Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Κ. Ε., Αρ. Υποθ.: 22812/13, 15/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:16 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 22812/13 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Κ. Ε. Κατηγορουμένου ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Μαϊου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Κυθραιώτου για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Στεφάνου και κ. Α. Πλαστήρας Κατηγορούμενος παρών ------------------------------------ Π Ο Ι Ν Η (Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και οι οδηγίες του Δικαστηρίου είναι ότι ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκομένων προσώπων.) Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις κατηγορίες 1-5, οι οποίες αφορούν όλες τα αδικήματα παράνομης συνουσίας με άντρα μειωμένου νοητικού, σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις εντός του 2012, κατά παράβαση του Άρθρου 174
(3)του Ποινικού Κώδικα. Οι υπόλοιπες κατηγορίες έχουν ανασταλεί. Γεγονότα Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα:
- Ο Παραπονούμενος από τον Κάτω Πύργο γεννήθηκε το
- Κατά τον επίδικο για την υπόθεση χρόνο διέμενε με τους γονείς του και τον αδελφό του σε οικία στον Κάτω Πύργο. Ο Παραπονούμενος είναι άτομο μειωμένου νοητικού το οποίο παρακολουθείται από το Γραφείο Ευημερίας της Πόλης Χρυσοχούς. Η νοητική υστέρηση παρουσιάστηκε όταν μετά από κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη σε ηλικία 8 ετών, παρουσίασε επιληψία και οργανικό ψυχοσύνδρομο και επηρεάστηκε η νοητική του εξέλιξη.
- Ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε το
- Κατά τον επίδικο χρόνο, διέμενε σε οικία στον Κάτω Πύργο της επαρχίας Λευκωσίας μαζί με την μητέρα του και τη γιαγιά του, εκτός από τις περιπτώσεις που η αρραβωνιαστικιά του τον επισκεπτόταν και διέμεναν μαζί σε διπλανή οικία.
- Σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις (ημερομηνίες) κατά το έτος 2012, στην πιο πάνω οικία, ο Κατηγορούμενος ήλθε σε συνουσία με τον Παραπονούμενο, γνωρίζοντας ότι ο τελευταίος ήταν άτομο μειωμένου νοητικού. Συγκεκριμένα, κατόπιν τηλεφωνικής τους επικοινωνίας ο Κατηγορούμενος και ο Παραπονούμενος συναντιόντουσαν στην πιο πάνω οικία για να παίξουν χαρτιά και αργότερα έρχονταν σε σεξουαλική επαφή στο υπνοδωμάτιο της οικίας. Δεν λάμβαναν οποιεσδήποτε προφυλάξεις.
- Η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 12.11.13 όταν ο πατέρας του Παραπονούμενου, αφού είχε παρατηρήσει την προηγούμενη μέρα ότι ο γιος του περπατούσε διαφορετικά και στο εξωτερικό του πρωκτού του υπήρχαν κόκκινα κρεατάκια, προέβη σε σχετική καταγγελία στο ΤΑΕ Μόρφου, οπότε διαπιστώθηκε αυθημερόν από ιατρούς, ότι αυτά ήταν κονδυλώματα τα οποία προέρχονταν από παραφύση συνουσία.
- Την ίδια ημέρα, ο Παραπονούμενος σε κατάθεση του στην Αστυνομία, κατονόμασε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο με το οποίο ήλθε σε συνουσία μαζί του και ως εκ τούτου αυθημερόν εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του τελευταίου.
- Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης στις 13.11.13 και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης και τού επιστηθήκε η προσοχή στον νόμο, αυτός απάντησε "Δεν γνωρίζω τίποτε". Στις 14.11.13 εκδόθηκε εναντίον του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διάταγμα κράτησης για 8 ημέρες.
- Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Συγκεκριμένα στις 13.11.13, του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση κατά την οποία αρνήθηκε μεταξύ άλλων ότι ήλθε οποτεδήποτε σε συνουσία με τον Παραπονούμενο.
- Στις 18.11.13 η Αστυνομία έλαβε 2η ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Στα πλαίσια της εν λόγω ανακριτικής κατάθεσης, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατά το έτος 2012 ήλθε πολλές φορές σε παραφύση συνουσία με τον Παραπονούμενο, για τον οποίο γνώριζε ότι είχε νοητική υστέρηση. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο Α κατά την έκθεση των γεγονότων.
- Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης τόσον ο Παραπονούμενος, όσο και ο Κατηγορούμενος εξετάστηκαν από Ιατροδικαστή. Από τις εν λόγω ιατροδικαστικές εξετάσεις, προέκυψε ότι η περιπρωκτική χώρα του καθενός παρουσίαζε κονδυλώματα, ενώ περαιτέρω ότι το πέος του Παραπονούμενου παρουσίαζε εικόνα φίμωσης.
- Στα πλαίσια του ανακριτικού έργου, ο Παραπονούμενος εξετάστηκε από τον Δρα Λάμπρο Σαμαρτζή, ψυχίατρο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. Κατά την εν λόγω εξέταση, διαπιστώθηκε ότι ο Παραπονούμενος δεν δύναται να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία και δεν αντιλαμβάνεται τις αφηρημένες έννοιες και την αίσθηση του χρόνου. Επίσης, ότι δυσκολεύεται να μετρήσει μέχρι το δέκα και δεν αντιλαμβάνεται τις αριθμητικές έννοιες.
- Στις 23.1.14 ο Παραπονούμενος εξετάστηκε περαιτέρω και από τον κλινικό ψυχολόγο Λούη Χατζηθωμά, ο οποίος διαπίστωσε ότι ο Παραπονούμενος είναι άτομο μέτριας νοητικής υστέρησης. Η εν λόγω έκθεση ημερ. 24.1.14 κατατέθηκε από κοινού ω Τεκμήριο Β. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Αγόρευση Κατά την εμπεριστατωμένη αγόρευση του ο κ. Στεφάνου αναφέρθηκε εν πρώτοις στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, εστιάζοντας σε δυσκολίες τις οποίες αντιμετώπισε κατά την παιδική, εφηβική και νεανική του ηλικία και καταλήγοντας στο ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί προστάτης της μητέρας και της γιαγιάς του. Επικαλέστηκε, επίσης, ψυχιατρική εξέταση βάσει της οποίας ο πελάτης του κατατάσσεται στο Οριακό Επίπεδο Νοητικής Λειτουργίας (με Δ.Γ.Ι.=73) και αναφέρθηκε τόσο στις πρώτες σεξουαλικές εμπειρίες του στην μικρή κοινωνία του Πύργου Τυλληρίας, όσο και σε μεταγενέστερες ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές επαφές του. Ως προς τις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων εξήγησε ότι ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ιδιαίτερη σχέση με τον Παραπονούμενο, στα πλαίσια της οποίας δημιουργήθηκαν αμοιβαία αισθήματα με αποτέλεσμα ο ένας να αναζητά την παρέα του άλλου και σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις κατά το 2012 να έχουν σεξουαλικές επαφές. Επεσήμανε πως δεν υπήρξε ποτέ άσκηση βίας, αλλά αυτές γίνονταν αβίαστα και από τους δύο. Ο Κατηγορούμενος δεν είχε κακόβουλο σκοπό. Θεώρησε λανθασμένα πως η συναίνεση του Παραπονούμενου ήταν αρκετή. Περαιτέρω, ο κ. Στεφάνου αναφερόμενος στο καθήκον εξατομίκευσης της ποινής κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν: (i) Την συνεργασία και την άμεση παραδοχή, η οποία έγινε με την πρώτη εύλογη ευκαιρία τόσο στην Αστυνομία, όσο και αργότερα στο Δικαστήριο, χωρίς την οποία (παραδοχή) θα ήταν δύσκολη η εξιχνίαση. (ii) Το λευκό ποινικό μητρώο και τον έντιμο πρότερο βίο, σε συνδυασμό με το ότι ο Κατηγορούμενος είναι αγαπητός στο χωριό (βάσει σχετικής βεβαίωσης) και έχαιρε της εκτίμησης των συγχωριανών του, αν και πλέον θα αναγκαστεί να μετακομίσει σε άλλη περιοχή μακρυά από την οικογένεια του. (iii) Το νεαρό της ηλικίας και το ότι είναι πρόσωπο με ευαισθησίες, το οποίο έχει εξαίρετο και φιλήσυχο χαρακτήρα. Ήταν η εισήγηση ότι παρά την αφελή συμπεριφορά του, εντούτοις λόγω της ηλικίας του θα πρέπει να τού δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. (iv) Το ότι οι επίδικες πράξεις του Κατηγορουμένου δεν έγιναν με κακή πρόθεση ή με εκμετάλλευση τυχόν αδυναμίας αντίστασης από τον Παραπονούμενο, παρά μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του, χωρίς την επίδειξη οποιασδήποτε μορφής βίας εναντίον του. (v) Την μεταμέλεια και απολογία του Κατηγορουμένου τόσο στο Δικαστήριο, όσο και την προσφορά απολογίας μέσω δικηγόρου (κ. Πλαστήρα) προς τον πατέρα του Παραπονούμενου, αν και δεν έγινε αποδεκτή. Καταλήγοντας ο κ. Στεφάνου αναγνώρισε ότι η φυλάκιση είναι αναπόφευκτη, πλην όμως εισηγήθηκε πως υπάρχουν όλα τα χαρακτηριστικά για την αναστολή της, ούτως ώστε να δοθεί μια τελευταία ευκαιρία στον Κατηγορούμενο, αφού ληφθούν ξανά υπόψιν όλοι οι παράγοντες και ειδικότερα η παραδοχή, η συνεργασία, το πνευματικό επίπεδο του ιδίου του Κατηγορούμενου, το λευκό μητρώο, οι επιπτώσεις στην οικογένεια και η μεταμέλεια του. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε πως η συνουσία μεταξύ αντρών νομιμοποιήθηκε στη χώρα μας, υπό κάποιους όρους, για πρώτη φορά το 1998 (Ν.40
(1)/98). Ακολούθησαν σχετικές τροποποιήσεις το 2000 (Ν.77
(1)/00) και τελικά και το 2002 με το Ν.145
(1)/02, ο οποίος διαμόρφωσε τα σχετικά άρθρα του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτά ισχύουν από τότε μέχρι σήμερα. Μεταξύ άλλων απαγορεύσεων που έθεσε ο νομοθέτης εξαρχής όσον αφορά τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ αντρών ήταν και η ποινικοποίηση της συνουσίας με άτομο μειωμένου νοητικού. Από το 2002 το Άρθρο 174
(3)του Ποινικού Κώδικα προνοεί μεταξύ άλλων πως όποιος, γνωρίζοντας ότι άλλος άντρας είναι άτομο μειωμένου νοητικού, έρχεται σε συνουσία μαζί του είναι ένοχος κακουργήματος. Κρίνουμε πως είναι προφανής ο λόγος για την απαγόρευση αυτή. Οφείλεται στο ότι το άτομο μειωμένου νοητικού, ακριβώς λόγω της κατάστασης του αυτής, δεν θεωρείται ικανό να αντιληφθεί τις ενέργειες του, να διαμορφώσει λογική κρίση για τις πιθανές συνέπειες και τα συμφέροντα του και βάσει αυτών να δώσει έγκυρη και ελεύθερη συναίνεση όπως ένα φυσιολογικό άτομο. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο αδικήματα αυτής της φύσης εμπεριέχουν «το στοιχείο της εκμετάλλευσης», όπως εντίμως και πολύ ορθώς επεσήμανε στην αγόρευσή του και ο κ. Στεφάνου. Ενδεικτικό της σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος είναι πως το πιο πάνω άρθρο προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη. Αυτή είναι και η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή που θα επιβάλει. Στα πλαίσια του καθήκοντος επιμέτρησης έχουμε υπόψιν πως ο Παραπονούμενος είναι άτομο μειωμένου νοητικού, δηλαδή πάσχει από μέτρια νοητική υστέρηση από μικρής ηλικίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Β η νοητική υστέρηση αναγνωρίζεται όταν το επίπεδο των γνωστικών λειτουργιών και της ικανότητας κοινωνικής προσαρμογής του ατόμου είναι κατώτερο του μέσου όρου. Ειδικά η μέτρια νοητική υστέρηση χαρακτηρίζεται από νοητικό δυναμικό που κυμαίνεται από 35-40 έως 50-55. Μεταξύ άλλων, τα άτομα αυτά παρουσιάζουν δυσκολίες στην αντιληπτική τους ικανότητα όπως στην αναγνώριση αντικειμένων και στον προσανατολισμό (π.χ. στο χώρο και χρόνο) και διαθέτουν φτωχή οργάνωση σκέψης, περιορισμένη συγκέντρωση προσοχής και μικρό εύρος μνήμης. Ως ενήλικες είναι σε θέση να συμμετέχουν σε απλές, πρακτικές, προσεκτικά οργανωμένες δραστηριότητες, αλλά γενικά έχουν ανάγκη από σταθερή επίβλεψη και σπάνια διαβιώνουν ως ανεξάρτητα άτομα. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο που διέμενε στο ίδιο χωριό με τον Παραπονούμενο και γνώριζε ότι ο τελευταίος ήταν άτομο μειωμένου νοητικού. Όπως ανέφερε στην κατάθεσή του (Τεκμήριο Α) «ήξερα το ότι εν καθυστερημένος. Ούλο το χωρκό ξέρει το»[1]. Και βεβαίως, ορθώς επίσης γίνεται αναφορά και στο πνευματικό επίπεδο του ιδίου του Κατηγορουμένου, πλην όμως υπάρχουν σαφείς και διακριτές διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων, ήτοι: (α) Σύμφωνα και με τον Πίνακα που προσκόμισε ο κ. Στεφάνου, αναφορικά με την ταξινόμηση του επιπέδου της νοητικής λειτουργίας (IQ) στη σχετική ταξινόμηση ο Κατηγορούμενος κατατάσσεται στο τελευταίο επίπεδο νοητικής λειτουργίας (IQ), το Οριακό, με Ολικό Δείκτη Νοημοσύνης 70-79, αλλά ο ίδιος ο Παραπονούμενος εκφεύγει της νοητικής λειτουργίας και κατατάσσεται μάλιστα, όχι στο πρώτο, αλλά στο δεύτερο επίπεδο νοητικής καθυστέρησης, το Μέτριο (με IQ 35-40 έως 50-55). (β) Ανεξαρτήτως δε των ψυχιατρικών εξετάσεων, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, επέλεξε ερωτικούς συντρόφους, αρραβωνιάστηκε, εργάζεται ως υπάλληλος αλλά και σε δικές του ασχολίες, διεκδικεί ρόλο προστάτη της μητέρας και της γιαγιάς του, ενώ παράλληλα είναι έτοιμος να μετακομίσει εκτός χωριού, για ανεξάρτητη διαβίωση. Λαμβάνουμε λοιπόν υπόψιν πως κατά το 2012 ο 25χρονος (τότε) Κατηγορούμενος, γνωρίζοντας και έχοντας την ικανότητα να αντιληφθεί την υστέρηση του Παραπονούμενου, σε 5 ξεχωριστές περιπτώσεις και διαφορετικές ημερομηνίες ήλθε σε συνουσία μαζί του. Η ύπαρξη τέτοιας συναίνεσης, δηλαδή από θύμα με μειωμένο νοητικό, απλώς εντάσσει την περίπτωση στο Άρθρο 174
(3)και όχι σε άλλο το οποίο ενέχει το στοιχείο της βίας (Άρθρο 172). Συνεπώς, ενώ είναι ορθότατη η θέση ότι δεν επεδείχθη οποιασδήποτε μορφής βία εναντίον του Παραπονούμενου, εντούτοις από την άλλη η ίδια η φύση του αδικήματος εμπεριέχει - όπως ήδη έχει λεχθεί - κάποιας μορφής εκμετάλλευση της νοητικής κατάστασης του θύματος, την οποία και σκοπεί να αποτρέψει ο νομοθέτης απαγορεύοντας εντελώς τις σεξουαλικές επαφές με τέτοια άτομα. Ακριβώς σ΄ αυτό το στοιχείο έγκειται και η απαξία των πράξεων του Κατηγορούμενου. Ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τη διαφορετικότητα και την πάθηση του Παραπονούμενου, ενώ για τον τελευταίο δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο, αφού ούτε καν τη δικαστική διαδικασία δεν μπορεί να παρακολουθήσει. Ο Κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να επιλέξει τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, ενώ και πάλιν δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τον Παραπονούμενο. Για το θέμα της ύπαρξης κονδυλωμάτων τόσο στον Παραπονούμενο όσο και στον Κατηγορούμενο, τονίζουμε ότι δεν αποδίδουμε οποιαδήποτε σημασία δεδομένου ότι και οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι αυτά παραμένουν ουδέτερο γεγονός και δεν μπορεί να λεχθεί κατά πόσον αυτά οφείλονται στις επίδικες συνουσίες ή κατά πόσον ο ένας τα μετέδωσε στον άλλο. Η έρευνα μας κατέδειξε ότι η μόνη υπόθεση στην οποία επιβλήθηκε ποινή βάσει του Άρθρου 174
(3)από Κυπριακό Δικαστήριο είναι η υπόθεση Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 422. Σ΄ εκείνη την υπόθεση κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας ο θείος ενός αγοριού 10½ ετών, το οποίο ήταν άτομο μειωμένου νοητικού, κρίθηκε ένοχος σε μια κατηγορία συνουσίας με άτομο μειωμένου νοητικού βάσει του Άρθρου 174
(3)και σε δύο κατηγορίες άσεμνης επίθεσης (αμοιβαία πεολειξία). Ο εφεσείων εκεί εκμεταλλεύθηκε τη δυνατότητα επαφής την οποία είχε ως θείος του θύματος, για να διαπράξει τα αδικήματα. Όπως είναι αντιληπτό, παρά την εμπλοκή ατόμου κάτω των 13 ετών, η πιο πάνω υπόθεση προωθήθηκε και εκδικάστηκε στην βάση του Άρθου 174
(3)ως αφορώσα πρόσωπο μειωμένου νοητικού, και όχι στη βάση του άρθρου 174
(1)που αφορά συνουσία με άντρα κάτω των 13 ετών, οπότε και θα κρίνετο ως πολύ σοβαρότερης μορφής (αφού προνοείται φυλάκιση διά βίου). Μάλιστα υπήρξε λόγος έφεσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρασύρθηκε και την αντιμετώπισε ως συνουσία με παιδί, πλην όμως το Ανώτατο απέρριψε αυτή την εισήγηση. Εκείνο που έχει σημασία λοιπόν είναι πως κρίθηκε ως συνουσία με άτομο μειωμένου νοητικού και σ΄ αυτά τα πλαίσια συνεκτιμήθηκε ότι το θύμα ήταν παιδί. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφενός μη παραγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τα αισθήματα αποστροφής που προκαλούσαν και αφετέρου, όμως, λαμβάνοντας υπόψιν τα ιδιάζοντα περιστατικά, την απουσία του στοιχείου της κατ' εξακολούθηση σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού και το λευκό μητρώο του εφεσείοντος έκρινε ότι η 10ετής φυλάκιση ήταν ιδιαίτερα αυστηρή και την μείωσε σε φυλάκιση 7 χρόνων. Δεν παραγνωρίζουμε σε οποιαδήποτε περίπτωση πως παρά το ότι η υπόθεση Κυπριανού (ανωτέρω) αφορούσε το ίδιο αδίκημα, της συνουσίας με άτομο μειωμένου νοητικού, εντούτοις εκεί το θύμα ήταν ένα μικρό αγόρι 10½ ετών, το οποίο έτυχε εκμετάλλευσης από κάποιο στενό συγγενή του, στοιχεία τα οποία ήταν επιβαρυντικά, συν το ότι δεν υπήρχαν τα ελαφρυντικά στοιχεία της συνεργασίας και παραδοχής. Από την άλλη πλευρά στην παρούσα συντρέχει το στοιχείο της κατ' εξακολούθηση συνουσίας, κάτι το οποίο δεν είχε διαπιστωθεί στην πιο πάνω υπόθεση. Εν σχέσει με τη συχνότητα διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων να παρατηρήσουμε πως παρότι θα μπορούσε να λεχθεί ότι όσον αφορά ειδικά το αδίκημα της συνουσίας με άτομο μειωμένου νοητικού δεν παρατηρείται αυξημένη έξαρση, εντούτοις στη γενικότερη σχετική κατηγορία των σεξουαλικών αδικημάτων αναμφίβολα υπάρχει τέτοια έξαρση και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλλει αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, όπως σχετικά πρόσφατα έχει τονιστεί και στην υπόθεση Κλείτου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 113. Παρά τη διαπιστωμένη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής, υπάρχει πάντοτε και το καθήκον προς εξατομίκευση της ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει στις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου. Στα πλαίσια του καθήκοντός μας αυτού λαμβάνουμε υπόψιν τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: (
- i)Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, το οποίο καταδεικνύει τη στάση του απέναντι στους νόμους και τού δίδει το δικαίωμα να κριθεί με μεγαλύτερη επιείκεια. Όπως ανέφερε και ο συνήγορός του, προ της διάπραξης των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος υπήρξε πρόσωπο καλού χαρακτήρα και φιλήσυχος. Αντιλαμβανόμαστε ότι είναι αυτά που προβάλλει και ο Πρόεδρος της Κοινότητας στην επισυναφθείσα βεβαίωση του και τα οποία έχουμε υπόψιν. (
- ii)Τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές και την ομολογία του αρκετά έγκαιρα, ήτοι σε χρόνο που ήταν καθοριστική για την εξιχνίαση των αδικημάτων, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η νοητική κατάσταση του Παραπονούμενου (Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 A.A.Δ. 442). (iii) Την άμεση παραδοχή του και στο Δικαστήριο, η οποία σαφώς διέσωσε πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα, και κυρίως κατέστησε αχρείαστη την παρουσία του θύματος στο Δικαστήριο. Συμφωνούμε ότι η προσπάθεια απόδειξης της υπόθεσης μέσω προσώπου με μειωμένο νοητικό θα ήταν υπερβολικά δύσκολη αν όχι αδύνατη. Σαφέστατα λόγω της συμβολής του ο Κατηγορούμενος δικαιούται σημαντικής έκπτωσης στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). (
- iv)Τη μεταμέλεια του, όπως εκφράστηκε από το συνήγορο του στο Δικαστήριο, μαζί με την υπόσχεση του να είναι πιο προσεκτικός. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι έχει αντιληφθεί το σφάλμα του και ότι είναι στα πλαίσια αυτά που προσπάθησε να διαβιβάσει την απολογία του και στους γονείς του Παραπονούμενου, αν και αυτή δεν έγινε αποδεκτή. (
- v)Δεχόμαστε ότι παρά το ότι ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 26 ετών εμπίπτει στη γενικότερη κατηγορία των νεαρών προσώπων και δικαιούται υπό τις περιστάσεις της παρούσας να τύχει επιεικέστερης μεταχείρισης. (
- vi)Όσον αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις λαμβάνουμε υπόψιν μας όλα όσα προκύπτουν για τον Κατηγορούμενο από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όσα έχει αναπτύξει ο συνήγορος του ενώπιον μας. Ειδικότερα είναι προφανές πως ούτε γεννήθηκε, ούτε ανατράφηκε υπό τις ιδανικότερες για ένα παιδί περιστάσεις. Λόγω εγκατάλειψης από τον πατέρα, μεγάλωσε με τη μητέρα του και τους γονείς της, με ιδιαίτερες οικονομικές και άλλες δυσκολίες. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ το πατρικό - ανδρικό πρότυπο και υπήρξε μοναχικό παιδί, χωρίς ιδιαίτερες συναναστροφές. Ο πατέρας του τον αναγνώρισε μετά παρέλευση χρόνου και υπήρξε κάποια προσωρινή επαφή μαζί του μόνο λίγο πριν την έναρξη της στρατιωτικής του θητείας. Σήμερα δεν υπάρχει επαφή με τον πατέρα. Καθυστερημένα γνώρισε και τα 6 ετεροθαλή αδέλφια, με τα οποία άρχισε να αναπτύσσει σχέσεις. Ο Κατηγορούμενος εργάζεται σε 6μηνη εποχιακή εργασία εξασφαλίζοντας μισθό €1.000 περίπου, ενώ έχει και κάποιο περαιτέρω εισόδημα από εκτροφή ζώων και πτηνών. Με το εισόδημα του συντηρεί τη μητέρα του η οποία εν καιρώ οικονομικής κρίσης δυσκολεύεται να εξεύρει εργασία, καθώς και την 85χρονη συνταξιούχα γιαγιά του. Θα πρέπει όμως να υπενθυμίσουμε εδώ πως η σημασία των προσωπικών περιστάσεων αμβλύνεται όπου διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι δε επιπτώσεις ποινής στην οικογένεια παρότι συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, εντούτοις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Do-motov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). (vii) Όσον αφορά το ιστορικό του σε συσχετισμό με τα επίδικα αδικήματα λαμβάνουμε υπόψιν μας πως από τα γυμνασιακά του χρόνια ο Κατηγορούμενος είχε κάποιου είδους σεξουαλικές επαφές με πρωταγωνιστή ένα μεγαλύτερο αγόρι. Μεγαλώνοντας ένιωθε καταπιεσμένος και αδύναμος να εκδηλώσει αυτές τις σεξουαλικές του προτιμήσεις στη μικρή κοινωνία του χωριού του. Κατά το 2011 όμως, υπό την επήρεια ναρκωτικής ουσίας που τού χορηγήθηκε εν αγνοία του, είχε την πρώτη σεξουαλική του επαφή με κάποιο συγχωριανό του, πράγμα που ο Κατηγορούμενος συνειδητοποίησε εκ των υστέρων. Ήταν στα πλαίσια τέτοιων σχέσεων και απογοητεύσεων που ανέπτυξε ιδιαίτερη σχέση με τον Παραπονούμενο, με αποτέλεσμα να αναζητά ο ένας τον άλλο, να παίζουν χαρτιά και να έχουν τις 5 διαφορετικές συνουσίες εντός του
- Λίγο αργότερα, εντός του 2013 ο Κατηγορούμενος είχε σεξουαλική επαφή με δύο συγχωριανούς του, ηλικίας 30 και 36 ετών, σε παθητικό και ενεργοπαθητικό ρόλο αντίστοιχα. Επίσης εντός του ιδίου έτους, στις 10.11.13 ο Κατηγορούμενος είχε αρραβωνιαστεί με νεαρή κοπέλα, αλλά λόγω αποκάλυψης της υπόθεσης αυτής ο αρραβώνας διαλύθηκε στις 24.11.
- Οπωσδήποτε συνεκτιμούμε το ιστορικό και τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Καθιστούμε δε σαφές πως δεν ενδιαφέρει ο σεξουαλικός προσανατολισμός οποιουδήποτε, νοουμένου όμως ότι παραμένει εντός νομίμων πλαισίων. (viii) Ο Κατηγορούμενος είχε την εντύπωση ότι η συνουσία με τον Παραπονούμενο δεν είναι κακό επειδή θεωρούσε ότι υπήρχε συναίνεση. Σημειώνουμε ότι ο κ. Στεφάνου κατέστησε σαφές ότι δεν επικαλείται άγνοια νόμου. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη αποτρεπτικότητας στην ποινή και αφετέρου όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες προς όφελος του Κατηγορούμενου καταλήγουμε πως η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Κρίνουμε κατάλληλες και επιβάλλουμε ποινές φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1 έως
- Οι ποινές να συντρέχουν. Εισήγηση για αναστολή Αναφορικά με το ζήτημα της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι καλώς γνωστό ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν. 186
(1)/03 στον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Έχουμε υπόψη μας τη νομολογία βάσει του νέου άρθρου 3
(2)η οποία αρχίζει με την υπόθεση Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και φθάνει μέχρι την πιο πρόσφατη υπόθεση Κυπριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 28/14, ημερ. 24.2.14. Θεωρούμε ότι η σύγχρονη θέση αντικατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 221/12, ημερ. 19.12.12: «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Όντως, όπως επιβεβαιώνεται από τα πιο πάνω, σημασία έχει πλέον η συνολική εικόνα της κάθε περίπτωσης. Ενδεχομένως ένα στοιχείο των περιστάσεων της υπόθεσης να συνηγορεί υπέρ της χορήγησης αναστολής, αλλά από την άλλη πλευρά κάποιο στοιχείο των προσωπικών περιστάσεων να εμποδίζει την άσκηση της ευχέρειας προς αυτή την κατεύθυνση, ή και το αντίστροφο. Ακριβώς σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται η εξισορρόπηση και η συνεκτίμηση των διαφόρων στοιχείων, στα πλαίσια μιας συνολικής αποτίμησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου στην παρούσα εισηγήθηκε ότι κάποιοι από τους παράγοντες τους οποίους επικαλέστηκε προς μετριασμό συνηγορούν υπέρ της αναστολής, προσδιορίζοντας ως σημαντικότερους το λευκό μητρώο, τη συνεργασία, την άμεση παραδοχή, την μεταμέλεια, τις επιπτώσεις στην οικογένειά του, καθώς και τις ιδιάζουσες περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων με αναφορά στο πνευματικό επίπεδο του Κατηγορούμενου «και στον τρόπο που αναλύει τα γεγονότα για να υπάρχει η αντίληψη του κακού της πράξης». Αντιλαμβανόμαστε ότι ως προς το τελευταίο το νόημα εμπερικλείεται στην τελική εισήγηση ότι ο Κατηγορούμενος «χάριν ευγενών αισθημάτων προς τον Παραπονούμενο αλλά και της ανωριμότητας της σκέψης του», οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Έχουμε ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχουμε υπόψιν όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Ο Κατηγορούμενος δεν εμπλέκεται σε ένα μεμονωμένο περιστατικό συνουσίας. Η εγκληματική του συμπεριφορά εμπεριέχει το στοιχείο της κατ΄ εξακολούθησιν εκμετάλλευσης ενός ατόμου με μειωμένο νοητικό. Γνώριζε τον Παραπονούμενο πολύ καλά και για πολύ χρόνο και ήξερε την κατάσταση του. Τα όποια αγνά και ευγενή αισθήματα του θα μπορούσαν όντως να παραμείνουν στο επίπεδο φιλίας, κατανόησης και συμπαράστασης. Δεν παρέμειναν όμως σ΄ αυτό το πλαίσιο και η ευθύνη σαφώς βαρύνει τον ίδιο, όπως συνάγεται και από την παραδοχή του. Από πλευράς προσωπικών περιστάσεων κρίνουμε πως μόνο οι επιπτώσεις στην οικογένεια είναι στοιχείο που θα μπορούσε δυνητικά να συνηγορήσει υπέρ της αναστολής. Ισοζυγίζοντας όμως το σύνολο των περιστάσεων, όπως απαιτεί ο νόμος, δεν συμφωνούμε ότι οι συνέπειες στην οικογένεια είναι ικανές ή πρέπει να οδηγήσουν στην αναστολή. Όπως έχει αναφέρει στην υπ. Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663 ο (νυν) Πρόεδρος κ. Χ'Χαμπής: «Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας .... .............. ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη.» Σημειώνουμε πως όλοι οι παράγοντες έχουν δεόντως και επαρκώς κατά την άποψη μας ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ενόψει της σοβαρότητας και της φύσης των αδικημάτων, της ιδιότητας του θύματος και της έξαρσης που παρατηρείται σε σεξουαλικής φύσεως αδικήματα κρίνουμε πως υπερτερεί η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής άμεσης φυλάκισης. Θεωρούμε ότι η επιείκεια του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση εξαντλείται στο ύψος της επιβληθείσας ποινής αφού η φύση αλλά και η σοβαρότητα των περιστάσεων του αδικήματος είναι τέτοιου βαθμού που δεν επιτρέπει - κατά την κρίση μας - την αναστολή της ποινής παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και την απουσία ενδείξεων για επανάληψη παρόμοιας συμπεριφοράς στο μέλλον. Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε Απάντηση 8. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο