← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κατερίνας Ελευθεριάδου, Αρ. Υπόθεσης: 31537/12, 30/4/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κατερίνας Ελευθεριάδου, Αρ. Υπόθεσης: 31537/12, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31537/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Κατερίνας Ελευθεριάδου Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Απριλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για την Κατηγορούμενη: κα K. Κατσούρη Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην κατηγορούμενη αποδίδονται οι πιο κάτω κατηγορίες όπως φαίνονται στο κατηγορητήριο: 1η κατηγορία: Δημόσια Εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 και το Κ.Δ.Π 312/2007, και συγκεκριμένα αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι την 5η Σεπτεμβρίου 2012, στη Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, εξύβρισε την Κωνσταντίνα Σοφοκλέους από τον Στρόβολο με τη φράση «Είσαι άρρωστη είσαι τρελή» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. 2η κατηγορία: Ανησυχία, κατά παράβαση των άρθρων 95 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και ειδικότερα ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη 1η κατηγορία, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο και ταραχή με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Η κατηγορούμενη δεν παραδέχτηκε ενοχή και προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε και τους τέσσερεις μάρτυρες που φαίνονται στο κατηγορητήριο και συγκεκριμένα την παραπονούμενη Κωνσταντίνα Σοφοκλέους (Μ.Κ.1), τον εξεταστή της υπόθεσης Αστυφύλακα 4629 Α. Λουκά (Μ.Κ.2), την Διευθύντρια Εμπορίου στο Υπουργείο Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού, Νέλλη Κουλία (Μ.Κ.3) και τον Λειτουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας Α στο ίδιο Υπουργείο Σωτήρη Μιλικούρη (Μ.Κ.4). Κατά την ακροαματική διαδικασία πέραν της προφορικής μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων κατατέθηκε στο Δικαστήριο αριθμός τεκμηρίων. Ο Μ.Κ.2 εξεταστής της υπόθεσης δεν ήταν παρών στο επεισόδιο μεταξύ κατηγορουμένης και παραπονουμένης, η κατάθεση του στο Δικαστήριο περιορίστηκε στις ενέργειες του ως εξεταστής της υπόθεσης. Η Μ.Κ.1 και παραπονουμένη έδωσε την δική της εκδοχή για το πως εξελίχθηκε το επεισόδιο για το οποίο υπέβαλε στην Αστυνομία καταγγελία εναντίον της κατηγορουμένης, και την δική τους εκδοχή για τα όσα έχουν διαμειφθεί την επίδικη ημερομηνία δηλαδή 5.9.2012 έδωσαν οι Μ.Κ.3 και 4 οι οποίοι ήταν παρόντες στο επεισόδιο. Πολύ απλά αποδιδόμενα τα γεγονότα της επίδικης ημέρας έχουν ως ακολούθως: Η κατηγορούμενη και η παραπονούμενη ήταν συνάδελφοι, εργάζονταν την επίδικη περίοδο στο ίδιο τμήμα στο Υπουργείο Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού. Επειδή υπήρχαν κάποια προβλήματα στη μεταξύ τους συνεργασία και με στόχο την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος, η Μ.Κ.3, Διευθύντρια και των δύο, συγκάλεσε σύσκεψη στην οποία έλαβαν μέρος η κατηγορούμενη, η παραπονούμενη, ο Μ.Κ.4 και η Μ.Κ.3 με στόχο την συζήτηση και την κατάληξη σε κάποιες αποφάσεις. Η συνεδρία έλαβε χώρα στις 5.9.2012, ήταν ημέρα Τετάρτη όπου η Δημόσια Υπηρεσία εργαζόταν και το απόγευμα, γύρω στις 5.30 το απόγευμα και διακόπηκε/τελείωσε μετά τις 6.00 που όλοι οι άλλοι υπάλληλοι του Υπουργείου είχαν σχολάσει. Τα όσα έχουν γίνει και που είχαν ως αποτέλεσμα την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης αναφέρονται με λεπτομέρεια στα καταγεγραμμένα πρακτικά της υπόθεσης και θεωρώ περιττό να τα αναπαράξω στο παρόν στάδιο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, η ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης ζήτησε από το Δικαστήριο να απαλλάξει και να αθωώσει από αυτό το στάδιο την κατηγορούμενη και για τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει, θεωρώντας και προωθώντας την θέση ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Ειδικότερα σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 1 που αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης ήταν η θέση της κας Κατσούρη ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι το όποιο επεισόδιο έχει γίνει σε «δημόσιο χώρο» και ότι οτιδήποτε είχε λεχθεί «ενδέχεται να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση». Όπως ανέφερε η κα Κατσούρη ο χώρος στον οποίο επεσυνέβηκε το υπό κρίση επεισόδιο ήταν το γραφείο της Διευθύντριας Εμπορίου στην οποία παρίσταντο τέσσερα πρόσωπα, η συνεδρία έγινε σε προχωρημένη ώρα του απογεύματος και σίγουρα επεκτάθηκε μετά που όλοι οι άλλοι υπάλληλοι του Υπουργείου είχαν σχολάσει και συνεπώς δεν πρόκειται περί δημόσιου χώρου αφού δεν υπάρχει πρόσβαση στο κοινό στο γραφείο της Διευθύντριας Εμπορίου ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ακούστηκε η οποιαδήποτε συζήτηση που γινόταν σε αυτό από πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο. Τίποτε σε σχέση με την ένταση των φωνών των προσώπων που ήταν παρόντες δεν έχει λεχθεί. Περαιτέρω ήταν η θέση της ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε οτιδήποτε τυχόν έχει αναφέρει η κατηγορουμένη στην παραπονουμένη να θεωρηθεί ότι αποτελεί δημόσια εξύβριση αφού οτιδήποτε λέχθηκε ήταν μετά που είχε ήδη διαπραχθεί επίθεση από την παραπονούμενη προς την κατηγορούμενη. Σε σχέση με την κατηγορία αρ. 2 που αφορά την ανησυχία ήταν και πάλι η θέση της κας Κατσούρη ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι προκλήθηκε θόρυβος σε δημόσιο χώρο και υιοθέτησε τα όσα έχει αναφέρει για τον δημόσιο χώρο σε σχέση με την προηγούμενη κατηγορία, υποστήριξε ότι σίγουρα ότι έγινε δεν ήταν χωρίς εύλογη αιτία και δεν υπάρχει τίποτε στη μαρτυρία που να δείχνει ότι προκλήθηκε ή ενδέχετο να προκληθεί διασάλευση της ειρήνης. Η κα Κατσούρη ανέφερε ότι έχουν εντοπιστεί και αντιφάσεις στις μαρτυρίες των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής αλλά εισηγήθηκε, ορθά κατά την άποψη μου, ότι δεν είναι τόσο αντινομικές που να δικαιολογείται επίκληση αντινομικότητας μαρτυρίας για να αθωωθεί η κατηγορουμένη στο στάδιο αυτό. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Χ' Κωνσταντή, η οποία υποστήριξε ότι έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει την κατηγορούμενη σε απολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της Κατηγορούσας Αρχής είναι να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν αυτές είναι. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Λοϊζου ν. Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Ποιν. Εφέσεις 7018 και 7093 ημερ. 26.3.2002. Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντρέας Ευριπίδου Ποιν. Εφεση 7102, ημερ. 7.6.2002 αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει δεν θα ήταν δυνατό να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσα Αρχής.» Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοΐζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: «Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Όπως έχω ήδη αναφέρει η κα Κατσούρη έχει βασίσει την εισήγηση της ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης και για τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει, στο ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Επομένως θα πρέπει να εξεταστούν τα συστατικά στοιχεία των δύο υπό κρίση αδικημάτων. Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «99. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...». Από την ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: • η εξύβριση άλλου προσώπου, • σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και, • κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Σε σχέση με αυτό το αδίκημα, το επιχείρημα της κας Κατσούρη εστιάστηκε κυρίως στο ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι οτιδήποτε διημείφθη έγινε σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που να είναι ενδεχόμενο να ακουστεί από πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο και ότι οτιδήποτε ελέχθη δεν είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Όσον αφορά την έννοια του «δημόσιου χώρου» αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Το ερώτημα το οποίο πρώτα το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσον το γραφείο της Διευθύντριας Εμπορίου που βρίσκεται στο Υπουργείο Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού, που είναι παραδεκτό ότι είναι δημόσιο κτίριο, μπορεί υπό τις συνθήκες που εξετάζουμε να θεωρηθεί ως δημόσιος χώρος. Είναι η θέση μου ότι η απάντηση που δίδει η ίδια η νομολογία στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική. Παραπέμπω στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 στην οποία αναφέρθηκε και η Αγγλική υπόθεση Elkins v. Cartlydge
(1947)1 All E.R. 289, Νίκη Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362 και Νεόφυτος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493. Αντλώ επίσης σχετική καθοδήγηση και από την υπόθεση Αντρέας Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Cawley v. Frost
(1976)3 All E.R. 743 όπου έγινε δεχτό ότι ακόμα και χώροι σε ένα ευρύτερο δημόσιο μέρος στους οποίους απαγορεύεται η είσοδος στο κοινό μπορούν να θεωρηθούν ως δημόσιοι. Επισημάνθηκε επίσης ότι ο σκοπός του νόμου ασκεί επίδραση στην ερμηνευτική προσέγγιση. Αναφέρω επίσης την πρωτόδικη απόφαση Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Josef Erdstein υπόθεση αρ. 9075/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 10.7.2012 όπου θεωρήθηκε δημόσιος χώρος τα γραφεία της ΥΑΜ του Αεροδρομίου Πάφου «.ως μέρος του όλου κτιρίου του αεροδρομίου που είναι δημόσιο κτίριο εντός του οποίου εισέρχεται το κοινό και στα εν λόγω γραφεία μπορεί να έχει πρόσβαση και να εισέλθει το κοινό και έχει τέτοιο δικαίωμα κατόπιν βέβαια αδείας εισόδου.» Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω θεωρώ ότι το γραφείο της Διευθύντριας Εμπορίου που βρίσκεται σε δημόσιο κτίριο δηλαδή το Υπουργείο Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού, στο οποίο το κοινό έχει πρόσβαση και στο οποίο μπορεί να εισέλθει κατόπιν αδείας κάποιο πρόσωπο αποτελεί δημόσιο χώρο. Σημειώνω ότι στην υπόθεση Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας που έχω αναφέρει πιο πάνω έχει αναφερθεί ότι: «Ένας τόπος μπορεί να αποτελεί δημόσιο χώρο παρά το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του μπορεί να αποκλείσει την ελεύθερη είσοδο σε αυτόν είτε μεμονωμένων ατόμων ή ακόμα και ομάδας ατόμων.» Ακόμα στην υπόθεση Νεόφυτος Ιωάννου που επίσης έχω αναφέρει πιο πάνω το γραφείο της παραπονουμένης στο οποίο ήταν παρών τρία άτομα την ώρα του επεισοδίου «ως επαγγελματικός χώρος ήταν ανοικτό για το γενικό κοινό και μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δημόσιος χώρος για τους σκοπούς του αδικήματος του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Το κοινό είχε πρόσβαση στο κατάστημα και συνεπώς μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 και ως δημόσιος χώρος.» Επίσης όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η πρόθεση του νομοθέτη κατά την ερμηνευτική προσέγγιση του όρου. Καταλήγω συνεπώς ότι το γραφείο της Διευθύντριας του Εμπορίου που βρίσκεται στο Υπουργείο Εμπορίου και Τουρισμού είναι δημόσιος χώρος για σκοπούς του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Το δεύτερο επιχείρημα της κας Κατσούρη σε σχέση με το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης ήταν ότι η φράση που αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι είπε εναντίον της παραπονουμένης και συγκεκριμένα η φράση «είσαι άρρωστη είσαι τρελή» δεν μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση αφού η φράση αυτή είχε εκστομιστεί μετά που η παραπονούμενη επιτέθηκε εναντίον της κατηγορουμένης, σημειώνω ότι γι' αυτό το θέμα εκκρεμεί άλλη υπόθεση σε άλλο Δικαστήριο, και συνεπώς η επίθεση είχε ήδη διαπραχθεί. Η νομολογία αναφέρει ότι δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ. 503 και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98. Ειδικότερα στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας ανωτέρω έχει αναφερθεί ότι «δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε να επιτεθεί ούτε χρειάζεται να αναφέρει ο παραπονούμενος ότι έχει επηρεασθεί. Είναι αρκετό ότι υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία.» Εν' όψει των ανωτέρω έχω την θέση ότι οι εισηγήσεις της κας Κατσούρη για το πρώτο αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη, δηλαδή της δημόσιας εξύβρισης δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές. Σε ότι αφορά το πρώτο αδίκημα έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και σε σχέση με αυτό η κατηγορούμενη καλείται σε απολογία. Το αδίκημα της ανησυχίας σύμφωνα με το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα στοιχειοθετείται όταν κάποιος: α) Χωρίς εύλογη αιτία β) προκαλεί θόρυβο σε δημόσιο χώρο γ) κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Σε ότι αφορά το θέμα του δημόσιου χώρου, υιοθετώ τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω. Η πρόκληση θορύβου υπό τις περιστάσεις που πλαισιώνουν την παρούσα υπόθεση θεωρώ για το στάδιο αυτό ότι έχει επίσης αποδειχτεί ενώ για να δεχτώ την θέση της κας Κατσούρη ότι υπήρχε εύλογη αιτία θα πρέπει να προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται στο στάδιο αυτό. Ο χώρος ήταν δημόσιος, είχε προκληθεί αναστάτωση και ταραχή στη συνεδρία. Το ενδεχόμενο πρόθεσης διασάλευσης της ειρήνης θεωρώ ότι ήταν επίσης ορατό. Επομένως θεωρώ ότι και τα συστατικά στοιχεία του δεύτερου αδικήματος έχουν αποδειχτεί και η κατηγορούμενη καλείται σε απολογία και σε σχέση και με αυτό. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.