίο μπορούσε να επιχειρήσει η Μ.Κ.7 και ούτε το έπραξε. Οι όποιες προσπάθειες απόδοσης του στα Ελληνικά είτε γραπτώς, είτε προφορικώς θα τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο, αφού εξεταστούν και οι σχετικές εισηγήσεις της κάθε πλευράς. Σε ένα τέτοιο στάδιο ενδεχομένως θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος 1 να επικαλεστεί τις κατ' ισχυρισμόν αντιφάσεις στις μεταφράσεις. Ουδεμία σημασία έχει το γεγονός ότι σε μεταγενέστερο στάδιο ο συνήγορος Υπεράσπισης έλαβε τα πρακτικά και τα μελέτησε ενδελεχώς με σκοπό την προετοιμασία της τελικής του αγόρευσης. Υπό τις περιστάσεις τυχόν έγκριση του αιτήματος θα ισοδυναμούσε με την παροχή στην Υπεράσπιση μιας δεύτερης ευκαιρίας να αντεξετάσει την Παραπονούμενη, πράγμα ανεπίτρεπτο, λαμβανομένης υπόψιν της δομής του δικαστικού μας συστήματος[2]. Ως εκ τούτου το αίτημα απορρίπτεται. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/apofasis-endiameses [1] Δέστε σελ 52-53 "Τhe only provision of the Criminal Procedure Law, Cap. 155, that confers discretion on the Court to call or recall witnesses at any stage of the proceedings is s.
  3. So long as the proceedings are in being the Judge may avail himself of the power vested him under s. 54 provided it appears to the Court "essential to the just determination of the case. The discretion under s.54 belongs exclusively to the trial Court and any evidence adduced in exercise thereof is evidence introduced by the Court for the just determination of the case." [2] Δέστε Λοϊζίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα, Ποιν. Εφ. 145/13, ημερ. 11.2.
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.