← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχαλάκης Χατζηνικολάου, Αρ.Υπόθεσης:40324/2011, 2/4/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχαλάκης Χατζηνικολάου, Αρ.Υπόθεσης:40324/2011, 2/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:40324/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Μιχαλάκης Χατζηνικολάου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 2 Απριλίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Χρυσάνθου με κα Μιτσίδου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει τρεις Κατηγορίες. Έχει παραδεχθεί ενοχή στη Δεύτερη Κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, ήτοι ότι παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή, αλλά δεν παραδέχθηκε ενοχή στις υπόλοιπες Κατηγορίες. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 7/7/2010, στο δρόμο Λευκωσίας - Παλαιχωρίου, παρά τη Δευτερά της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KBX708, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Τρίτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα του προσπεράσματος οχήματος σε διασταύρωση οδών, κατά παράβαση των Καν. 2, 58

(4)(α) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, όπως τροποποιήθηκαν. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα και προσπέρασε άλλο όχημα στη συμβολή με την οδό Φιλοπάππου. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, παρέμεινε σιωπηλός και δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Σπύρος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1) ο οποίος υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία ημερομηνίας 10/7/2010 (Τεκμήριο «1») και συμπληρωματική γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία ημερομηνίας 13/2/2011 (Τεκμήριο «2»). Στο Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι από τις 31/12/2009 είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής EYT001, μάρκας Nissan Patrol, τύπου Estate. Στις 7/7/2010 και γύρω στις 21:45, ο Μ.Κ.1 οδηγούσε το αυτοκίνητό του στο δρόμο Λευκωσίας-Παλαιχωρίου με κατεύθυνση προς Λευκωσία. Καθοδόν τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς η κόρη του ότι ξέχασε στο σπίτι της στην Κλήρου, όπου βρισκόταν προηγουμένως, κάποια έγγραφα και έπρεπε να επιστρέψει να τα πάρει. Άρχισε τότε να ψάχνει για πάροδο στα δεξιά ως η πορεία του για να μπορεί να στρίψει και να επιστρέψει πίσω. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο Μ.Κ.1 άρχισε να στρίβει δεξιά ως η πορεία του σε πάροδο αφού έδειχνε με το δεξιό δείχτη του αυτοκινήτου του ότι θα έστριβε. Όταν το αυτοκίνητό του πήρε κλίση δεξιά και βρισκόταν στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου Λευκωσίας-Παλαιχωρίου, μια μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού πήγε και κτύπησε με το μπροστινό της μέρος πάνω στην πόρτα του και στο μπροστινό δεξιό φτερό. Η μοτοσυκλέτα όταν τον κτύπησε τον προσπέρασε και ακινητοποιήθηκε μπροστά του Μ.Κ.1 εκτός δρόμου, ενώ ο μοτοσικλετιστής εκτινάχθηκε και έπεσε πάνω στην δεξιά όχθη του δρόμου με το κεφάλι κάτω και τα πόδια του πάνω. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός καθότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και μετά από λίγο, ο Μ.Κ.1 είδε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν προς Λευκωσία και το σταμάτησε γιατί δεν μπορούσε να βοηθήσει μόνος του τον μοτοσικλετιστή. Ο Μ.Κ.1 ειδοποίησε ταυτόχρονα την Αστυνομία και το Νοσοκομείο για να στείλουν ασθενοφόρο. Στη σκηνή κατέφτασε Αστυνομία και μετά από λίγα λεπτά ασθενοφόρο που παρέλαβε τον μοτοσικλετιστή. Η Γ/Αστ. 332 στην παρουσία του Μ.Κ.1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Ο Μ.Κ.1 δεν μπορεί να πει με ακρίβεια σε ποιο σημείο συγκρούστηκαν. Είναι σίγουρος, όμως, ότι συγκρούστηκαν στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή την ώρα που ο Μ.Κ.1 πήρε κλήση ως η πορεία του για να στρίψει στην πάροδο, η οποία, όπως τον πληροφόρησε η Αστυνομία, ονομάζεται Φιλοπάππου, και ο μοτοσικλετιστής επιχείρησε να τον προσπεράσει από τα δεξιά και συγκρούστηκαν. Ο Μ.Κ.1, ο οποίος δεν τραυματίστηκε από το δυστύχημα, δεν επιθυμούσε να μεταβεί στη σκηνή, καθότι δεν μπορούσε να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης. Ο Μ.Κ.1 ταξίδευε μόνος του και φορούσε τη ζώνη ασφαλείας. Η ταχύτητά του ήταν σχεδόν μηδενική διότι θα έστριβε δεξιά σε πάροδο. Έλεγξε τον δρόμο και μπροστά του πίσω του και εξ αντιθέτου δεν υπήρχαν αυτοκίνητα ή μοτοσυκλέτες. Δεν είχε δει προηγουμένως στο δρόμο να τον ακολουθεί η μοτοσυκλέτα, με την οποία κτύπησε. Από το δυστύχημα, το αυτοκίνητο του Μ.Κ.1 έπαθε ζημιές στη δεξιά μπροστινή πόρτα, δεξιό μπροστινό φτερό, αποκόπηκε το εξωτερικό δεξιό καθρεφτάκι και ράγισε ο ανεμοθώρακας στην κάτω δεξιά γωνία. Έχει παράπονο για τις ζημιές του αυτοκινήτου του. Επίσης, η Γ/Αστ.332 τον πληροφόρησε ότι στο σημείο του δρόμου που θα έστριβε στην Φιλοπάππου δεν μπορούσε να κάνει στροφή δεξιά, καθότι στην άσφαλτο υπήρχε άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Δεν το πρόσεξε. Συμφωνεί με το σχέδιο που του υποδείχθηκε και το υπέγραψε. Το μόνο που δεν μπορεί να προσδιορίσει ακριβώς είναι το σημείο σύγκρουσης. Στο Τεκμήριο 2, ο Μ.Κ.1 ανέφερε, συμπληρωματικά του Τεκμηρίου 1, ότι το βράδυ που έγινε το δυστύχημα είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του. Την ώρα που έλεγξε πίσω από το εσωτερικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και το καθρεφτάκι της πόρτας του πριν να στρίψει στα δεξιά, ως πορεία του, ο Μ.Κ.1 δεν είδε φώτα από αυτοκίνητο ή άλλο μηχανοκίνητο όχημα. Πέραν των όσων καταγράφονται στα Τεκμήρια 1 και 2, ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε το πρόχειρο σχέδιο που υπέγραψε, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο «Α» προς αναγνώριση. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν είναι ντόπιος και δεν γνώριζε το δρόμο. Δεν είχε πινακίδα που να απαγορεύει τη στροφή δεξιά και δεν ήξερε ότι απαγορεύεται τούτο. Δεν είδε τη μοτοσικλέτα καθόλου προηγουμένως. Την ώρα που έστριβε, πήγε κάτι πάνω του και τότε υπολόγισε ότι ήταν μοτοσυκλέτα. Ίσως να είδε κάποιο φως, αλλά μπορεί να υπέθεσε ότι ήταν στύλος. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι διαμένει στη Λάρνακα και η κόρη του στο Καλό Χωριό Κλήρου μάλλον από το
  1. Είχε ξαναπάει σπίτι της 7-8 φορές, συνήθως νύκτα, χρησιμοποιώντας τον ίδιο δρόμο. Ο δρόμος είναι ευθύς και έχει πολλές παρόδους. Δεν έστριψε στην πάροδο αριστερά επειδή έτσι του ήρθε εκείνη την ώρα. Μετά κατάλαβε ότι μπορούσε να έστριβε και αριστερά. Δεν είχε πρόθεση να κάνει επαναστροφή. Αντιλήφθηκε τη στροφή στα δεξιά στα 40-50 μέτρα, ελάττωσε ταχύτητα και έδειξε με τον δείκτη του αυτοκινήτου του. Δεν θυμόταν αν ήταν φωτισμένη η Φιλοπάππου, αλλά γενικά υπήρχε σκοτεινιά. Ακόμη και όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, έψαχνε να βρει τον οδηγό και τη μοτοσυκλέτα. Το αυτοκίνητό του είναι ψηλό, αλλά ήταν τόσο σοκαρισμένος μετά τη σύγκρουση και μετακινήθηκε στη θέση του συνοδηγού για να βγει έξω. Πέρασαν 40-45 δευτερόλεπτα μετά τη σύγκρουση όταν είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν προς Λευκωσία. Το εν λόγω αυτοκίνητο σταμάτησε μόνο του. Ο Μ.Κ.1 δεν βοήθησε τον Κατηγορούμενο. Ήδη είχαν πάει να τον βοηθήσουν αυτοί που σταμάτησαν. Στη συνέχεια, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είχε τα φώτα του στη χαμηλή στάση. Μετά τη σύγκρουση, το αυτοκίνητό του μετακινήθηκε ελάχιστα. Ήταν μηδενική η ταχύτητά του. Δεν θυμόταν πόσες φορές κοίταξε το καθρεφτάκι του. Είδε τη συνεχή άσπρη γραμμή στο δρόμο, αλλά όταν έστριβε δεξιά δεν πρόσεξε αν υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο. Αρνήθηκε πως, όπως οδηγούσε, απλώς έστριψε δεξιά, προσθέτοντας ότι πήρε τις προφυλάξεις του. Δεν είπε στο Τεκμήριο 1 ότι είχε αναμμένα τα φώτα του, εφόσον απαντούσε αυτά που τον ρώτησαν. Μετά του τηλεφώνησε η Αστυνομικός και του είπε ότι είχε οδηγίες από το Αρχηγείο να τον ρωτήσει για τα φώτα του. Ανέφερε, επίσης, ότι του τηλεφώνησε στο κινητό η κόρη του. Έχει Bluetooth και δεν μιλούσε την ώρα της σύγκρουσης. Αρνήθηκε ότι τον ακολουθούσε άλλο όχημα. Δεν υπήρχε τίποτε πίσω του. Το όριο ταχύτητας στο δρόμο ήταν μάλλον 60-65 χ.α.ώ. Δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Γ/Αστυφύλακας 332, Κ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.2), η οποία υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας. Υιοθέτησε και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης γραπτή κατάθεσή της (Τεκμήριο «3»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, στις 7/7/2010 και περί ώρα 22:05, η Μ.Κ.2 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο συνέβηκε την ίδια ημέρα και περί ώρα 21:45 στο δρόμο Λευκωσίας-Παλαιχωρίου στη συμβολή με την οδό Φιλοπάππου στην Πάνω Δευτερά. Ενεχόμενα οχήματα ήταν η μοτοσυκλέτα KBX708 (στο εξής «το Μοτοσυκλέτα»), οδηγούμενη από τον Κατηγορούμενο, και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής EYT001 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), το οποίο οδηγείτο από τον Μ.Κ.
  2. Στο μέρος βρισκόταν τραυματισμένος σε όχθο δεξιά ως η πορεία του ο Κατηγορούμενος, ο οποίος φορούσε το προστατευτικό του κράνος και παραλήφθηκε από ασθενοφόρο. Τα δύο οχήματα βρίσκονταν στην τελική θέση που πήραν μετά τη σύγκρουση. Στην παρουσία του Μ.Κ.1, η Μ.Κ.2 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, έλαβε διάφορα μέτρα και τοποθέτησε ως Χ το σημείο σύγκρουσης, το οποίο εντόπισε από ίχνη στην άσφαλτο. Ο Μ.Κ.1 συμφώνησε ότι το σημείο σύγκρουσης βρισκόταν στην εξ αντιθέτου λωρίδα, αλλά δεν μπορούσε να υποδείξει σε ποιο σημείο. Στη σκηνή του δυστυχήματος, η Μ.Κ.2 παρατήρησε τα εξής: Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, χωρίς οδικό φωτισμό, ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα ήταν στεγνό. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και υπάρχει συνεχής άσπρη γραμμή επί της ασφάλτου. Η ορατότητα ήταν πέραν των 200 μέτρων χωρίς να φράσσεται από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνικό εμπόδιο. Το όριο ταχύτητας ήταν 80 χ.α.ώ. Το σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκε από το τρίψιμο της Μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο. Το Αυτοκίνητο υπέστη ζημιές στη δεξιά μπροστινή πόρτα, το δεξιό μπροστινό φτερό, εξωτερικό δεξιό καθρεφτάκι και δεξιά μπροστινή γωνία ανεμοθώρακα. Καταστράφηκε, επίσης, ολόκληρο το μπροστινό μέρος της Μοτοσυκλέτας και τα πλευρά της υπέστησαν ζημιές. Ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία. Στις 28/8/2010 στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, η Μ.Κ.2 κατέγραψε ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο «7»), στον οποίο υπέδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, τα διάφορα μέτρα και το σημείο σύγκρουσης. Αυτός συμφώνησε πλήρως και δεν επιθυμούσε να πάει στη σκηνή. Την ίδια ημέρα, η Μ.Κ.2 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο «8»). Στις 13/2/2011, η Μ.Κ.2 κατηγόρησε γραπτώς και τον Μ.Κ.
  3. Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 3, η Μ.Κ.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση ως το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο «4». Ως Τεκμήριο «5» κατατέθηκε το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε βάσει του Τεκμηρίου
  4. Ανέφερε, επίσης, ότι το σημείο σύγκρουσης τοποθετήθηκε με βάση τα ίχνη τριψίματος από τα ριμς της Μοτοσυκλέτας, τα οποία σημείωσε με το γράμμα «Α1», και την τελική θέση των οχημάτων. Μετά τη σύγκρουση, η Μοτοσυκλέτα ανετράπη και έγραψαν τα ριμς της. Η απόσταση του σημείου σύγκρουσης από το σημείο που ξεκινά το Α1 είναι 1,40m περίπου. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «6» έντυπο που ετοίμασε σε σχέση με τις ζημιές των δύο οχημάτων. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η συνεχής άσπρη γραμμή βρίσκεται παντού, εκτός από τα σημεία που υπάρχουν πάροδοι και επιτρέπεται το στρίψιμο. Στο ύψος της Φιλοπάππου υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή. Διευκρίνισε, επίσης, ότι είναι λανθασμένες οι αναφορές σε σχέση με τις κατευθύνσεις στο Τεκμήριο
  5. Δεν γνωρίζει ποιά είναι η ταχύτητα του Αυτοκινήτου. Ανέφερε, επίσης, την εκπαίδευση που είχε για τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Ερωτήθηκε, ακολούθως, και προσδιόρισε διάφορες αποστάσεις επί του Τεκμηρίου
  6. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι δεν ξέρει τις διαστάσεις του Αυτοκινήτου, ότι η Μοτοσυκλέτα ανατράπηκε μετά τη σύγκρουση και ο Κατηγορούμενος βρέθηκε στο χωμάτινο όχθο, σε σημείο που η Μ.Κ.2 υπέδειξε. Ανέφερε, επίσης, ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν λίγο πιο πίσω από το σημείο που ξεκίνησε να πέφτει η Μοτοσυκλέτα. Αρνήθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στο σημείο που ξεκινούν τα ίχνη από τα τριψίματα της Μοτοσυκλέτας. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «9» την γραπτή κατηγορία που προσήψε στον Μ.Κ.1, ο οποίος καταδικάστηκε για τα εν λόγω αδικήματα στην Υπόθεση με αρ. 40323/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Όταν πήγε στη σκηνή ήταν σβηστό το Αυτοκίνητο και δεν έλεγξε αν δούλευε ο δείκτης πορείας του. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος φαινόταν καλά όταν του πήρε κατάθεση. Αυτός ρωτήθηκε και είπε ότι ήταν σε κατάσταση που μπορούσε να δώσει κατάθεση. Στην ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο 7, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της Μοτοσυκλέτας. Στις 7/7/2010 και γύρω στις 21:30, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε από το σπίτι του από τα Αρεδιού οδηγώντας τη Μοτοσυκλέτα και φορούσε το κράνος του. Κατευθύνθηκε προς τον υπεραστικό δρόμο Λευκωσίας-Παλαιχωρίου με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Η τροχαία κίνηση στον υπεραστικό δρόμο ήταν αραιή. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός καθότι ήταν βράδυ και δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Η ταχύτητά του ήταν κανονική, δηλαδή 75-80 χ.α.ώ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να προσπεράσει προπορευόμενό του αυτοκίνητο από δεξιά ως η πορεία του, τύπου σαλούν, αλλά δεν θυμάται τα στοιχεία του. Όταν αποφάσισε να προσπεράσει το αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος ήταν πίσω από το αυτοκίνητο περίπου δέκα μέτρα. Μεταξύ τους υπήρχε άλλο αυτοκίνητο τύπου σαλούν. Όταν ξεκίνησε να προσπερνά, ο Κατηγορούμενος προσπέρασε πρώτα το αυτοκίνητο που βρισκόταν μπροστά του και όταν άρχισε να προσπερνά το επόμενο αυτοκίνητο δεν έδειχνε με το δείκτη του ότι θα έστριβε δεξιά. Φθάνοντας περίπου στη μέση του αυτοκινήτου, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι αυτό πήρε κλίση δεξιά ως η πορεία τους για να στρίψει σε πάροδο, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να συγκρουστεί μαζί του κτυπώντας πάνω στο αυτοκίνητο, χωρίς να θυμάται σε ποιο σημείο του αυτοκινήτου κτύπησε. Όταν είδε το αυτοκίνητο να παίρνει κλίση δεξιά, ο Κατηγορούμενος ήταν τόσο πολύ κοντά του που δεν πρόλαβε καν να αντιδράσει. Μετά από τρεις με τέσσερις ημέρες που βρισκόταν στο νοσοκομείο και αφού του εξήγησαν οι δικοί του, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε πως είχε δυστύχημα. Στο Νοσοκομείο, του έκαναν εγχείρηση και του αφαίρεσαν την σπλήνα, εγχείρηση στο αριστερό γόνατο (ανασήκωση επιγονατίδας) και εγχείρηση στην αριστερή κνήμη, όπου του τοποθέτησαν πλατίνα. Ο Κατηγορούμενος έμεινε στο Νοσοκομείο από τις 7/7/2010 μέχρι τις 25/7/
  7. Από το δυστύχημα, η μοτοσυκλέτα του υπέστη σοβαρές ζημιές στο μπροστινό της μέρος, το οποίο καταστράφηκε. Για τις ζημιές και τους τραυματισμούς του έχει παράπονο. Αντιλαμβάνεται ότι έχει κάποια ευθύνη για το δυστύχημα, αλλά δεν δέχεται ότι ευθύνεται αποκλειστικά γι' αυτό. Στις 28/8/2010 και περί ώρα 10:20 στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, η Γ/Αστ. 332 έδειξε και επεξήγησε στον Κατηγορούμενο το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε στη σκηνή την ημέρα του δυστυχήματος στην απουσία του και ο Κατηγορούμενος συμφωνεί πλήρως με τα μέτρα και το σημείο σύγκρουσης που είναι σημειωμένο στο σχέδιο με το γράμμα Χ. Δεν επιθυμεί να μεταβεί στη σκηνή. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κίνησης του Κατηγορουμένου να προσπεράσει σε συνεχή άσπρη γραμμή με την πρόκληση του δυστυχήματος. Αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του δυστυχήματος ήταν ο Μ.Κ.1 με την κίνησή του να στρίψει δεξιά. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι δεν υπάρχει απόλυτη υποχρέωση ενός οδηγού να τηρεί την αριστερή πλευρά του δρόμου, ως και ότι απλή παράβαση κανονισμού τροχαίας δεν αποτελεί από μόνη της αμέλεια. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την αθώωση του Κατηγορουμένου τόσο στην Κατηγορία της αμελούς οδήγησης όσο και στην Τρίτη Κατηγορία, εφόσον το σημείο που προσπέρασε ο Κατηγορούμενος, ως υποστήριξε, δεν αποτελεί συμβολή εφόσον απαγορεύεται το στρίψιμο δεξιά ως η πορεία των ενεχόμενων οχημάτων. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω με την μαρτυρία της Μ.Κ.
  8. Αυτή μου έκανε καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστη μάρτυρας. Κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξετάστρια της υπόθεσης, με συνέπεια και αντικειμενικότητα τα ευρήματά της από τη σκηνή του δυστυχήματος, ως και τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι θα ήταν διατεθειμένη να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Έχω, επίσης, ικανοποιηθεί ότι, με βάση την πείρα και την εκπαίδευση που είχε, η Μ.Κ.2 ήταν σε θέση να προβεί στις μετρήσεις και διαπιστώσεις στις οποίες προέβη και να αποτυπώσει αυτές στα Τεκμήρια 3, 4, 5 και
  9. Δεν διαφοροποιεί το ζητούμενο το ότι η Μ.Κ.2 δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την ταχύτητα των ενεχόμενων οχημάτων. Πέραν του ότι δεν υποστηρίχθηκε ότι θα ήταν δυνατή μια τέτοια μέτρηση με βάση τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή, η Μ.Κ.2 δεν παρουσίασε τον εαυτό της ως εμπειρογνώμονα στη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων, ούτε και υποστήριξε πως η ίδια είναι εκπαιδευμένη να προβαίνει σε τέτοιες μετρήσεις. Θα πρέπει, ασφαλώς, να σημειωθεί ότι, κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.2, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματά της, ούτε οποιαδήποτε άλλη αναφορά της, παρά μόνο υπήρξε αμφισβήτηση σε σχέση με το ακριβές σημείο σύγκρουσης. Δηλαδή, δεν αμφισβητήθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας στο ύψος του δρόμου με την οδό Φιλοπάππου, παρά μόνο το κατά πόσον αυτό ορθά τοποθετήθηκε από τη Μ.Κ.2 σε απόσταση 1,20 μέτρων από τη συνεχή άσπρη γραμμή. Επί του προκειμένου, ας λεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 4, το οποίο, ως και ο ίδιος ανέφερε στην ανακριτική κατάθεσή του, Τεκμήριο 7, του επεξηγήθηκε και συμφώνησε πλήρως με τα μέτρα και με το σημείο σύγκρουσης, το οποίο είναι σημειωμένο με το γράμμα Χ. Πέραν τούτου, θεωρώ σε γενικές γραμμές ορθή την τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης από την Μ.Κ.2 στο εν λόγω σημείο με βάση τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή, έχοντας υπόψη τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων, τα ίχνη εκτροπής της Μοτοσυκλέτας και τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων. Δεν συμμερίζομαι τη θέση του κ. Χρυσάνθου, ήτοι ότι το λογικό θα ήταν το σημείο σύγκρουσης να ήταν στο σημείο που ξεκινούν τα ίχνη τριψίματος από τα ριμς της Μοτοσυκλέτας. Τουναντίον, η λογική συνηγορεί υπέρ του ότι η Μοτοσυκλέτα, η οποία ανατράπηκε από τη σύγκρουση, ξεκίνησε να σύρεται στην άσφαλτο σε κάποια απόσταση μετά από το σημείο σύγκρουσης. Δεν μπορεί, βεβαίως, το σημείο αυτό να υπολογιστεί με ακρίβεια, αλλά κρίνεται δικαιολογημένη η απόσταση των 1,40 μέτρων. Συνεπώς, με κάποια μικρή απόκλιση δέχομαι ως ορθό το σημείο σύγκρουσης που τοποθέτησε η Μ.Κ.
  10. Είναι, επίσης, προφανές ότι αφορά καθαρά τυπογραφικό λάθος η αναγραφή των κατευθύνσεων των λωρίδων κυκλοφορίας επί του Τεκμηρίου
  11. Δηλαδή η αρχική πορεία και των δύο οχημάτων ήταν από Παλαιχώρι προς Λευκωσία, κάτι το οποίο εξ άλλου αποτέλεσε κοινό τόπο στην παρούσα, και όχι αντίστροφα. Συνεπώς, με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία της Μ.Κ.2 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί της ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Το συμμετρικό σχέδιο, Τεκμήριο 5, με τις πιο πάνω διευκρινίσεις, αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51. Έρχομαι τώρα στην μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της εκδοχής του. Έχοντας παρακολουθήσει τον τρόπο που κατέθεσε και αυτά που έλεγε, είμαι πεπεισμένη ότι αυτός δεν κατέθεσε την αλήθεια σε μια εμφανή προσπάθεια να αποποιηθεί της όποιας ευθύνης του για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Πέραν των αντιφάσεων που υπήρξαν στην μαρτυρία του, η εκδοχή του ως προς τα γεγονότα δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Κατ' αρχάς, ο Μ.Κ.1 επιχείρησε να πείσει πως δεν ήξερε το δρόμο και κατ' επέκταση δεν γνώριζε αν απαγορεύονταν η δεξιά στροφή ως η πορεία του εντός της οδού Φιλοπάππου λέγοντας πως μόνο 7-8 φορές επισκέφτηκε την κόρη του στο Καλό Χωριό Κλήρου από το 2007 μέχρι τον Ιούλιο του 2010 που επισυνέβη το δυστύχημα. Μπορεί τούτο να γινόταν πιστευτό σε κάποια άλλη χώρα, αλλά όχι όμως στον τόπο μας. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 1, ανέφερε ότι ήταν αυτός που σταμάτησε το αυτοκίνητο που είδε μετά το δυστύχημα να κατευθύνεται προς Λευκωσία, ενώ κατά την αντεξέτασή του μας είπε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο σταμάτησε μόνο του και αυτοί που βρίσκονταν σε αυτό πήγαν να βοηθήσουν τον Κατηγορούμενο. Δεν είναι σύμφωνη, επίσης, με τα αντικειμενικά ευρήματα στη σκηνή η θέση του Μ.Κ.1 ότι μετά τη σύγκρουση το Αυτοκίνητο μετατοπίστηκε ελάχιστα, δηλαδή 0,50 μέτρο περίπου, θέση την οποία προφανώς προέβαλε για να υποστηρίξει την εκδοχή του ότι ήταν σχεδόν μηδενική η ταχύτητά του όταν επιχείρησε στροφή δεξιά. Σύμφωνα, όμως, με το Τεκμήριο 5, το Αυτοκίνητο μετατοπίστηκε πέριξ των 5,00 μέτρων μπροστά από το σημείο σύγκρουσης. Πρωτίστως, όμως, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής η θέση του Μ.Κ.1 ότι πριν να επιχειρήσει στροφή δεξιά, έλεγξε πίσω του, τόσο από το εσωτερικό καθρεφτάκι όσο και από το εξωτερικό δεξιό καθρεφτάκι, και δεν είδε φώτα από αυτοκίνητο ή άλλο μηχανοκίνητο όχημα. Πέραν της αντίφασης που υπήρξε στο συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 με την αναφορά του σε κάποιο άλλο σημείο της κυρίως εξέτασής του, ήτοι ότι ίσως και να είδε κάποιο φως, αλλά μπορεί να υπέθεσε ότι ήταν στύλος, το σίγουρο είναι πως αν έλεγχε το δρόμο πίσω του θα έβλεπε τη Μοτοσυκλέτα. Μπορεί να μην υπήρχε οδικός φωτισμός, αλλά ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος με ορατότητα πέραν των 200 μέτρων. Δεν έπεισε, επίσης, ο Μ.Κ.1 ότι έδειξε με το δείκτη του την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά. Εφόσον κατά τα άλλα έλεγξε το δρόμο και διαπίστωσε ότι ούτε μπροστά του, ούτε πίσω του, ούτε εξ αντιθέτου βρισκόταν κάποιο άλλο όχημα, τί εξυπηρετούσε η χρήση του φωτεινού σηματοδότη του σε ένα ευθύ και επίπεδο δρόμο, όπως ο συγκεκριμένος. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι ο Μ.Κ.1 επιχείρησε στροφή δεξιά χωρίς να λάβει τις δέουσες προφυλάξεις, ήτοι χωρίς οποιοδήποτε σήμα ή προειδοποίηση και χωρίς να ελαττώσει αισθητά την ταχύτητά του. Χρησιμοποιώντας τα ίδια τα λεγόμενα του Μ.Κ.1 στην πρώτη του κατάθεση στην Αστυνομία, Τεκμήριο 1, ενώ οδηγούσε σε κάποιο σημείο του δρόμου, αυτός άρχισε να στρίβει δεξιά στην πάροδο. Τίποτε πέραν αυτού. Δεν έχει, βεβαίως, καταδειχθεί από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου ότι πρόθεση του Μ.Κ.1 ήταν να επιχειρήσει επαναστροφή, ως εισηγήθηκε η υπεράσπιση στην αντεξέτασή του. Με τις διευκρινίσεις, λοιπόν, και τις διαφοροποιήσεις που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα απορρίπτεται. Όπως προανέφερα, ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμά του και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή αυτή να ληφθεί εναντίον του. Το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου θα συνεκτιμηθεί με την μαρτυρία που έχει γίνει ήδη αποδεκτή ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα ευρήματά του για τους σκοπούς της παρούσας. Υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα, την οποία τα Δικαστήρια μπορεί να αποδώσουν στις ανακριτικές καταθέσεις κατηγορουμένων. Βλ., μεταξύ άλλων, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω), στην οποία αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Σύμφωνα, περαιτέρω, με την Αγγλική υπόθεση R v. Stovey [1968] 52 Cr. App. Rep. 334, όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη της συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα καταθέσει ενόρκως στη δίκη και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή, όπως η κατάθεσή του. Σημειώνω, πως ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του ανέφερε ότι οδηγούσε με ταχύτητα μεταξύ 75-80 χ.α.ώ, ότι όταν επιχείρησε να προσπεράσει το Αυτοκίνητο, το τελευταίο βρισκόταν σε απόσταση πέριξ των 10 μέτρων μπροστά του και πως όταν άρχισε να το προσπερνά αυτό δεν έδειχνε με το δείκτη του ότι θα έστριβε δεξιά. Οι θέσεις αυτές του Κατηγορουμένου δεν έχουν αμφισβητηθεί ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να τις καταρρίπτει. Τουναντίον, η θέση του Κατηγορουμένου ότι ο Μ.Κ.1 δεν έδειξε με το φωτεινό σηματοδότη του Αυτοκινήτου την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά είναι σύμφωνη με τα ευρήματα, στα οποία προβαίνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 ανωτέρω. Σημειώνω, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αντιλήφθηκε την δεξιά κλίση του προπορευόμενου Αυτοκινήτου και την πρόθεση αυτού να στρίψει δεξιά στην πάροδο όταν έφθασε περίπου στη μέση του Αυτοκινήτου, ως και ότι όταν έγινε τούτο βρισκόταν πολύ κοντά σε αυτό. Η εκδοχή αυτή του Κατηγορουμένου συνάδει, μεταξύ άλλων, με το σημείο σύγκρουσης, η οποία σύγκρουση έλαβε χώρα αμέσως μετά που το μπροστινό μέρος του Αυτοκινήτου εισήλθε στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας στην προσπάθειά του να στρίψει δεξιά στην πάροδο. Συνεπώς, η ουσιαστική εκδοχή του Κατηγορουμένου, όπως αυτή σημειώνεται ανωτέρω, γίνεται αποδεκτή. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), το οποίο αποτελεί τη νομική βάση της Πρώτης Κατηγορίας, προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Περαιτέρω, στις υποθέσεις Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696 σημειώθηκε ότι η ανακοπή πορείας, εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα, συνιστά αμέλεια. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Κώστας Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 250, η παράλειψη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς Τροχαίας, δεν στοιχειοθετεί, αφ' εαυτής, αμέλεια. Η αμέλεια συναρτάται πάντοτε με το καθήκον επιμέλειας προς άλλα άτομα που χρησιμοποιούν το δρόμο και, σε συσχετισμό με αυτό, την όποια παράλειψη εκπλήρωσής του. Είναι γι' αυτό που η απόδειξη της αμέλειας, αναπόφευκτα, συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, προσδιοριστικών του καθήκοντος και της παράβασής του. Σύμφωνα με τον Καν. 58
(4)(α) των Κανονισμών που αποτελεί τη νομική βάση της Τρίτης Κατηγορίας: «
(4)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει: (α)Να μην προσπερνά ούτε να αποπειράται να προσπεράσει όχημα κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση σε σημείο που υπάρχει στη μέση του οδοστρώματος συνεχής άσπρη γραμμή, σχετικό απαγορευτικό σήμα τροχαίας, σε στροφή με ορατότητα μικρότερη των εκατό μέτρων, σε συμβολή δρόμων εντός δημοτικών ορίων ή ορίων κοινότητας, όταν προσεγγίζει κυρτή γέφυρα, διάβαση πεζών ή κορυφή ανάβασης ή όταν προσεγγίζει όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε παρέχει δικαίωμα προτεραιότητας σε αυτό.» Περαιτέρω, ο Κανονισμός 72 των Κανονισμών προνοεί ότι όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Τρίτης Κατηγορίας, εφόσον ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το Αυτοκίνητο, το οποίο προπορευόταν του δικού του στην ίδια κατεύθυνση, στη συμβολή του δρόμου Λευκωσίας- Παλαιχωρίου με την οδό Φιλοπάππου, η οποία βρίσκεται στη Πάνω Δευτερά. Η μη ύπαρξη πινακίδας, ως η πορεία του Κατηγορουμένου, η οποία να προειδοποιούσε για την ύπαρξη της εν λόγω συμβολής, ή η απαγόρευση της εισόδου εντός της παρόδου των οχημάτων που κινούνταν στον κύριο δρόμο, ως η αρχική κατεύθυνση και των δύο ενεχόμενων οχημάτων, δεν διαφοροποιεί το ζητούμενο. Πρώτον, πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης και, κατά δεύτερον, δεν υπάρχει ο,τιδήποτε στο λεκτικό της εν λόγω κανονιστικής διάταξης που να εισηγείται την απόδοση στον όρο «συμβολή δρόμων» οποιασδήποτε ερμηνείας, άλλης από τη συνήθη. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Τρίτη Κατηγορία. Όσον αφορά, όμως, το αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου συνέτεινε στην πρόκληση ή στην αποφυγή πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Ομολογουμένως, ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με δύο κανονισμούς τροχαίας, ήτοι επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο Αυτοκίνητο σε σημείο που υπήρχε στη μέση του οδοστρώματος συνεχής άσπρη γραμμή και σε συμβολή δρόμων εντός δημοτικών ορίων. Δεν έχει, όμως, καταδειχθεί ότι η παράλειψη συμμόρφωσης με τους εν λόγω κανονισμούς συνέτεινε με οποιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Τουναντίον, γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η οδική συμπεριφορά του Μ.Κ.1, ο οποίος, χωρίς οποιοδήποτε σήμα ή προειδοποίηση, επιχείρησε ξαφνικά δεξιά στροφή εντός της οδού Φιλοπάππου, ανακόπτοντας έτσι την πορεία του Κατηγορουμένου, ο οποίος είχε ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία του προσπεράσματος και είχε ήδη εισέλθει στην εξ αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας για το σκοπό αυτό. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με κίνδυνο μη εμφανή ή αναμενόμενο και υπό αυτές τις περιστάσεις δεν μπορούσε, ούτε είχε περιθώριο χρόνου να λάβει οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Βλ., μεταξύ άλλων, Ζαχαρία κ.ά. ν. Καραολή
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 72, Ψηλογένης ν. Κεττένη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1511, Κλεάνθους ν. Βενέλλη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1672 και Πολυκάρπου ν. Ευαγόρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 719. Στις εν λόγω υποθέσεις, κρίθηκε ότι αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος έφερε ο οδηγός που επιχείρησε να στρίψει δεξιά σε πάροδο και ουχί ο οδηγός που επιχείρησε να προσπεράσει. Τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται ουσιαστικά από τα γεγονότα της υπόθεσης Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 389, όπου το προπορευόμενο όχημα έδειξε με το δείκτη του την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν δύναται να αποδοθεί οποιαδήποτε σημαίνουσα βαρύτητα στην αναφορά του Κατηγορουμένου στην ανακριτική του κατάθεση ότι αντιλαμβάνεται ότι έχει κάποια ευθύνη για το δυστύχημα. Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου στο αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην Πρώτη Κατηγορία. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.