← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Costel Viorel Moca κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14493/13, 6/5/2014

Δημοκρατία ν. Costel Viorel Moca κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14493/13, 6/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:14 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14493/13 Δημοκρατία v. 1. Costel Viorel Moca, από τη Ρουμανία 2. Andrei Tarita, από τη Ρουμανία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 6 Μαίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου, για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Π. Παφίτης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χ. Δημητρίου Κατηγορούμενοι παρόντες ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορία για το αδίκημα της απαγωγής και από μία κατηγορία για βιασμό, τα οποία φέρονται να έλαβαν χώρα στις 2.6.2013 στην Αλάμπρα, με θύμα την Tran Thi Nghi από το Βιετνάμ. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Μαρτυρία Αστυνομικών και Διερμηνέων (Μ.Κ.1, 2, 3, 4, 6, 8, 9 και 12) Εν όψει του μεγάλου αριθμού μαρτύρων που κατέθεσαν για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τη μαρτυρία τους με γνώμονα κυρίως την εξέλιξη των γεγονότων και χωρίς κατ΄ ανάγκη να τηρηθεί η σειρά παρουσίασης των μαρτύρων. Ο Αρχιλοχίας 4730 Ανδρέας Χρυσάνθου, Μ.Κ.2, εργάζεται στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου ως υπεύθυνος βάρδιας. Στις 2.6.13 και περί ώρα 21:30 προσήλθε στον Σταθμό η Παραπονούμενη, Tran Thi Nghi από το Βιετνάμ, συνοδευόμενη από το Νίκο Μανώλη Νικολάου, συγγενικό πρόσωπο της εργοδότριας της, και κατήγγειλε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 17:00 έπεσε θύμα βιασμού από δύο άγνωστα της πρόσωπα, στην Αλάμπρα. Επειδή η συνεννόηση με την Παραπονούμενη ήταν δύσκολη γιατί ξέρει πολύ λίγες Ελληνικές λέξεις, αρχικά έφεραν στον Σταθμό τη φίλη της, Nguen Thi Hai, από το Βιετνάμ, Μ.Κ.10, για να μιλήσουν προκαταρκτικά για το τι είχε γίνει. Η φίλη αυτή είναι το άτομο στο οποίο η Παραπονούμενη είχε κάνει και το κατ' ισχυρισμόν άμεσο παράπονο της. Συγκεκριμένα, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν πεζή στη Λεωφόρο Λεμεσού στο Πέρα Χωρίο και κατευθυνόταν προς Αλάμπρα, αναζητώντας τρόπο και μέσο για να μεταβεί στην οικία της στο χωριό Πυργά, την προσέγγισε ένα όχημα με δύο άγνωστους άντρες, οι οποίοι προσφέρθηκαν να τη μεταφέρουν στον προορισμό της. Η Παραπονούμενη μπήκε στο όχημα, αλλά αντί να τη μεταφέρουν στα Πυργά τη μετέφεραν σε άγνωστη δασώδη περιοχή, στην Αλάμπρα, όπου τη βίασαν διαδοχικά και ακολούθως τη μετέφεραν σε χωράφι όπου την εγκατέλειψαν. Η Παραπονούμενη μετέβη πεζή στον δρόμο Αλάμπρας-Μοσφιλωτής όπου ανέκοψε διερχόμενο όχημα προς αναζήτηση βοήθειας. Ο Μ.Κ.2 περιέγραψε την Παραπονούμενη ως συγχυσμένη και κάπως τρομοκρατημένη. Ανέφερε επίσης ότι η Παραπονούμενη κρατούσε μία κάρτα μηχανικού στην οποία είχε γράψει τους αριθμούς εγγραφής ενός αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ.2 έλαβε τους αριθμούς, αλλά δεν παρέλαβε την κάρτα ως τεκμήριο. Ο Μ.Κ.2 πρόσθεσε ότι σύμφωνα με όσα ανέφερε η φίλη της (η Μ.Κ.10) η Παραπονούμενη πρώτη φορά πήγε στη Λευκωσία και επειδή δεν ήξερε πώς να επιστρέψει στο χωριό της, παρακάλεσε μία άλλη φίλη της με τον Κύπριο φίλο της τελευταίας να τη μεταφέρουν στο σπίτι της. Αυτός την άφησε κάπου στο Πέρα Χωρίο και ζήτησε από ένα άτομο που έφτιαχνε λοκμάδες να μιλήσει στο τηλέφωνο με τον κ. Νίκο (γιο της εργοδότριας της, Μ.Κ.11) για να του πει πού βρισκόταν και να πάει να την πάρει. Ο κ. Νίκος δεν μπορούσε να την παραλάβει και της είπε να βρει τρόπο να πάει στο σπίτι είτε με λεωφορείο, είτε άλλως πως. Η ίδια ξεκίνησε πεζή και έκανε οτοστόπ σε κάποιο σημείο του παλαιού δρόμου Λευκωσίας-Λεμεσού, κοντά στην αερογέφυρα της Αγ. Βαρβάρας. Είχαν σταματήσει κάποια αυτοκίνητα αλλά αυτή δεν μπήκε μέσα, ενώ μπήκε στο αυτοκίνητο των Κατηγορουμένων επειδή ήταν νεαροί σαν τα παιδιά της και θεώρησε ότι δεν διέτρεχε οποιονδήποτε κίνδυνο. Η Αστ. 3259 Μαρία Παφίτη, Μ.Κ.12, ενεπλάκη κατόπιν οδηγιών του Μ.Κ.2 στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης εκείνο το βράδυ. Όπως ανέφερε η μάρτυρας, μέσω του κ. Νίκου έγινε σε πρώτο στάδιο δυνατόν να επεξηγηθούν τα βασικά γεγονότα ενόψει του ότι δεν ήταν εφικτό να συνεννοηθούν σε οποιαδήποτε γλώσσα με την Παραπονούμενη. Στη συνέχεια ήλθε στο σταθμό η Hai η οποία είναι Βιετναμέζα και σύζυγος Αστυνομικού. Αυτή τους βοήθησε να συνεννοηθούν καθώς και τη δεδομένη στιγμή ήταν αδύνατο να βρουν διερμηνέα. Η Hai ήταν το πρώτο πρόσωπο στο οποίο, όπως τους λέχθηκε από την Παραπονούμενη, είχε μιλήσει μαζί της μετά το βιασμό. Μέσω της Hai έγινε κατορθωτή η λήψη από την Παραπονούμενη της καταγγελίας της. Συγκεκριμένα η Παραπονούμενη μιλούσε στη Hai, η Hai μετέφραζε στα Αγγλικά και στη συνέχεια αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα τους βοηθούσε και ο σύζυγος της Hai. Γύρω στις 23:50 της 2.6.13 η Μ.Κ.12 έλαβε γραπτή συγκατάθεση από την Παραπονούμενη, μέσω της συνδρομής της Hai, ότι επιθυμούσε να εξεταστεί από Ιατροδικαστή σχετικά με την καταγγελία βιασμού που είχε κάνει προηγουμένως (Τεκμήρια 36Α και 36Β). Αφού εντοπίστηκε διερμηνέας της Βιετναμέζικης γλώσσας, την οποία χρησιμοποιεί η Αστυνομία, η Nguen Thi Thao, Μ.Κ.6, η Παραπονούμενη μεταφέρθηκε από τον Μ.Κ.2 μαζί με τις Μ.Κ.12 και 6 στο Μακάριο Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου μεταξύ των ωρών 01:00-01:10 εξετάστηκε από την Ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου. Κατά τη διαδρομή με το αυτοκίνητο, η Παραπονούμενη είχε αναγούλες και τάση για εμετό, και έκαναν συχνά σταθμούς για να κάνει εμετό και μάλιστα η Μ.Κ.12 της έδωσε μια πλαστική σακούλα. Όπως η Μ.Κ.6 εξήγησε αργότερα στον Μ.Κ.2, η Παραπονούμενη δεν χρησιμοποιούσε συχνά αυτοκίνητο επειδή της προκαλούσε ναυτία και αυτός ήταν ο λόγος που απέφευγε να πηγαίνει στη Λευκωσία τις Κυριακές. Στις 3.6.13 και μεταξύ των ωρών 01:00 - 01:10 στο Μακάριο Νοσοκομείο η Ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου εξέτασε, στην παρουσία των Μ.Κ.12 και 6, την Παραπονούμενη σχετικά με υπόθεση βιασμού. Παρούσα ήταν ακόμα μία Αστυνομικός του ΤΑΕ Λευκωσίας, φωτογράφος, η οποία όμως τελικώς δεν χρησιμοποιήθηκε από τη Δρα Αντωνίου. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης η Μ.Κ.12 παρέλαβε από την Ιατροδικαστή δύο κολπικά επιχρίσματα τα οποία τοποθέτησε σε χακί φάκελο (Τεκμήριο 3). Επίσης παρέλαβε από την Παραπονούμενη ένα στηθόδεσμο άσπρου χρώματος (Τεκμήριο 4), ένα παντελόνι καφέ (Τεκμήριο 5), μία άσπρη φανέλα (Τεκμήριο 6) και ένα εσώρουχο χρώματος μωβ (Τεκμήριο 7). Τα πιο πάνω τα τοποθέτησε σε χακί φάκελο, τα σφράγισε και μετά το τέλος της Ιατροδικαστικής εξέτασης τα παρέδωσε στον Μ.Κ.2. Ο Μ.Κ.2 παρέλαβε επίσης από τη Μ.Κ.12 ένα σφραγισμένο φάκελο που περιείχε τα παρειακά επιχρίσματα της Παραπονούμενης, Τεκμήριο 8. Εκτός από κολπικά η Ιατροδικαστής είχε ελέγξει και το πρόσωπο της Παραπονούμενης και, συγκεκριμένα, το πάνω χείλος γιατί όπως ήταν σε γνώση της Μ.Κ.12, η Παραπονούμενη είχε χτυπηθεί στο στόμα. Στην επιστροφή προς τον Σταθμό, ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να εντοπίσει τη σκηνή για τυχόν ανεύρεση τεκμηρίων και διαφύλαξη του χώρου, όμως αυτό ήταν αδύνατο αφού δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός και η Παραπονούμενη ήταν τόσο ψυχικά όσο και σωματικά κουρασμένη. Στις 3.6.13 και μεταξύ των ωρών 02:15-05:15 στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου η Μ.Κ.12 έλαβε κατάθεση με τη βοήθεια της Μ.Κ.6 από την Παραπονούμενη. Όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, η Παραπονούμενη μιλούσε στη μητρική της γλώσσα στη Μ.Κ.6 η οποία και μετέφραζε στα Αγγλικά και η Μ.Κ.12 κατέγραφε όσα της έλεγε η Μ.Κ.6. Σε κάποιες περιπτώσεις η Μ.Κ.12 έκανε προς την Παραπονούμενη διευκρινιστικές ερωτήσεις και σε αρκετές περιπτώσεις για να μπορεί να τα καταγράψει διέκοπτε την Παραπονούμενη γιατί εκείνη της μιλούσε συνεχόμενα και με αρκετές λεπτομέρειες. Η Μ.Κ.12 ανέφερε ότι εκείνο το βράδυ η Παραπονούμενη ήταν σοκαρισμένη και αρκετά μπερδεμένη αλλά θυμόταν με ακρίβεια το τι έγινε όταν της λήφθηκε κατάθεση και έδωσε αρκετές λεπτομέρειες για το συμβάν. Προς το τέλος δε της κατάθεσης ήταν αρκετά εξουθενωμένη και, όπως μάλιστα θυμόταν η Μ.Κ.12, είχε γείρει πάνω στο γραφείο λέγοντας στη Μ.Κ.12 ότι είχε κουραστεί. Η Παραπονούμενη έδωσε στη Μ.Κ.12 ένα μικρό χαρτάκι στο οποίο είχε αναγράψει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος το οποίο οδηγούσαν, όπως είπε, τα άτομα που την είχαν βιάσει. Ο Μ.Κ.2 ερεύνησε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή για τα στοιχεία του οχήματος με βάση τους αριθμούς εγγραφής που είχε δώσει η Παραπονούμενη και ενημέρωσε σχετικά τον Λοχία 4733 Γιάννο Ιωάννου, Μ.Κ.4, που ανέλαβε καθήκον την επόμενη βάρδια. Στον ίδιο έδωσε οδηγίες να γίνουν προσπάθειες για εντοπισμό του ιδιοκτήτη αυτού, του οδηγού και του συνεπιβάτη κατά τον χρόνο του επεισοδίου. Τα έντυπα που τυπώθηκαν αναφορικά με το ότι ο ιδιοκτήτης του οχήματος είναι ο Κατηγορούμενος 1 και τα στοιχεία αυτού, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 19Α και 19Β. Αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα από όλες τις πλευρές. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.12 ανάφερε ότι στο στάδιο που λάμβανε την κατάθεση της Παραπονούμενης όταν δεν καταλάβαινε κάτι και ήθελε περισσότερη λεπτομέρεια ζητούσε από την Παραπονούμενη να της το εξηγήσει. Αυτές τις διευκρινίσεις δεν τις κατέγραψε στην κατάθεση. Κατά την αντεξέταση υπεβλήθη επίσης στη Μ.Κ.12 αριθμός ερωτήσεων σε σχέση με το τι λέχθηκε από την Παραπονούμενη στο πλαίσιο λήψης της κατάθεσης της και η Μ.Κ.12 έδωσε τις απαντήσεις της. Ερωτηθείσα κατά πόσο όλα αυτά που καταγράφονται στην κατάθεση είναι αυτά που είπε η Παραπονούμενη αναφορικά με τα γεγονότα μέσω διερμηνέως απάντησε καταφατικά. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.12 από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2 αρνήθηκε πως το γεγονός ότι είχαν μπροστά τους κάποιο αστυνομικό - τον σύζυγο της Hai - τους έκανε να δείξουν κάποια χαλάρωση στη διερεύνηση της υπόθεσης. Επισήμανε ότι ο συγκεκριμένος αστυνομικός δεν έμεινε καθ΄ όλη τη συζήτηση τους στο γραφείο και ότι έμπαινε και έβγαινε όταν του φώναζαν να έλθει. Τόνισε δε ότι δεν λήφθηκε από την Παραπονούμενη κατάθεση τη συγκεκριμένη στιγμή αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο όταν είχε έλθει διερμηνέας. Στην επανεξέταση η Μ.Κ.12 διευκρίνισε ότι η αναφορά της ότι η Παραπονούμενη είχε κάνει οτοστόπ στο αρχικό στάδιο που της εξηγούσαν τα γεγονότα ήταν όρος που χρησιμοποίησε η ίδια η Μ.Κ.12 εννοώντας ότι η Παραπονούμενη είχε βγει στον δρόμο και προσπαθούσε να βρει κάποιο αυτοκίνητο να τη μεταφέρει σε άλλο σημείο για να μεταβεί προς τα Πυργά. Ο Λοχίας 4733 Γιάννος Ιωάννου, Μ.Κ.4, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ανέλαβε καθήκον στις 3.6.13 από τις 7 το πρωί μέχρι τις 7 το βράδυ. Όταν ανέλαβε καθήκον η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης βρισκόταν ακόμα στα αρχικά στάδια και έτσι ανέλαβε τη συνέχιση αυτής. Ειδικότερα, μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή εντόπισαν τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του οχήματος και Αστυνομικοί μετέβηκαν στη δοθείσα διεύθυνση για τον εντοπισμό του. Κατόπιν πληροφοριών εντόπισαν πρώτα τον συνοδηγό και ακολούθως τον οδηγό, οπότε και οι δύο κλήθηκαν στον Σταθμό. Ο Μ.Κ.4 έδωσε οδηγίες στην Αστ. 4916 Θάλεια Νεοφύτου, Μ.Κ.1, να λάβει καταθέσεις από τους δύο Κατηγορούμενους. Ο ίδιος συντόνιζε τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν για την εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης. Η Μ.Κ.1 με τη σειρά της επιβεβαίωσε ότι η ίδια έλαβε κατάθεση πρώτα από τον Κατηγορούμενο 2 και ακολούθως από τον Κατηγορούμενο 1, με τη βοήθεια της διερμηνέως Κλαούντιας Παρπή, Μ.Κ.9. Κατόπιν διεξαγωγής Δίκης εντός Δίκης για την κάθε κατάθεση ξεχωριστά, με βάση ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου ημερ. 3.10.13 και 31.10.13, και οι δύο καταθέσεις έγιναν δεκτές ως Τεκμήρια 1Α και 2Α οι καταθέσεις στη Ρουμάνικη γλώσσα και ως Τεκμήρια 1Β και 2Β η πιστή μετάφραση αυτών στην Ελληνική αντίστοιχα. Η Μ.Κ.1 πρόσθεσε ότι στο τέλος της κατάθεσης του Κατηγορουμένου 1, αυτός φαινόταν μετανιωμένος και ήταν σκυφτός και μίλησε με τη Μ.Κ.9. Η Μ.Κ.1 τη ρώτησε τι της είπε και αυτή απάντησε ότι σκεφτόταν την οικογένεια του, τη γυναίκα και το μωρό του, και ρώτησε πόσων χρονών ήταν η Παραπονούμενη, και η μάρτυρας του είπε ότι είναι στην ηλικία της μητέρας του. Και ο Κατηγορούμενος 2 μίλησε με τη Μ.Κ.9 μετά το τέλος της κατάθεσης του αλλά η Μ.Κ.1 δεν τη ρώτησε τι είπε. Ο Κατηγορούμενος 1 ήταν πιο ομιλητικός και συνεργάσιμος. Μετά το πέρας της λήψης των δύο καταθέσεων η Μ.Κ.1 ενημέρωσε σχετικά τον Αστ. 2746 Παύλο Παύλου του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου, Μ.Κ.3, και ασχολήθηκε με άλλα καθήκοντα της στον Σταθμό. Η Μ.Κ.1 ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση της πώς βρέθηκαν οι δύο Κατηγορούμενοι στον Σταθμό και αυτή ανέφερε ότι δεν γνώριζε επειδή βρισκόταν στο πίσω γραφείο και ετοιμαζόταν για τη λήψη των καταθέσεων. Ο Μ.Κ.4 οδήγησε εκεί πρώτα τον Κατηγορούμενο 2 και μετά τον Κατηγορούμενο 1. Η μόνη ενημέρωση που είχε η ίδια για την υπόθεση ήταν από τη Μ.Κ.12, η οποία είχε λάβει κατάθεση από την Παραπονούμενη. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.1 τη διάβασε και έλαβε τις οδηγίες για να λάβει καταθέσεις από τους Κατηγορούμενους. Το έργο της τελείωσε με τη λήψη των δύο ανακριτικών καταθέσεων των Κατηγορουμένων. Επίσης η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο εξήγησε στον Κατηγορούμενο 1 τι σημαίνει «βιασμός» με τη νομική έννοια του όρου. Δεν θυμόταν σε ποιο στάδιο ακριβώς του το εξήγησε, και αυτό το ζήτημα δεν τέθηκε υπό μορφή ερώτησης για να πρέπει να καταγραφεί στην κατάθεση. Στις 16:45 ο Μ.Κ.4 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Κατηγορούμενο 1, με τη βοήθεια της Μ.Κ.9, και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Ok». Στις 16:50 έγινε και η σύλληψη του Κατηγορουμένου 2 με την ίδια διαδικασία, και αυτός έδωσε την ίδια απάντηση. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.4 έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο εντοπισμού των δύο Κατηγορουμένων. Ανέφερε ότι συνήθως κατά τη διερεύνηση ενός ύποπτου οχήματος γίνονται έρευνες και αναφορικά με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, όπως έκανε στην προκειμένη περίπτωση η Μ.Κ.1. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η Μ.Κ.1 είναι εξαίρετη αστυνομικός που ενεργεί στα πλαίσια του Νόμου, και αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 ότι αυτή έθεσε επίμονες ερωτήσεις στον προηγούμενο οδηγό του οχήματος αναφορικά με το χρώμα αυτού, και μάλιστα με οδηγίες δικές του. Ο Μ.Κ.4 επέμενε ότι το έργο του περιορίστηκε εντός των 12 ωρών της βάρδιας του, και ότι ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Κ.2 σε κάποιο στάδιο το απόγευμα της ίδιας μέρας. Αρνήθηκε ότι συνεννοήθηκε με τον Μ.Κ.2 να πει ότι δεν μίλησαν καθόλου μεταξύ τους. Στις 5.6.13 και μεταξύ των ωρών 12:55-14:20 ο Αστ. 2746 Παύλος Παύλου του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου, Μ.Κ.3, με τη βοήθεια της διερμηνέως Έλενας Ματθαίου, Μ.Κ.8, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2. Κατόπιν διεξαγωγής Δίκης εντός Δίκης, με βάση ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 22.11.13, η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16Α στη Ρουμάνικη και ως Τεκμήριο 16Β η μετάφραση αυτής στην Ελληνική. Κατά την κατάθεση του ο Μ.Κ.3 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο 2 ότι η Αστυνομία προτίθετο να διοργανώσει αναγνωριστική παράταξη στην οποία ο ίδιος μπορούσε να λάμβανε μέρος ανάμεσα σε άλλα πρόσωπα και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Ο Κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να τον δουν μόνο του σε οποιοδήποτε μέρος. Τότε ο Μ.Κ.3 τον πληροφόρησε ότι είναι προς το συμφέρον του να συμμετάσχει σε αναγνωριστική παράταξη αλλά αυτός αρνήθηκε εκ νέου, αναφέροντας ότι επιθυμούσε να τον δουν μόνο του σε οποιοδήποτε μέρος. Αργότερα, στις 14:30 ο Μ.Κ.3, με τη βοήθεια της Μ.Κ.8 έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2 για τη λήψη αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού, Τεκμήριο 15. Στις 15:00 ο Μ.Κ.2, με τη βοήθεια της Μ.Κ.8, έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1 για τη λήψη αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού, Τεκμήριο 12. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός από όλες τις πλευρές ότι στις 5.6.13 και ώρα 14.40 ο Αστ. 2298 Σ. Αδάμου του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου έλαβε δύο παρειακά επιχρίσματα από τον Κατηγορούμενο 2 και ότι στις 15:15 έλαβε δύο παρειακά επιχρίσματα από τον Κατηγορούμενο 1, Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα, τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον Μ.Κ.2 ο οποίος τα έθεσε υπό τη φύλαξη του. Στις 5.6.13 και μεταξύ των ωρών 15:30-16:40 στον Σταθμό Πέρα Χωρίου ο Μ.Κ.2, με τη βοήθεια της Μ.Κ.8, έλαβε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1. Κατόπιν διεξαγωγής Δίκης εντός Δίκης, με βάση ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 18.11.13, η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11Α στη Ρουμάνικη και ως Τεκμήριο 11Β η μετάφραση αυτής στην Ελληνική. Στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος 1 εξέφρασε την επιθυμία να οδηγήσει την Αστυνομία και να υποδείξει τη σκηνή, ενώ αρνήθηκε να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη δηλώνοντας ότι επιθυμεί να τον δουν μόνο στον Σταθμό. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 17:05-17:15, ο Κατηγορούμενος 1 οδήγησε τον Μ.Κ.2 μαζί με τη Μ.Κ.8 και τον Μ.Κ.3 και τους υπέδειξε το σημείο όπου παρέλαβε με το όχημα του την Παραπονούμενη και το σημείο όπου τη μετέφερε μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 και ήρθαν σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Τα Έντυπα Υπόδειξης Σκηνών στη Ρουμάνικη και την Ελληνική κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 14Α και Β αντίστοιχα. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο ίδιος, αν και κατάγεται από την περιοχή, δεν γνώριζε το σημείο της σκηνής του ισχυριζόμενου βιασμού. Κληθείς να το περιγράψει, είπε ότι βγαίνοντας από τον παλαιό δρόμο Λευκωσίας‑ Λεμεσού υπάρχει μια πινακίδα, όπου τελειώνει η επαρχία Λευκωσίας και σε εκείνο το σημείο, βγαίνοντας έξω προς τα δεξιά, δηλαδή προς την κατεύθυνση του νέου αυτοκινητόδρομου υπάρχει μια αερογέφυρα και περνάς από κάτω. Κάτω από την αερογέφυρα υπάρχει πάντοτε νερό και είναι λασπωμένη. Περνώντας από κάτω υπάρχουν πάρα πολλές στροφές, είναι ένας χωματόδρομος σε πολύ κακή κατάσταση και η περιοχή είναι δασώδης. Εκεί δεν υπάρχουν κατοικίες ή υποστατικά, ούτε και υπάρχει οπτική επαφή με κύριο δρόμο ή με τον αυτοκινητόδρομο. Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του (Τεκμήριο 13), ακολούθησε έρευνα στην οικία και το όχημα του Κατηγορουμένου 1 από τους Μ.Κ.2 και 3, με τη βοήθεια της Μ.Κ.8, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στις 6.6.13 ο Μ.Κ.2 παρέδωσε τα Τεκμήρια 3-10 στον Αστ. 1959 Ν. Κουμίδη για να τα μεταφέρει στο Ινστιτούτο Γενετικής για επιστημονικές εξετάσεις. Αυτό αποτελεί παραδεκτό γεγονός από όλες τις πλευρές, μέσω της κατάθεσης του Αστ. Κουμίδη, η οποία κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Την ίδια μέρα και ώρα 22:30 ο Μ.Κ.2 μαζί με την Παραπονούμενη και συνοδευόμενοι από τους Μ.Κ.6 και 8, μετέβησαν στα Αστυνομικά κρατητήρια Λακατάμιας. Εκεί η Παραπονούμενη είδε και αναγνώρισε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 ως τα πρόσωπα που τη βίασαν. Υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο που την κτύπησε στο στόμα και έδειξε την κίνηση με το χέρι της να κτυπά στο στόμα της. Αφού ο Μ.Κ.2 επέστησε την προσοχή των Κατηγορουμένων στο Νόμο, μέσω της Μ.Κ.8, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «Μπήκε με τη θέληση της στο αυτοκίνητο και δεν την έδειρα» και ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «Μπήκε στο αυτοκίνητο με τη θέληση της». Ο Μ.Κ.3 επανέλαβε ενώπιον μας την κίνηση την οποία η Παραπονούμενη έκανε όταν υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 2 ως το πρόσωπο που την κτύπησε, ενώ δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο ο ίδιος έλαβε μέρος σε υπόδειξη σκηνών από οποιονδήποτε από τους Κατηγορούμενους. Στις 7.6.13 και ώρα 00:30 η Παραπονούμενη μαζί με τη διερμηνέα, Μ.Κ.8, οδήγησε τον Μ.Κ.2 και του υπέδειξε το σημείο όπου οι Κατηγορούμενοι τη μετέφεραν και τη βίασαν και είναι το ίδιο σημείο το οποίο υπέδειξε ο Κατηγορούμενος 1. Ο Μ.Κ.2 πρόσθεσε ότι είναι με τη βοήθεια του που εντόπισαν το σημείο και με τη βοήθεια των φαναριών του οχήματος και προσωπικών φαναριών και η Παραπονούμενη αναγνώρισε αμέσως το μέρος. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι αρχικά διατηρούσε επιφυλάξεις για την αλήθεια κάποιων αναφορών της Παραπονούμενης, αλλά αυτές ήρθησαν. Συγκεκριμένα η εκδοχή της για τη σειρά των γεγονότων επιβεβαιώθηκε από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και άλλους μάρτυρες, η θέση της για το τι παθαίνει μέσα στο αυτοκίνητο επιβεβαιώθηκε από τον κ. Νίκο, και ακόμα η παράλειψη της να αναφέρει οτιδήποτε στους Αστυνομικούς που ήταν μέσα στο αστυνομικό όχημα που ήταν το πρώτο που συνάντησε μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό της επιβεβαιώνεται από την προφορική αναφορά του ενός εξ αυτών, κ. Χαριλάου. Ειδικότερα, ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να εντοπίσει το εν λόγω όχημα και τους επιβαίνοντες σε αυτό, και αφού τους εντόπισε μίλησε και με τους δύο. Ο ένας, κ. Σανταφιανός, θυμόταν μόνο ότι βρήκαν μία κοπέλα μπροστά τους και ότι δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μαζί της, αλλά δεν θυμόταν τι λέχθηκε μεταξύ τους. Ο άλλος κ. Χαριλάου του επιβεβαίωσε τη θέση της Παραπονούμενης ότι όταν τη συνάντησαν αυτή ήταν συγχυσμένη και μιλούσε στο κινητό της, μέσω νοημάτων κατάλαβε ότι ήθελε να πάει στο σπίτι της, και ακόμα ότι η συνεννόηση μαζί της ήταν αδύνατη. Ερωτηθείς ο μάρτυρας αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης του κ. Χαριλάου, η οποία δεν περιέχει τα όσα προφορικά ανέφερε σε αυτόν, ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο ίδιος του ζήτησε να κάνει κατάθεση, ενώ ο κ. Σανταφιανός απουσίαζε με άδεια και δεν έκανε κατάθεση. Παρόλο που ο κ. Χαριλάου στην κατάθεση του δίνει διαφορετική εκδοχή από αυτή που είπε προφορικά στον Μ.Κ.2, εν τούτοις ο Μ.Κ.2 εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι δύο Αστυνομικοί δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν με την Παραπονούμενη, δεν της έδωσαν σημασία, λόγω της απειρίας τους σε τέτοιου είδους υποθέσεις, και γι΄ αυτό προφανώς έφυγαν, όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γραφεί σε κατάθεση για ευνόητους λόγους. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 υπέβαλε στον Μ.Κ.2 ότι δεν ήταν αντικειμενικός κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, και αυτός το αρνήθηκε λέγοντας ότι έκανε ολοκληρωμένη και αμερόληπτη διερεύνηση, και αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι ο κ. Χαριλάου έκανε μόνος του την κατάθεση του χωρίς παρέμβαση από τον μάρτυρα. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε επίσης τη θέση ότι η Παραπονούμενη όφειλε να κάνει το παράπονο της στους Αστυνομικούς που είδε πρώτα, λέγοντας ότι το αρμόδιο πρόσωπο για να υποβληθεί άμεσο παράπονο είναι αυτό που καταλαβαίνει τη γλώσσα που μιλά το άτομο και γίνεται αντιληπτό. Ακόμα, ο Μ.Κ.2 είπε ότι η Παραπονούμενη δεν περιέλαβε αναφορά για το περιπολικό στην κατάθεση της. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώθηκε από τον δασονόμο που την παρέλαβε αμέσως μετά και το είδε στην περιοχή. Όμως ο Μ.Κ.2 τη ρώτησε αργότερα και αυτή το επιβεβαίωσε λέγοντας ότι προσπάθησε να τους ζητήσει βοήθεια αλλά δεν συνεννοήθηκε μαζί τους. Επαναφέροντας το θέμα των επιφυλάξεων που ο Μ.Κ.2 είχε αρχικά για την καταγγελία της Παραπονούμενης, για τις οποίες επανέλαβε ότι είχαν μεταγενέστερα αρθεί, ο Μ.Κ.2 επεσήμανε ότι στη Συνοπτική Έκθεση του αναφέρεται στις επιφυλάξεις του, όμως, επειδή δεν είχε αμφιβολία ότι η Παραπονούμενη υπέστη βιασμό, εισηγήθηκε την ποινική δίωξη των Κατηγορουμένων. Επίσης ο Μ.Κ.2 παρέπεμψε στις καταθέσεις των Κατηγορουμένων και στις αντιφάσεις που υπάρχουν μεταξύ τους, και ειδικότερα στην απολογία που ο ένας των Κατηγορουμένων εξέφρασε για την πράξη του στην κατάθεση του. Τόνισε δε ότι η Συνοπτική Έκθεση του απευθύνεται στον Προϊστάμενο του, και είχε γίνει πριν ακόμα λάβει τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και την Έκθεση του Ινστιτούτου Γενετικής. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η Παραπονούμενη είπε στην κατάθεση της ότι το αυτοκίνητο που την πήρε ήταν μαύρο, ενώ τελικώς το όχημα του Κατηγορουμένου 1 ήταν άσπρο. Χωρίς να δει την κατάθεση της Παραπονούμενης, ο Μ.Κ.2 είπε ότι δεν θεώρησε ότι το χρώμα του αυτοκινήτου είχε ιδιαίτερη σημασία για να διατηρεί επιφυλάξεις για την ειλικρίνεια της Παραπονούμενης, και είπε ότι η έρευνα του περιορίστηκε στον εντοπισμό του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του που ήταν ο Κατηγορούμενος 1. Ο Μ.Κ.2 δεν ερεύνησε για τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, και αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι η Μ.Κ.1 πίεσε τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, Γιάννακη Νεοφύτου, να πει ψέματα για το χρώμα του, και ότι αυτός και η Μ.Κ.1 συνεννοήθηκαν όπως αυτή αποκρύψει από το Δικαστήριο τη λήψη αυτής της κατάθεσης. Ακόμα, ο ίδιος θεώρησε ότι η κατάθεση του προηγούμενου ιδιοκτήτη δεν είχε σημασία από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος 1 εντοπίστηκε και παραδέχθηκε ότι αυτός οδηγούσε το όχημα τον επίδικο χρόνο. Περαιτέρω ο Μ.Κ.2 είπε ότι μέχρι την άφιξη της Μ.Κ.10 στον Σταθμό, είχε αντιληφθεί μέσω του κ. Νίκου ότι επρόκειτο για βιασμό, αλλά επειδή χρειάζονταν περισσότερες λεπτομέρειες κάλεσαν τη φίλη της Παραπονούμενης. Αυτή πήγε στον Σταθμό με τον Κύπριο σύζυγο της που είναι Αστυνομικός. Επίσης αναφέρθηκε στη δυσκολία εξεύρεσης διερμηνέα στη Βιετναμέζικη γλώσσα, και γι΄ αυτό δεν είχαν άλλη επιλογή από του να χρησιμοποιήσουν τη Μ.Κ.10 για να λάβουν τη γραπτή συγκατάθεση της Παραπονούμενης για την ιατρική εξέταση της. Εν τω μεταξύ βρέθηκε η Μ.Κ.6, την οποία πήραν από το σπίτι της στη Λευκωσία καθ΄ οδόν προς το Νοσοκομείο. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι χρησιμοποίησε τη λέξη 'οτοστόπ' στην κυρίως εξέταση του λέγοντας πως είπε ότι η Παραπονούμενη έψαχνε τρόπο να πάει στο σπίτι της. Αναφορικά με το καθεστώς παραμονής της Παραπονούμενης στην Κύπρο, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι αποτάθηκε στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και έλαβε κατάθεση από Λειτουργό του Τμήματος. Εξήγησε δε ότι οι δύο ηλικιωμένοι εργοδότες της Παραπονούμενης είχαν αποβιώσει και, όπως του είπε ο κ. Νίκος, μία βδομάδα προηγουμένως, είχε κάνει αίτηση μέσω πράκτορα για να την εργοδοτεί αυτός και εγγράψει στο όνομα του. Τέλος, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι εκ παραδρομής καταγράφεται στην ένορκη του μαρτυρία για σκοπούς προσωποκράτησης των δύο Κατηγορουμένων ότι η Παραπονούμενη φώναζε όταν τελείωσε το επεισόδιο, καθότι ο όρκος ετοιμάστηκε από άλλο συνάδελφο του και τον διόρθωσε βιαστικά πριν πάει στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η έρευνα για την παρούσα υπόθεση είναι ελλιπής και μεροληπτική. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε επίμονα τις σχετικές υποβολές, λέγοντας ότι προέβη σε αμερόληπτη και αντικειμενική διερεύνηση της υπόθεσης, αποκαλύπτοντας όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Την ίδια θέση πρόβαλε και ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 μέσω της αντεξέτασης, ότι δηλαδή ο τρόπος διεξαγωγής της ανάκρισης και των εξετάσεων της Αστυνομίας ήταν τέτοιος που εκ προοιμίου απέκλειε οτιδήποτε ήταν προς όφελος των Κατηγορουμένων. Ο Μ.Κ.2 απέρριψε τις θέσεις αυτές λέγοντας ότι οι ισχυρισμοί των Κατηγορουμένων έχουν καταγραφεί στη Συνοπτική Έκθεση, στις παρατηρήσεις, στα γεγονότα και στα ημερολόγια ενεργείας. Επέμεινε ότι αυτοί έχουν διερευνηθεί και ότι οι Κατηγορούμενοι έτυχαν αμερόληπτης διερεύνησης αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Αυτή η θέση της Υπεράσπισης τέθηκε και στη Μ.Κ.1, ότι δηλαδή οι Κατηγορούμενοι δεν έτυχαν αμερόληπτης μεταχείρισης και η διερεύνηση αποσκοπούσε αποκλειστικά στον εντοπισμό ενοχοποιητικών στοιχείων εις βάρος των Κατηγορουμένων και ήταν ελλιπής. Η Μ.Κ.1 απέρριψε αυτή τη θέση. Υποβλήθηκε και στον Μ.Κ.4 ότι όλα τα μέλη του Σταθμού έλαβαν μέρος σε μία συνωμοσία για να φέρουν τους Κατηγορούμενους σε δυσμενή θέση, και ο Μ.Κ.4 χαρακτήρισε αυτή τη θέση αστεία και είπε ότι οι ενέργειες τους είναι καθόλα νόμιμες. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.3 είπε ότι έλαβε κατάθεση από τον κ. Νίκο, και ανέφερε στο Δικαστήριο τα όσα αυτός είπε στην κατάθεση του. Αρνήθηκε τη θέση ότι αυτός μαζί με τον Μ.Κ.2 συνωμότησαν στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης για να μην δώσουν την ευκαιρία στους Κατηγορούμενους να έχουν την καλύτερη δυνατή υπεράσπιση. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 επανέλαβε τη θέση για ελλιπή και πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης, και ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι ο Σταθμός Πέρα Χωρίου εξετάζει όλων των ειδών ποινικά αδικήματα, μέχρι και φόνο εκ προμελέτης, και είναι ο μοναδικός Σταθμός στην Κύπρο που έχει Πιστοποιητικό ISO. Η Μ.Κ.8 ανέφερε ότι εκτελεί χρέη διερμηνέα στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο από το 2008 και επιβεβαίωσε το πιστό της μετάφρασης των Τεκμηρίων 11Α και 16Α στην Ελληνική. Αρνήθηκε τις υποβολές της Υπεράσπισης περί του αντιθέτου, λέγοντας ότι έγινε ορθή και ακριβής μετάφραση. Ακόμα αμφισβητήθηκε η ικανότητα της να εκτελεί χρέη διερμηνέα, ενώ η ίδια είπε ότι έχει τα προσόντα που απαιτούνται από την Αστυνομία. Τέλος κλήθηκε να μεταφράσει την απάντηση αρ. 17 στο Τεκμήριο 2Α και είπε τη λέξη «λυπάμαι» ενώ στο Τεκμήριο 2Β αναφέρεται η λέξη «απολογούμαι», και μετέφρασε τη λέξη «o bagnoto» ως «ένα χαρτονόμισμα» στην απάντηση αρ. 2 στο Τεκμήριο 11Α. Η Μ.Κ.9 ανέφερε τα προσόντα της και ότι εκτελεί χρέη διερμηνέα στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο εδώ και 9½ χρόνια. Η Μ.Κ.9 κατέθεσε τα Έντυπα Δικαιωμάτων Κρατουμένων τα οποία οι δύο Κατηγορούμενοι υπέγραψαν στις 3.6.13 και ώρα 16.45 και 16.50 αντίστοιχα, Τεκμήρια 34 και 35. Και πάλι η Μ.Κ.9 επιβεβαίωσε το πιστό της μετάφρασης των Τεκμηρίων 1Α και 2Α στην Ελληνική. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την ικανότητα της μάρτυρος και το πιστό της μετάφρασης, κάτι το οποίο η Μ.Κ.9 αρνήθηκε έντονα. Ακόμα σε υποβολή του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 ότι δεν πληροί τα προσόντα του διερμηνέα που απαιτούνται από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, η ίδια απάντησε ότι της έγινε πρόταση από το εν λόγω Γραφείο αλλά η ίδια την απέρριψε. Αφού η Μ.Κ.9 ανέλυσε τη Ρουμάνικη γλώσσα και αναφέρθηκε στον πλούτο της Ελληνικής γλώσσας, μετέφρασε την απάντηση αρ. 17 στο Τεκμήριο 2Α ως «λυπάμαι» λέγοντας ταυτόχρονα ότι σημαίνει και «απολογούμαι» και ότι οι δύο αυτές λέξεις έχουν το ίδιο νόημα. Αναφέρθηκε ακόμα στη λέξη «drept» ότι έχει 3 έννοιες ανάλογα με το πώς χρησιμοποιείται, ήτοι δεξιά, μπροστά και νόμιμα. Τέλος, ενώ δεν μπορούσε να διαβάσει και μεταφράσει πλήρως την απάντηση αρ. 2 στο Τεκμήριο 11Α, είπε ότι η λέξη «χαρτονομίσματα» είναι η λέξη «bagnote». Η Μ.Κ.9 ανέφερε επίσης ότι δεν έγιναν οποιεσδήποτε κύριες ερωτήσεις πριν την έναρξη των καταθέσεων, και ότι ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε την πράξη αλλά όχι τον βιασμό. Μαρτυρία Χαράλαμπου Χαραλάμπους (Μ.Κ.5) Ο Μ.Κ.5 εργάζεται στο Τμήμα Δασών και εκτελεί χρέη πυροφύλακα στο πυροφυλάκιο περιοχής «Ξιλιάς» στη Σια. Στις 2.6.13 αφού σχόλασε από τη δουλειά του στις 7:00 το απόγευμα πήρε το δρόμο της Σιας προς κυκλικό κόμβο Μοσφιλωτής και απ΄ εκεί προς Αλάμπρα για να επιστρέψει στο σπίτι του. Φτάνοντας κοντά στην τοποθεσία «Ρότσος Χατζιανδρέα» όπου υπάρχει μικρό δάσος είδε στην αντίθετη κατεύθυνση, στα δεξιά του, ένα περιπολικό της Αστυνομίας σταματημένο και μια κοπέλα να στέκεται στο παγκέτο του δρόμου (στην πλευρά του συνοδηγού). Εκείνη την ώρα που περνούσε ο Μ.Κ.5 το περιπολικό έφευγε. Το συγκεκριμένο σημείο βρισκόταν μετά το γεφύρι του ποταμού με κατεύθυνση την Αλάμπρα. Μόλις ο Μ.Κ.5 πέρασε, πρόσεξε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του την κοπέλα που είχε δει προηγουμένως να κάνει νοήματα με τα χέρια όπως κάνει ένας για να σταματήσει αυτοκίνητο. Τότε ο Μ.Κ.5 σταμάτησε και, αφού έκανε όπισθεν, επέστρεψε πίσω οπόταν διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μια αλλοδαπή κοπέλα η οποία του είπε ότι ήταν Βιετναμέζα. Δεν μιλούσε όμως ούτε Ελληνικά, ούτε Αγγλικά. Όπως την είδε ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι ήταν φοβισμένη και έτρεμε, ενώ τα μάτια της ήταν κλαμένα. Έκαμνε δε νοήματα στον μάρτυρα με τα χέρια της. Ο Μ.Κ.5 δεν καταλάβαινε τι ήθελε να πει και εκείνη κτυπούσε με τα χέρια της τα πόδια της και το στόμα της και του έδειχνε με τα δάχτυλα της τον αριθμό 2. Ο Μ.Κ.5 δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι ήθελε η γυναίκα αυτή να του πει. Της έγνεψε και αυτή μπήκε στο αυτοκίνητο γιατί ήταν μέσα στον δρόμο και φοβήθηκε μήπως την κτυπήσει άλλο αυτοκίνητο. Τότε εκείνη τηλεφώνησε από το κινητό της σε κάποιον και το έδωσε στον Μ.Κ.5 να μιλήσει. Επρόκειτο για ένα Κύπριο ο οποίος ζήτησε από τον μάρτυρα, αν μπορούσε, να την πάρει στον Σταθμό Βενζίνης της Μοσφιλωτής δίπλα από τον κυκλικό κόμβο και θα έστελλε μια κοπέλα να την πάρει. Ο Μ.Κ.5 αποδέχτηκε να κάνει αυτή την εξυπηρέτηση γιατί κατάλαβε ότι η αλλοδαπή κοπέλα, η Βιετναμέζα, ήταν ταλαιπωρημένη και κάτι της συνέβαινε, οπόταν την πήρε στον Σταθμό Βενζίνης. Εκεί ο Μ.Κ.5 ανέμενε 5-6 λεπτά μαζί της μέχρι που ήλθε μια Κύπρια κοπέλα και την παρέλαβε. Ο Μ.Κ.5 έδωσε και τον αριθμό τηλεφώνου του στη Βιετναμέζα για να του τηλεφωνήσει σε περίπτωση που χρειαζόταν κάποια βοήθεια. Την ώρα που κατέβασε τη Βιετναμέζα στον Σταθμό Βενζίνης ο Μ.Κ.5 έγραψε σ΄ ένα κομμάτι χαρτί τον αριθμό τηλεφώνου και της το έδωσε. Αργότερα, όταν πήγε στην Αστυνομία και έδωσε κατάθεση, ο Μ.Κ.5 διαπίστωσε ότι η Βιετναμέζα τούς είχε παραδώσει την καρτέλα που ο ίδιος είχε στον δείχτη του αυτοκινήτου του και στον οποίο εκείνη έγραψε τον αριθμό εγγραφής κάποιου αυτοκινήτου. Μαρτυρία Παραπονούμενης (Μ.Κ.7) Η Παραπονούμενη καταθέτοντας εν πρώτοις υιοθέτησε την κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία στις 3.6.13 (Τεκμήρια 21Α και 21Β). Από όσα ανέφερε μπορούμε να συνοψίσουμε, τα εξής: Ήλθε στην Κύπρο από το Βιετνάμ στις 30.11.10 για να δουλέψει ως οικιακή βοηθός. Περί το 2012 άρχισε να δουλεύει στη Χρυστάλλα Μανώλη στο χωριό Πυργά. Τις Κυριακές δεν έβγαινε έξω από το σπίτι των εργοδοτών της γιατί κάθε φορά που έμπαινε σε αυτοκίνητο ένιωθε ζάλη και τάση για εμετό. Στις 3.6.13 κανόνισε να συναντήσει στη Λευκωσία μια φίλη της την οποία δεν είχε δει για τέσσερα χρόνια και να αγοράσει κάποια πράγματα. Το πρωί την πήρε στη Λευκωσία ο κ. Νίκος, γιος του εργοδότη της. Γύρω στις 2:00 μ.μ. ο φίλος της φίλης της, ένας Κύπριος, την έφερε με το αυτοκίνητο στο Πέρα Χωριό και την άφησε μπροστά από την υπεραγορά Carrefour. Μετά από αυτό γύρω στις 4:30 μ.μ. η Παραπονούμενη τηλεφώνησε στον κ. Νίκο να έλθει να την πάρει από το Πέρα Χωριό αλλά εκείνος, επειδή δεν μπορούσε, της είπε να πάρει το λεωφορείο. Γύρω στις 4:55 μ.μ. τηλεφώνησε εκ νέου στον κ. Νίκο επειδή δεν ήξερε ποιο λεωφορείο να πάρει. Ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο με τον κ. Νίκο η Παραπονούμενη συνάντησε ένα άτομο που έκανε λοκμάδες ο οποίος μίλησε με τον κ. Νίκο για να του εξηγήσει πού βρισκόταν η Παραπονούμενη. Μετά απ' αυτό η Παραπονούμενη ξεκίνησε να περπατά προς τη Λάρνακα για περίπου 10-15 λεπτά. Ενώ περπατούσε, ένα αυτοκίνητο ερχόμενο με κατεύθυνση από Λευκωσία που είχε μέσα δύο νεαρούς άνδρες σταμάτησε. Αφού τη ρώτησαν πού πήγαινε και αυτή τους είπε στα Πυργά, μπήκε μέσα και κάθισε στα πίσω καθίσματα. Οι άντρες αυτοί μιλούσαν μία γλώσσα που η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να καταλάβει, αλλά ήταν σίγουρη ότι δεν ήταν Ελληνικά. Μετά από 10 περίπου λεπτά ο οδηγός του αυτοκινήτου έστριψε δεξιά προς χωματόδρομο και πέρασε από μια γέφυρα. Όταν έστριψαν η Παραπονούμενη τους ρώτησε πού πάνε αλλά της είπαν να μην ανησυχεί. Ύστερα από μερικά λεπτά έφτασαν σε ένα δάσος και σταμάτησε το αυτοκίνητο. Η Παραπονούμενη τότε προσπάθησε να βγει από το αυτοκίνητο για να τρέξει αλλά ο ανοιχτόχρωμος άντρας την εμπόδισε κλείνοντας της την πόρτα. Βγήκε από το αυτοκίνητο και ο οδηγός. Η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να τρέξει επειδή φοβόταν. Τους είπε να την αφήσουν γιατί ήταν πολύ μεγάλη γι αυτούς. Ωστόσο εκείνοι την έσπρωξαν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και ο ένας απ' αυτούς προηγουμένως τη χαστούκισε στο πρόσωπο. Επρόκειτο για τον ανοιχτόχρωμο άντρα. Ο μελαχρινός κατέβασε το παντελόνι του και έβγαλε το πέος του και έσπρωξε το κεφάλι της Παραπονούμενης κάτω για να του κάνει στοματικό έρωτα όπως και έγινε. Την ίδια ώρα ο ανοιχτόχρωμος ήρθε από την πλευρά του αυτοκινήτου και μεταξύ τους οι δύο άρχισαν να συζητούν έντονα χωρίς η Παραπονούμενη να αντιλαμβάνεται για ποιο πράγμα. Ο μελαχρινός άντρας την έσπρωξε προς το κάθισμα και προσπάθησε να της αφαιρέσει το παντελόνι. Λόγω του ότι η Παραπονούμενη ήταν φοβισμένη δεν έκανε οτιδήποτε για να αντισταθεί εκτός από του να τους ικετεύει και να τους παρακαλεί να την αφήσουν. Ο μελαχρινός άντρας της κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο μέχρι τα γόνατα και την ανάγκασε να τα αφαιρέσει εντελώς. Νιώθοντας φόβο δεν μπορούσε να κάνει τίποτα και δεν αντιστάθηκε. Έτσι ο μελαχρινός άντρας έβαλε το πέος του στο αιδοίο της για να κάνει σεξ μαζί της για μερικά λεπτά και μετά απ' αυτόν ήρθε ο ανοιχτόχρωμος άντρας και έκανε και αυτός το ίδιο. Αυτό έγινε περίπου 5-6 φορές από τον καθένα. Δηλαδή τελείωνε ο ένας, ερχόταν ο δεύτερος, τελείωνε αυτός, ερχόταν ξανά ο πρώτος για περίπου 5 φορές. Ο μελαχρινός, είχε εκσπερματώσει, ενώ ο ανοιχτόχρωμος, δεν είχε εκσπερματώσει. Την τελευταία φορά ο μελαχρινός άντρας είχε βάλει το πέος του στο αιδοίο της και στη συνέχεια εκσπερμάτωσε εκτός του αιδοίου της. Μετά ο μελαχρινός άντρας ήλθε από την άλλη πόρτα πίσω της και την έβαλε να γονατίσει στα τέσσερα. Προσπάθησε να βάλει το πέος του στον πρωκτό της, αλλά επειδή αυτή ένιωσε πόνο τον έσπρωξε προς τα πίσω και εκείνος σταμάτησε. Κατά τη διάρκεια του βιασμού η Παραπονούμενη έκλαιγε και ικέτευε τους Κατηγορούμενους να την αφήσουν ελεύθερη. Όταν έκλαιγε πολύ και φώναζε οι Κατηγορούμενοι έβαζαν το χέρι τους μπροστά από το στόμα της για να την σταματήσουν. Όταν οι δύο άνδρες τη βίαζαν το τηλέφωνο της κτυπούσε πολλές φορές αλλά της το έκλεισαν. Όταν τέλειωσαν την έβγαλαν έξω από το αυτοκίνητο και αυτή φόρεσε τα ρούχα της και στη συνέχεια την έσπρωξαν πάλι πίσω στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν οδηγώντας προς τον δρόμο. Τους είχε πει ότι ήθελε να φύγει περπατώντας και ότι θα τηλεφωνήσει στην εργοδότρια της να έλθει να την παραλάβει αλλά αυτοί δεν την άφησαν να πάει πεζή. Την έβαλαν στο αυτοκίνητο και την πήγαν ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο. Αφού πέρασαν τη γέφυρα, σταμάτησαν και την άφησαν να φύγει επιστρέφοντας της το κινητό της τηλέφωνο. Μετά που βγήκε από το αυτοκίνητο παρατήρησε τον αριθμό εγγραφής του που ήταν ΑΑΑ 404 και θυμόταν ότι ήταν σκούρου χρώματος. Στην κατάθεση της η Παραπονούμενη έδωσε και περιγραφή των δύο δραστών, όπως και των ρούχων που φορούσαν. Μετά που την άφησαν η Παραπονούμενη τηλεφώνησε στη Hai λέγοντας τι της είχε συμβεί επειδή ήξερε ότι ο άνδρας της είναι Αστυνομικός και θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Στη συνέχεια έκανε νόημα για να σταματήσει ένα αυτοκίνητο και σταμάτησε ένας δασονόμος (Μ.Κ.5). Του έδωσε το τηλέφωνο της για να μιλήσει με τον κ. Νίκο για να την πάρει σπίτι. Αυτός την οδήγησε σ' ένα Σταθμό Βενζίνης όπου θα ερχόταν η Ειρήνη, ανιψιά της εργοδότριας της, για να την πάρει. Στο σπίτι η Παραπονούμενη είπε στον κ. Νίκο τι είχε συμβεί και αυτός την πήρε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου. Στη συνέχεια η Παραπονούμενη πήγε συνοδευόμενη από τη Μ.Κ.12 στο Νοσοκομείο για εξέταση. Πριν σταματήσει ο δασονόμος η Παραπονούμενη είχε δει ένα αυτοκίνητο με άτομα που φορούσαν στολές και θεώρησε ότι ήταν Αστυνομικοί και τους ζήτησε να μιλήσουν στο κινητό της με τον εργοδότη της. Πιθανόν αυτοί να μην κατάλαβαν και της έγνεψαν με το χέρι να φύγει. Μετά που ο δασονόμος μίλησε με τον κ. Νίκο στο τηλέφωνο η Παραπονούμενη φοβόταν να μπει στο αυτοκίνητό του λόγω αυτού που της είχε συμβεί προηγουμένως με τους Κατηγορούμενους. Ο κ. Νίκος μίλησε μαζί της στο τηλέφωνο και τελικά μπήκε στο αυτοκίνητο. Είδε μέσα στο αυτοκίνητο ένα χαρτί δίπλα από το τιμόνι και κατέγραψε σε αυτό τον αριθμό του οχήματος των δύο ατόμων που την είχαν βιάσει. Ο δασονόμος έγραψε σε ένα χαρτί το τηλέφωνο του και της το έδωσε. Όταν η Παραπονούμενη μπήκε στο αυτοκίνητο της Ειρήνης προσπάθησε να της περιγράψει τα σχετικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στα Ελληνικά σε συνδυασμό με τη γλώσσα του σώματος και πιστεύει ότι η Ειρήνη κατάλαβε τι έγινε. Όταν η Παραπονούμενη έφτασε στον Σταθμό συναντήθηκε και με τη Hai και τον σύζυγό της. Στον Αστυνομικό Σταθμό ήλθε και μια άλλη φίλη της Παραπονούμενης. Μετά από κάποιες μέρες κλήθηκε η Παραπονούμενη να αναγνωρίσει τους δύο Κατηγορούμενους. Στη διαδικασία αναγνώρισης υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 2 ως το άτομο που την είχε χαστουκίσει γιατί είχε θυμηθεί αυτό το γεγονός μετά που ηρέμησε. Από την ημέρα που έγινε ο βιασμός στις 2.6.13 και μετά η Παραπονούμενη ένιωθε πολύ άσχημα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ με αυτά που της συνέβησαν, ενώ πριν το συμβάν αυτό δεν είχε τέτοιου είδους προβλήματα. Μέχρι τώρα εξακολουθεί να νιώθει πολύ άσχημα και είναι πραγματικά πολύ δύσκολο γι΄ αυτή να ξεχάσει τα πάντα. Η Παραπονούμενη αντεξετάστηκε επί μακρόν και σε έκταση. Ανάμεσα σε άλλα ερωτήθηκε για τους εργοδότες της από την ημέρα που ήλθε στην Κύπρο για να εργαστεί μέχρι σήμερα. Ένα ζήτημα που της τέθηκε ήταν κατά πόσο άσκησε πορνεία είτε τον καιρό που βρισκόταν στο Βιετνάμ, είτε μετά που ήλθε στην Κύπρο. Η Παραπονούμενη απάντησε ότι ποτέ δεν πήγε με άλλο άνδρα για σεξ επί πληρωμή ως, επίσης, και ότι ποτέ δεν έκανε σεξ με άλλο άνδρα πλην του συζύγου της. Αρνήθηκε ότι είχε συμφωνήσει με τους Κατηγορούμενους να κάνει σεξ μαζί τους επί αμοιβή. Πρόσθεσε δε ότι, αν είχε κάνει τέτοια συμφωνία, δεν θα υπέβαλλε στη συνέχεια παράπονο. Αρνήθηκε, επίσης, ότι ήταν με τη συγκατάθεση της και κατόπιν συμφωνίας για πληρωμή που είχε προβεί σε σεξουαλική πράξη και σε στοματικό έρωτα με τους Κατηγορούμενους. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι πριν μπει στο αυτοκίνητο των Κατηγορουμένων είχαν σταματήσει ένα ή δύο αυτοκίνητα τα οποία τη ρώτησαν αν ήθελε να μπει στο αυτοκίνητό τους αλλά τους απέρριψε. Αυτό το είχε αναφέρει στην Αστυνομία αλλά δεν το είπε για να καταγραφεί. Της ζητήθηκε να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα όπως εκτυλίχθηκαν την ημέρα του επιδίκου συμβάντος από την ώρα που την πήρε ο γιος του εργοδότη της (κ. Νίκος) στη Λευκωσία για να συναντήσει μια φίλη της μέχρι που κατέληξε να υποβάλει παράπονο στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου και εν συνεχεία να υποβληθεί σε εξέταση από ιατροδικαστή στο Νοσοκομείο. Απέρριψε, ακόμα, την υποβολή ότι είχε συνωμοτήσει με τη Hai για να καταγγείλει ψευδώς βιασμό. Πρόσθεσε εν πρώτοις ότι στη Hai είχε απλώς εξηγήσει τι της είχε συμβεί και ήθελε να τη βοηθήσει εφόσον γνώριζε ότι ο άντρας της Hai ήταν Αστυνομικός. Αρνήθηκε, επίσης, ότι έκανε την καταγγελία για να εξασφαλίσει οφέλη, τονίζοντας ότι ο λόγος που προέβη στην καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον των Κατηγορουμένων ήταν για να διεκδικήσει τα δικαιώματα της γι΄ αυτό που της έκαναν και για να τιμωρηθούν. Δεν δέχθηκε ότι ένα από τα κίνητρα της ήταν να εξασφαλίσει την παράταση της νόμιμης παραμονής της στην Κύπρο για να δουλεύει χωρίς πρόβλημα, προσθέτοντας ότι ποτέ δεν σκέφτηκε να έκανε κάτι τέτοιο για να μείνει εδώ. Επισήμανε ότι η άδεια παραμονής της (βίζα) έληγε μετά από 18 μήνες και ότι, επομένως, δεν είχε κανένα λόγο να το κάνει. Αρνήθηκε ότι σε καμία περίπτωση καθόλη τη διάρκεια που ήταν μαζί με τους Κατηγορούμενους δεν τους είχε πει ότι δεν ήθελε να συνεχίσουν τις σεξουαλικές πράξεις. Πρόσθεσε ότι έκλαιγε πολύ, ότι τους ικέτευε να την αφήσουν ελεύθερη και ότι αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Αρνήθηκε, ακόμη, την υποβολή ότι έλεγε συνέχεια στους Κατηγορούμενους «Λεφτά, λεφτά, γρήγορα, γρήγορα» τονίζοντας ότι ποτέ δεν είπε κάτι τέτοιο και ότι, αν έλεγε κάτι τέτοιο ή έκανε αυτού του είδους τη δουλειά, δεν θα πήγαινε ποτέ στην Αστυνομία να κάνει παράπονο. Απέρριψε, επίσης, τη θέση ότι όταν τέλειωσε το σεξ με τους Κατηγορούμενους τους έλεγε συνέχεια «πολλά λεφτά να φύω». Σ' άλλο σημείο κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης όταν της τέθηκε ότι έκανε πεοθηλασμό και στους δύο Κατηγορούμενους με τη θέληση της κατόπιν συμφωνίας που είχε προηγηθεί στο αυτοκίνητο, το αρνήθηκε λέγοντας ότι, αν είχε συμφωνήσει κάτι τέτοιο δεν θα προσπαθούσε να τρέξει μακριά, δεν θα την σταματούσαν και δεν θα τη χαστούκιζε ο ένας Κατηγορούμενος στο πρόσωπο. Όταν της τέθηκε εκ νέου υποβολή ότι έκανε σεξουαλική πράξη με τους Κατηγορούμενους με τη θέληση της κατόπιν συμφωνίας που προηγήθηκε όταν μπήκε στο αυτοκίνητο των Κατηγορουμένων, απέρριψε ξανά τέτοια υποβολή. Τόνισε ότι είχε μπει στο αυτοκίνητο επειδή ήθελε να πάει σπίτι και πίστεψε ότι οι Κατηγορούμενοι ήταν καλοί άνθρωποι και ότι θα τη βοηθούσαν να πάει σπίτι. Επανέλαβε δε ότι, αν είχε κάνει συμφωνία μαζί τους, δεν θα έκαμνε αργότερα παράπονο. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της είπε ότι φοβήθηκε όταν προσπάθησε να φύγει και ο ανοιχτόχρωμος Κατηγορούμενος τη σταμάτησε και στη συνέχεια τη χαστούκισε. Κατάλαβε ότι είχε να κάνει με δύο νεαρούς άνδρες γεμάτους δύναμη και ότι δεν θα μπορούσε να δραπετεύσει. Φοβήθηκε πως, αν έκανε κάτι, θα την σκότωνε ο ανοιχτόχρωμος άντρας. Εξήγησε ότι στο στάδιο που το αυτοκίνητο είχε πάρει άλλη κατεύθυνση και είχε στρίψει προς χωματόδρομο ότι ανησυχούσε πολύ και ήθελε να πηδήξει έξω από το αυτοκίνητο αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Γι΄ αυτό τους άφησε να συνεχίζουν να προχωρούν προς το δάσος. Δεν μπορούσε να κατεβεί προηγουμένως γιατί φοβόταν μήπως έχει ατύχημα. Έπρεπε λοιπόν να περιμένει μέχρι να σταματήσει το αυτοκίνητο. Μόλις σταμάτησε άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Ήθελε να τρέξει. Αρνήθηκε ότι πριν να μπει στο αυτοκίνητο των Κατηγορουμένων έκανε «πιάτσα», δηλ. έψαχνε πελάτες για σεξ, και διερωτήθηκε γιατί να κάνει όλη αυτή την ιστορία αν όντως έκαμνε κάτι τέτοιο, επαναλαμβάνοντας ότι αν ήταν η δουλειά της δεν θα υπέβαλλε παράπονο. Μαρτυρία Nguen Thi Hai (Μ.Κ.10) Η Μ.Κ.10 κατάγεται από το Βιετνάμ και είναι παντρεμένη με Κύπριο πολίτη ο οποίος είναι αστυνομικός. Στις 2.6.13 και γύρω στις 7.20 μ.μ. η Παραπονούμενη την κάλεσε στο κινητό της και της είπε ότι χρειαζόταν βοήθεια επειδή δύο νεαροί άνδρες την είχαν βιάσει. Η Παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να πει στη Μ.Κ.10 πού ευρισκόταν εκείνη τη στιγμή. Της είχε τηλεφωνήσει η Παραπονούμενη γιατί ήξερε ότι ο άνδρας της Μ.Κ.10 είναι Αστυνομικός και θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Η Παραπονούμενη ήταν πολύ αναστατωμένη και φοβισμένη στο τηλέφωνο. Μεταξύ αυτών που ανάφερε στη Μ.Κ.10 ήταν ότι είχε τον αριθμό εγγραφής του αυτοκινήτου. Ακολούθησαν και άλλα τηλεφωνήματα μεταξύ τους, στα οποία η Παραπονούμενη έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες στη Μ.Κ.10 αναφορικά με το περιστατικό. Συγκεκριμένα της ανέφερε ότι, όταν επέστρεφε από τη Λευκωσία πίσω στο χωριό, κάποιος φίλος της φίλης της, την πήρε με το αυτοκίνητο, την άφησε κάπου στο χωριό και η Παραπονούμενη συνέχισε με τα πόδια. Κάποια αυτοκίνητα ελάττωναν ταχύτητα και τη ρωτούσαν πού πήγαινε και αν ήθελε να την πάρουν κάπου αλλά αυτή αρνείτο. Μετά από αυτό ένα αυτοκίνητο με δύο νεαρούς άνδρες σταμάτησε δίπλα της και αυτή αποφάσισε να μπει μέσα. Τους ζήτησε δε να την πάρουν στο σπίτι της αλλά δεν την πήραν. Την οδήγησαν από άλλο δρόμο και τότε η Παραπονούμενη κατάλαβε ότι κάτι πήγαινε λάθος. Τους ζήτησε να σταματήσουν αλλά δεν σταμάτησαν και την πήραν στο δάσος. Όταν έφτασαν εκεί ο ένας από τους δύο άνδρες τη χαστούκισε στο πρόσωπο και το στόμα της αιμορραγούσε. Και οι δύο άνδρες ξεκίνησαν να τη βιάζουν. Της ζήτησαν να τους φιλήσει το πέος και ήθελαν και πρωκτικό σεξ. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου είχε λάβει κάποιο τηλεφώνημα αλλά δεν της επέτρεψαν να απαντήσει το τηλέφωνο και της το έκλεισαν. Μετά τον βιασμό τούς ζήτησε, ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, να βγουν έξω για να φορέσει τα ρούχα της. Τα φόρεσε και μετά ξεκίνησαν να οδηγούν προς τον δρόμο. Μετά από το πρώτο τηλεφώνημα η Παραπονούμενη ξανακάλεσε την Μ.Κ.10 στο κινητό της και της είπε ότι το αφεντικό της ο κ. Νίκος την είχε πάρει στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου. Όπως την είχε συμβουλεύσει ο σύζυγος της η Μ.Κ.10 είπε στην Παραπονούμενη να μην κάνει μπάνιο. Σύντομα μετά από αυτό η Μ.Κ.10 και ο σύζυγος της πήγαν και αυτοί στον Αστυνομικό Σταθμό όπου η Μ.Κ.10 βοήθησε τη Μ.Κ.12 να καταγράψει το παράπονο της Παραπονούμενης επειδή η τελευταία δεν μιλούσε Αγγλικά. Η Μ.Κ.10 μετέφρασε στα Αγγλικά ό,τι έλεγε η Παραπονούμενη. Στις 2.6.13 και μεταξύ των ωρών 23.50 - 23.59 η Μ.Κ.10 βοήθησε τη Μ.Κ.12 να καταγράψει και τη συγκατάθεση της Παραπονούμενης να πάει στον γιατρό (Τεκμήρια 36Α και 36Β). Όταν συναντήθηκαν η Μ.Κ.10 με την Παραπονούμενη στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου της τα είπε όλα με λεπτομέρεια. Εκεί στον Αστυνομικό Σταθμό η Μ.Κ.10 προσπάθησε να μεταφέρει στους Αστυνομικούς την καταγγελία της Παραπονούμενης η οποία δεν μπορούσε να μιλήσει την Αγγλική. Η Μ.Κ.10 διευκρίνισε ότι τα Αγγλικά της δεν είναι πολύ καλά και εξήγησε στην Αστυνομία αυτά που της έλεγε η Παραπονούμενη όσο καλύτερα μπορούσε. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.10 είπε ότι δεν γνωρίζονταν με την Παραπονούμενη και ότι η τελευταία είχε πάρει τον αριθμό του τηλεφώνου της από την αδελφή της. Η Μ.Κ.10 γνωρίζει την αδελφή της Παραπονούμενης. Εξήγησε κάτω από ποιες περιστάσεις τη γνώρισε. Συγκεκριμένα, όταν ο σύζυγος της αδελφής της Παραπονούμενης στο Βιετνάμ είχε ατύχημα και η αδελφή της Παραπονούμενης είχε επικοινωνήσει μαζί με τη Μ.Κ.10 για να τη βοηθήσει η τελευταία να πάει το συντομότερο δυνατό πίσω στη χώρα της (επειδή ο σύζυγος της αδελφής της ήταν σε κίνδυνο). Σε σχετική ερώτηση της Υπεράσπισης η Μ.Κ.10 ανέφερε ότι η αδελφή της Παραπονούμενης ποτέ δεν της είπε ότι ο εργοδότης της προσπάθησε να τη βιάσει. Στον Αστυνομικό Σταθμό η Παραπονούμενη εξήγησε στη Μ.Κ.10 το περιστατικό με περισσότερες λεπτομέρειες. Όμως το πρώτο τηλεφώνημα που είχε λάβει από την Παραπονούμενη ήταν πολύ σύντομο. Η Παραπονούμενη τη ρωτούσε αν ήταν η Hai και, αφού της εξήγησε ποια μιλούσε στο τηλέφωνο, εκείνη ζήτησε βοήθεια λέγοντας της ότι δύο αγόρια την είχαν βιάσει στο δάσος και προσθέτοντας ότι είχε τον αριθμό εγγραφής του οχήματος τους. Σ' εκείνο το πρώτο τηλεφώνημα η Παραπονούμενη δεν είχε δώσει λεπτομέρειες του περιστατικού. Όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό είπε ότι επειδή η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να μιλήσει Αγγλικά, η Μ.Κ.10 μιλούσε με την Παραπονούμενη και στη συνέχεια η Μ.Κ.10 εξηγούσε στον σύζυγο της και ακολούθως ο σύζυγος της τα μετέφερε στην Αστυνομία και η Αστυνομικός έγραφε την κατάθεση. Στα πλαίσια αυτών που της έλεγε η Παραπονούμενη ενόσω ήταν όλοι στον Αστυνομικό Σταθμό, ήταν και το ότι οι δράστες την είχαν χαστουκίσει, ότι είχε πόνο στο δόντι, ότι αιμορραγούσε το στόμα της και, ακόμη, ότι έφτυσε το αίμα πάνω στο παντελόνι της. Δεν θυμάται αν αυτό το μετέφερε στην Αστυνομία. Είχε δει πάντως τον λεκέ από το αίμα στο παντελόνι της εκεί στον Σταθμό. Ένα άλλο πράγμα που της είχε πει η Παραπονούμενη ήταν ότι κατά τη διάρκεια του βιασμού προσπάθησε να τρέξει να ξεφύγει και πως ήθελε να πάρει το τηλέφωνο αλλά δεν της το έδιναν. Η Παραπονούμενη ήθελε να τρέξει αλλά φοβόταν πως θα την σκότωναν και έτσι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μετά δε από αυτό δέχθηκε το χαστούκι από τον ένα από τους δράστες. Της είπε, επίσης, ότι ένας από τους δύο δράστες είχε εκσπερματώσει και ότι φοβόταν μήπως μείνει έγκυος γιατί δεν ήξερε αν είχε εκσπερματώσει μέσα της ή όχι. Ένα άλλο πράγμα που της είχε πει ήταν ότι όταν φόρεσε τα ρούχα της και οι δύο δράστες την έβαλαν μέσα στο αυτοκίνητο και άρχισαν να οδηγούν προς τον δρόμο, όταν έφτασαν σχεδόν στον αυτοκινητόδρομο την άφησαν να βγει έξω. Σε εκείνο το στάδιο που κατέβηκε από το αυτοκίνητο είδε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου. Στο στάδιο που οι δράστες την άφησαν να βγει από το αυτοκίνητο της έδωσαν και το τηλέφωνό της. Αναφορικά με το σημείο όπου της είχε πει η Παραπονούμενη ότι το αυτοκίνητο των δραστών είχε στρίψει και κατευθυνόταν σε δρόμο που δεν γνώριζε, η Μ.Κ.10 θυμόταν ότι η Παραπονούμενη της είχε πει ότι αισθάνθηκε ότι κάτι πήγαινε λάθος και ότι επρόκειτο να έχει πρόβλημα και ότι, όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο και πήγαν οι δύο άνδρες να τη βιάσουν, τους είχε πει ότι είναι πολύ νέοι σαν τα παιδιά της. Ήταν σε εκείνο το στάδιο που ο ένας τη χαστούκισε στο πρόσωπο. Στην υποβολή ότι γνώριζε ότι η Παραπονούμενη ασκούσε περιοδικά πορνεία για να βγάζει λεφτά η Μ.Κ. 10 απάντησε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο. Στην υποβολή ότι με τη βοήθεια της η Παραπονούμενη προέβη σε ψεύτικη καταγγελία για βιασμό η Μ.Κ. 10 απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν η καταγγελία είναι ψεύτικη ή αληθινή και ότι η ίδια ήθελε να βοηθήσει και να εξηγήσει στην Αστυνομία και ανέφερε μόνο αυτά που της έλεγε η Παραπονούμενη, προσθέτοντας ότι η ίδια πιστεύει ότι αυτά είναι αλήθεια. Αρνήθηκε ότι ήρθε σε συνεννόηση με την Παραπονούμενη για το τι θα πει στο Δικαστήριο τονίζοντας ότι δεν είχε επικοινωνία με την Παραπονούμενη. Η μόνη φορά που είχε έρθει σε επικοινωνία με την Παραπονούμενη ήταν όταν ο εργοδότης της δεν της πλήρωνε τον μισθό της, ενώ η μόνη φορά από την είδε προσωπικά ήταν στον Αστυνομικό Σταθμό. Αρνήθηκε ότι συνωμότησε με την Παραπονούμενη μέσω της ψεύτικης καταγγελίας να τη βοηθήσει να εξασφαλίσει την παράταση της παραμονής της στην Κύπρο, τονίζοντας ότι τη βοήθησε σχετικά με τον βιασμό και δεν ήξερε πως είχε πρόβλημα με την άδεια παραμονής της (βίζα). Αρνήθηκε ότι η Παραπονούμενη της είχε τηλεφωνήσει γύρω στον Μάρτη (του 2013) όταν η εργοδότης της Χρυστάλλα Μανώλη είχε αποβιώσει καθώς και ότι επειδή δεν είχε άδεια παραμονής η Μ.Κ.10 της υποσχέθηκε να τη βοηθήσει. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι μετά από αυτό το γεγονός περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία η οποία τους δόθηκε όταν η Παραπονούμενη, ασκώντας "part time" πορνεία, έκανε έρωτα με τους Κατηγορούμενους επ΄ αμοιβή και με τη θέλησή της και ότι μετά από αυτό η Παραπονούμενη της τηλεφώνησε και της το ανέφερε και αμέσως μετά σχεδίασαν οι δύο τους το σενάριο της ψεύτικης καταγγελίας για βιασμό. Μαρτυρία Νίκου Μανώλη (Μ.Κ.11) Ο Νίκος Μανώλη υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερ. 2.6.13 και στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα. Οι γονείς του Χρυστάλλα και Νικόλας Μανώλη εργοδοτούσαν την Παραπονούμενη στο σπίτι τους για να τους φροντίζει. Η μητέρα του απεβίωσε στις 9.3.13 και ο πατέρας του στις 3.5.13. Η Παραπονούμενη εξακολουθεί να μένει στο σπίτι των γονιών του. Στις 2.6.13 το πρωί η Παραπονούμενη τηλεφώνησε στον Μ.Κ.11 και του ζήτησε να την πάρει στη Λευκωσία γιατί ήθελε να δει κάποιους γνωστούς της. Το απόγευμα, γύρω στις 16:30 η Παραπονούμενη τηλεφώνησε στον μάρτυρα και του είπε να πάει να την πάρει από το Πέρα Χωρίο, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πώς βρέθηκε εκεί, καθότι η Παραπονούμενη δεν μιλά Ελληνικά ούτε και Αγγλικά και έτσι ο Μ.Κ.11 συνεννοείται μαζί της με δυσκολία. Ο Μ.Κ.11 της είπε ότι δεν μπορεί να πάει να την πάρει επειδή δεν είχε αυτοκίνητο και να πάρει το λεωφορείο. Μετά από λίγο, γύρω στις 16:55, η Παραπονούμενη τον πήρε ξανά τηλέφωνο και του έδωσε να μιλήσει με κάποιον, ο οποίος του είπε ότι είναι ο λουκουματζής του Πέρα Χωρίου. Ο Μ.Κ.11 του είπε να της εξηγήσει πώς να βρει το λεωφορείο και να πάει στα Πυργά. Ακολούθως ο ίδιος δεν ξέρει τι έγινε. Μετά από αρκετή ώρα, γύρω στις 19:15, η Παραπονούμενη τον πήρε ξανά τηλέφωνο, και ακουγόταν ταραγμένη και έκλαιγε. Ο ίδιος δεν καταλάβαινε τι έλεγε αλλά νόμισε ότι αυτή ταράχτηκε επειδή χάθηκε και θα αργούσε να επιστρέψει. Τότε του έδωσε να μιλήσει στο τηλέφωνο με ένα Κύπριο. Αυτός του είπε ότι βρήκε την Παραπονούμενη στον δρόμο μεταξύ Αλάμπρας και Μοσφιλωτής. Ο Μ.Κ.11 τον παρακάλεσε να την πάρει στον Σταθμό Βενζίνης στον κυκλικό κόμβο Μοσφιλωτής όπου θα έστελνε κάποιον να την πάρει. Ο Μ.Κ.11 ειδοποίησε την αδελφότεκνη του Ειρήνη Μιχαήλ να πάει να πάρει την Παραπονούμενη από τον Σταθμό, όπως και έγινε και την πήρε στο σπίτι. Εκεί η Παραπονούμενη έκλαιγε πολύ και ήταν ταραγμένη και ταλαιπωρημένη. Φορούσε τα ίδια ρούχα από το πρωί. Ο Μ.Κ.11 δεν είδε να έφερε κάποιο κτύπημα ή τραύμα ούτε κατάλαβε τι της συνέβηκε. Τότε η Παραπονούμενη τηλεφώνησε σε μία φίλη της Βιετναμέζα, και αυτός μίλησε με τον σύζυγο εκείνης που είναι Αστυνομικός. Ο τελευταίος του είπε ότι δύο άγνωστοι άντρες την πήραν με το αυτοκίνητο τους από τον δρόμο του Πέρα Χωρίου σε ένα δάσος και τη βίασαν. Τότε ο Μ.Κ.11 πήρε την Παραπονούμενη στον Σταθμό Πέρα Χωρίου. Ο Μ.Κ.11 πρόσθεσε ότι την επίδικη μέρα ήταν η πρώτη φορά που η Παραπονούμενη πήγε στη Λευκωσία την Κυριακή, επειδή πάντα εργαζόταν και τις Κυριακές καθότι οι γονείς του χρειάζονταν βοήθεια. Όταν η Παραπονούμενη έμπαινε στο αυτοκίνητο, άνοιγαν όλα τα παράθυρα και κρατούσε μία σακούλα όπου έκανε εμετό. Ενώ η Παραπονούμενη ήταν στη Λευκωσία τον πήρε τηλέφωνο για να την πάρει πίσω αλλά αυτός της είπε πολλές φορές ότι δεν είχε αυτοκίνητο και να πάρει λεωφορείο. Δεν θυμόταν πόσες φορές τον πήρε τηλέφωνο και ούτε ήταν σε θέση να πει κατά πόσο αυτή κατάλαβε τι της είπε. Αρχικά την πήρε στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου, και τους έστειλαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου για να κάνει την καταγγελία της. Την επομένη μέρα, όταν ο Μ.Κ.11 πήγε να την πάρει από τον Σταθμό, στη διαδρομή η Παραπονούμενη του έδειξε τον δρόμο κοντά στη γέφυρα πάνω δεξιά ότι είναι εκεί που την πήραν οι βιαστές. Ο Μ.Κ.11 ανέφερε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του και περί τα τέλη Μαΐου του 2013 έκανε διαβήματα μέσω του πράκτορα για να παραμείνει η Παραπονούμενη να εργάζεται στο δικό του όνομα. Εξ ου και αναγνώρισε τα Τεκμήρια 24 και 26-29 ως έγγραφα τα οποία ετοιμάστηκαν από τον πράκτορα. Αυτά όμως δεν υποβλήθηκαν ποτέ καθότι μετά το επίδικο συμβάν, έδωσε οδηγίες στον πράκτορα να σταματήσει τη διαδικασία για να μην έχουν προβλήματα. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα το Τεκμήριο 27 που φέρει ημερομηνία 29.7.13 με την υποβολή ότι αυτό διαψεύδει τον μάρτυρα, και αυτός απάντησε ότι αναφέρει τα γεγονότα όπως ακριβώς έγιναν και τα γνωρίζει. Πρόσθεσε ακόμα ότι επειδή η Παραπονούμενη ήταν πολύ καλή, ήθελαν να τη βοηθήσουν και την άφησαν να μένει εκεί. Τον Νοέμβριο του 2013, μέσω του Τμήματος Μετανάστευσης, της έδωσε έγγραφο αποδέσμευσης (release paper) επειδή όλοι στην οικογένεια είναι άνεργοι και δεν μπορούσαν πλέον να την πληρώνουν. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.11 επανέλαβε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Παραπονούμενη παρέμεινε στο σπίτι μέχρι τον Νοέμβριο του 2013. Ειδικότερα, ανέφερε ότι για ανθρωπιστικούς λόγους, επειδή αυτή ήταν πολύ καλή με τους γονείς του, τη φιλοξενούσαν εκεί μετά το συμβάν, καθότι τόσο η Αστυνομία όσο και το Τμήμα Μετανάστευσης του είπαν ότι έπρεπε να μείνει μέχρι τη δίκη της. Την πλήρωσαν μόνο για 1-2 μήνες, και αυτή βοηθούσε μέσα στο σπίτι, χωρίς να την εργοδοτούν. Όμως δεν μπορούσαν να την πληρώνουν περισσότερο και γι΄ αυτό αποτάθηκαν και πάλι στο Τμήμα Μετανάστευσης και τους είπαν να την αποδεσμεύσουν και να της βρουν άλλη εργασία. Αυτή βρήκε νέους εργοδότες και όταν έφυγε από το σπίτι ο ίδιος ενημέρωσε την Αστυνομία και το Τμήμα Μετανάστευσης. Μια φίλη της Παραπονούμενης είπε στον μάρτυρα ότι η τελευταία θα πήγαινε να τον καταγγείλει, αλλά αυτός δεν γνωρίζει αν έγινε τέτοια καταγγελία ούτε και τον ενημέρωσαν από το Τμήμα Μετανάστευσης για κάτι τέτοιο. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η Παραπονούμενη πρέπει να έφυγε εκτός χωριού 1-2 φορές, παρόλο που φοβόταν να μπει στο αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.11 θυμόταν ότι στις 2.6.13 η Παραπονούμενη κρατούσε χόρτα και τη τσάντα της όταν τη μετέφερε στη Λευκωσία. Αναγνώρισε ότι αυτή καλλιεργούσε χόρτα στην αυλή του σπιτιού αλλά δεν γνωρίζει αν τα δώριζε σε φίλες της ή αν τα πουλούσε. Έλαβε τηλεφώνημα από την Παραπονούμενη ενώ αυτή βρισκόταν ακόμα στη Λευκωσία και όταν ήταν στο Πέρα Χωρίο. Ο ίδιος μίλησε με τον λουκουματζή και τον άνθρωπο που την πήρε στον σταθμό βενζίνης. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσα τηλεφωνήματα του έκανε συνολικά η Παραπονούμενη. Ο Μ.Κ.11 είπε ότι μετέφερε την Παραπονούμενη στον Αστυνομικό Σταθμό μαζί με μία φίλη της, και ακολούθως πήγαν στο σπίτι για να της πάρουν ρούχα. Ο ίδιος δεν είχε άλλη ανάμειξη στον Σταθμό εκτός από την επομένη που πήγε για να πάρει την Παραπονούμενη στο σπίτι. Ο Μ.Κ.11 ανέφερε ότι η αδελφή της Παραπονούμενης βρισκόταν στην Κύπρο πριν από καιρό και μία φορά η πρώτη επισκέφτηκε τη δεύτερη στα Πυργά. Δεν γνωρίζει γιατί έφυγε η αδελφή και δεν είχε υπόψη του για καταγγελία της για βιασμό. Ούτε γνωρίζει αν η Παραπονούμενη είχε εραστή. Μαρτυρία Αστ. 2182 Μάριου Χριστοφόρου (Μ.Κ.13) Ο Αστ. 2182 Μάριος Χρυσοστόμου υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών ως υπεύθυνος αρχείου από τον Νοέμβριο του 2007. Ο Μ.Κ.13 ανέφερε ότι από έλεγχο που διενήργησε στα βιβλία και μητρώα του Σταθμού από την 1.2.07 που λειτούργησε ο Σταθμός μέχρι και την ημέρα της κατάθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι δεν καταγγέλθηκε στον Σταθμό οποιαδήποτε υπόθεση βιασμού από οποιοδήποτε πρόσωπο. Ο Μ.Κ.13 πρόσθεσε ότι επειδή ο βιασμός θεωρείται σοβαρό αδίκημα, αυτό δεν διερευνάται στους Αστυνομικούς Σταθμούς Πόλεων αλλά από τα ΤΑΕ και από τους 5 Σταθμούς Υπαίθρου, στους οποίους περιλαμβάνεται ο Σταθμός Πέρα Χωρίου. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 ο Μ.Κ.13 επεξήγησε ότι όλα τα βιβλία και αρχεία του Σταθμού είναι σε ηλεκτρονική μορφή και η έρευνα του έγινε στο μηχανογραφημένο σύστημα του Σταθμού. Η έρευνα του εστιάστηκε στο κατά πόσο η Liu Tran Thi κατήγγειλε υπόθεση βιασμού στον Σταθμό, και η έρευνα του κατέδειξε ότι δεν έγινε ποτέ καταγγελία βιασμού. Στην περίπτωση καταγγελίας και ακόλουθης απόσυρσης του παραπόνου, αυτό θα ήταν καταχωρημένο και θα εντοπιζόταν. Επίσης, αν η Παραπονούμενη πήγε στον εν λόγω Σταθμό για να καταγγείλει βιασμό και από εκεί την παρέπεμψαν στον αρμόδιο Σταθμό, και αυτό θα καταχωρείτο από τον αρμόδιο αστυνομικό. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2 ο Μ.Κ.13 κατέθεσε την επιστολή που του είχε σταλεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ημερ. 19.12.13, Τεκμήριο 37, στην οποία φαίνεται ακριβώς ο σκοπός κατάθεσης αυτού του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως ήδη τον έχει περιγράψει. Μαρτυρία Γιάννη Κοφτερού-ΜΤΝ (Μ.Κ.14) Προς συμμόρφωση με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 2.9.13 προς τη MTN, o Γιάννης Κοφτερός εκ μέρους της εταιρείας, κατέθεσε επιστολή του ημερ. 5.9.13 προς την Αστυνομία στην οποία επισυνάπτεται κατάσταση των επικοινωνιών του αριθμού 96548262 που ανήκει στην Παραπονούμενη, για τις 2.6.13, Τεκμήριο 38. Ο Μ.Κ.14 επεξήγησε και ανέλυσε τα στοιχεία που περιέχονται στο εν λόγω Τεκμήριο και έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις κυψέλες, στις κεραίες και στον τρόπο λήψης σήματος από μία κεραία. Ειδικότερα ο Μ.Κ.14 ανέφερε ότι ο καλών μπορεί να πάρει σήμα είτε από μία κεραία είτε από άλλη, κυρίως όταν αυτές βρίσκονται σε μικρή απόσταση ή λόγω του αέρα και γενικά των καιρικών συνθηκών που επικρατούν τη δεδομένη στιγμή όπως τα σύννεφα. Ακόμα ο Μ.Κ.14 προσδιόρισε την τοποθεσία κάποιων κεραιών, καθορίζοντας την εμβέλεια της ακτίνας των κεραιών που βρίσκονται σε αστικές περιοχές μεταξύ 300-600μ. και την εμβέλεια της ακτίνας των κεραιών που βρίσκονται σε χωριά μεταξύ 2000-2500μ. Με βάση τα δεδομένα των επικοινωνιών που κατείχε ο Μ.Κ.14 ήταν σε θέση να αναφέρει ακόμα την πορεία και κατεύθυνση της Παραπονούμενης. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 ο Μ.Κ.14 σχεδίασε ένα κύκλο για να καταδείξει την κεραία και τις κυψέλες και την ακτίνα αυτών, Τεκμήριο 39. Επίσης του ζητήθηκε και ανέφερε τα στοιχεία για τον τρόπο χρέωσης των κλήσεων γενικά, καθότι δεν είχε τη δυνατότητα να βρει τα στοιχεία για την υπό κρίση περίπτωση λόγω της παρόδου πέραν των 6 μηνών για τους οποίους είναι υποχρεωμένοι δυνάμει Νόμου να διατηρούν τα αποτελέσματα. Ο Μ.Κ.14 επεξήγησε ότι μία ανεπιτυχής κλήση μπορεί να σημαίνει ότι είτε κλείνεις το τηλέφωνο ενώ αυτό κτυπά, είτε δεν το απαντάς είτε αυτό είναι κλειστό. Όταν η κλήση παραπέμπει σε φωνοκιβώτιο, τότε η κλήση θεωρείται επιτυχής. Ο Μ.Κ.14 κατέθεσε αναλυτικό χάρτη με τις κεραίες και τις κυψέλες που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, Τεκμήριο 40. Σε όλες τις περιπτώσεις έδωσε λεπτομέρειες αναφορικά με το σημείο στο οποίο πρέπει να βρισκόταν το άτομο που κρατούσε το τηλέφωνο και την κατεύθυνση, τονίζοντας ότι δεν μπορούσε να δώσει απαντήσεις με βεβαιότητα λόγω των καιρικών συνθηκών που επηρεάζουν αυτή την εικόνα. Η αντεξέταση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 2 περιορίστηκε στην αναφορά των δεδομένων που περιέχονται στο Τεκμήριο 38 αναφορικά με συγκεκριμένες επικοινωνίες. Μαρτυρία Δρος Μάριου Α. Καριόλου-Γενετιστή (Μ.Κ.15) Ο Μ.Κ.15, Δρ Μάριος Α. Καριόλου είναι Ανώτερος Μοριακός Γενετιστής και Διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής (εφεξής «το Ε.ΔΙ.Γ») στο Ινστιτούτο Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου (εφεξής «το Ι.Ν.Γ.Κ). Κατά την κυρίως εξέταση του παρουσίασε βιογραφικό σημείωμα του ως Έγγραφο 14Α, καθώς και την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, την οποία ετοίμασε εν σχέσει με την παρούσα υπόθεση, ως Έγγραφο 14Β. Μεταξύ άλλων αναφέρεται στην εν λόγω Έκθεση ότι προσωπικό του Ε.ΔΙ.Γ παρέλαβε από μέλη της Αστυνομίας οκτώ Τεκμήρια της υπόθεσης με αίτημα να απομονωθεί γενετικό υλικό και να γίνουν επιστημονικές αναλύσεις σε επίπεδο DNA. Ο Δρ Καριόλου διατήρησε την αρίθμηση που είχε δοθεί από την Αστυνομία και ειδικότερα πρόκειται για τα ακόλουθα Τεκμήρια που είχαν ήδη κατατεθεί ενώπιον μας: 1. Δύο κολπικά επιχρίσματα της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 3) 2. Στηθόδεσμο (Τεκμήριο 4) 3. Παντελόνι (Τεκμήριο 5) 4. Φανέλα (Τεκμήριο 6) 5. Εσώρουχο (Τεκμήριο 7) 6. Δύο παρειακά επιχρίσματα της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 8) 7. Δύο παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορουμένου 1(Τεκμήριο 9) 8. Δύο παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορουμένου 2 (Τεκμήριο 10) Στην Έκθεση εξηγείται ότι απομονώθηκε DNA από όλα τα πρώτα 5 πιο πάνω αντικείμενα, από ένα παρειακό επίχρισμα της Παραπονούμενης και από ένα επίχρισμα του κάθε Κατηγορουμένου, καθώς και ότι για τα κολπικά επιχρίσματα, το παντελόνι και το εσώρουχο χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι οι οποίες επιτρέπουν εξετάσεις για την πιθανή παρουσία σπερματικών ουσιών και τον διαχωρισμό του Μη Σπερματικού Μέρους (εφεξής «το ΜΣΜ») από το Σπερματικό Μέρος του DNA (εφεξής «το ΣΜ»). Πέραν αυτών σε κάποια άλλα Τεκμήρια έγιναν εξετάσεις για την πιθανή παρουσία ανθρώπινου αίματος και σάλιου. Εξηγείται στην Έκθεση ότι απομονώθηκε DNA από 18 δειγματοληψίες από τα πιο πάνω Τεκμήρια και αφού για ορισμένες προηγήθηκε διαχωρισμός του DNA σε ΜΣΜ και σε ΣΜ μελετήθηκαν όλες και έγιναν οι αναγκαίες συγκρίσεις. Οι δειγματοληψίες αριθμήθηκαν όλες με τον κοινό αριθμό 2947 ως τον αριθμό της Έκθεσης Πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως με υποδιαιρέσεις αναλόγως των δειγματοληψιών που έγιναν από κάθε Τεκμήριο, (π.χ. για το παντελόνι αριθμήθηκαν ως 3.1 - 3.4). Με βάση τις συγκρίσεις ο Δρ Καριόλου κατέληξε σε 22 συμπεράσματα τα οποία κατέγραψε και είχε την ευκαιρία να επεξηγήσει κατά την προφορική του μαρτυρία. Όσον αφορά τον Moca Viorel Costel (Κατηγορούμενο 1) είπε: (Α) Ότι το DNA του ταυτίζεται με τα ΣΜ (α) των κολπικών επιχρισμάτων (Συμπ. 2, 4) (β) των 4 κομματιών από την περιοχή του καβάλου του παντελονιού (Συμπ. 8, 10, 12 και 14) και (γ) των 3 κομματιών από την εσωτερική πλευρά του εσωρούχου της Παραπονούμενης (Συμπ. 18, 20, 22). (Β) Ότι είναι δότης μέρους του μικτού DNA το οποίο εντοπίστηκε στο ΜΣΜ (α) από το ένα κολπικό επίχρισμα της Παραπονούμενης (Συμπ. 1) (β) από ένα κομμάτι του καβάλου του παντελονιού της (Συμπ. 7) και (γ) σε 2 κομμάτια από το εσωτερικό μέρος του εσωρούχου (Συμπ.17 και 21) (Γ) Ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης μέρους του μικτού DNA τα οποίο εντοπίστηκε στο ΜΣΜ (α) στο άλλο κολπικό επίχρισμα (Συμπ. 3) (β) στα δύο άλλα κομμάτια από τον καβάλο του παντελονιού (Συμπ. 9, 13) και (γ) στο άλλο κομμάτι από το εσωτερικό του εσωρούχου (Συμπ. 19) (Δ) Ότι είναι ο κύριος δότης του μικτού DNA σε άλλο κομμάτι από την περιοχή του καβάλου του παντελονιού (Συμπ. 11). Αναφορικά με τον Andrei Tarita (Κατηγορούμενο 2) είπε πως δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης μέρους του μικτού DNA που εντοπίστηκε στην αριστερή εξωτερική πλευρά του στηθόδεσμου (Συμπ.5), έχει κύρια συνεισφορά στην αριστερή εσωτερική πλευρά του στηθόδεσμου (Συμπ. 6), είναι δότης μέρους μικτού υλικού από κομμάτι του παντελονιού (Συμπ. 9) και δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης μέρους του μικτού υλικού από την εξωτερική μπροστινή πλευρά της φανέλας της Παραπονούμενης (Συμπ. 15), ενώ είναι και δότης μέρους του μικτού DNA το οποίο απομονώθηκε από την πισινή εξωτερική πλευρά της ίδιας φανέλας (Συμπ.16). Ο Μ.Κ.15 εξήγησε επίσης ότι στις δύο δειγματοληψίες από τη δεξιά εσωτερική και την αριστερή εσωτερική πλευρά του στηθόδεσμου απομονώθηκε μικτό DNA το οποίο παρουσιάζει κύρια συνεισφορά από τον ίδιο άγνωστο άντρα (Συμπ. 6). Ο άντρας αυτός είναι δότης μέρους του μικτού DNA το οποίο απομονώθηκε (α) από την δεξιά εξωτερική και αριστερή εξωτερική πλευρά του στηθόδεσμου (Συμπ. 5) και (β) από ένα κομμάτι από την περιοχή του καβάλου του παντελονιού (Συμπ. 9). Ο ίδιος άντρας δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης μέρους του μικτού DNA από την εξωτερική μπροστινή πλευρά της φανέλας (Συμπ. 15) και από την εξωτερική πισινή πλευρά της (Συμπ. 16). Για την Παραπονούμενη καταγράφεται ότι είναι δότρια μέρους του DNA (α) στα ΜΣΜ από τα κολπικά επιχρίσματα (Συμπ. 1, 3) (β) στις 2 δειγματοληψίες από τις εξωτερικές πλευρές (δεξιά-αριστερή) στον στηθόδεσμο της (Συμπ. 5) (γ) σε κομμάτια του καβάλου από το παντελόνι της (Συμπ. 7 και 9) (δ) στις 2 πλευρές της φανέλας της (Συμπ. 15, 16) και (ε) στο ΜΣΜ από την εσωτερική πλευρά του εσωρούχου της (Συμπ. 17, 19, 21). Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.15 εξήγησε ότι στις περιπτώσεις βιασμού η κύρια ουσία την οποίαν προσπαθεί να ανιχνεύσει είναι η σπερματική με τη χρήση αρχικά ειδικών λαμπτήρων υπεριώδους ακτινοβολίας προς εντοπισμό τέτοιων κηλίδων. Αυτό έπραξε ειδικά για το παντελόνι, στο οποίο εντόπισε κηλίδες σε διάφορα σημεία. Σχετικά με τα συμπεράσματα αρ. 7 και 8 δέχθηκε ότι το αίμα και το σάλιο που εντοπίστηκαν στο ΜΣΜ θα μπορούσε να ανήκει στην Παραπονούμενη, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να το πει ο ίδιος με βεβαιότητα. Ήταν βέβαιος όμως ότι το DNA του άγνωστου άνδρα στο συμπέρασμα 9 δεν είναι σπερματική ουσία, ενόψει της διαπίστωσης ότι το ΣΜ της εν λόγω δειγματοληψίας ανήκε στον Κατηγορούμενο 1, βάσει του συμπεράσματος αρ. 10. Εάν δηλαδή ο άγνωστος είχε εναποθέσει σπερματικά κύτταρα τότε θα εντοπιζόταν το DNA του και στο σπερματικό μέρος. Κατά τον ίδιο τρόπο ούτε στον στηθόδεσμο εντοπίστηκε σπερματική ουσία του άγνωστου άνδρα (Συμπ. 5, 6). Ειδικά ως προς τον στηθόδεσμο συμφώνησε ότι ο άγνωστος άνδρας θα μπορούσε αν τον άγγιξε εσωτερικά και εξωτερικά, σε χρόνο που δεν τον φορούσε κάποια κοπέλα, να εναποθέσει (ο άγνωστος) DNA σ΄ αυτόν. Στις δειγματοληψίες 2.1 και 2.3 των συμπερασμάτων 5 και 6 εντοπίστηκε και σάλιο, πλην όμως και πάλι δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί αν αυτό προέρχεται από την Παραπονούμενη ή τον άγνωστο άνδρα. Τού ζητήθηκε και επέδειξε στο Δικαστήριο το ακριβές σημείο της δειγματοληψίας από τη φανέλα (4.2) στην οποία διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι δότης μέρους (με βάση το Συμπ. 16). Τέλος κατά την κυρίως εξέταση του εξήγησε ότι είναι δυνατό σε περίπτωση ετερόφυλης συνουσίας να μην εντοπιστεί στον γυναικείο κόλπο DNA του άνδρα εάν αυτός είτε χρησιμοποιήσει προφυλακτικό, είτε δεν εκσπερματώσει. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 είπε ότι ήταν μεγάλη η ποσότητα του ΣΜ στον καβάλο του παντελονιού, αλλά δεν μπορούσε να πει κατά πόσον ήταν άμεση ή έμμεση εναπόθεση. Εξήγησε ότι το ΣΜ εντοπίστηκε στο εσωτερικό του εσωρούχου σε σημείο που υπάρχει διπλό ύφασμα, χωρίς οτιδήποτε να έχει διαπεράσει το εξωτερικό ύφασμα. Δέχθηκε ότι εναπόθεση στον καβάλο θα μπορούσε να γίνει και με διαρροή από το πλαϊνό μέρος του εσωρούχου. Εξήγησε τον τρόπο που έγιναν οι εξετάσεις στα 4 κομματάκια ρούχου από τον καβάλο του παντελονιού, λέγοντας ότι σ' όλα εντοπίστηκε ΣΜ του Κατηγορουμένου 1, αλλά σάλιο εντοπίστηκε μόνο στις 3 δειγματοληψίες (3.1, 3.3 και 3.4). Λόγω της φύσης του υφάσματος δεν καθορίζεται επιστημονικά αν η εναπόθεση έγινε εσωτερικά ή εξωτερικά, σε αντίθεση με το εσώρουχο που είχε δύο υφάσματα στο σημείο των δειγματοληψιών και δύναται να διαχωριστεί η εσωτερική από την εξωτερική πλευρά. Στην παρούσα περίπτωση υπήρχε πάρα πολύ χαμηλή ένδειξη ότι υπήρχε κάποια ουσία από την εξωτερική πλευρά του καβάλου κατά την εξέταση με τους λαμπτήρες (πριν την κοπή), πλην όμως ο Μ.Κ.15 προτιμά να μην αναφέρει σε τέτοιες περιπτώσεις κάτι με βεβαιότητα ως προς τον τρόπο εναπόθεσης. Πιεζόμενος είπε πως ίσως θα συμφωνούσε με τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 ότι η εναπόθεση πρέπει να ήταν από την εσωτερική πλευρά. Αρνήθηκε ότι στις δειγματοληψίες 3.1, 3.3 και 3.4 (από τον καβάλο), στις οποίες βρέθηκε σάλιο, αυτό θα μπορούσε να ανήκει τον άγνωστο άνδρα, καθότι, όπως είπε, σ΄ αυτές δεν εντοπίστηκε DNA του άγνωστου αυτού άνδρα (Συμπ. 7). Στη δε δειγματοληψία 3.2 (από τον καβάλο), στην οποία ήταν δότης ο άγνωστος άνδρας δεν εντοπίστηκε σάλιο οπότε και πάλι δεν δέχθηκε την υποβολή ότι ο άγνωστος σχετίζεται με το σάλιο. Ως προς την πιθανότητα ένας άνδρας ο οποίος τοποθετεί το δάκτυλο του στο αιδοίο μιας γυναίκας να αφήσει βιολογικές ουσίες οι οποίες αργότερα να μεταφερθούν στον καβάλο του παντελονιού της εξέφρασε την άποψη πως είναι απίθανο ένα τέτοιο σενάριο. Αλλά και να αφήσει το δάκτυλο DNA, τότε και πάλι είναι πάρα-πάρα πολύ δύσκολο να εντοπιστεί ενόψει των μεγάλων ποσοτήτων άλλων υγρών που υπάρχουν στον γυναικείο κόλπο. Όσον αφορά το ΜΣΜ του DNA της Παραπονούμενης και του άγνωστου άνδρα στη δειγματοληψία 3.2 (Συμπ. 9) είπε πως η συνεισφορά του καθενός είναι περίπου σε ίσα επίπεδα. Γενικά πιθανόν να προέρχονται από οποιαδήποτε βιολογική ουσία π.χ. ρινικές εκκρίσεις, ιδρώτα, δάκρυα και άλλα. Δεν υπάρχουν σήμερα εξετάσεις οι οποίες μπορούν να καθορίσουν το είδος των βιολογικών ουσιών. Για την κύρια συνεισφορά DNA στην αριστερή πλευρά (εσωτερική και εξωτερική) του στηθόδεσμου από τον άγνωστο άνδρα (Συμπ. 5+6), ο Δρ Καριόλου είπε πως η εναπόθεση DNA πρέπει να ήταν άμεση (ή πρωτεύουσα). Προσέθεσε δε, πως εάν το αντικείμενο στο οποίο έχει εναποτεθεί DNA διαφυλαχθεί υπό κάποιες καλές συνθήκες τότε το DNA μπορεί να διατηρηθεί επ' άπειρον. Εκτός όμως των περιπτώσεων εντοπισμού σπερματικών κυττάρων (για τα οποία υπάρχει διάρκεια ζωής εντός κόλπου) δεν είναι δυνατόν να λεχθεί κάτι για άλλες ουσίες ως προς τον χρόνο εναπόθεσης. Όσον αφορά τις άλλες κηλίδες τις οποίες υπέδειξε στο παντελόνι είπε πως δεν προχώρησε να εξετάσει κατά πόσον υπήρχε αίμα εκεί διότι δεν υπήρχαν ενδείξεις από το ιστορικό ότι είχαν τραυματιστεί οι δράστες. Γι΄ αυτό επικεντρώθηκε στον εντοπισμό σπερματικών ουσιών, πρώτα με τους ειδικούς λαμπτήρες και γυαλιά, και μετά με τις ειδικές αναλύσεις. Στη φανέλα δεν έγιναν εξετάσεις για σάλιο διότι οι κηλίδες που είχαν εντοπιστεί ήταν εξαιρετικά αδύνατες και προτίμησε να προχωρήσει σε εξέταση DNA για να μην χαθεί το υλικό στις ειδικότερες εξετάσεις σάλιου. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 2 επέδειξε στον στηθόδεσμο (Τεκμήριο 4) τα σημεία των τεσσάρων δειγματοληψιών (2.1 - 2.4). Διευκρίνισε πως όταν το μικτό DNA που εντοπίζεται αποτελείται από διάφορες ουσίες, π.χ. αίμα και σάλιο, είναι δύσκολο να εξακριβωθεί ποια ουσία έχει εναποθέσει κάθε δότης, ήτοι αν ο ένας δότης εναπόθεσε αίμα και ο άλλος σάλιο. Μαρτυρία Υπεράσπισης Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, κάλεσε αυτούς να προβάλουν την υπεράσπιση τους και τους εξήγησε τα δικαιώματα τους. Μαρτυρία Κατηγορουμένου 1 Ο Κατηγορούμενος 1 προέβη σε ανώμοτη δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι είναι αθώος. Επίσης ισχυρίστηκε ότι στις 2.6.13 μαζί με τον συγκατηγορούμενο του συνάντησαν την Παραπονούμενη στο Πέρα Χωριό και συμφώνησαν μαζί της να κάνουν έρωτα έναντι αμοιβής. Όσα ακολούθησαν, διαδραματίστηκαν με τη συγκατάθεση της Παραπονούμενης, και σε καμία περίπτωση δεν ασκήθηκε βία, ψυχολογική ή πραγματική, ή οποιοσδήποτε εκφοβισμός ή απειλή εκ μέρους των Κατηγορουμένων. Για τον Κατηγορούμενο 1 κλήθηκε μόνο ένας μάρτυρας, ο Αστ. 3585 Μάριος Χαριλάου, του Τμήματος Β΄ του Ουλαμού Πρόληψης Οδικών Δυστυχημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 9.6.13, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα: Στις 2.6.13 και ώρα 17.35 ανέλαβε καθήκον μέχρι και τις 06.30 της επόμενης μέρας. Κατά τη διάρκεια της περιπολίας του με το Αστυνομικό όχημα KSB 014 μαζί με τον Αστ. 577 και περί ώρα 19.15, ενώ βρίσκονταν στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού, περίπου στο ύψος του χωριού Αλάμπρα, είδαν μία γυναίκα ασιατικής καταγωγής να περπατά στην άκρη του δρόμου με κατεύθυνση τη Λεμεσό και αμέσως σταμάτησαν. Τότε αυτή ήρθε στο περιπολικό και τους είπε με σπαστά αγγλικά ότι ήθελε να πάει σπίτι και μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο. Αμέσως έκανε νόημα σε οδηγό διπλοκάμπινου οχήματος που περνούσε από απέναντι να σταματήσει. Τότε αυτή αμέσως διασταύρωσε τον δρόμο και ενώ εκείνη συνομιλούσε με τον οδηγό ο Μ.Υ.1 μαζί με τον Αστ. 577 συνέχισαν την περιπολία τους. Κατά τη χρονική διάρκεια που βρίσκονταν στο μέρος, η κοπέλα δεν τους έκανε παράπονο ή καταγγελία για οτιδήποτε ούτε τους ανέφερε οτιδήποτε άλλο. Ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες κλήθηκε να κάνει αυτή την κατάθεση του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι του τηλεφώνησε ο Υπεύθυνος της βάρδιας του και τον ρώτησε αν ξέρει οτιδήποτε σχετικά με ένα βιασμό που έγινε περίπου στο σημείο το οποίο αναφέρει στην κατάθεση του. Αφού ο Μ.Υ.1 ήλεγξε το σημειωματάριο του και διαπίστωσε ότι εργαζόταν τη συγκεκριμένη μέρα, ο Υπεύθυνος του τού είπε να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου να μιλήσει με τον Λοχία Υπεύθυνο της βάρδιας και να δώσει κατάθεση για το τι είδε και γνωρίζει. Ο Μ.Υ.1 πήγε στον Σταθμό, εκεί συνάντησε τον Λοχία ο οποίος του είπε περίπου ό,τι του είχε πει και ο Υπεύθυνος του. Ο μάρτυρας του είπε όσα αναφέρονται στην κατάθεση του και ο Λοχίας του ζήτησε να δώσει κατάθεση. Ο μάρτυρας κάθισε σε ένα γραφείο στον Σταθμό και κατέγραψε την κατάθεση του μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Αμέσως μετά έφυγε επειδή ήταν εν υπηρεσία. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε επίσης ότι το όλο επεισόδιο διήρκησε λίγα δευτερόλεπτα. Ο μάρτυρας ήταν ο οδηγός του οχήματος και σταμάτησε στο παγκέτο του δρόμου. Η κοπέλα πήγε στην πλευρά του συνοδηγού και στο παράθυρο του οχήματος. Είπε σε σπαστά αγγλικά "I want go home". O M.Y.1 επεξήγησε τα καθήκοντα του σε σχέση με δυστυχήματα και άλλα συμβάντα στον δρόμο, και ανέφερε ότι δεν είδε την κοπέλα να κάνει οποιαδήποτε χειρονομία σε σχέση με το τηλέφωνο της παρά μόνο μιλούσε σε αυτό. Έτυχε να συναντήσει ξανά τον Λοχία ο οποίος το μόνο που τον ρώτησε είναι κατά πόσο κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στην υπηρεσία του στο Αστυνομικό Σώμα λέγοντας ότι ποτέ δεν ασχολήθηκε με διερεύνηση υπόθεσης βιασμού και ότι στα συγκεκριμένα καθήκοντα του βρίσκεται από τον Μάρτιο του 2013. Ο Μ.Υ.1 είπε ακόμα ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η παροχή οδικής βοήθειας και βοήθειας προς το κοινό. Αφού ρωτήθηκε επίμονα ποιος είναι ο σκοπός της παροχής βοήθειας, τελικώς απάντησε ότι είναι για θέμα ασφάλειας του κοινού. Ο Μ.Υ.1 είπε ότι την επίδικη μέρα πήραν τον δρόμο εκείνο γιατί κατευθύνονταν προς τη Μοσφιλωτή για να ελέγξουν ένα ακινητοποιημένο όχημα. Η κοπέλα περπατούσε στο παγκέτο και αυτοί κατευθύνονταν προς την ίδια κατεύθυνση και την είδαν να μιλά στο τηλέφωνο. Τότε σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου. Η κοπέλα ήρθε στο παράθυρο του συνοδηγού και τους είπε τη φράση στα αγγλικά. Ο συνάδελφος του της είπε "ταξί, taxi;" Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν το αναφέρει στην κατάθεση του, απάντησε ότι του διέφυγε ή δεν ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση του για να το αναφέρει. Η ίδια επανέλαβε τη φράση "I want go home" και αμέσως/ξαφνικά έκανε σήμα στο αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι και έφυγε. Η κοπέλα έκανε σήμα στο εν λόγω όχημα ενώ αυτοί ήταν ακόμα εκεί σταματημένοι με τη μηχανή του οχήματος τους ανοικτή. Ο Μ.Υ.1 δεν αντιλήφθηκε ότι η κοπέλα χρειαζόταν βοήθεια αλλά μόνο ότι ήθελε μεταφορικό μέσο για να πάει στο σπίτι της. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ρώτησε τον μάρτυρα γιατί έφυγαν πριν βεβαιωθούν ότι η κοπέλα είχε τη βοήθεια που χρειαζόταν, και ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι από τη στιγμή που η κοπέλα έκανε νόημα σε ένα αυτοκίνητο, το οποίο σταμάτησε και αυτή συνομίλησε με τον οδηγό του, υπέθεσε ότι είναι γνωστός ή το αφεντικό της και έτσι κάποιος θα την έπαιρνε στο σπίτι. Σε άλλη ερώτηση γιατί δεν έμειναν εκεί μέχρι να βεβαιωθούν ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου πράγματι θα της παρείχε τη βοήθεια που αναζητούσε, ο Μ.Υ.1 απάντησε ότι τη στιγμή που η κοπέλα πήγε απέναντι θεώρησαν το συμβάν λήξαν. Ο Μ.Υ.1 νομίζει ότι είδε το άλλο όχημα, το οποίο βρισκόταν διαγώνια πίσω του στην αντίθετη πλευρά του δρόμου, από το καθρεφτάκι του οχήματος του και η κοπέλα πρέπει να μιλούσε με τον οδηγό του. Δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο αυτό το είδε ενώ ήταν ακόμα σταματημένος ή μετά που ξεκίνησε να φύγει. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ακόμα ότι από τη στιγμή που ένας πολίτης χρειάζεται τη βοήθεια της Αστυνομίας και φεύγει και πάει κάπου αλλού, τότε αυτοί δεν έχουν να κάνουν κάτι άλλο. Ο Μ.Υ.1 αρνήθηκε τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η κοπέλα δεν ήξερε καθόλου Αγγλικά και δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του, πήγε κοντά τους για να ζητήσει βοήθεια και αυτοί δεν της έδωσαν σημασία και της έκαναν μία απαξιωτική κίνηση και έφυγαν. Μάλιστα ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η κοπέλα προσπάθησε να τους δώσει το τηλέφωνο της για να μιλήσουν με το άτομο που ήταν στη γραμμή αλλά αυτοί έφυγαν, κάτι το οποίο και πάλι ο μάρτυρας αρνήθηκε. Ο Μ.Υ.1 επανέλαβε ότι αυτός έκανε τη δουλειά του, δηλαδή παρείχε βοήθεια στο άτομο ενόσω αυτή ήταν κοντά στο περιπολικό. Ακολούθησε μία σειρά ερωτήσεων αναφορικά με το οπτικό πεδίο του μάρτυρα από το καθρεφτάκι του οχήματος μέσω του οποίου ισχυρίστηκε ότι είδε το άλλο όχημα που σταμάτησε η κοπέλα, και ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε προσαρμόσει το καθρεφτάκι μόλις ξεκίνησε να οδηγεί και είχε οπτικό πεδίο προς το άλλο όχημα μέσω αυτού. Αρνήθηκε ακόμα ότι αυτός έφυγε πριν η κοπέλα κάνει νόημα στο άλλο όχημα. Ο Μ.Υ.1 αρνήθηκε τις υποβολές της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν έλεγε την αλήθεια γιατί φοβόταν τις συνέπειες των ενεργειών του, καθώς και ότι ανέφερε στον Λοχία ότι δεν είχε αντιληφθεί τι ήθελε αυτή η κοπέλα. Αναγνώρισε τέλος ότι δεν δέχθηκε πίεση ή καθοδήγηση από τον Λοχία για το περιεχόμενο της κατάθεσής του. Μαρτυρία Κατηγορουμένου 2 Ο Κατηγορούμενος 2 προέβη με τη σειρά του στην ίδια ανώμοτη δήλωση όπως και ο πρώτος Κατηγορούμενος. Η πρώτη μάρτυρας για τη δική του υπεράσπιση ήταν η Άννα Ηλία, επιθεωρήτρια των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η Μ.Υ.1 είχε στην κατοχή της τον φάκελο της Παραπονούμενης με αριθμό Κοινωνικών Ασφαλίσεων 1208762, δυνάμει του οποίου αυτή είχε άδεια εργοδότησης στην Αγάθη Νικολάου από 1.12.10-30.11.11 και αργότερα στη Χρυστάλλα Νικολάου από 2.5.12-30.9.12. Η Μ.Υ.1 κατέθεσε τις σχετικές Βεβαιώσεις, Τεκμήρια 41 και 42. Κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας διευκρίνισε ότι τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν από τη συμμόρφωση του εργοδότη με τις νομικές του υποχρεώσεις έναντι του εργοδοτούμενου του, και μόνο όταν οι εργοδοτούμενοι υποβάλουν παράπονο για τη μη καταβολή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Τμήμα προβαίνει σε έλεγχο εξετάζοντας το παράπονο. Με βάση τα στοιχεία του φακέλου, η Χρυστάλλα Νικολάου απεβίωσε στις 9.3.13, και γι΄ αυτό φαίνεται ένα κενό όσον αφορά την καταβολή εισφορών μεταξύ 30.9.12-9.3.13, χωρίς βέβαια η μάρτυρας να είναι σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω καθότι πρέπει να έγινε τερματισμός της απασχόλησης της αλλοδαπής. Στην επανεξέταση της η μάρτυρας διευκρίνισε ότι έγινε τερματισμός αλλά δεν γνωρίζει πότε έγινε αυτός. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η Έλενα Χατζηγεωργίου, του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η μάρτυρας είχε στην κατοχή της τον φάκελο της Παραπονούμενης, δυνάμει του οποίου ανέφερε ότι αυτή ήταν στην Κύπρο στις 30.11.10 για να εργαστεί στην Αγάθη Νικολάου, Λευκωσία. Δόθηκε στην Παραπονούμενη προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι τις 30.1.14. Της δόθηκε αποδέσμευση (release paper) στις 30.11.11 και δόθηκε καινούργια άδεια εργασίας στις 3.11.12 στην κα Χρυστάλλα Μανώλη. Η αίτηση υποβλήθηκε στις 14.5.12 και η άδεια παραμονής ίσχυε μέχρι τις 30.11.14,. Η μάρτυρας αναγνώρισε την άδεια που της είχε παραχωρηθεί ως το Τεκμήριο 25. Η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι η ισχύς της αποδέσμευσης (release paper) ημερ. 30.11.11 είναι για ένα μήνα, όμως ο νέος εργοδότης δικαιούται να υποβάλει αίτηση για εργοδότηση της αλλοδαπής πριν τη λήξη των 3 μηνών. Επίσης η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι ο θάνατος εργοδότη δεν υπολογίζεται ως αλλαγή εργοδότη, καθότι στα 4 χρόνια παραμονής της αλλοδαπής αυτή δικαιούται να αλλάξει το μέγιστο 3 εργοδότες. Μάλιστα, μετά τον θάνατο της εργοδότριας, η αλλοδαπή μπορεί να εγγραφεί στο όνομα του συζύγου της. Τέλος, η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι έχει δοθεί άδεια παραμονής στην Παραπονούμενη από τη Διευθύντρια του Τμήματος στις 17.9.13 για ένα χρόνο μέχρι την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης με βάση σχετική έκθεση από την Αστυνομία, Τεκμήριο 43. Κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι στις 24.2.13 έγινε προσπάθεια εγγραφής της αλλοδαπής στο όνομα του συζύγου της κας Μανώλη, από τον γιο της, προφανώς ενόσω ο σύζυγος της ήταν εν ζωή. Τον Ιούλιο του 2013 ο φάκελος της στάληκε στην Αστυνομία. Η Μ.Υ.2 αναγνώρισε τη δέσμη των εγγράφων, Τεκμήρια 24 και 26-29, ως τα απαιτούμενα έγγραφα για την υποβολή αίτησης για εργοδότηση κάποιου αλλοδαπού προσώπου. Τέλος, η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι μετά τον θάνατο ενός εργοδότη, παρέχεται εύλογος χρόνος στον αλλοδαπό να βρει νέο εργοδότη, εφόσον αρχικά του παρέχεται χρόνος να βοηθήσει την οικογένεια του αποβιώσαντα να συνέλθει. Στην προκειμένη περίπτωση το χρονικό πλαίσιο Μαΐου μέχρι 2.6.13, μετά τον θάνατο της κας Μανώλη αλλά και του συζύγου της, θεωρείται εύλογο για να θεωρείται η αλλοδαπή νόμιμη στη Δημοκρατία. Ο Υπαστυνόμος Γιαννάκης Κελεπέσιης (Μ.Υ.3) αναγνώρισε το Τεκμήριο 43 και κατέθεσε την επιστολή ημερ. 6.9.13 που ο ίδιος συνέταξε αναφορικά με το αίτημα για την παράταση της άδειας παραμονής της Παραπονούμενης στην Κύπρο, Τεκμήριο 44. Ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι ανέλαβε ως βοηθός υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου Νήσου στις 26.6.13 και δεν είχε ανάμειξη στη διερεύνηση ή καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Με την ανάληψη των καθηκόντων του στον Σταθμό, ενημερώθηκε και για τις υποθέσεις του Σταθμού, και προέβη στην επιστολή του με βάση το αίτημα της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αναφέρεται και στην ίδια την επιστολή. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.3 επεξήγησε ότι η αναφορά του στην επιστολή ότι η αλλοδαπή βρισκόταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία είναι δική του εκτίμηση, καθότι ο εργοδότης της είχε αποβιώσει πριν ένα χρόνο και δεν υπήρχε νέα εγγραφή. Ο ίδιος δεν είναι αρμόδιος για να αναφέρει κατά πόσο η αλλοδαπή θεωρείτο παράνομη στη Δημοκρατία, παραπέμποντας προς τούτο στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Παντελής Πολυβίου, Μ.Υ.4, αναγνώρισε το Τεκμήριο 43, το οποίο ο ίδιος συνέταξε, κατόπιν της αποστολής του Τεκμηρίου 44 το οποίο και συνήψε στο Τεκμήριο 43. Αυτό είναι αίτημα του για την παράταση της άδειας παραμονής της αλλοδαπής. Ο ίδιος ανέφερε ότι η αλλοδαπή δεν ήταν παράνομη, αλλά σε περίπτωση που η άδεια της έληγε ζήτησε την παράταση της. Αυτός δεν έλαβε απάντηση καθότι η απάντηση πάει στο Αρχείο και διαβιβάζεται στους αρμόδιους. Ο τελευταίος μάρτυρας που κλήθηκε για τον Κατηγορούμενο 2 ήταν ο Κρίστοφερ Νικολάου, Business Support Manager της ΜΤΝ. Ο Μ.Υ.5 ανέφερε ότι είναι ο Προϊστάμενος του Μ.Κ.14, και εργάζεται στη ΜΤΝ τα τελευταία 10 χρόνια ενώ ασχολείται με τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα εδώ και12 χρόνια. Αφού δόθηκαν στον μάρτυρα τα Τεκμήρια 38 και 40, αυτός απέκλεισε ότι το άτομο που κρατούσε τη συσκευή τηλεφώνου από το οποίο έγινε το τηλεφώνημα στις 16:30:30 βρισκόταν στο Πέρα Χωρίο. Και αυτό, όπως εξήγησε ο Μ.Υ.5, αποκλείεται καθότι η κυψέλη αποτελεί βάσει του Νόμου ένδειξη κατά την έναρξη της επικοινωνίας, και τη δεδομένη στιγμή η συγκεκριμένη συσκευή βρισκόταν κάτω από την κάλυψη της κυψέλης 20203 στα Λατσιά. Παρόλο που η εμβέλεια των κεραιών δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια, εν τούτοις η εμβέλεια κάλυψης της συγκεκριμένης κεραίας είναι κατά μέσο όρο η απόσταση της από την αμέσως επόμενη, επομένως είναι βέβαιο ότι η συσκευή δεν βρισκόταν στο Πέρα Χωρίο, καθότι υπάρχει μία απόσταση 10 χλμ. και μεσολαβούν πάρα πολλές κεραίες. Τέλος, ο Μ.Υ.5 κατέθεσε σχέδιο, Τεκμήριο 45, το οποίο δείχνει ότι η κυψέλη 20203 έχει βορειοδυτική κατεύθυνση και δεν μπορεί να λαμβάνει σήμα από την κεραία στο Πέρα Χωρίο που είναι νότια. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.5 είπε ότι η συγκεκριμένη κλήση μπορεί να έγινε ενόσω ο κάτοχος της συσκευής τηλεφώνου βρισκόταν είτε στο νέο αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού είτε στον παλαιό δρόμο Λατσιών-Πέρα Χωρίου. Επίσης ο Μ.Υ.5 είπε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο το άτομο που έκανε την κλήση είχε μετακινηθεί καθόλου καθότι, όπως επανέλαβε, το μόνο που μπορεί να πει με βεβαιότητα είναι ότι κατά την έναρξη της κλήσης το άτομο βρισκόταν στα Λατσιά. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορούσας Αρχής Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, καθοδηγούμενοι από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Να πούμε ακόμη ότι τη μαρτυρία την έχουμε αξιολογήσει στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και σε καμία περίπτωση μικροσκοπικά ή αποσπασματικά[1]. Προτού προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα, επιθυμούμε να τονίσουμε ότι η αξιολόγηση μας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχουμε συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε έχοντας υπόψη όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για την Υπεράσπιση αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Μαρτυρία Αστυνομικών Η Μ.Κ.1 δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της ουσιαστικά περιορίστηκε στις συνθήκες λήψης καταθέσεων από τους Κατηγορούμενους στις 3.6.13. Η μάρτυρας έδωσε όλες τις λεπτομέρειες στο πλαίσιο των γνώσεων της, δίνοντας την περιγραφή της κατάστασης των Κατηγορουμένων και ειδικότερα του Κατηγορουμένου 1 και τι ο ίδιος ανέφερε στο τέλος αυτής. Δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε μεμπτό στο γεγονός ότι η Μ.Κ.1 εξήγησε, μέσω της διερμηνέως, με απλά λόγια τη νομική έννοια του βιασμού για να γίνει αντιληπτή και κατανοητή από τον Κατηγορούμενο 1, και στην αναφορά της για ποιο λόγο αυτό δεν ήταν αναγκαίο να καταγραφεί ως μέρος της κατάθεσης του Κατηγορουμένου 1. Η αδυναμία της μάρτυρος να θυμηθεί το ακριβές χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτό έγινε δεν πλήττει την αξιοπιστία της. Η Μ.Κ.1 παρέμεινε σταθερή και συνεπής στις απαντήσεις της τις οποίες έδινε με αμεσότητα. Αντέκρουσε τις υποβολές του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 1 ότι ο τελευταίος δεν καταλάβαινε τι του λεγόταν και ότι άλλαξε τη στάση του κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του, παραπέμποντας στην ίδια την κατάθεση του και τις απαντήσεις που εκείνος έδωσε, και οι οποίες ομολογουμένως παρουσιάζουν συνοχή και συνέπεια με βάση τα όσα η μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο. Επομένως η μαρτυρία της Μ.Κ.1 κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.2 μας έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, συνοχή και συνέπεια. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο σύνολο των γεγονότων, όπως εξελίχθηκαν από τη στιγμή που η Παραπονούμενη προσήλθε στον Σταθμό για να καταγγείλει την υπόθεση μέχρι και το κλείσιμο του φακέλου της Αστυνομίας και την εισήγηση του για την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης. Από τις ενέργειες του μάρτυρα φάνηκε από την πρώτη στιγμή ότι ο ίδιος απέδωσε σημασία στη σοβαρότητα της υπόθεσης και ήθελε να τη διερευνήσει πλήρως και αντικειμενικά. Ο Μ.Κ.2 δικαιολόγησε πειστικά τη χρήση της Μ.Κ.10 αρχικά ως διερμηνέως τόσο για να μπορέσει να καταλάβει τι είχε γίνει, όσο και για τη λήψη συγκατάθεσης της Παραπονούμενης για τον σκοπό εξέτασης της στο Νοσοκομείο, εν όψει του επείγοντος του θέματος και της δυσκολίας ανεύρεσης διερμηνέως. Άλλωστε, δεν μας διαφεύγει ότι η Μ.Κ.10 χρησιμοποιήθηκε μόνο για το προκαταρκτικό στάδιο κατά το οποίο η Παραπονούμενη αφηγήθηκε το επεισόδιο στον Σταθμό και μόνο για τη λήψη της συγκατάθεσης της για την ιατρική της εξέταση, η οποία επιβεβαιώνεται τόσο από την ίδια την Παραπονούμενη, όσο και από το γεγονός ότι η εξέταση της έλαβε χώρα. Δεν μας διαφεύγει ακόμη ότι αυτή η διαδικασία αφορούσε την Παραπονούμενη, και ότι κατά τη μετάβαση προς το Νοσοκομείο ανευρέθηκε διερμηνέας και έτσι έκτοτε χρησιμοποιήθηκαν οι υπηρεσίες αυτής. Αξίζει να σημειώσουμε τις προσπάθειες του Μ.Κ.2 για τον εντοπισμό διερμηνέως και ότι τελικώς αυτό έγινε κατορθωτό με τη συνδρομή άλλου Σταθμού. Ο Μ.Κ.2 διαφώτισε το Δικαστήριο για τη στάση της Παραπονούμενης στο αυτοκίνητο κατά τη διαδρομή τους προς το Νοσοκομείο, και ακόμα για την προσπάθεια μετάβασης τους στο σημείο του επίδικου επεισοδίου την ίδια νύκτα μετά το πέρας της ιατρικής εξέτασης. Ήταν εμφανής ο τρόπος με τον οποίο ο Μ.Κ.2 αντιμετώπισε εξ αρχής την παρούσα υπόθεση, διενεργώντας ένα λεπτομερές, συντονισμένο και ολοκληρωμένο ανακριτικό έργο. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επιβεβαιώνονται και από την ενέργεια του να εντοπίσει τους Αστυνομικούς που επέβαιναν στο περιπολικό, οι οποίοι φαίνεται ότι συνάντησαν την Παραπονούμενη αμέσως μετά τον ισχυριζόμενο βιασμό της, καθώς και την κλήση ενός εξ αυτών στον Σταθμό για να δώσει κατάθεση (Μ.Υ.1 Χαριλάου). Ο Μ.Κ.2 ήταν ξεκάθαρος και σταθερός τόσο για το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Χαριλάου αλλά και για τα περιβάλλοντα γεγονότα. Ήταν σαφής ότι ο Χαριλάου έγραψε την κατάθεση του όπως ο ίδιος επιθυμούσε χωρίς παρέμβαση του μάρτυρα. Εξάλλου οι αντίθετες υποβολές της Υπεράσπισης διαψεύστηκαν από τον ίδιο τον Χαριλάου που κλήθηκε ως μάρτυρας για τον Κατηγορούμενο 1. Η γνώμη του Μ.Κ.2 για τον λόγο που το περιεχόμενο της κατάθεσης του Χαριλάου δεν συνάδει επακριβώς με την προφορική περιγραφή που ο τελευταίος έκανε προς τον Μ.Κ.2 και με το τι ακριβώς διαδραματίστηκε με την Παραπονούμενη, θεωρούμε ότι απλώς εκφράζει τη γνήσια άποψη του μάρτυρα με βάση όλα όσα γνώριζε και αντιλήφθηκε. Έθεσε αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου με υπευθυνότητα και σοβαρότητα, αλλά και επίγνωση του τι έλεγε, και ουδόλως προσπάθησε να παραποιήσει ή αποκρύψει οτιδήποτε για να βοηθήσει την πλευρά της Αστυνομίας ή κυρίως για να επηρεάσει δυσμενώς την Υπεράσπιση. Επισημαίνουμε ότι πρόκειται για μια απλή προσωπική γνώμη του μάρτυρα που ουδόλως δεσμεύει το Δικαστήριο. Η Υπεράσπιση επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία και αντικειμενικότητα του μάρτυρα μέσω των σχολίων του στη Συνοπτική Έκθεση που συνέταξε για την παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο βεβαίως, ως ο αρμόδιος κριτής της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, δεν δεσμεύεται, ούτε επηρεάζεται κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του από τυχόν απόψεις τις οποίες δυνατόν ένας μάρτυρας να σχηματίσει για κάποιον άλλο μάρτυρα. Ο Μ.Κ.2 είχε το δικαίωμα να έχει τις όποιες απόψεις και καθηκόντως τις έχει καταγράψει στην έκθεση του. Όμως παράλληλα το ίδιο αυτό γεγονός θεωρούμε ότι τελικώς ενδυναμώνει την πεποίθηση μας για την αμεροληψία αλλά και υπευθυνότητα του Μ.Κ.2 στο έργο του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Κι αυτό γιατί ο Μ.Κ.2 δεν δίστασε να θέσει γραπτώς και επισήμως τις επιφυλάξεις που είχε αρχικά αναφορικά με την ειλικρίνεια της Παραπονούμενης. Η ελεύθερη διατύπωση τέτοιων απόψεων εκβαραθρώνει αφ΄ εαυτής κάθε υπόνοια για συνωμοσία των Αστυνομικών Αρχών, όπως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης. Είναι καθόλα λογικό πως αν υπήρχε τέτοια συνωμοσία, τότε ούτε θα εκφράζονταν αυτές οι απόψεις και πολύ περισσότερο δεν θα αφήνονταν να καταλήξουν στα χέρια της Υπεράσπισης. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι ακολούθως αυτές οι επιφυλάξεις ήρθησαν με αναφορά από τον μάρτυρα σε συγκεκριμένα δεδομένα που προέκυψαν και έλαβε υπόψη, και αυτό συνάδει και δικαιολογεί την τελική του εισήγηση για την ποινική δίωξη των Κατηγορουμένων. Η Υπεράσπιση επίσης προσπάθησε να πλήξει την αξιοπιστία, αλλά και τα κίνητρα του Μ.Κ.2 με την παραπομπή στο περιεχόμενο του όρκου που αποτέλεσε τη μαρτυρία του στο πλαίσιο αιτήματος προσωποκράτησης των δύο Κατηγορουμένων (τότε υπόπτων) και συγκεκριμένα σε μία ανακρίβεια όσον αφορά την περιγραφή του επεισοδίου και τη στάση της Παραπονούμενης. Ο Μ.Κ.2 έδωσε την απάντηση του επί αυτού, χωρίς να διστάσει να αναγνωρίσει το λάθος του και να δώσει την εξήγηση. Η θέση του επί τούτου κρίνεται λογική και επομένως θεωρούμε ότι αυτό δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του. Άλλωστε η μαρτυρία του εξετάζεται και αξιολογείται στο σύνολο της και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά. Ζήτημα αξιοπιστίας του θεωρούμε ότι θα ετίθετο αν προωθούσε ενώπιον μας γεγονότα εν γνώσει του ότι αυτά δεν ευσταθούν και όχι με την αναγνώριση κάποιου γραφικού λάθους. Κρίνουμε σκόπιμο ακόμα να αναφερθούμε στην άρνηση του Μ.Κ.2 κατά την αντεξέταση του ότι στην κυρίως εξέταση του είπε ότι η Παραπονούμενη έκανε «οτοστόπ» ενώ τα πρακτικά τον διαψεύδουν. Θεωρούμε ότι το μακρό της αντεξέτασης του και το γεγονός ότι η μαρτυρία του δεν είχε ολοκληρωθεί σε μία μόνο δικάσιμο δικαιολογούν αυτή τη θέση του, ειδικότερα εφόσον ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο θέμα και σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του (και της κυρίως εξέτασης του) χωρίς να αναφέρει ξανά αυτή τη λέξη αλλά είπε ότι η Παραπονούμενη περπατούσε στον δρόμο και σταμάτησε ένα αυτοκίνητο με δύο άγνωστους άντρες οι οποίοι την έβαλαν μέσα στο αυτοκίνητο για να την πάρουν σπίτι. Από τους συνήγορους των Κατηγορουμένων σχολιάστηκε εκτενώς η μαρτυρία του Μ.Κ.2 υπό δύο σκοπιές. Η μία για να στηρίξει την εισήγηση ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν αξιόπιστος μάρτυρας και η άλλη ότι υπήρξε μεροληπτική διερεύνηση της υπόθεσης. Ήδη έχουμε αξιολογήσει τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 και δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε που θα μπορούσε να συνηγορεί προς την άποψη ότι υπήρξε καθ' οιονδήποτε τρόπο μεροληπτική διερεύνηση της υπόθεσης εκ μέρους του. Για κάποια δε επιμέρους ζητήματα που θίγηκαν λέμε πιο συγκεκριμένα τα εξής: (
  2. i)Ρούχα Όσον αφορά το θέμα εξέτασης των ρούχων που φορούσε η Παραπονούμενη την επίδικη μέρα λέμε ότι αυτά καθηκόντως στάληκαν για σκοπούς των σχετικών επιστημονικών εξετάσεων. Οι οποίες ως ήταν φυσικό ένεκα της φύσης της υπόθεσης, επικεντρώθηκαν στην εξέταση ύπαρξης ή μη οποιωνδήποτε βιολογικών ουσιών που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον εντοπισμό των δραστών. Δεν θεωρούμε ότι υπήρχε ιδιαίτερη ανάγκη εξέτασης κάθε λεκέ σε οποιοδήποτε σημείο εντοπίζετο στο παντελόνι της Παραπονούμενης. Άλλωστε σημειώνουμε ότι ο Δρ Καριόλου έστρεψε την προσοχή του σε σημεία που είχαν σχέση με το υπό διερεύνηση αδίκημα του βιασμού και μάλιστα εντόπισε αίμα στη δειγματοληψία 3.2 στην οποία δότης φέρεται και ο άγνωστος άνδρας. Ως εκ τούτου δεν διαφαίνεται να υπήρξε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στην Υπεράσπιση για το θέμα αυτό. (
  3. ii)Τσάντα Όσον αφορά τη θέση ότι δεν διερευνήθηκε το περιεχόμενο της τσάντας της Παραπονούμενης - για να διαπιστωθεί αν είχε χρήματα - την επίδικη μέρα, επίσης δεν το κρίνουμε ούτε αναγκαίο, ούτε σημαντικό ιδιαίτερα εφόσον από πλευράς Κατηγορουμένων στις αρχικές τους καταθέσεις δόθηκαν αντιφατικές εκδοχές επί του θέματος του αν έδωσαν στην Παραπονούμενη χρήματα ή όχι για να έλθουν σε σεξουαλική επαφή μαζί της. (iii) Kάρτα Πολύς λόγος έγινε για το κατά πόσο θα έπρεπε ή όχι να κατακρατηθεί ως Τεκμήριο η κάρτα που είχε γραμμένους τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος στο οποίο επέβαιναν οι Κατηγορούμενοι την επίδικη μέρα και την οποία τελικώς αναγνώρισε ο Μ.Κ.5 ως αυτή που του ανήκε και την είχε στον δείκτη του αυτοκινήτου του όταν συνάντησε την Παραπονούμενη. Εκείνο που έχει σημασία στο τέλος της ημέρας είναι ότι αυτή η κάρτα αναγνωρίστηκε από τον ιδιοκτήτη της Μ.Κ.5 και ήταν αυτή που χρησιμοποίησε η Παραπονούμενη για να προβεί στη συνέχεια σε καταγγελία εναντίον των Κατηγορουμένων αναφέροντας τους αριθμούς εγγραφής από την πρώτη κατάθεση της. Το κυριότερο δε, είναι πως μέσω αυτού του αριθμού εντοπίστηκαν δύο πρόσωπα τα οποία όντως είχαν ανάμειξη στο συμβάν. Είναι δε παραδεκτό από την Υπεράσπιση και ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης το γεγονός ότι την επίδικη ημερομηνία οι Κατηγορούμενοι επέβαιναν εντός του αυτοκινήτου που έφερε τους αριθμούς εγγραφής που αναγράφοντο στην εν λόγω κάρτα. Με τα δεδομένα αυτά η εν λόγω κάρτα αποτελεί απλώς την εξήγηση για τον εντοπισμό των Κατηγορουμένων και μηδαμινή σημασία θα είχε η παρουσίαση της στο Δικαστήριο. (
  4. iv)Περιπολικό Άλλη εισήγηση ήταν ότι έπρεπε ο Μ.Κ.2 να διερευνούσε περαιτέρω μέσω της Παραπονούμενης το θέμα για το περιπολικό. Δεν θεωρούμε ότι το θέμα έχει τελικώς οποιαδήποτε σημασία ή επίπτωση. Αυτό γιατί το θέμα της ύπαρξης περιπολικού αναφέρθηκε από την ίδια μέρα από τον Μ.Κ.5, ήτοι στην κατάθεση που έδωσε στις 2.6.13 και ώρα 22:30. Στη συνέχεια ρωτήθηκε σχετικά και η Παραπονούμενη από τον Μ.Κ.2. Ακολούθως χρειάστηκε κάποιος χρόνος και στις 9.6.13 εξασφαλίστηκε κατάθεση από τον οδηγό του περιπολικού (Μ.Υ.1 Χαριλάου) η οποία και απεκαλύφθη στην Υπεράσπιση. Εξ ου και η Υπεράσπιση χρησιμοποίησε τον Αστ. Χαριλάου ως Μάρτυρα Υπεράσπισης. Δεν υπήρχε κάτι περαιτέρω να διερευνηθεί εν σχέσει με το περιπολικό. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω η ίδια η Παραπονούμενη έτυχε επισταμένης αντεξέτασης και επί αυτού του ζητήματος και έδωσε τις δικές της εξηγήσεις. Βασικά δεν προκύπτει να υπάρχει παράλειψη διερεύνησης του θέματος. Εν κατακλείδι λέμε ότι η όλη στάση του Μ.Κ.2 κατά το σύνολο της μαρτυρίας του μας έπεισε τόσο για την ειλικρίνεια του, όσο και για την αντικειμενικότητα και υπευθυνότητα στο έργο του. Επομένως, αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.3 με τη σειρά του αρχικά κατέθεσε τη δεύτερη ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, και ακολούθως αναφέρθηκε στις συνθήκες αναγνώρισης των δύο Κατηγορουμένων από την Παραπονούμενη στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας. Έδωσε πειστικά την περιγραφή της αντίδρασης της Παραπονούμενης και υπήρξε ειλικρινής όταν απάντησε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο συμμετείχε και ο ίδιος στην υπόδειξη του σημείου του ισχυριζόμενου βιασμού από την Παραπονούμενη στις 7.6.13. Ο Μ.Κ.3 ήταν ευθύς και σταθερός στις απαντήσεις του και κατέθεσε με σαφήνεια τα όσα αφορούν το Νίκο Μανώλη και τη λήψη κατάθεσης από αυτόν. Ο ίδιος ήταν κατηγορηματικός ότι δεν συνωμότησε με τον Μ.Κ.2 για να προβούν σε μία μεροληπτική έρευνα εις βάρος του Κατηγορουμένου 2, και αυτό φαίνεται και από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, στην οποία ο Μ.Κ.3 επέμενε ότι ήταν προς το συμφέρον του Κατηγορουμένου να συμμετάσχει σε αναγνωριστική παράταξη παρά να τον δουν μόνο. Με αυτά τα δεδομένα, δεν έχουμε διαπιστώσει ότι οι Μ.Κ.2 και 3 ενήργησαν συντονισμένα για να επηρεάσουν είτε τα δικαιώματα είτε την Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων. Επομένως, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 ως αξιόπιστη. Αποδεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 ο οποίος περιορίστηκε στη δική του ανάμειξη στην υπόθεση. Ουσιαστικά διαδέχθηκε τον Μ.Κ.2 στην υπηρεσία στον Σταθμό. Η δική του εμπλοκή είναι περιορισμένη και ξεκάθαρη, και αφορά τις οδηγίες για τον εντοπισμό των δύο Κατηγορουμένων, τη λήψη καταθέσεων τους από τη Μ.Κ.1 και τη σύλληψη τους από τον ίδιο με βάση τα στοιχεία που κατείχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή και συνεπής, και η υποβολή της Υπεράσπισης ότι και ο Μ.Κ.4 ήταν μέρος της συνωμοσίας για να βάλουν τους Κατηγορούμενους σε δυσμενή θέση απαντήθηκε με χαρακτηριστικό τρόπο από τον μάρτυρα, αποκαλώντας την 'αστεία'. Εν πάση περιπτώσει αυτή δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στις ενέργειες και τη συμπεριφορά του Μ.Κ.4, ούτε και στις ενέργειες των προαναφερομένων μαρτύρων. Ως εκ τούτου και η μαρτυρία του Μ.Κ.4 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Η Μ.Κ.12 κατέθεσε για τις συνθήκες λήψης του παραπόνου από την Παραπονούμενη μέχρι και την κατάθεση και τη λήψη των επιχρισμάτων αυτής. Η αναφορά της συνάδει πλήρως με την περιγραφή του Μ.Κ.2, και ειδικότερα στο θέμα της διερμηνέως και του χαρτιού που η Παραπονούμενη κρατούσε με τον αριθμό εγγραφής του οχήματος. Αυτή η μάρτυρας επίσης έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις για τον λόγο χρήσης της Μ.Κ.10 αρχικά ως διερμηνέως, ενώ επεσήμανε ότι δεν είχε αντιληφθεί όλες τις λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου βιασμού από τα λεγόμενα της Μ.Κ.10 αλλά μόνο μεταγενέστερα, κατά τη λήψη της κατάθεσης της Παραπονούμενης με τη βοήθεια της Μ.Κ.6, πράγμα καθόλα λογικό λόγω των αντικειμενικών δυσκολιών συνεννόησης μέσω της Μ.Κ.10. Η Μ.Κ.12 ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες αναφορικά με την κατάσταση της Παραπονούμενης, τη στάση της μέσα στο αυτοκίνητο, την ιατρική της εξέταση και ακόμα τον λόγο για τον οποίο δεν λήφθηκαν φωτογραφίες. Ειδικότερα, η Μ.Κ.12 αναφέρθηκε στο ότι η Ιατροδικαστής εξέτασε το πρόσωπο της Παραπονούμενης καθότι η τελευταία της είπε ότι είχε κτυπηθεί στο άνω χείλος. Πειστική ήταν και η εισήγηση της ότι η Ιατροδικαστής δεν προέβη σε εξετάσεις αναφορικά με πρωκτικό σεξ καθότι, όπως αναφέρεται πιο πάνω, η μάρτυρας αντιλήφθηκε αργότερα κατά το στάδιο της λήψης της κατάθεσης της Παραπονούμενης, ότι υπήρξε τέτοια προσπάθεια από τον ένα εκ των δραστών, οπότε δεν είχε δοθεί εγκαίρως σχετική ενημέρωση στην Ιατροδικαστή. Στο στάδιο της αντεξέτασης της η Μ.Κ.12 κλήθηκε και έδωσε λεπτομέρειες αναφορικά με τα όσα οι Μ.Κ.10 και 11 της ανέφεραν στον Σταθμό. Παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και απαντούσε με ευθύτητα και πειστικότητα. Η ίδια αντέκρουσε τη θέση της Υπεράσπισης ότι επέδειξαν χαλάρωση στη διερεύνηση της υπόθεσης λόγω της ανάμειξης του συζύγου της Μ.Κ.10, δίνοντας την επαρκή απάντηση ότι η ανάμειξη αυτού ήταν περιορισμένη. Ακόμα, έγινε λόγος και για τη χρήση της λέξης «οτοστόπ», την οποία η Μ.Κ.12 διευκρίνισε ότι ήταν δικός της όρος για να εξηγήσει ότι η Παραπονούμενη προσπαθούσε να βρει κάποιο αυτοκίνητο να τη μεταφέρει σε άλλο σημείο για να μεταβεί στα Πυργά. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, κρίνουμε τη μαρτυρία της Μ.Κ.12 ως αξιόπιστη και την αποδεχόμαστε στην ολότητα της. Τέλος, ο Μ.Κ.13 άφησε και αυτός καλή εντύπωση προς το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.13 κατέθεσε ως εκ των καθηκόντων του στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών και με βάση το αρχείο του Σταθμού. Ο Μ.Κ.13 ανέφερε τη φύση του αρχείου και τον τρόπο της έρευνας του, και εξέφρασε τη θέση ότι αυτή είναι ολοκληρωμένη. Μας προκάλεσε έκπληξη η προσπάθεια της Υπεράσπισης να αμφισβητήσει τον τρόπο της έρευνας του Μ.Κ.13, με αναφορά στον έλεγχο του ονόματος της κοπέλας ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι τόσο η μαρτυρία του όσο και ο έλεγχος του στηρίχθηκαν στα στοιχεία και την εκδοχή που η Υπεράσπιση προώθησε κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, πέραν του ότι η ίδια η Υπεράσπιση προσπάθησε να αμφισβητήσει τη δική της εκδοχή, τα όσα υποβλήθηκαν στον μάρτυρα για τον έλεγχο της αλλοδαπής δεν έχουν σημασία όσον αφορά την ακρίβεια και τον σκοπό του ελέγχου που διενήργησε. Ούτε και διαφοροποιούν τα αποτελέσματα του εν λόγω ελέγχου. Υπό το φως των όσων αναφέρουμε πιο πάνω, προκύπτει ότι όλοι οι αστυνομικοί μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής στην παρούσα υπόθεση άφησαν καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, το οποίο έχει ικανοποιηθεί για την αξιοπιστία τους. Η Υπεράσπιση προσπάθησε μέσω ερωτήσεων και υποβολών να πλήξει και την αλήθεια των ισχυρισμών τους αλλά και την ορθότητα και αντικειμενικότητα των ερευνών τους. Θεωρούμε ότι οι θέσεις της Υπεράσπισης παρέμειναν μετέωρες και εντελώς θεωρητικές. Αυτές αντικρούστηκαν πλήρως τόσο από τη μαρτυρία των αστυνομικών όσο και από τις ενέργειες τους στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Ιδιαίτερο σχολιασμό προκαλεί επίσης η θέση της Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1 στην αμφισβήτηση της θεληματικότητας και των 2 καταθέσεων που του λήφθηκαν (στις οποίες δεν περιέχεται παραδοχή), ενώ δεν προβλήθηκε καμία ένσταση στο στάδιο κατάθεσης των υποδείξεων σκηνών στις οποίες ο Κατηγορούμενος 1 προέβη. Επιπλέον διερωτώμαστε ποιος ο σκοπός της προσπάθειας προσβολής των καταθέσεων και των δύο Κατηγορουμένων στις οποίες βασικά οι ίδιοι δίνουν την εκδοχή τους, ότι δηλαδή έκαναν έρωτα με την Παραπονούμενη αλλά με τη θέληση της, εκδοχή η οποία αποτέλεσε εν τέλει και τη γραμμή Υπεράσπισης τους στο Δικαστήριο. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργούνται ακόμα ερωτηματικά για την επίμονη θέση της Υπεράσπισης για την ανάγκη εντοπισμού του ακριβούς σημείου του συμβάντος και τη διαμαρτυρία για τη μη λήψη φωτογραφιών, εφόσον αυτά τα θέματα δεν αφορούν τα επίμαχα και επίδικα σημεία της όλης εκδοχής των ίδιων των Κατηγορουμένων. Δεν έχουμε αντιληφθεί πλήρως τη σκοπιμότητα της επιμονής της Υπεράσπισης στην προβολή της θέσης για μεροληπτική και ελλιπή έρευνα ή ακόμα για επηρεασμό της Υπεράσπισης, εφόσον τελικώς η όλη ουσία της υπόθεσης έγκειται στην ύπαρξη ή μη της συγκατάθεσης της Παραπονούμενης στο να έρθει σε σεξουαλική επαφή με τους Κατηγορούμενους. Μαρτυρία Διερμηνέων Η Μ.Κ.6 άφησε καλή εντύπωση προς το Δικαστήριο. Η μάρτυρας πολύ πειστικά αναφέρθηκε στη δική της εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση, όπως αυτή άλλωστε περιγράφεται και στις δύο καταθέσεις της, τις οποίες υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Ήταν επίσης σε θέση να δώσει κατά τον ίδιο τρόπο κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με την κατάσταση της Παραπονούμενης και ακόμα να επιβεβαιώσει ότι η Παραπονούμενη έτυχε εξέτασης και στο στόμα από την Ιατροδικαστή. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε με αντικειμενικότητα και αυτό φαίνεται από τη θέση της ότι καλείται κάποιες φορές από την Αστυνομία για να εκτελεί χρέη διερμηνέως, χωρίς να διστάσει να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το όνομα της περιέχεται στον κατάλογο των προσώπων που η Αστυνομία χρησιμοποιεί ως διερμηνείς. Τέλος, αναφέρθηκε στις συνθήκες λήψης της κατάθεσης της Παραπονούμενης. Η αναφορά της συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.12 επί τούτου. Ακόμα προέβη σε μετάφραση αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου επιβεβαιώνοντας το πιστό της μετάφρασης του Βιετναμέζικου κειμένου. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 αυτός της εισηγήθηκε ότι η μετάφραση στην οποία προέβη ενώπιον του Δικαστηρίου διαφέρει από αυτή που αποτελεί το Τεκμήριο 21Β. Η μάρτυρας απάντησε ότι κάθε φορά που μεταφράζει πιθανόν να χρησιμοποιεί διαφορετικές λέξεις για να εξηγήσει το ίδιο πράγμα. Θεωρούμε ότι αυτή η απάντηση της είναι λογική και πειστική. Συγκεκριμένα της υποδείχθηκε η αναφορά σε «petrol station» και «police station», και η Μ.Κ.6 εξήγησε ότι αυτό οφείλεται σε δικό της λάθος επειδή δεν το είχε διαβάσει κανονικά από το Βιετναμέζικο κείμενο όταν έκανε τη μετάφραση ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης της υποδείχθηκε η αναγραφή της λέξης «Bac» στο Αγγλικό κείμενο ως το όνομα της φίλης της Παραπονούμενης το οποίο δεν αναφέρεται στο Βιετναμέζικο κείμενο. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 υπέβαλε τότε στη μάρτυρα ότι η Αστυνομικός έγραφε ό,τι ήθελε ενώ η Μ.Κ.6 απέδωσε και αυτή τη διαφορά σε δικό της λάθος, λέγοντας ότι πιθανόν να κάνει λάθος και να μην ακούσει κάτι πολύ καλά. Ακολούθως η Μ.Κ.6 επανέλαβε τη διαδικασία λήψης της κατάθεσης της Παραπονούμενης και έδωσε όλες τις λεπτομέρειες στις επίμονες ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης. Η όλη περιγραφή της ήταν σαφής και σταθερή και δεν άφησε κενά για την όλη διαδικασία. Μάλιστα, η ίδια επέμενε ότι όλες οι ερωτήσεις και απαντήσεις έχουν καταγραφεί. Ακόμα διευκρίνισε ότι η αναφορά της στη λέξη «they» ότι ρωτούσαν και κατέγραφαν, είναι μία γενική αναφορά της ενώ αυτή εννοεί τον ενικό δηλαδή «αυτή» (η Αστυνομικός). Εκτός από την αναφορά στην ημερομηνία όπου στο Βιετναμέζικο κείμενο, Τεκμήριο 21Α, είναι καταγραμμένη ως «3.6.2013» ενώ στην Αγγλική μετάφραση, Τεκμήριο 21Β, είναι καταγραμμένη ως «2.6.2013», οι υπόλοιπες διαφορές τις οποίες ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 προέβαλε στη μάρτυρα δεν καταδεικνύουν οποιαδήποτε ουσιώδη διαφορά μεταξύ των δύο κειμένων ή αλλοίωση του νοήματος των λεχθέντων. Αναφορικά δε με την ημερομηνία, η μάρτυρας έδωσε την απόλυτα λογική εξήγηση ότι αναφέρθηκε στον αριθμό 3, γιατί είναι διορθωμένο στο Αγγλικό κείμενο, κάτι το οποίο ευκρινώς διαπιστώνεται από την ίδια την όψη του εν λόγω εγγράφου. Η αντεξέταση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 2 αφορούσε κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις αναφορικά με την υπόδειξη του σημείου του βιασμού από την Παραπονούμενη, χωρίς η μάρτυρας να τύχει αμφισβήτησης. Επομένως, θεωρούμε ότι η μάρτυρας κατέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ακόμα δεχόμαστε το πιστό της μετάφρασης της κατάθεσης της Παραπονούμενης, ειδικότερα εφόσον η ίδια την υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να διαφανεί ότι τα όσα είπε η Παραπονούμενη στην κατάθεση της δεν αναγράφονται είτε στο Βιετναμέζικο κείμενο είτε κατ΄ ουσίαν στο Αγγλικό. Άλλωστε στο τέλος της ημέρας εκείνο που έχει σημασία είναι το τι αφηγήθηκε η Παραπονούμενη στη γλώσσα της. Όσον αφορά όμως τη Μ.Κ.6 δεν έχουμε διαπιστώσει ότι ενήργησε με αλλότρια κίνητρα ή υποκινούμενη από την Αστυνομία για να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια της ειδικότερα σε σχέση με τη μετάφραση. Η Μ.Κ.8 με τη σειρά της ήταν σαφής και συνεπής στις θέσεις της καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της αναφορικά με την ανάμειξη της στην παρούσα υπόθεση. Χαρακτηριστική ήταν η επιμονή της για την ικανότητα της να εκτελεί χρέη διερμηνέως, και ακόμα για το πιστό της μετάφρασης στην οποία προέβη. Από το σύνολο της μαρτυρίας της δεν έχουμε διακρίνει ανεπάρκεια της ως διερμηνέως. Η λέξη στο Τεκμήριο 2Α την οποία η ίδια μετέφρασε ως «λυπάμαι» θεωρούμε ότι δεν διαφοροποιεί τη σημασία της όλης πρότασης. Άλλωστε η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι η εν λόγω Ρουμάνικη λέξη μπορεί να μεταφραστεί ως «λυπάμαι» αλλά και ως «απολογούμαι», που βρίσκεται στη μετάφραση Τεκμήριο 2Β, καθότι έχουν το ίδιο νόημα στη Ρουμάνικη. Τέλος, η Μ.Κ.8 ξεκαθάρισε και την αναφορά στο Τεκμήριο 11Α σε ένα χαρτονόμισμα, όπως επιβεβαίωσε και η Μ.Κ.9. Επομένως αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Κ.8 ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Την ίδια άποψη έχουμε και για τη Μ.Κ.9 η οποία μας άφησε εξαιρετική εντύπωση τόσο για την ειλικρίνεια της αλλά και για τις ικανότητες της ως διερμηνέως και κυρίως για τη γνώση και το ενδιαφέρον της για την Ελληνική γλώσσα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν η ευθύτητα και επιμονή της στις απαντήσεις της κυρίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης της. Ήταν πολύ περιγραφική αναφορικά με τις συνθήκες λήψης των αρχικών καταθέσεων των δύο Κατηγορουμένων επιμένοντας για το πιστό της μετάφρασης αυτών. Όχι μόνο αμφισβήτησε έντονα τις υποβολές της Υπεράσπισης αναφορικά με τα προσόντα της αλλά έδωσε όλες τις αναγκαίες εξηγήσεις αναφορικά με τις διαφορές της Ελληνικής και της Ρουμάνικης γλώσσας, διαφωτίζοντας πλήρως το Δικαστήριο. Όπως ήδη αναφέραμε πιο πάνω, αυτή η μάρτυρας κλήθηκε να μεταφράσει συγκεκριμένες λέξεις από τις δύο καταθέσεις του Κατηγορουμένου 1. Με τις απαντήσεις της ουσιαστικά ολοκληρώνεται και έτσι επιβεβαιώνεται η εντύπωση του Δικαστηρίου τόσο για το ακριβές των λεχθέντων του Κατηγορουμένου 1 όσο και για το πιστό της μετάφρασης των καταθέσεων του. Τέλος, σημειώνουμε ότι οι συνθήκες λήψης των καταθέσεων από τους Κατηγορούμενους περιγράφηκαν από τις διερμηνείς με τρόπο που συνάδει με τις αναφορές των εμπλεκομένων Αστυνομικών. Με βάση το σύνολο της εν λόγω μαρτυρίας, δεν διαπιστώσαμε ότι όλοι αυτοί οι μάρτυρες συνεννοήθηκαν μεταξύ τους ή ακόμα ότι οι διερμηνείς έχουν καθοδηγηθεί από τους Αστυνομικούς με οποιονδήποτε τρόπο στη διεξαγωγή του έργου τους ή ότι δέχθηκαν παρέμβαση από αυτούς αναφορικά με την καταγραφή των όσων οι Κατηγορούμενοι ανέφεραν στην Αστυνομία και την πιστή απόδοση τους στην Ελληνική. Γενικά ως προς τα ζητήματα των μεταφράσεων οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως στην πραγματικότητα υπήρξαν μόνο μικρές λεκτικές διαφορές, οι οποίες είναι αναμενόμενες. Αυτό προκύπτει από τα όσα έχουν εξηγήσει ενώπιον μας οι διερμηνείς, καθώς και από όσα έχουν γίνει δεκτά στην υπ. Rushdi ν. Αστυνομίας

(2007)2 Α.Α.Δ. 74, στην οποία έχει αναφερθεί ότι τέτοιες διαφορές «οφείλονται στο γεγονός ότι η κάθε γλώσσα είναι διαφορετική και είναι αδύνατον να γίνει λέξη προς λέξη μετάφραση ενός κειμένου..». Επομένως, κρίνουμε τη μαρτυρία των διερμηνέων ως αξιόπιστη και ως τέτοια την υιοθετούμε στο σύνολο της. Αξιολόγηση Μ.Κ.10 Για τη M.K.10 διαπιστώσαμε ότι με απλό αλλά ταυτοχρόνως θετικό και σαφή τρόπο περιέγραψε στο Δικαστήριο τα όσα διαδραματίστηκαν μετά που η ίδια έλαβε τηλεφώνημα από την Παραπονούμενη στο οποίο της είχε αναφέρει σε αδρές γραμμές τα περιστατικά του επιδίκου συμβάντος. Κατά τον ίδιο τρόπο αναφέρθηκε δε στη συνέχεια στο περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που ακολούθησαν μετά το πρώτο τηλεφώνημα που της είχε κάνει η Παραπονούμενη. Περιέγραψε με λεπτομέρεια όλα όσα της είχε εξιστορήσει η Παραπονούμενη αναφορικά με το επίδικο συμβάν. Διευκρίνισε δε ότι με την Παραπονούμενη δεν είχε στο παρελθόν κατ' ιδίαν επαφή. Πλήρως κατατοπιστική ήταν και σε σχέση με το είδος της βοήθειας που είχε προσφέρει στην Παραπονούμενη εκείνη τη μέρα μετά που είχε λάβει το τηλεφώνημα της με όλες τις λεπτομέρειες για το τι είχε συμβεί στην Παραπονούμενη. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι με τον σύζυγό της, ο οποίος είναι Αστυνομικός, μετέβησαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου και βοήθησαν και οι δύο τους στο να μπορέσει η Παραπονούμενη να κάνει την καταγγελία της ενόψει του ότι η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να μιλήσει την Αγγλική γλώσσα. Η Μ.Κ.10 υπεβλήθη σε μια εκτεταμένη αντεξέταση. Κλήθηκε να απαντήσει σωρεία ερωτήσεων και το έπραξε χωρίς καμιά δυσκολία. Χωρίς καμιά αμφιταλάντευση η Μ.Κ.10 έδωσε άμεσες και σαφείς απαντήσεις. Εν πρώτοις κλήθηκε να ξεκαθαρίσει το είδος της γνωριμίας που είχε με την Παραπονούμενη και το έπραξε δεόντως εξηγώντας ότι δεν είχε στο παρελθόν συναντήσει την Παραπονούμενη, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι γνώριζε την αδελφή της Παραπονούμενης, την οποία μάλιστα είχε βοηθήσει στο παρελθόν. Ξεκάθαρη ήταν και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκείνη και ο σύζυγός της πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου όπως και για το τι έπραξαν ενόσω ήσαν εκεί. Συγκεκριμένα δε για τη βοήθεια που προσέφεραν ούτως ώστε σε εκείνο το στάδιο, που η Παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να μεταφέρει το παράπονό της και να διατυπώσει την κατηγορία της λόγω του ότι δεν γνώριζε Αγγλικά, να τη βοηθήσουν να το πράξει. Ουσιαστικά ξεκαθάρισε πως ό,τι της έλεγε η Παραπονούμενη η Μ.Κ.10 τα μετέφερε στον σύζυγό της και εκείνος με τη σειρά του τα μετέφερε στην Αστυνομία. Όπως μάλιστα εξήγησε αυτό γινόταν γιατί τα Αγγλικά της ίδιας (της Μ.Κ.10) δεν ήταν τόσο καλά και γι΄ αυτό χρειαζόταν και η συνδρομή του συζύγου της ο οποίος λόγω της σχέσης τους μπορούσε πιο εύκολα να καταλάβει αυτά που έλεγε η Μ.Κ.
  1. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης ρωτήθηκε επισταμένως και σε σχέση με τα τηλεφωνήματα που έλαβε από την Παραπονούμενη στις 2.6.
  2. Κλήθηκε συγκεκριμένα να προσδιορίσει τον αριθμό των τηλεφωνημάτων που αντηλλάγησαν μεταξύ τους αλλά και το περιεχόμενο αυτών σε κάθε περίπτωση. Διαπιστώσαμε ότι η Μ.Κ.10 ήταν σε θέση με άνεση να αναφερθεί σε αυτό το ζήτημα δίδοντας όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορούσε να θυμηθεί. Μάλιστα ήταν σε θέση να προσδιορίσει ότι στο πρώτο τηλεφώνημα η Παραπονούμενη δεν της είχε πει τις λεπτομέρειες του επίδικου περιστατικού παρά μόνο την ουσία. Στη συνέχεια η μάρτυρας της έκανε μία αναπάντητη κλήση με αποτέλεσμα να της τηλεφωνήσει εκ νέου η Παραπονούμενη. Με άνεση εξιστόρησε στη συνέχεια το τι είχε λεχθεί στα πλαίσια αυτού του τηλεφωνήματος. Το γεγονός ότι η Μ.Κ.10 δεν ήταν σε θέση να πει με ακρίβεια τον αριθμό των τηλεφωνημάτων δεν μας προκαλεί οποιαδήποτε αρνητική εντύπωση. Αντιθέτως το θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως ήταν σε θέση να μεταφέρει με σαφήνεια στο Δικαστήριο το περιεχόμενο των λεχθέντων στη διάρκεια των σχετικών τηλεφωνημάτων. Μάλιστα διαπιστώσαμε ότι παρά το γεγονός ότι κλήθηκε να απαντήσει σε κάθε είδους λεπτομέρεια σχετικά με το τι ακριβώς της είχε λεχθεί από την Παραπονούμενη και σε ποιο στάδιο καθετί της είχε λεχθεί, εντούτοις η Μ.Κ.10, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ήταν σε θέση να θυμηθεί και να περιγράψει την ουσία των λεχθέντων. Θα λέγαμε δε ότι μας εντυπωσίασε η δυνατότητά της να εξιστορήσει με ικανοποιητική λεπτομέρεια αυτά που της είχε αναφέρει η Παραπονούμενη σε σχέση με τα γεγονότα του επίδικου συμβάντος. Μάλιστα για το θέμα αυτό ρωτήθηκε επισταμένα από την Υπεράσπιση και κλήθηκε να απαντήσει σε μεγάλο αριθμό ερωτήσεων με αποτέλεσμα η Μ.Κ.10 να καταθέσει εκ νέου μέσω των απαντήσεων που έδωσε όλα όσα της είχε πει η Παραπονούμενη όταν της είχε τηλεφωνήσει μετά το συμβάν. Κατ' ουσίαν η Μ.Κ.10 περιέγραψε από την αρχή το πώς εκτυλίχθηκε το όλο συμβάν μέχρι που τελείωσε, καλύπτοντας κάθε στάδιο και κάθε πτυχή του στη βάση εκείνων που της είχε πει η Παραπονούμενη. Μάλιστα η Υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης δεν περιορίστηκε να ρωτήσει τη μάρτυρα μόνο γι΄ αυτά που της είχε πει η Παραπονούμενη στα πλαίσια των τηλεφωνικών επαφών που είχαν οι δύο τους. Της ζητήθηκε επιπλέον να πει και γι΄ αυτό που μετέφερε στην Αστυνομία ως μέρος του όλου παραπόνου και της καταγγελίας της Παραπονούμενης. Βεβαίως η Μ.Κ.10, όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσε να θυμάται κάθε λεπτομέρεια σε σχέση με αυτά που είχε μεταφέρει ως ένα άτομο που εκείνη την ώρα βοηθούσε με τον σύζυγό της να γίνει μετάφραση των λεχθέντων της Παραπονούμενης. Η Μ.Κ.10 παρέμεινε αταλάντευτα σταθερή και συνεπής στην εκδοχή της καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης και κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν διαφοροπο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.