Δημοκρατία ν. Aλέξη Μαυρομιχάλη, Αρ. Υπόθεσης: 790/14, 10/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 790/14 Δημοκρατία v. Aλέξη Μαυρομιχάλη Κατηγορούμενου ------------------------------------ Ημερομηνία: 10 Απριλίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Χρ. Κυθραιώτου (κα Ευθυβούλου για ν΄ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Πελεκάνος Κατηγορούμενος παρών ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση 4 κατηγορίες συμφώνως του κατηγορητηρίου που έχει καταχωρηθεί χθες ενώπιον μας. Πρόκειται για μια κατηγορία για συνωμοσία για φόνο, δύο κατηγορίες για απόπειρα φόνου και μια κατηγορία για απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες. Μετά την απαγγελία των εν λόγω κατηγοριών και αφού ο Κατηγορούμενος απάντησε σε όλες μη παραδοχή το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 13 Μαίου
- Μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση υπήρξε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής αίτημα για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία που ορίσθη για ακρόαση. Στο αίτημα αυτό ενέστη η Υπεράσπιση. Μαρτυρία Τα αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής ουσιαστικά στηρίχθηκε στον κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου για να αντιμετωπίσει την δίκη του στις 13.5.
- Για τους σκοπούς υποστήριξης του αιτήματος της η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε τη μαρτυρία 2 μαρτύρων. Του Υπ/μου Ιωάννη Γιωρκάτζιη (Μ.Κ.1) και του Αστυνόμου Α' Γιαννάκη Χαραλάμπους (Μ.Κ.2). Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 βασικά αφορούσε τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από πλευράς Αστυνομίας για σκοπούς σύλληψης του Κατηγορούμενου. Αποτελεί κοινό τόπο ότι στις 16.4.10 είχε εκδοθεί Ένταλμα Σύλληψης και Ένταλμα Ερεύνης εναντίον του Κατηγορούμενου όπως και Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης στις 18.4.10 στα πλαίσια άλλης υπόθεσης που διερευνάτο από την Αστυνομία. Επίσης κοινό τόπο αποτελεί και το ότι εξεδόθη εναντίον του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης Ένταλμα Σύλληψης ημερ. 24.4.10 και στη συνέχεια στις 28.4.10 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Τέλος είναι κοινώς αποδεκτό ότι, τελικώς, ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 17.3.14 ημερομηνία κατά την οποία εκτελέσθηκαν τα Εντάλματα Σύλληψης που εκκρεμούσαν. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 στις 21.4.10 είχε προκύψει γραπτή μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος εμπλέκετο στην παρούσα υπόθεση. Πρόκειται συγκεκριμένα για την κατάθεση του Μ.Κ.43 Γιώργου Χριστοδούλου άλλως Ζαβράντωνα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α). Από δε τις 16.4.10 ο Κατηγορούμενος αναζητείτο για την άλλη υπόθεση (8060/10). Έγινε δε έρευνα στο σπίτι του Κατηγορούμενου και αυτός δεν εντοπίστηκε. Υπήρχαν δε πληροφορίες ότι ευρίσκετο στο εξωτερικό. Η Αστυνομία μέσα στα πλαίσια των προσπαθειών της για εντοπισμό του Κατηγορούμενου δημοσίευσε φωτογραφίες σ' όλους τους Αστυνομικούς Σταθμούς, ενημέρωσε τα ΜΜΕ ενώ από τις 14.11.12 η φωτογραφία του Κατηγορούμενου ήταν στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας ως άτομο καταζητούμενο. Από την αντεξέταση του Μ.Κ.1 προέκυψε περαιτέρω ότι πιο πριν στις 22.3.10 ο Κατηγορούμενος είχε συλληφθεί στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης κατόπιν σχετικού Εντάλματος Σύλληψης και ότι στη συνέχεια παρέμεινε υπό κράτηση για 6 μέρες αφού εξασφαλίστηκε από το Δικαστήριο Διάταγμα προσωποκράτησης του. Στη συνέχεια δε και συγκεκριμένα στις 29.3.10 απελύθη. Ο Μ.Κ.2 έδωσε μαρτυρία για δύο βασικά ζητήματα. Το ένα αφορούσε την ενημέρωση που είχε για τη σημερινή κατάσταση της υγείας του Μ.Κ.43 Γ. Χριστοδούλου άλλως Ζαβράντωνας και το άλλο τις επαφές και αλληλογραφία που είχε με το δικηγόρο του Κατηγορούμενου από τον Οκτώβριο 2013 μέχρι που εκτελέστηκε το Ένταλμα Σύλληψης που εκκρεμούσε σε βάρος του Κατηγορούμενου. Σ΄ ό,τι αφορά το πρώτο θέμα η πληροφόρηση που είχε ήταν ότι αυτή είναι σοβαρή αλλά εξελίσσεται ομαλά. Επίσης ότι σε 10-15 μέρες θα γίνει ιατροσυμβούλιο για αξιολόγηση της κατάστασης της υγείας του Μ.Κ.43 και ότι σε κάποιο στάδιο θα του διενεργηθεί νέα χειρουργική επέμβαση για σκοπούς αφαίρεσης βλήματος σφαίρας. Σε σχέση με το δεύτερο θέμα που κάλυψε η μαρτυρία του ανέφερε ότι ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου τον είχε ενημερώσει ότι ο πελάτης του προτίθετο να επιστρέψει στην Κύπρο και αναφέρθηκε στην ανταλλαγείσα μεταξύ τους αλληλογραφία. Εξήγησε ότι, όπως ο ίδιος είχε αντιληφθεί, ο Κατηγορούμενος προτίθετο να επιστρέψει στην Κύπρο για να αποδείξει την αθωότητά του και ότι, παράλληλα, επιθυμούσε να μην υποβληθεί αίτημα από την Αστυνομία για την κράτησή του. Όλη η αλληλογραφία που αντηλλάγη τέθηκε ενώπιον μας. Πρόκειται για τα Τεκμήρια Ε, ΣΤ, Ζ, Θ, Ι. Αγορεύσεις Μετά την ολοκλήρωση προσκόμισης της μαρτυρίας αμφότερες οι διάδικες πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η κα Κυθραιώτου, αφού αναφέρθηκε στους αντικειμενικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη προς το σκοπό εξέτασης του κινδύνου φυγοδικίας επί του οποίου στήριξε, όπως ήδη αναφέραμε πιο πάνω, το αίτημα κράτησης επεσήμανε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος όπως και το ενδεχόμενο επιβολής, σε περίπτωση καταδίκης, αυστηρών ποινών. Σ΄ ό,τι αφορά τον παράγοντα που αναφέρεται στην πιθανότητα καταδίκης εισηγήθηκε με αναφορά στην κατάθεση του Μ.Κ.43 ημερ. 21.4.10 (Τεκμήριο Α) ότι εξεταζόμενο το μαρτυρικό υλικό στην όψη του στοιχειοθετεί την πιθανότητα καταδίκης. Ήταν η εισήγηση της κ. Κυθραιώτου ότι το γεγονός ότι από τον Απρίλιο του 2010 ο Κατηγορούμενος αναζητείται για περίοδο περίπου 3½ ετών, δηλαδή για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι το σταδίου που υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου του και της Αστυνομίας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα εκκρεμούσαν τα εκδοθέντα εναντίον του Εντάλματα Σύλληψης - για τα οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι είχε γνώση - δεν μπορεί να εξαλείψει τον κίνδυνο της φυγοδικίας. Υπογράμμισε δε ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία προέκυψε ότι έγιναν ενέργειες από πλευράς Αστυνομίας για τον εντοπισμό του Κατηγορούμενου οι οποίες δεν ανεστάλησαν. Υποστήριξε, επίσης, με αναφορά και σε σχετική νομολογία ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι Κύπριος με δεσμούς εδώ δεν μπορεί να απομονωθεί από τα υπόλοιπα δεδομένα τονίζοντας παράλληλα την πάγια νομολογιακή αρχή ότι όσο πιο σοβαρή είναι η κατηγορία τόσο μεγαλύτερο είναι το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να διαφύγει. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής σχολίασε και το θέμα χειρισμού που έτυχε ο Κ. Νεοκλέους υποστηρίζοντας ότι, όπως προέκυψε, υπήρχαν στην περίπτωση του άλλα δεδομένα εφόσον η μαρτυρία εναντίον του ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη που υπήρχε εναντίον του Κατηγορούμενου. Σε ό,τι αφορά το γεγονός της αυτόβουλης επιστροφής του Κατηγορουμένου από το εξωτερικό λαμβάνοντας υπόψη το πότε χρονικά έχει συντελεστεί υποστήριξε ότι διακρίνεται από περιπτώσεις που απασχόλησαν τη νομολογία μας και στις οποίες έκανε αναφορά όπου ο Κατηγορούμενος είχε επιστρέψει από το εξωτερικό αμέσως μετά την πληροφόρηση του ότι εκκρεμούσε εναντίον του υπόθεση που διερευνάτο. Ο κ. Πελεκάνος, στη δική του αγόρευση υποστήριξε ότι από το μαρτυρικό υλικό αξιολογούμενο αυτό στην όψη του διαφαίνεται εύλογη προσδοκία αθώωσης του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα παρέπεμψε στη μαρτυρία συναυτουργού, ήτοι στις δύο καταθέσεις που έδωσε ο Μ.Κ.43 ήτοι αυτή ημερ. 22.3.10 (Τεκμήριο Μ) και η μεταγενέστερη ημερ. 21.4.10 (Τεκμήριο Α) οι οποίες, όπως τόνισε, έρχονται σε πλήρη αντίθεση μεταξύ τους. Επιπλέον ο κ. Πελεκάνος αναφέρθηκε στη μεταχείριση που έτυχε από πλευράς Αστυνομίας τρίτο πρόσωπο το οποίο και αυτό εμπλέκετο στα ίδια αδικήματα όπως και ο Κατηγορούμενος ονόματι Κ. Νεοκλέους. Ήταν η θέση του ότι διαφαίνονται αλλότρια κίνητρα εναντίον του Κατηγορουμένου στηριζόμενος στο γεγονός ότι στην περίπτωσή του Κ. Νεοκλέους δεν είχε ζητήσει η Αστυνομία την κράτηση ενώ, τελικώς, η υπόθεση εναντίον του ανεστάλη. Σ' ό,τι αφορά τον κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορουμένου στη δίκη ο κ. Πελεκάνος υποστήριξε ότι με δεδομένο ότι κατόπιν 6 μηνών ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ του δικηγόρου του και της Αστυνομίας και ενώ απορρίφθηκε το αίτημα του να μην ζητηθεί η κράτηση του από την Αστυνομία αυτός επέστρεψε στην Κύπρο οικειοθελώς, προκύπτει ότι δεν είναι άτομο που αναμένεται να φυγοδικήσει. Αναφορά έκανε και στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου επισημαίνοντας ότι είναι πατέρας 3 παιδιών 2, 15 και 20 χρόνων των οποίων είναι ο προστάτης. Επίσης αναφέρθηκε και στην κατάσταση της υγείας του παρουσιάζοντας για το σκοπό αυτό σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο Ν). Ένα επιπρόσθετο θέμα που αναφέρθηκε στην αγόρευσή του κ. Πελεκάνου ήταν και το ζήτημα του χρόνου υποστηρίζοντας ότι με τα δεδομένα που τέθηκαν σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του Μ.Κ.43 δεν μπορεί ένας να γνωρίζει πότε θα είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά το ότι αναγνώρισε ότι ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι τις 13.5.14, που είναι η ημερομηνία που όρισε το Δικαστήριο για την έναρξη της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης, είναι εύλογος. Νομική Πτυχή Η στέρηση της ελευθερίας Κατηγορούμενου σε ποινική υπόθεση προτού δικαστεί συνιστά εξαιρετικό μέτρο. Κάθε Κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να παραμείνει ελεύθερος εκτός αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της κράτησης του οπότε δικαιολογείται εξαίρεση από τον κανόνα. Το Δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος θα παραμείνει ελεύθερος ή θα τεθεί υπό κράτηση σταθμίζει τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης στη βάση των καθιερωμένων από τη νομολογία κριτηρίων. Το ερώτημα αν ένας Κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του εξετάζεται με αναφορά: (α) Στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο (β) Στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) Στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν αλλά δύνανται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο να επενεργήσουν κατά τρόπο που δικαιολογούν την κράτηση[1]. Όσον αφορά δε τον κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στη δίκη η ύπαρξη του δυνατόν να μπορεί να διαπιστωθεί και στη βάση συγκεκριμένων εγγενών στοιχείων της ίδιας της υπόθεσης την οποία αυτός αντιμετωπίζει. Αυτά αναφέρονται: (α) στη σοβαρότητα του αδικήματος αντικειμένου της κατηγορίας (β) στην εκτιμούμενη πιθανότητα για καταδίκη του, με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία και (γ) στην αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί. Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της[2]. Σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα, δηλ. χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το δε εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος[3]. Άλλοι σχετικοί παράγοντες που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται[4], όπως επίσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου μπορούν να ληφθούν υπόψη, χωρίς όμως όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης[5]. Η στάθμιση όλων αυτών των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά. Στη στάθμιση αυτή αποτιμάται και ο παράγοντας του χρόνου ο οποίος συνιστά στοιχείο που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο καθόσον αφορά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και επομένως και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη[6]. Εξέταση παραγόντων Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος της προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής σε περίπτωση καταδίκης του. Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα είναι πολύ σοβαρές ώστε σε περίπτωση καταδίκης θα επιφέρουν αναπόφευκτα (και ανάλογα βέβαια με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορουμένου) πολυετή ποινή φυλάκισης. Τούτου δοθέντος η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη. Όπως έχει αναγνωρισθεί στη νομολογία όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του[7]. Όσον αφορά στο θέμα της πιθανότητας καταδίκης τονίζουμε ότι εξετάζοντας το δεν προβαίνουμε με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τις κατηγορίες, έργο που επιτελείται στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο.» Τονίζουμε ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ούτε και μπορεί να εξεταστεί η οποιαδήποτε βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις καταθέσεις που ενοχοποιούν τον Κατηγορούμενο. Σε ό,τι αφορά το μαρτυρικό υλικό που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο επισημαίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αναφερθεί στην κατάθεση του Γιώργου Χριστοδούλου ημερ. 21.4.10. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας και η επισήμανση της Υπεράσπισης ότι από τον ίδιο μάρτυρα υπήρξε σε προγενέστερο στάδιο άλλη κατάθεση ημερ. 22.3.10 η οποία δεν εμπλέκει τον Κατηγορούμενο. Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 στο στάδιο που ένα Δικαστήριο αποφασίζει ζήτημα κράτησης: «... δεν εξετάζεται αν παρουσιάστηκε ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως εισηγήθηκαν οι δικηγόροι των εφεσειόντων, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη.». Παρόμοια, στην Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 423, επαναλήφθηκε ότι δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε δε ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του Κατηγορούμενου.» Το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και τέθηκε ενώπιον μας μέσω των Τεκμηρίων Α και Μ εκτιμάται μόνο στην όψη του και χωρίς οποιοδήποτε συμπέρασμα, χωρίς οριστικές διαπιστώσεις, με ένα μόνο σκοπό. Να διαπιστώσουμε κατά πόσο πιθανολογείται στη βάση αυτών των μαρτυριών καταδίκη και, βεβαίως, χωρίς να υπεισερχόμαστε σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας του μάρτυρα, αντιφάσεων κ.λ.π ζητήματα τα οποία ανάγονται στο πεδίο εξέτασης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης[8]. Στο παρόν στάδιο συνοψίζοντας το Τεκμήριο Α σημειώνουμε ότι στην κατάθεση του αυτή ο Ζαβράντωνας αναφέρεται σε μελέτη, σχεδιασμό και οργάνωση από τον Κατηγορούμενο της τοποθέτησης εκρηκτικού μηχανισμού (βόμβας) μέσω άλλου προσώπου σε όχημα στο οποίο επέβαινε ο Ανδρέας Γρηγορίου (θύμα). Υπό το φως των ως άνω διαπιστώσεων είναι εμφανές ότι ικανοποιείται και αυτός ο παράγοντας ενόψει του ότι σ΄ αυτό το στάδιο η μαρτυρία που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο είναι επαρκής για να πιθανολογήσει καταδίκη. Δεν είναι, βεβαίως, κατάλληλο το παρόν στάδιο για να γίνονται εικασίες ως προς το πώς η μαρτυρία αυτή θα αξιοποιηθεί στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Σημασία έχει ότι η μαρτυρία αυτή είναι υπαρκτή και δεδομένη. Για την εξέταση της παραμέτρου της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί αναφέρουμε ότι, σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα, βεβαίως, με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορούμενου αναμένεται η επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Το θέμα το οποίο πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί είναι η εισήγηση ότι η οικειοθελής επιστροφή του Κατηγορούμενου στην Κύπρο σε συνδυασμό με την οικογενειακή του κατάσταση συνιστούν εχέγγυα ότι δεν θα φυγοδικήσει. Σ΄ αυτό το πλαίσιο λέμε ότι εκτιμώντας τον κίνδυνο ο Κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη του οι προσωπικές περιστάσεις του και η σχέση του με την Κύπρο λόγω καταγωγής, οικογένειας και εργασίας λαμβάνονται υπόψη[9]. Όσον αφορά τους δεσμούς του Κατηγορούμενου με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Η σημασία, βεβαίως, της ύπαρξης δεσμών με την χώρα στην οποία διώκεται ένας Κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του Κατηγορούμενου στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο Κατηγορούμενος τη δίκη του. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και τα όσα περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο Ν τα οποία έχουμε υπόψη μας. Πριν από οτιδήποτε άλλο πρέπει να τονίσουμε ότι δεν υπήρχε ιδιαίτερη αμφισβήτηση γεγονότων στην παρούσα υπόθεση. Πέραν τούτου λέμε ότι οι Μ.Κ.1 και 2 υπήρξαν συνεπείς και σταθεροί στη μαρτυρία τους και κρίνονται αξιόπιστοι. Με στόχο να υποστηρίξει την εισήγηση της για την μη ύπαρξη κίνδυνου φυγοδικίας ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από πλευράς Υπεράσπισης στην ανταλλαγείσα με την Αστυνομία αλληλογραφία και γενικά τις επαφές που υπήρξαν. Από τα ενώπιον μας τεθέντα στοιχεία προκύπτουν τα πιο κάτω: Ο κ. Πελεκάνος παρουσίασε την αρχική κατάθεση του Μ.Κ.43 Ζαβράντωνα ως Τεκμήριο Μ. Αυτή δόθηκε στις 22.3.10 και όντως δεν εμπεριέχει αναφορά στον Κατηγορούμενο, ο οποίος αφέθηκε τελικά ελεύθερος στις 29.3.
- Στις 15.4.10 όμως συνελήφθησαν τα 7 πρόσωπα για την άλλη υπόθεση (8060/10) και στις 16.4.10, όταν πλέον προέκυψε μαρτυρία εναντίον του νυν Κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και αυτός δεν εντοπίζετο, με αστραπιαία συνέπεια την έκδοση και Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στις 18.4.10 και επείγουσες προσπάθειες ανακοπής του στην Ελλάδα (επικοινωνίες με Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία), οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν εξαιτίας μικρής καθυστέρησης στην έκδοση και διαβίβαση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Εν σχέσει με την παρούσα, τελικά, ο Μ.Κ.43 Ζαβράντωνας έδωσε τη δεύτερη κατάθεση του στις 21.4.10 Τεκμήριο Α, στην οποίαν ενέπλεξε τόσον τον Κατηγορούμενο όσον και κάποιον Κυριάκο Νεοκλέους. Εναντίον του τελευταίου είχε καταχωριστεί η ποινική υπόθεση υπ' αρ. 25460/10 η οποία ανεστάλη αργότερα. Για τον νυν Κατηγορούμενο εκδόθηκε για σκοπούς διερεύνησης Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης στις 24.4.10 και ακολούθως Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης στις 28.4.10 και έκτοτε αναζητείτο (Τεκμήρια Β και Γ). Περί τις αρχές Οκτωβρίου 2013 άρχισαν οι επαφές του συνήγορου του Κατηγορούμενου κ. Πελεκάνου με το Αρχηγείο Αστυνομίας. Συγκεκριμένα υπήρξε τηλεφωνική συνομιλία και στις 24.10.13 ο κ. Πελεκάνος απευθύνθηκε για πρώτη φορά και γραπτώς με το Τεκμήριο Ε. Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί είναι πως μέσα από το Τεκμήριο Ε προκύπτουν στοιχεία περί γνώσης από πλευράς Κατηγορούμενου για την ύπαρξη Εθνικού και Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Η φράση «....διαφαίνεται να εκκρεμούν εντάλματα σύλληψης καθώς και Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον του πελάτη μας» ως θέμα κοινής λογικής δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε λιγότερο. Άλλωστε οποιοσδήποτε έχει παντελή άγνοια και πιστεύει ότι δεν εκκρεμεί οτιδήποτε εναντίον του, μάλιστα κατά τρόπον που θεωρεί ότι δικαιούται να ταξιδεύει ελεύθερα δεν έχει και λόγο να αποτείνεται στην Αστυνομία για τέτοια προληπτική διερεύνηση. Εν πάση δε περιπτώσει ακόμα και η διαφοροποίηση την οποία επιχείρησε ο κ. Πελεκάνος κατά την αγόρευση (ότι δηλαδή ήταν «ενδεχόμενο» να υπάρχουν και Εντάλματα και γι αυτό δικαιολογείτο η επιστολή) θεωρούμε ότι από μόνης της πληροί το κριτήριο που έθεσε η Τουμάζου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 243/13, ημερ. 6.2.14 όπως αυτό διευκρινίστηκε στην Μαυρομιχάλη ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 62/14, ημερ. 9.4.14 ότι δηλ. «..γνωρίζοντας για το ενδεχόμενο ύπαρξης εντάλματος σύλληψης εναντίον του, προσπάθησε να αποφύγει τη σύλληψη». (δική μας υπογράμμιση) Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από το ότι στη συνέχεια του Τεκμηρίου Ε γίνεται σαφής αναφορά στην υποθ. 8060/10 (Κακουργιοδικείου Λευκωσίας) η οποία αφορούσε και τον Κατηγορούμενο και προφανώς ήταν αυτή για την οποία εκδόθηκε το Ένταλμα Σύλληψης ημερ. 16.4.10 και το πρώτο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης στις 18.4.
- Εκείνο που συνάγεται από το καταληκτικό μέρος του Τεκμηρίου Ε είναι ότι ζητείται κάποια επιβεβαίωση για την ύπαρξη ενταλμάτων και, κυρίως, ζητείται διευθέτηση προς αποφυγή χρονοβόρων διαδικασιών έκδοσης, χωρίς, όμως, να διευκρινίζεται για ποιο λόγο δεν επέστρεψε ο Κατηγορούμενος αμέσως εάν πρόθεσή του ήταν να θέσει τον εαυτό του στη διάθεση των αρμοδίων υπηρεσιών της Δημοκρατίας, (όπως αναφέρεται) πράγμα που θα καθιστούσε αφ' εαυτού αχρείαστες τέτοιες διαδικασίες. Ακολούθησε η συνάντηση του κ. Πελεκάνου με τον Αστυνόμο Χαραλάμπους στις 14.11.13 και εκεί ξεκαθάρισε τι ήταν αυτό που ζητούσε ο Κατηγορούμενος. Με δεδομένο ότι στην υπόθεση εναντίον του Νεοκλέους είχαν τεθεί όροι (αντί κράτησης) και εν τέλει είχε ανασταλεί, ο κ. Πελεκάνος ζητούσε όπως τύχει παρόμοιας μεταχείρισης και ο Κατηγορούμενος, με βασικό επιχείρημα ότι η μαρτυρία προερχόταν από το ίδιο πρόσωπο (Ζαβράντωνα). Η Αστυνομία έθεσε το θέμα στον Γενικό Εισαγγελέα. Μέχρι, όμως, να ληφθεί απόφαση ο κ. Πελεκάνος απέστειλε και νέα επιστολή στις 30.12.13 Τεκμήριο ΣΤ, ζητώντας από την Αστυνομία να τοποθετηθεί «γραπτώς» στα παλαιότερα ερωτήματα. Η απάντηση του Αστυνόμου Χαραλάμπους ημερ. 14.1.14, Τεκμήριο Ζ, ήταν πολύ σύντομη λέγοντας ότι το θέμα τέθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα και κατόπιν τούτου το αίτημα δεν γινόταν αποδεκτό. Όπως εξήγησε ο Αστυνόμος κ. Χαραλάμπους με αυτό εννοείτο το αίτημα του Κατηγορούμενου να παραμείνει ελεύθερος. Ο κ. Πελεκάνος με νεώτερη επιστολή ημερ. 23.1.14 Τεκμήριο Η επέμεινε ότι το Τεκμήριο Ζ δεν απαντούσε στα ερωτήματα, οπότε ο Αστυνόμος Χαραλάμπους στις 29.1.14, Τεκμήριο Θ, τον ενημέρωσε και γραπτώς για την ύπαρξη 2 Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης, εκ των οποίων το ένα για την παρούσα. Στην τελευταία του επιστολή ημερ. 10.2.14 ο κ. Πελεκάνος (Τεκμήριο Ι) αφήνει να νοηθεί ότι ενδεχομένως να ενημερώθηκε από τις 14.11.13 για τα δύο Ευρωπαϊκά Εντάλματα αλλά να μην το θυμάται. Δεν θεωρούμε ότι ο Αστυνόμος Χαραλάμπους είχε λόγο να ψεύδεται επ' αυτού του θέματος. Άλλωστε το πιο λογικό είναι πως υπήρξε ολοκληρωμένη συζήτηση στις 14.11.13 και μάλιστα συγκεκριμένο αίτημα το οποίο διαβιβάστηκε στον Γενικόν Εισαγγελέα περί τις αρχές του
- Χωρίς συζήτηση για τις εκκρεμείς υποθέσεις δεν θα υπήρχε βάση για υποβολή αιτήματος να αφεθεί ελεύθερος ο Κατηγορούμενος. Έχει δε τη σημασία του το το ότι ο κ. Πελεκάνος αυτό που απαιτούσε συνεχώς (όπως εξηγεί στο Τεκμήριο Ι) ήταν να τοποθετηθεί η Αστυνομία «... και γραπτώς», πράγμα που υπονοεί ότι υπήρξε ήδη προφορική συζήτηση. Τέλος αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στις 17.3.14 με επιστολή του κ. Πελεκάνου η Αστυνομία ενημερώθηκε ότι την ίδια μέρα θα έφθανε στην Κύπρο από την Αθήνα ο Κατηγορούμενος οπότε και συνελήφθηκε. Πριν την άφιξη αυτή ο Ζαβράντωνας ενεπλάκη σε πυροβολισμούς με άλλο πρόσωπο και συνεπεία τραυματισμού του έκτοτε νοσηλεύεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Δεν θεωρούμε ότι μέσα από την πιο πάνω αλληλογραφία μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για αλλότρια κίνητρα. Δεν έχει προκύψει ότι η Αστυνομία δεν απαντούσε στις επιστολές αλλά ούτε και ότι δεν ήθελαν τον Κατηγορούμενο στην Κύπρο, όπως εισηγήθηκε ο κ. Πελεκάνος. Αντιθέτως αυτό που προκύπτει είναι πως ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να διαπραγματευθεί την επιστροφή του μετά από 4 έτη έχοντας - όπως ανέφερε και ο συνήγορος του αγορεύοντας - την προσδοκία ότι θα ανεστέλλετο η παρούσα και για τον ίδιο ή τουλάχιστον θα παρέμενε ελεύθερος. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία αναφορικά με τις προσπάθειες που κατέβαλε η Αστυνομία για εντοπισμό του Κατηγορούμενου μέχρι που ξεκίνησε η αλληλογραφία των δικηγόρων του με την Αστυνομία στην οποία ενημέρωνε για την πρόθεση του πελάτη του να επιστρέψει από το εξωτερικό ζητώντας ταυτόχρονα τη συζήτηση κάποιου διακανονισμού με σκοπό την μη υποβολή από μέρους της Αστυνομίας αιτήματος για την κράτηση του. Με δεδομένο το πλαίσιο των γεγονότων που αναφέρθηκαν πιο πάνω προκύπτει ότι μετά την εξασφάλιση της κατάθεσης του Ζαβράντωνα ημερ. 21.4.10 (Τεκμήριο Α) η Αστυνομία προχώρησε στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου στις 24.4.10 και εν συνεχεία σε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης στις 28.4.
- Παρά δε τις προσπάθειες της Αστυνομίας αυτά δεν εκτελέστηκαν. Κατέστη κατορθωτό μόνο στις 17.3.14 και μόνον όταν ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να επιστρέψει στην Κύπρο, δηλ. μετά πάροδο σχεδόν 4 ετών. Ενόψει όλων αυτών δεν μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος της φυγοδικίας έχει εξαλειφθεί. Αντίθετα κρίνουμε ότι υφίστανται λογικά ερείσματα που οδηγούν στην εκτίμηση μας ότι ένας τέτοιος κίνδυνος είναι, υπό τις περιστάσεις, υπαρκτός. Και αυτό βεβαίως σε συνδυασμό με τους αντικειμενικούς παράγοντες οι οποίοι προσμετρούν και ήδη λήφθηκαν υπόψη και αναφέρονται στη σοβαρότητα των κατηγοριών που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την πιθανολόγηση καταδίκης που υφίσταται. Θεωρούμε ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στην Κύπρο από μόνο του δεν εξαλείφει τον κίνδυνο διαφυγής του ξανά στο εξωτερικό ιδιαίτερα όταν ήδη παρέμεινε εκεί για τόσο μακρύ διάστημα χωρίς να εντοπιστεί και όταν πλέον καθίσταται ορατό ότι η υπόθεση θα προχωρήσει σε εκδίκαση. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 415 το ότι ένας Κατηγορούμενος εμφανίστηκε αυτοβούλως δεν δικαιολογεί επιχείρημα ότι η απόφαση για κράτηση είναι λανθασμένη. Η υπόθεση Παρασκευά, όπως προκύπτει, διακρίνεται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως προς τις συνθήκες παράδοσης του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής. Σ' εκείνη την υπόθεση ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο εξωτερικό και μόλις πληροφορήθηκε ότι διεξαγόταν έρευνα για σοβαρή υπόθεση που τον αφορούσε επέστρεψε στην Κύπρο αμέσως θέτοντας τον εαυτό του στην διάθεση της Αστυνομίας. Η δε συμπεριφορά του Κατηγορούμενου σ' εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ότι ήταν ενδεικτική της πρόθεσης του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Όσον αφορά την εισήγηση της Υπεράσπισης για τον τρόπο χειρισμού που έτυχε ο Κ. Νεοκλέους και τη θέση ότι διαφαίνεται η ύπαρξη αλλότριων κινήτρων σε βάρος του Κατηγορούμενου, από την ενώπιον μας μαρτυρία προέκυψε ότι σ΄ εκείνη την περίπτωση υπήρχαν διαφορετικά δεδομένα λαμβάνοντας υπόψη το είδος και την ισχύ της μαρτυρίας που ενέπλεκε τον Κ. Νεοκλέους σε αντιδιαστολή με εκείνη που ενέπλεκε τον Κατηγορούμενο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και στις δύο περιπτώσεις προέρχετο από τον ίδιο μάρτυρα δηλ. το Μ.Κ.43 (Ζαβράντωνα). Πρέπει, περαιτέρω, να υπογραμμισθεί ότι ο χρόνος κράτησης υπόδικου προσώπου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα μας, αντίθετα με την περίπτωση της κράτησης για διερεύνηση αδικήματος, δεν προβλέπει συνολικό χρόνο κράτησης αυτό δεν δίνει δικαίωμα για επ' αόριστο κράτηση. Δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ο κατ' εξαίρεση χαρακτήρας της κράτησης άτομο χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που επιτάσσει την ανάγκη για την όσο το δυνατό γρηγορότερη εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων[10]. Όσον αφορά το χρόνο κράτησης λαμβάνοντας υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τις 13.5.14 που η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση δεν κρίνεται ότι ξεφεύγει από τα πλαίσια του εύλογου χρόνου. Δεν θεωρούμε ότι τα όσα έχουν αναπτυχθεί από τον συνήγορο Υπεράσπισης σε σχέση με την πιθανή εξέλιξη της υγείας του Μ.Κ.43 μπορούν σ' αυτό το στάδιο να έχουν οποιαδήποτε σημασία στο ζήτημα αυτό που εξετάζουμε. Δεν είναι επί του παρόντος που θα εξετασθεί το κατά πόσο ο μάρτυρας αυτός θα μπορέσει τελικώς να είναι διαθέσιμος για να παρουσιαστεί ως μάρτυρας κατηγορίας στα πλαίσια της εκδίκασης της υπόθεσης. Εκείνο που μετρά και λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια του υπό κρίση αιτήματος κράτησης είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη δικάσιμο. Πιθανή επιμήκυνση του χρόνου κράτησης ένεκα πιθανόν της εξέλιξης της υγείας του Μ.Κ.43 είναι ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο σε κατοπινό στάδιο ως εξ αντικειμένου νέο γεγονός το οποίο χρήζει αποτίμησης στο πλαίσιο της κρίσης του Δικαστηρίου για την παράταση της κράτησης του Κατηγορούμενου. Εν πάση περιπτώσει ενώπιον μας δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία η οποία καταδεικνύει ότι η κατάσταση υγείας του Μ.Κ.43 όπως είναι σήμερα καθιστά την παρουσία του ως μάρτυρας κατηγορίας μη εφικτή στο εγγύς μέλλον. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες καταλήγουμε ότι είναι υπαρκτός ο κίνδυνος μη εμφάνισης του Κατηγορούμενου κατά τη ημερομηνία της δίκης και, επομένως, διατάσσουμε την κράτηση του μέχρι τότε. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/endiames apofasis [1] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ 7, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 538. [2] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 [3] Δέστε Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. [4] Δέστε Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [5] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7. [6] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596. [7] Δέστε Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 600, Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ 139, Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2008)2 Α.Α.Δ 790. [8] Δέστε Στέλλα Μαλά ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.
- [9] Δέστε Χριστόδουλος Νικήτα κ.α ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 195/10 και 196/10 ημερ. 18.2.
- [10] Δέστε Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 130 και Φώτος Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο