Δημοκρατία ν. Μάριου Μελανίτη, Αρ. Υπόθεσης: 220/14, 15/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 220/14 Δημοκρατία - ν - Μάριου Μελανίτη, από Λευκωσία Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 15 Απριλίου
- Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μπίσσας. Κατηγορούμενος παρών ---------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Aρχικώς ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης κατά παράβαση του Άρθρου 203 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ.
- Σε μεταγενέστερο στάδιο προσετέθη δεύτερη κατηγορία, αυτή της ανθρωποκτονίας την οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενώ η αρχική κατηγορία ανεστάλη. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν εν συντομία ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος είναι γιος του θύματος. Το θύμα από τον Απρίλιο του 2013 διέμενε σε φάρμα στην κτηνοτροφική περιοχή Μενοίκου. Αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού και ήταν σε άθλια οικονομική κατάσταση. Το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν το επίδικο έγκλημα Κατηγορούμενος και θύμα διέμεναν μαζί. Στις 18.1.14 κατά τις 17:00 το θύμα είχε μεταβεί σε μπακάλικο στο χωριό όπου αγόρασε, μεταξύ άλλων, δύο μπουκάλες μπύρας και ένα μπουκάλι κρασί. Περί τις 18:00 και ενώ το θύμα είχε επιστρέψει στη φάρμα όπου διέμενε, ο Κατηγορούμενος πήρε ένα κουζινομάχαιρο το οποίο βρισκόταν στο τραπεζάκι της κουζίνας και άρχισε να κτυπά το θύμα στην περιοχή του λαιμού και του θώρακα. Μετά το συμβάν και συγκεκριμένα στις 18:07 ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο 112 λέγοντας «είμαι ο Μάριος Μελανίτης τζιαι έσφαξα τον τζιύρη μου». Όταν ρωτήθηκε να πει πού βρίσκεται ανέφερε «εν ηξέρω ακριβώς. Είμαι στη φάρμα του Χριστόδουλου Μελανίτη τζιαι έσφαξα τον όπως τον σιοίρο. Έκατσα του 15-17 μασιερκές, ούλλες πας τον λαιμό. Εν χαμαί τζιαι αγκομαχά. Είμαι γεμάτος γαίματα. Εν το ήθελα, ήταν κατά λάθος.» Μετά από αυτό το γεγονός μετέβησαν στον χώρο μέλη της Αστυνομίας. Εκεί και γύρω στις 18:20 βρήκαν τον Κατηγορούμενο να κρατά μαχαίρι, να υπάρχουν αίματα στα ρούχα του και να βρίσκεται σε έξαλλη κατάσταση. Ο Μ.Κ.7 προσπάθησε να τον ηρεμήσει, συνομίλησε λίγο μαζί του και στη συνέχεια, αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, τον συνέλαβε. Στη σκηνή έφτασε ασθενοφόρο γύρω στις 18.30 το οποίο μετέφερε το θύμα στις Πρώτες Βοήθειες του Γ.Ν.Λ. Το θύμα δεν μπόρεσε να αποσοβήσει το μοιραίο υποκύπτοντας στα τραύματα του μετά πάροδο 50 περίπου λεπτών. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση, αιτία θανάτου ήταν η εσωτερική αιμορραγία που προκλήθηκε από νύσσον και τέμνον όργανο. Συγκεκριμένα το θύμα έφερε 28 θλαστικά τραύματα και 13 εκδορές, πλείστα από τα οποία ήταν στην τραχηλική χώρα και στην στερνική περιοχή. Λεπτομερής αναφορά στα ευρήματα της μεταθανάτιου ιατροδικαστικής εξέτασης γίνεται σε σχετική έκθεση που ετοιμάστηκε και η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Γύρω στις 22:00 και αφού ο Κατηγορούμενος εξέφρασε σχετική επιθυμία, έδωσε θεληματική κατάθεση και ζήτησε συγνώμη αναφέροντας ότι είχε σκοτώσει τον πατέρα του εν βρασμώ ψυχής. Απέδωσε δε την πράξη του στο ότι ήθελε να ησυχάσει επειδή θεωρούσε τόσον τον πατέρα του, όσον και τη μητέρα του υπεύθυνους για όσα υποφέρει. Ο Κατηγορούμενος έτυχε εξέτασης και από ψυχίατρο ο οποίος έκρινε ότι είναι άτομο ευαίσθητο, ευέξαπτο το οποίο έχει επίγνωση της κατάστασης και των συνεπειών των πράξεων του. Στις 19.1.14 ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εναντίον του εξασφαλίστηκε διάταγμα προσωποκράτησης 8 ημερών. Στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας ο Κατηγορούμενος ανέφερε στο Δικαστήριο «έγινε τζιείνη την ώρα, δεν επερίμενα να κάμω έτσι πράγμα». Μέσα στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έγιναν από τον Κατηγορούμενο στις 20.1.14 υποδείξεις σκηνών στη φάρμα του θύματος στο Μένοικο. Από τον Κατηγορούμενο λήφθηκαν δείγματα αίματος και ούρων για σκοπούς διενέργειας χημικών αναλύσεων. Οι σχετικές επιστημονικές εξετάσεις κατέδειξαν ότι στο αίμα του υπήρχε αλκοόλη σε ποσοστό 192mg/dl και μεταβολίτης Τετραϋδροκανναβινόλης που υποδηλώνει λήψη κάνναβης και ή ρητίνης κάνναβης. Από δε το δείγμα ούρων διεπιστώθη θετική ένδειξη σε κανναβινοειδή και οπιοειδή. Επιβεβαιωτική εξέταση των οπιοειδών οδήγησε σε ανίχνευση μορφίνης η οποία αποτελεί μεταβολίτη της ηρωίνης και της κωδεϊνης. Επιβεβαιωτική εξέταση των κανναβινοειδών οδήγησε σε ανίχνευση κάνναβης και ή ρητίνης κάνναβης γεγονός που υποδηλώνει λήψη κάνναβης και ή ρητίνης κάνναβης. Έρευνα στη σκηνή του εγκλήματος αποκάλυψε, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη ενός μπουκαλιού με χάπια, στα οποία με βάση τις χημικές αναλύσεις ανιχνεύθηκαν 18 δισκία μορφίνης που αποτελεί συστατικό της παράνομα παρασκευασθείσας ηρωϊνης όπως αυτή γίνεται με τη διαδικασία της ακετυλίωσης οπίου. Πλήρης αναφορά σε σχέση με τις διαπιστώσεις και τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους γίνεται σε σχετική έκθεση που ετοιμάστηκε για το σκοπο αυτό ημερ. 12.2.14 η οποία κατατέθηκε ενώπιον μας ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με σωρεία σοβαρών αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε στο παρελθόν και εξέτισε ποινές φυλάκισης. Αντίγραφο του ποινικού του μητρώου κατατέθηκε ενώπιον μας ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορούμενου αφού υπογράμμισε το αποτρόπαιο της αφαίρεσης μιας ζωής επεσήμανε ταυτόχρονα την αντίληψη του Κατηγορούμενου για την δεινή θέση στην οποία βρίσκεται ως επίσης και την αντίληψή του για το στυγνό έγκλημα το οποίο είχε διαπράξει. Μεγάλο μέρος της αγόρευσης αναλώθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Αυτές, όπως προέκυψε από τη λεπτομερή και αναλυτική παράθεσή τους, αποτέλεσαν και τη γενεσιουργό αιτία για να αναπτύξει ο Κατηγορούμενος παραβατική συμπεριφορά και να γίνει χρήστης ναρκωτικών και άτομο εξαρτώμενο από το αλκοόλ και, τελικώς, να οδηγηθεί στην απονενοημένη πράξη της αφαίρεσης της ζωής του πατέρα του. Όπως τόνισε ο συνήγορος, το θύμα μετά την καταδίκη του μεγάλου υιού (αδελφού του Κατηγορούμενου) σε ποινή φυλάκισης όταν ο αδελφός του ήταν 16 ετών, μη αποδεχόμενος την κατάληξη αυτή του παιδιού του ξεκίνησε τη χρήση αλκοόλ η οποία στην εξέλιξη του χρόνου μετατράπηκε σε κατάχρηση. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων, όπως εξήγησε, οδήγησε την όλη οικογένεια σε εντάσεις. Κυρίως δε στη χρήση βίας από το θύμα προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας του και ιδιαίτερα στη σύζυγό του την οποία κατηγορούσε ως υπεύθυνη για την κατάληξη του γιου τους, θεωρώντας ότι είχε παραλείψει να δώσει τη σωστή διαπαιδαγώγηση στα παιδιά της. Μάλιστα δε, ένεκα αυτής της συμπεριφοράς και η μητέρα του Κατηγορούμενου βρήκε διέξοδο στη χρήση αλκοόλ. Όπως εξήγησε περαιτέρω ο συνήγορος, ο Κατηγορούμενος δυστυχώς στην εφηβική ηλικία των 13 - 14 βίωνε μέσα στην οικογένεια του έντονους καβγάδες και έντονη βία, ενώ ποτέ του δεν έτυχε οποιασδήποτε φροντίδας και στήριξης ή κατάλληλης διαπαιδαγώγησης από τους γονείς του. Η όλη κατάσταση που επικρατούσε εντός της οικογένειας του οδήγησε το Γραφείο Ευημερίας στην απόφαση να αναλάβει αυτό τη φροντίδα και επίβλεψη του Κατηγορούμενου και του μικρότερου του αδελφού, απομακρύνοντας τους από την οικογενειακή στέγη. Δυστυχώς, όπως εξήγησε ο κύριος Μπίσσας, τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο αδελφός του αντιμετώπισαν την απόρριψη στο χώρο της παιδικής στέγης, γεγονός που τους οδήγησε στην απόφαση να διαφύγουν από εκεί και, τελικώς, να επιστρέψουν στην οικογενειακή τους οικία. Όταν δε επέστρεψαν στην οικογενειακή τους οικία οι σχέσεις των γονέων τους είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο που δεν μπορούσαν πλέον να αποκατασταθούν με αποτέλεσμα να χωρίσουν. Όλα αυτά που περιγράφηκαν από το συνήγορο δημιούργησαν στον Κατηγορούμενο αρνητικά συναισθήματα και, κυρίως, την αίσθηση σε αυτόν ότι αιτία της καταστροφικής πορείας στη ζωή του και των προβλημάτων του ήταν ο πατέρας του. Σε κάποιο στάδιο ο Κατηγορούμενος βιώνοντας τα πιο πάνω άσχημα και τραυματικά γεγονότα, εγκατέλειψε το Γυμνάσιο μετά την ολοκλήρωση της Α΄ Τάξης και οδηγήθηκε στην ανάπτυξη παραβατικής συμπεριφοράς και στη χρήση σκληρών ναρκωτικών και αλκοόλ. Ο συνήγορος αναφέρθηκε και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος λίγες μέρες μετά την αποφυλάκισή του το Μάρτιο του 2013 είχε μετακομίσει στη μάντρα του πατέρα του στο Μένοικο. Όπως εξήγησε, ένεκα ύπαρξης προστριβών μεταξύ του και του θύματος ο Κατηγορούμενος είχε επιστρέψει για λίγο στην οικία της μητέρας του, αλλά επανήλθε εκ νέου στη μάντρα του θύματος. Φτάνοντας δε στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις 18.1.14 ο συνήγορος εξήγησε ότι ενώ ο Κατηγορούμενος ήταν μόνος του στην μάντρα είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ - κάτι που έκανε καθημερινά - και σε σύντομο χρονικό διάστημα έφτασε στη μάντρα ο πατέρας του. Όντας δε ο Κατηγορούμενος υπό την επήρεια αλκοόλ έφερε στο μυαλό του τα τραυματικά παιδικά του χρόνια με αποτέλεσμα να χάσει τη ψυχραιμία του και να χτυπήσει με μαχαίρι το θύμα θεωρώντας τον πατέρα του υπαίτιο για το κατάντημα του. Είναι σε αυτό το σημείο όπου, όπως εξήγησε, απερίσκεπτα επέφερε κτυπήματα στο θύμα με μαχαίρι που, τελικώς, οδήγησαν αυτόν να καταλήξει. Ήταν η εισήγηση του κ. Μπίσσα ότι η διάπραξη του ειδεχθούς εγκλήματος έγινε ενώ ο Κατηγορούμενος βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ. Επισήμανε ταυτόχρονα και το γεγονός ότι υπήρξε συνδυασμός αλκοόλ με κάνναβη, όπως εντοπίστηκε στον οργανισμό του ως αποτέλεσμα των σχετικών χημικών αναλύσεων που είχαν γίνει στον Κατηγορούμενο. Επιπλέον ο κ. Μπίσσας επικαλέστηκε ως ελαφρυντικό στοιχείο τη συναισθηματική φόρτιση κάτω από την οποία τελούσε ο Κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή εφόσον είχαν επανέλθει στην μνήμη του άσχημα βιώματα του, καθώς και τη σωματική βία που είχε δεχτεί από το θύμα σε παιδική ηλικία με αποτέλεσμα να οδηγηθεί, σε μια στιγμή ψυχολογικής αδυναμίας, στην αποτρόπαια πράξη που επέφερε το θάνατο του θύματος. Ως περαιτέρω μετριαστικό παράγοντα ο συνήγορος επικαλέστηκε την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία. Ήταν η τελική του εισήγηση ότι η παρούσα υπόθεση, υπό το φως των περιστατικών όπως τα παρέθεσε και επεξήγησε, δεν εντάσσεται στις περιπτώσεις εκείνες που βρίσκονται στα όρια του φόνου εκ προμελέτης. Απέδωσε δε τις ενέργειες του Κατηγορούμενου σε μια στιγμή αδυναμίας του ενώ αυτός τελούσε εν βρασμώ ψυχής. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και αναδεικνύοντας το γεγονός της μεταμέλειας του Κατηγορούμενου για την πράξη του κάλεσε το Δικαστήριο να του επιβάλει τέτοια ποινή η οποία να μην είναι εξαντλητική. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας σε διάφορες αποφάσεις. Στα πλαίσια της σχετικής νομολογίας τονίστηκε κατ' επανάληψη ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μέγιστο έγκλημα. Η δε τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής αντανακλούν αυτή την αρχή. Η κοινωνία συγκλονίζεται από τέτοιες πράξεις ανθρωποκτόνες και αναμένει ανταπόδοση όχι σαν μέτρο εκδίκησης αλλά σαν μέτρο προστασίας του κοινωνικού συνόλου από πράξεις παρόμοιου είδους. Είναι γι' αυτό το λόγο που το Ανώτατο Δικαστήριο έχει σε πολλές αποφάσεις του τονίσει την ιερότητα της ζωής και την ανάγκη επιβολής ποινών οι οποίες θα προστατεύουν το κοινωνικό σύνολο έχοντας αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τον κατηγορούμενο όσο και για άλλους επίδοξους εγκληματίες.[1] Βέβαια στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη.[2] Όπως τονίστηκε στην Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, το έγκλημα της ανθρωποκτονίας καλύπτει ευρύ φάσμα εγκληματικής συμπεριφοράς με ανάλογες διακυμάνσεις στην τιμωρία των δραστών. Εξ ου και ανασκόπηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας οι ποινές κυμαίνονται μεταξύ 7 και 25 ετών. Ό,τι είναι καθοριστικό σε τελική ανάλυση είναι τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπου δε η αφαίρεση της ζωής είναι το αποτέλεσμα ηθελημένης πράξης δικαιολογείται ποινή πολύχρονης φυλάκισης. Στο βαθμό που είναι ευχερές να διαπιστωθεί μέσα από τη νομολογία μέτρο ή πλαίσιο τιμωρίας για εγκλήματα ανθρωποκτονίας που βρίσκονται στο μεταίχμιο φόνου εκ προμελέτης, αυτό συνίσταται σε φυλάκιση 15 ή περισσοτέρων ετών.[3] Για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας υπάρχει πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διαφωτίζουν ως προ το μέτρο τιμωρίας και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Έχουμε, ωστόσο, κατά νου ότι οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντα ασφαλή καθοδήγηση. Μπορεί από κάποιες προηγούμενες αποφάσεις να διαφαίνεται ότι μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος διατίμησης (ταρίφας). Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως, όμως τονίστηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160 στη σελ.166, με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά τον χρόνο διάπραξής τους. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, 130-131, από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σόλωνα Νικήτα, δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του Δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα ισχύσει η διατίμηση όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Εστιάσαμε την προσοχή μας στα γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα υπόθεση έχοντας κατά νου ότι τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης συνιστούν, κατά πάγια νομολογία, κυρίαρχο παράγοντα στην προσπάθεια ανίχνευσης της σοβαρότητας του αδικήματος και στην κατάταξη της υπό κρίση περίπτωσης στο κατάλληλο φάσμα εγκληματικής συμπεριφοράς. Από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύεται ότι στις πράξεις του Κατηγορουμένου δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο προσχεδιασμού. Συγκεκριμένα μόλις το θύμα επέστρεψε στη φάρμα ο Κατηγορούμενος προφανώς σε μία στιγμή ψυχολογικής αδυναμίας και έχοντας προηγουμένως καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ - όπως έκανε σε καθημερινή βάση - πήρε ένα κουζινομάχαιρο που βρισκόταν στο τραπεζάκι της κουζίνας και επέφερε στο θύμα αριθμό χτυπημάτων που τελικώς τον οδήγησαν στο θάνατο. Βασικά δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί ότι προγραμμάτισε την ενέργεια του, σχεδίασε τη δράση του και εξασφάλισε τα απαραίτητα μέσα, για να επιτύχει το σκοπό του. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι οι επιστημονικές εξετάσεις που ακολούθησαν αποκάλυψαν την ύπαρξη μεγάλης συγκέντρωσης στο αίμα του Κατηγορουμένου αλκοόλ - 192mg/dl - όπως και την ύπαρξη μεταβολίτη τετραϋδροκανναβινόλης η οποία υποδηλώνει λήψη κάνναβης και ή ρητίνης κάνναβης όπως, επίσης, και σε ανίχνευση μορφίνης. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο λογικό συμπέρασμα ότι η παράνομη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν αποτέλεσμα των μειωμένων αντιστάσεων που του επέφερε η κατάσταση μέθης στην οποία τελούσε. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει αναγνωρίσει ότι η μέθη μπορεί να προσμετρήσει ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής αφού εκτιμηθεί μέσα στα υπόλοιπα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία, η εθελούσια μέθη αντικρίζεται υπό το φως των ιδιαιτέρων περιστατικών της κάθε υπόθεσης η εκτίμηση των οποίων είναι ο αποφασιστικός παράγοντας κατάταξης της ή μη ως ελαφρυντικού της ποινής στοιχείου. Όπως έχει τονιστεί στη υπόθεση Pernell κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος[4]. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε ως ιδιαίτερο ελαφρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος ενήργησε υπό την επήρεια αλκοόλ γεγονός που ως θέμα λογικής συνέπειας επηρέασε το αίσθημα αυτοέλεγχου του. Επαναλαμβάνουμε. Τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον μας κρίνουμε ότι στηρίζουν την πιο πάνω κατάληξη μας. Η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών από τον Κατηγορούμενο ή και ναρκωτικών ουσιών αποτέλεσε στοιχείο που δεν συνδέθηκε - με βάση τα ενώπιον μας τεθέντα γεγονότα - με λήψη αυτών προς το σκοπό διευκόλυνσης της υλοποίησης απόφασης για την προσφυγή του Κατηγορούμενου στην απονενοημένη πράξη του. Περαιτέρω άλλο στοιχείο που κληθήκαμε να λάβουμε υπόψη είναι και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο τελούσε υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση ένεκα των τραυματικών εμπειριών που έζησε από μικρός και τις οποίες έφερε τη δεδομένη στιγμή στο μυαλό του. Αυτές τις απέδιδε, όπως επισημάνθηκε, κατά κύριο λόγο στον πατέρα του τον οποίο και θεωρούσε την αιτία για το κατάντημα που είχε στη ζωή του ο Κατηγορούμενος. Αυτά αναφέρονται, όπως επεσήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης, και στη θεληματική κατάθεση που ο Κατηγορούμενος έδωσε στην Αστυνομία στην οποία τόνισε, ότι χτύπησε το θύμα με μαχαίρι για να ησυχάσει ο ίδιος γιατί, για τα όσα υποφέρει, θεωρούσε ότι υπαίτιος ήταν ο πατέρας του. Επισημαίνουμε ότι, όπως προέκυψε από τα ενώπιον μας γεγονότα και τα όσα επεξήγησε στην αγόρευσή του ο συνήγορος Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος είχε αποφυλακιστεί τον Μάρτιο του 2013, και αφού απερρίφθη από τη μητέρα και τα αδέλφια του, μη έχοντας που αλλού να πάει, κατέληξε να διαμένει με τον πατέρα του, ένα άτομο που συνέχιζε - όπως και παλαιότερα, να κάνει χρήση αλκοόλ. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο που ο τρόπος ζωής και η συμπεριφορά του θύματος «ξύπνησαν» στον Κατηγορούμενο παλιές άσχημες αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων όπου έβλεπε ένα πατέρα παραδομένο στη χρήση αλκοόλ και ανήμπορο να τον στηρίξει και να τον βοηθήσει σε ένα στάδιο που, ίσως, ο Κατηγορούμενος να επιθυμούσε πλέον μια σταθερότητα στη ζωή του και μια νέα αρχή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603 η νομολογία αναγνωρίζει ότι η συναισθηματική φόρτιση και ένταση από την οποία διακατέχεται ο δράστης του εγκλήματος όταν διαπράττει ένα έγκλημα συνιστά παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Ο λόγος, τονίστηκε, έγκειται στην αποδυνάμωση κάτω από την ένταση των μηχανισμών αυτοελέγχου που τείνουν να καταστείλουν την οργή και να μετριάσουν το πάθος[5]. Στη βάση όλων των πιο πάνω θεωρούμε ότι η συναισθηματική φόρτιση κάτω από την οποία λειτούργησε ο Κατηγορούμενος μετριάζει σε κάποιο βαθμό τη σοβαρότητα του εγκλήματος που διέπραξε. Ουσιαστικά συμφωνούμε δηλαδή ότι η χρήση αλκοόλης και κάνναβης σε συνδυασμό με την συναισθηματική φόρτιση αποτέλεσαν κατά τη δεδομένη στιγμή ένα εκρηκτικό μείγμα το οποίο αποδυνάμωσε τις όποιες αναστολές και όπλισε τα χέρια του Κατηγορούμενου με το μαχαίρι το οποίο επέφερε το ειδεχθές αποτέλεσμα. Με βάση τα προηγηθέντα θεωρούμε ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος στην υπό κρίση υπόθεση και το σύνολο όλων των πιο πάνω δεδομένων δεν την εντάσσουν στην περίπτωση εκείνη που βρίσκεται στα όρια του φόνου εκ προμελέτης. Απ' όλα τα πιο πάνω διεφάνη ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς προσχεδιασμό των πράξεών του σε μια στιγμή ψυχολογικής αδυναμίας και μειωμένου αυτοελέγχου αλλά και έντονης συναισθηματικής φόρτισης από την ανάκληση παλαιών τραυματικών βιωμάτων που συνδέονταν με τη στάση και συμπεριφορά του πατέρα του έναντι του και της οικογένειάς του γενικότερα. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη ως στοιχείο μετριασμού το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ομολόγησε εξαρχής ότι αυτός σκότωσε το θύμα. Μάλιστα, ελάχιστα λεπτά μετά την αποτρόπαια πράξη του ο ίδιος τηλεφώνησε στο 112 αποκαλύπτοντας ότι είχε σκοτώσει τον πατέρα του. Επίσης το γεγονός ότι αμέσως μετά την προσθήκη της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας και την αναστολή της κατηγορίας του φόνου εκ προμελέτης ο Κατηγορούμενος προέβη σε άμεση παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζουν ότι η παραδοχή του Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο προς όφελος του ως ένδειξη μεταμέλειας και συντριβής για την παράνομη του πράξη.[6] Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 η παραδοχή ενός Κατηγορούμενου θα «πρέπει να αμοίβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αυτό αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης.». Υπενθυμίζουμε εδώ την πάγια αρχή ότι στην περίπτωση σοβαρών αδικημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα. Όσον αφορά δε τη διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, που αποτελεί μια άλλη ουσιώδη αρχή που εφαρμόζεται στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, έχει νομολογηθεί ότι δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος, ούτε του στοιχείου αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση και αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή.[7] Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη τα όσα ανέφερε ο συνήγορος Υπεράσπισης αλλά και το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε γι΄ αυτόν. Πρόκειται αναμφίβολα για περίπτωση ιδιαίτερα θλιβερή. Χωρίς αμφιβολία στη βάση των όσων με σαφήνεια και εμπεριστατωμένο τρόπο ανέφερε στα πλαίσια της αγόρευσης του ο συνήγορος Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος βίωσε ιδιαίτερα τραυματικές εμπειρίες στα παιδικά του χρόνια, χωρίς ποτέ να έχει οποιοδήποτε στήριγμα ή συμπαράσταση από τους γονείς του. Αντίθετα, υπήρξε παντελής έλλειψη οικογενειακής θαλπωρής και ακατάλληλο περιβάλλον για να τύχει της οποιασδήποτε στοιχειώδους ανατροφής και διαπαιδαγώγησης. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με σωρεία προηγούμενων καταδικών οι οποίες μάλιστα αφορούν και αναφέρονται σε σοβαρής φύσης αδικήματα (π.χ. εμπρησμός, τραυματισμός, ένοπλη ληστεία). Κάποια δε από αυτά σημειώνουμε ότι ενέχουν το στοιχείο της βίας Μάλιστα όπως προέκυψε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, ο Κατηγορούμενος σχετικά προσφάτως έχει αποφυλακιστεί και συγκεκριμένα το Μάρτιο του 2013 - μόλις 9 περίπου μήνες πριν τη διάπραξη του επιδίκου εγκλήματος. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αποστερεί από τον Κατηγορούμενο την επιείκεια εκείνη που ένα Δικαστήριο θα ήταν διαφορετικά διατεθειμένο να επιδείξει. Τούτου λεχθέντος επισημαίνουμε παράλληλα τη νομολογιακή αρχή ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών δεν πρέπει από την άλλη να χρησιμοποιείται ως δικαιολογούσα τέτοια ποινή που θα έδιδε την εντύπωση ότι ο δράστης τιμωρείται για δεύτερη φορά[8]. Εκείνο το οποίο βασικά προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο Κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει τη μείωση την οποία θα είχε ως Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο. Από την άλλη, ωστόσο, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρημένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών ενός Κατηγορουμένου, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος[9]. Είναι λοιπόν μέσα σε αυτά τα πλαίσια που θα ληφθούν υπόψη οι προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου δηλαδή του περιορισμού του βαθμού επιείκειας που θα μπορούσε στην περίπτωση ενός Κατηγορουμένου με λευκό ποινικό μητρώο να επιδειχθεί. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω και έχοντας εξετάσει με τη δέουσα προσοχή όλους τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 15 ετών. H έκτιση της ποινής να αρχίζει από τις 27.1.14 ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε Fostieri v. Republic
(1969)2 C.L.R. 105, 111, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 231, Περικλή ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 524, Ηλιάδης ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 6. [2] Δέστε Αντρέας Αιμιλίου Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 231. [3] Δέστε Αdamos Pantelis v. The Republic
(1969)2 C.L.R. 92, Christofis Demetris Hourris v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 206, Georghios Aristidou v. The Republic
(1967)2 C.L.R.43. [4] Δέστε Police v. Ioannou
(1989)2 A.A.Δ. 61, Γ.Ε. ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194, Yeates κ.α. ν. Αστυνομία
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Γεώργιος Μωϋσίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 34, Μελανίτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 309, Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50. [5] Δέστε Έλενας κ.α.. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ.
- [6] Δέστε, μεταξύ άλλων, το Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ.65-
- [7] Δέστε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603. [8] Δέστε Νίκη Τσιάκκα και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282. [9] Δέστε Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου άλλως Καμμουγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο