← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Costel Viorel Moca κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14493/13, 22/5/2014

Δημοκρατία ν. Costel Viorel Moca κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14493/13, 22/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:17 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14493/13 Δημοκρατία v.

  1. Costel Viorel Moca, από τη Ρουμανία
  2. Andrei Tarita, από τη Ρουμανία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Μαίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου, για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Π. Παφίτης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χ. Δημητρίου Κατηγορούμενοι παρόντες ------------------------------------------------------------------------------------ Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι σε 2 κατηγορίες βιασμού, μία για τον καθένα, κατά παράβαση του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα και σε μία κατηγορία από κοινού για το αδίκημα της απαγωγής κατά παράβαση του Άρθρου 148 του ΚΕΦ.
  3. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία εκτίθενται αναλυτικά και με κάθε λεπτομέρεια στην Απόφαση μας οι Κατηγορούμενοι στις 2.6.13 αφού απήγαγαν βίασαν διαδοχικά την Παραπονούμενη. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεπράχθησαν τα επίδικα αδικήματα μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Η Παραπονούμενη ηλικίας 50 ετών ήλθε στην Κύπρο από το Βιετνάμ στις 30.11.10 για να εργασθεί ως οικιακή βοηθός. Κατά το έτος 2012 άρχισε να εργάζεται στη Χρυστάλα Μανώλη στο χωριό Πυργά. Τις Κυριακές δεν έβγαινε έξω από το σπίτι των εργοδοτών της και κυρίως απέφευγε να μπαίνει σε αυτοκίνητο γιατί αυτό της προκαλούσε ζάλη και τάση για εμετό. Στις 2.6.13 ωστόσο κανόνισε να βρεθεί με μια φίλη της στη Λευκωσία. Μετά τις 3:00 την μετέφερε στο Πέρα Χωριό ένας φίλος της φίλης της, χωρίς όμως να την πάρει στον τελικό της προορισμό, αφήνοντας την μπροστά από μία υπεραγορά. Η Παραπονούμενη τόσο στη διάρκεια της διαδρομής από Λευκωσία όσο και μετά που την άφησε το πιο πάνω άτομο, επικοινώνησε με τον υιό της εργοδότριας της - η οποία είχε στο μεταξύ αποβιώσει - για να έρθει να την παραλάβει και να την πάρει πίσω στα Πυργά. Αυτός δεν μπορούσε να το πράξει και ως αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού η Παραπονούμενη ξεκίνησε να περπατά με κατεύθυνση τη Λάρνακα. Ενώ αυτή περπατούσε σταμάτησαν κάποια αυτοκίνητα για να την πάρουν, άλλα αυτή λόγω φόβου, αρνήθηκε. Σταμάτησε επίσης και ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν δύο νεαροί άντρες που, όπως προέκυψε στη συνέχεια, ήσαν οι Κατηγορούμενοι. Αυτοί την ρώτησαν πού πήγαινε και εκείνη τους είπε στα Πυργά. Η Παραπονούμενη, δείχνοντας εμπιστοσύνη, μπήκε στο αυτοκίνητό τους. Σε λίγα λεπτά όμως αυτοί αντί να την πάρουν στον προορισμό της παρεξέκλιναν από την πορεία τους και κατευθύνθηκαν σε χωματόδρομο για να καταλήξουν σε ένα απόμερο μέρος σε δάσος. Εκεί, αφού η Παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι κάτι κακό θα της συνέβαινε, προσπάθησε να βγει από το αυτοκίνητο για να τρέξει, πλην όμως ο Κατηγορούμενος 2 την εμπόδισε και στη συνέχεια και οι δύο τους την έσπρωξαν στο πίσω κάθισμα και ο Κατηγορούμενος 2 την χαστούκισε. Στη συνέχεια και, παρά τις εκκλήσεις της Παραπονούμενης, οι Κατηγορούμενοι προχώρησαν σε διαδοχικές πράξεις βιασμού όπως και εξαναγκασμού της Παραπονούμενης στο να τους κάνει στοματικό έρωτα. Υπήρξε δε και προσπάθεια για πρωκτικό βιασμό. Καθ΄ όλη τη διάρκεια του επιδίκου συμβάντος η Παραπονούμενη έκλαιγε και ικέτευε τους Κατηγορουμένους να την αφήσουν ελεύθερη. Όταν έκλαιγε πολύ και φώναζε οι Κατηγορούμενοι έβαζαν το χέρι τους μπροστά από το στόμα της για να τη σταματήσουν. Αφού οι Κατηγορούμενοι τελείωσαν τις πιο πάνω πράξεις τους άφησαν την Παραπονούμενη να ντυθεί και την πήραν με το αυτοκίνητό τους πίσω ακολουθώντας την ίδια διαδρομή όπου σε κάποιο σημείο σταμάτησαν και την άφησαν να φύγει. Η Παραπονούμενη κατόπιν προσπαθειών της για να βρει τρόπο να επιστρέψει στο χωριό της τελικώς με τη βοήθεια κάποιου περαστικού στο δρόμο ο οποίος μίλησε στο κινητό της με τον υιό της εργοδότριας της κατάφερε να επιστρέψει. Λόγω του ότι ήδη είχε κατορθώσει να συγκρατήσει τον αριθμό εγγραφής του οχήματος των Κατηγορουμένων, τον οποίο ανέφερε στην καταγγελία της, η οποία έγινε το ίδιο βράδυ, η Αστυνομία μπόρεσε να εντοπίσει γρήγορα τους Κατηγορούμενους και έγινε εν συνέχεια κατορθωτό να εξιχνιαστεί η παρούσα υπόθεση. Οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του, την ηλικία του και τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες. Επιπλέον ανάμεσα στους ελαφρυντικούς παράγοντες επικαλέστηκε και τις επιπτώσεις που θα προκύψουν από την επιβολή της ποινής φυλάκισης στην οικογένεια του. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 ο συνήγορος του επικαλέστηκε και αυτός το λευκό ποινικό του μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε γι΄ αυτόν. Επιπλέον ο συνήγορος επεσήμανε τις έμμεσες συνέπειες που αναμένεται να προκύψουν ως αποτέλεσμα της επιβολής ποινής φυλάκισης σ΄ αυτόν εφόσον είναι ο υποστηρικτής της οικογένειας του στη Ρουμανία. Για το αδίκημα του βιασμού προνοείται ισόβια φυλάκιση κατ΄ ανώτατο όριο και για το αδίκημα της απαγωγής φυλάκιση μέχρι 7 έτη. Για το αδίκημα του βιασμού η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μεγίστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του[1]. Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους εν όψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος.[2] Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής.[3] Αδικήματα του είδους που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν άρχισαν, δυστυχώς, να προσλαμβάνουν τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας ανησυχητικές διαστάσεις κάτι το οποίο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εντός των πλαισίων της δικαστικής μας γνώσης από τις υποθέσεις που επιλαμβανόμαστε συχνά. Συγκεκριμένα αποτελεί θλιβερή διαπίστωση μας από τις υποθέσεις που εκδικάσαμε μέχρι σήμερα αλλά και με βάση το πινάκιο των εκκρεμουσών ενώπιον μας υποθέσεων ότι η πλειονότητα αυτών αφορά σε σεξουαλικά αδικήματα και κυρίως βιασμούς. Σε σειρά αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα.[4] Όταν καθίσταται αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι οι προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορούμενου ναι μεν λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της εξατομίκευσης αλλά στον βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή[5] και την ανάγκη για παραδειγματική τιμωρία ανίερων πράξεων όπως αυτές που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι οι οποίες προκαλούν το αίσθημα της αποστροφής στους υγιείς πολίτες της κοινωνίας μας. Επιπλέον να επισημάνουμε την πάγια νομολογιακή αρχή ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών για σκοπούς αποτροπής[6]. Όσον αφορά τη σημασία των προηγούμενων υποθέσεων τονίζουμε ότι δεν παρέχουν πάντα ασφαλή καθοδήγηση. Μπορεί από κάποιες προηγούμενες αποφάσεις να διαφαίνεται ότι μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως, όμως τονίστηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας

(1992)2 Α.Α.Δ 160 στη σελ.166, με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξής τους. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, 130-131, από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σόλωνα Νικήτα, δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του Δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα ισχύσει η διατίμηση όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Στην υπόθεση Hamieh v. Γ-Ε
(2006)2 Α.Α.Δ. 259 ο Κατηγορούμενος ηλικίας 24 ετών κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε τρεις κατηγορίες η μία εκ των οποίων αφορούσε το αδίκημα του βιασμού. Στην εν λόγω κατηγορία του επεβλήθη πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 9 ετών. Συμφώνως των γεγονότων της υπόθεσης ο Κατηγορούμενος είχε εισέλθει στο διαμέρισμα της Παραπονούμενης χωρίς εκείνη να τον αντιληφθεί και στη συνέχεια, αφού την άρπαξε από το χέρι την έσπρωξε στο υπνοδωμάτιο όπου τη βίασε παρά τις εκκλήσεις της να μην το πράξει. Η συνουσία διήρκησε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην κατ΄ έφεση διαδικασία, αν και επεσήμανε ότι η κρινόμενη περίπτωση δεν ήταν από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού ένεκα της απουσίας άσκησης υπέρμετρης βίας (όπως τονίστηκε χρησιμοποιήθηκε από τον Κατηγορούμενο όση βία χρειάστηκε για να κάμψει την αντίσταση της Παραπονούμενης) και απειλής κατά της ζωής, επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 323 έγινε αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam,
(1986)8 Cr.App.R.(s) 48 σε περιπτώσεις βιασμού, οι οποίες - όπως τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο - αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω αγγλικής απόφασης η σοβαρότητα του αδικήματος του βιασμού επαυξάνεται όταν μεταξύ άλλων: § χρησιμοποιείται βία για τον εκφοβισμό του θύματος, § χρησιμοποιείται όπλο για εκφοβισμό ή τραυματισμό του θύματος, § ο βιασμός είναι επαναλαμβανόμενος, § ο βιασμός είναι αποτέλεσμα προσεκτικού προγραμματισμού, § ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες βιασμού ή άλλων σοβαρών σεξουαλικών αδικημάτων ή αδικημάτων τα οποία συνοδεύονται από βία, § το θύμα υποβάλλεται σε επιπρόσθετες σεξουαλικές προσβολές ή διαστροφές, § το θύμα είναι μεγάλης ή πολύ μικρής ηλικίας και § όταν τα δυσμενή αποτελέσματα για το θύμα, είτε αυτά είναι σωματικά είτε ψυχολογικά, είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Συνιστά επίσης επιβαρυντικό για την ποινή παράγοντα η διαπίστωση ότι ο Κατηγορούμενος έχει υποβάλει το θύμα σε περαιτέρω αναξιοπρεπείς ή διαστροφικές σεξουαλικές πράξεις. Λέχθηκε περαιτέρω στην πιο πάνω αγγλική απόφαση ότι δεν συνιστά μετριαστικό παράγοντα η περίπτωση όπου το θύμα μπορεί να θεωρηθεί ότι εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο ενεργώντας απερίσκεπτα, για παράδειγμα όπου αποδέχθηκε να μπει σε αυτοκίνητο ξένου προσώπου. Χωρίς κανένα ενδοιασμό λέμε ότι τα περιστατικά διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων καθιστούν την παρούσα υπόθεση ιδιαίτερα σοβαρή. Οι Κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι η Παραπονούμενη περπατούσε στο δρόμο και έψαχνε απεγνωσμένα τρόπο να φτάσει στον προορισμό της. Αυτό το διαπίστωσαν όταν την προσέγγισαν με το αυτοκίνητο τους και εκείνη, αφού την ρώτησαν πού πήγαινε, τους είπε στα Πυργά. Η Παραπονούμενη δείχνοντας εμπιστοσύνη σε αυτούς εισήλθε στο αυτοκίνητο τους επιθυμώντας να επιστρέψει στο χωριό που διέμενε. Οι Κατηγορούμενοι, ωστόσο, είχαν άλλα σχέδια στο μυαλό τους και, χωρίς την θέληση της και με σκοπό την παράνομη συνουσία, την οδήγησαν σε κάποιο απόμερο χώρο, σε δάσος, όπου βασικά την εμπόδισαν να διαφύγει τρέχοντας και στη συνέχεια την έσπρωξαν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου χρησιμοποιώντας κατ΄ εκείνο το στάδιο βία σε βάρος της. Επισημαίνουμε εδώ ότι το γεγονός ότι το θύμα έχει απαχθεί και κρατείται από το δράστη με σκοπό την παράνομη συνουσία, όπως συνέβη στην υπό εξέταση περίπτωση, αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο όπως υποδεικνύεται τόσο στις κατευθυντήριες οδηγίες της υπόθεσης Billam (ανωτέρω) όσο και στο Σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice
(2003)στη σελίδα 201, παρα.B3.5. Παρά τις εκκλήσεις της Παραπονούμενης οι Κατηγορούμενοι χωρίς δισταγμό προχώρησαν στις ειδεχθείς και αποτρόπαιες πράξεις τους. Ενεργώντας από κοινού και εκ περιτροπής υπέβαλαν την Παραπονούμενη σε διαδοχικό και επαναλαμβανόμενο βιασμό εξαναγκάζοντας την να τους κάνει και στοματικό έρωτα. Υπήρξε δε προσπάθεια και για πρωκτικό βιασμό. Δεν περιορίστηκαν σε κολπικό βιασμό. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Billam (ανωτέρω), η υποβολή του θύματος σε επιπρόσθετες σεξουαλικές προσβολές και διαστροφές συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα. Επισημαίνουμε ότι η όλη αποκρουστική συμπεριφορά των Κατηγορουμένων και οι πράξεις συνουσίας τους με την Παραπονούμενη διήρκησαν αρκετό χρόνο προκαλώντας στην Παραπονούμενη ιδιαίτερη οδύνη και εξευτελισμό. Δεν επρόκειτο για στιγμιαίες πράξεις βιασμού. Οι Κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν την Παραπονούμενη για όση ώρα ήθελαν να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις προσβάλλοντας ως αποτέλεσμα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια της. Δεν μας διαφεύγει ακόμη της προσοχής ότι ένεκα της πιο πάνω συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων έχουν προκληθεί στην ίδια δυσμενείς επιπτώσεις εφόσον από την ημέρα του συμβάντος νιώθει πολύ άσχημα, δεν μπορεί να κοιμηθεί και δυσκολεύεται να ξεπεράσει την οδυνηρή εμπειρία που της έτυχε. Αυτό αποτελεί ακόμη ένα επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση το οποίο δείχνει το μέγεθος της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν. Είναι δε αναγνωρισμένο και από τη νομολογία μας αλλά αποτελεί και ζήτημα κοινής λογικής ότι τα ψυχικά τραύματα που αφήνουν εγκλήματα του είδους που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι είναι βαθιά και δύσκολα επουλώνονται, ενώ ανατρέπεται ο ψυχικός κόσμος του θύματος και βεβηλώνεται η ύπαρξη του[7]. Με τις πράξεις τους οι Κατηγορούμενοι και για να κορέσουν τις σεξουαλικές ορέξεις τους είναι φυσικό και αναμενόμενο ότι στιγμάτισαν την προσωπικότητα της Παραπονούμενης. Η τραγική ειρωνεία για την άτυχη Παραπονούμενη είναι πως βλέποντας ως επιβάτες δύο νεαρούς και θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να είναι παιδιά της έκρινε λανθασμένα ότι δεν κινδύνευε και τους εμπιστεύτηκε. Δυστυχώς, όμως, διαψεύσθηκε οικτρά. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος που παραδέχεται ενοχή δύναται να αναμένει κάποια αναγνώριση υπό τη μορφή μείωσης της ποινής η οποία διαφορετικά θα επιβαλλόταν εάν καταδικαζόταν μετά από μη παραδοχή[8]. Επισημαίνουμε ότι ακριβώς τέτοια ήταν η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κ. Κ. v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 294. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις αυτού του είδους όπως η υπό εξέταση η παραδοχή ενός Κατηγορουμένου και κατά συνέπεια η μη διεξαγωγή δίκης έχει και μια άλλη διάσταση η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επωφελής για το θύμα. Έχει ως αποτέλεσμα να μην υποχρεωθεί το θύμα να καταθέσει στο Δικαστήριο και να βιώσει εκ νέου τις οδυνηρές στιγμές που έζησε στα χέρια του βιαστή της. Η σημασία αυτού του παράγοντα επισημαίνεται στην υπόθεση Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) στη σελ. 265 όπου αναφέρθηκε ότι η παρουσία του επιδρά στη μείωση της ποινής όταν η παραδοχή γίνεται προτού το θύμα προβεί σε αφήγηση των γεγονότων κατά τη δίκη οπότε υποχρεωτικά βιώνει ξανά την τραυματική εμπειρία που έζησε. Στην υπόθεση Γιάγκου (Μόγγολος) ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α. Α.Δ. 67 η μακρά και βασανιστική αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν τα δύο θύματα του βιασμού από τον ίδιο τον εφεσείοντα φαίνεται ότι επέδρασε ως επιβαρυντικός παράγοντας στον καθορισμό της ποινής. Στην παρούσα περίπτωση οι Κατηγορούμενοι αρνήθηκαν μέχρι τέλους τη διάπραξη του αδικήματος. Σταθερή τους θέση ήταν ότι δεν έκαναν οτιδήποτε το επιλήψιμο και ότι η σεξουαλική επαφή τους με την Παραπονούμενη ήταν με τη συναίνεση της έναντι αμοιβής. Και αυτό στα πλαίσια δήθεν συνωμοσίας πολλών προσώπων για να εξασφαλισθεί μέσω της καταγγελίας περαιτέρω παρουσία της στην Κύπρο. Αυτή ήταν και η γραμμή υπεράσπισης τους. Υπό αυτές τις περιστάσεις λέμε ότι κανένα στοιχείο μεταμέλειας δεν χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά τους. Βρέθηκαν τελικά ένοχοι μετά από ακρόαση και αφού προηγουμένως η Παραπονούμενη αναγκάστηκε να βιώσει ξανά, λεπτό προς λεπτό μέσα από τη μαρτυρία της, τα ιδιαίτερα οδυνηρά γι΄ αυτήν συμβάντα. Τονίζοντας τα πιο πάνω δεν αγνοούμε βεβαίως την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η άρνηση των κατηγοριών είναι απόλυτο και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου. Η πιο πάνω παραπομπή του Δικαστηρίου στο στοιχείο της καταδίκης μετά από ακρόαση γίνεται με αναφορά στην πιο πάνω αρχή για την μείωση στην ποινή σε περίπτωση παραδοχής. Όσον αφορά τα ελαφρυντικά που μας έχουν τεθεί σημειώνουμε τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορουμένων, όπως αυτές αναδύονται από τις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας οι οποίες ετοιμάστηκαν γι΄ αυτούς στα πλαίσια εξέτασης των αιτημάτων για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι είναι έγγαμος και πατέρα ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 3 ετών και ότι η οικογένεια του συντηρείτο - ενόσω ο Κατηγορούμενος ήτο σε θέση να εργασθεί - από τον ίδιον. Όπως προέκυψε από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος 1 ήλθε στην Κύπρο το 2009 για σκοπούς βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειας του. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο λοιπόν λαμβάνουμε υπόψη τις δυσμενείς επιπτώσεις που αναμένεται να προκύψουν στην οικογένεια του Κατηγορούμενου 1 και τα εξαρτώμενα του πρόσωπα ως αποτέλεσμα της επιβολής τυχόν ποινής φυλάκισης. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνουμε υπόψη και στη δική του περίπτωση τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Από αυτή προκύπτει ότι ήλθε στην Κύπρο το 2009 για σκοπούς εργασίας και ότι με τα χρήματα που εξασφάλιζε στήριζε οικονομικά την οικογένεια του στη Ρουμανία η οποία αποτελείτο από τους γονείς του. Λαμβάνονται υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας οι επιπτώσεις που ενδέχεται να προκληθούν στην οικογένεια του Κατηγορούμενου 2 από το γεγονός της επιβολής σ΄ αυτόν ποινής φυλάκισης. Στην υπόθεση Μ. Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174, πέραν της παραδοχής αναγνωρίστηκαν από το Εφετείο ως μετριαστικοί παράγοντες για την ποινή, οι δυσμενείς επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια και εξαρτώμενους του κατηγορούμενου. Να επισημάνουμε εδώ ότι οι επιπτώσεις από φυλάκιση σε μέλη της οικογένειας των κατηγορουμένων συνιστούν, σύμφωνα με τη νομολογία, ελαφρυντικό παράγοντα όχι, όμως, αποφασιστικής σημασίας[9]. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στις παρεμφερείς συνέπειες της τιμωρίας ενός κατηγορουμένου με ποινή φυλάκισης διαφαίνεται σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[10]. Το λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. Συνεκτιμώντας αφενός τη φύση και τη σοβαρότητα των επιδίκων αδικημάτων και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτά έχουν διαπραχθεί με όλες τις αρνητικές συνέπειες που προκάλεσαν στην παραπονούμενη και αφετέρου όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνουμε ότι έχουν μειωθεί σε μεγάλο βαθμό τα ερείσματα επιείκειας που το Δικαστήριο θα μπορούσε στην παρούσα υπόθεση να επιδείξει. Η ανάγκη προστασίας δε, της κοινωνίας από άτομα όπως οι Κατηγορούμενοι προβάλλει υπό τα περιστατικά της προκειμένης περίπτωσης ακόμη μεγαλύτερη. Επισημαίνουμε ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι έχουν διαπράξει. Η επιβολή ποινής φυλάκισης, και μάλιστα πολυετούς, καθίσταται εν προκειμένω όχι μόνο αναπόφευκτη αλλά και επιβεβλημένη. Ως αποτέλεσμα επιβάλλουμε στους Κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην 1η κατηγορία φυλάκιση 12 έτη Στην 3η κατηγορία φυλάκιση 3 έτη Στον Κατηγορούμενο 2: Στην 2η κατηγορία φυλάκιση 12 έτη Στην 3η κατηγορία φυλάκιση 3 έτη . Οι ποινές για κάθε Κατηγορούμενο να συντρέχουν. H έκτιση της ποινής να αρχίζει από τις 12.6.13 ημερομηνία που οι Κατηγορούμενοι τέθηκαν υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /λδ C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε Zulfigar Ali Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500. [2] Δέστε Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 και Δημοκρατία v. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ.562. [3] Δέστε Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67. [4] Δέστε Rana και άλλος v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489 και Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259. [5] Δέστε Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.α. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 282, 295. [6] Δέστε Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 577 και Abunazha ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551. [7] Δέστε Γ-Ε ν. Α.Β
(2002)2 Α.Α.Δ. 382, 386. [8] Δέστε Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, 447, Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 Α.Α.Δ. 259 και Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67. [9] Δέστε Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, 513 [10] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14, Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.