← Κύπρος

Αναφορικά με το θάνατο της Ξένιας Κλεάνθους, ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗ 74/2009, 4/6/2014

Αναφορικά με το θάνατο της Ξένιας Κλεάνθους, ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗ 74/2009, 4/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ο ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΙΚΩΝ ΑΝΑΚΡΙΤΩΝ ΝΟΜΟΣ, ΚΕΦ. 153 ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗ 74/2009 Αναφορικά με το θάνατο της Ξένιας Κλεάνθους, τέως από το Γέρι 4 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για την αστυνομία: κα Μ. Χαραλάμπους Για την οικογένεια της θανούσας: κ. Η. Στεφάνου. Για τα ενδιαφερόμενα μέρη, (ιατρούς Διέτη, Κουγιάλη, Λάμπρου): κ. Κ Ευσταθίου με κ. Κουρουπίδη για Ε. Ευσταθίου. ­­­­­__________________________ ΠΟΡΙΣΜΑ Η παρούσα θανατική ανάκριση έχει διεξαχθεί με σκοπό να διακριβωθεί πότε, πού, πώς και υπό ποιες συνθηκες προκλήθηκε ο θάνατος της Ξένιας Κλεάνθους, 52 ετών τέως από το Γέρι, δυνάμει του αθρου 25 του Περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου Κεφ. 153, (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος»). Το ζήτημα βέβαια του πώς επήλθε κάποιος θάνατος είναι ευρύτερο από το να εξακριβωθεί απλώς η ιατρική αιτία θανάτου, και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τομ. 9, παρ. 1110. "The coroner must also investigate the circumstances surrounding the death". (Βλ. και "Jerris on Coroners" 9η έκδ., σελ. 84). Όπως αναφέρθηκε στην Πολ. Έφεση 237/09 Αναφορικά με το Λεύκο Επιφανίου

(2010)1Γ ΑΑΔ 1682, ημερ. 25/10/2010, η θανατική ανάκριση έχει εξεταστικό χαρακτήρα και σε αυτήν δεν υπάρχουν διάδικοι. Το ερώτημα δε του ποια συμφέροντα πρέπει να εκπροσωπηθούν ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Θανατικού Ανακριτή. Όπως επισημαίνεται στην ίδια απόφαση ο περί Θανατικών Ανακριτών Νόμος, Κεφ. 153, προβλέπει για τη δικαιοδοσία και εξουσία του θανατικού ανακριτή, τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται και για άλλα συναφή θέματα. Ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται το άρθρο 17 του Νόμου αναφέρει ότι ο Θανατικός Ανακριτής, δεν δεσμεύεται από τους κανόνες αποδείξεως που εφαρμόζονται σε αστική ή ποινική διαδικασία. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί σε σχέση με την εξουσία του Θανατικού Ανακριτή, ότι ως προκύπτει και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ. Republic v. Pandelides (Coroner), Ex parte Costas Papadopoulos
(1969)1CLR 27, 30)[1], ο θανατικός ανακριτής στην Κύπρο σε αντίθεση με τα όσα ισχύουν στην Αγγλία, δεν έχει εξουσία προσάψει κατηγορία σε πρόσωπο και να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο (όπως έχει ο θανατικός ανακριτής στην Αγγλία βλ. Halsbury's, Laws of England, Τρίτη Έκδοση, Τόμος 8ος, σελ. 528-53) δεδομένων των προνοιών του Συντάγματος που αναθέτουν το αποκλειστικό δικαίωμα για δίωξη στο Γενικό Εισαγγελέα. Ούτε έχει εξουσία να επιλύσει οποιοδήποτε ζήτημα αστικής ευθύνης. Τούτο βέβαια, όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Ανδριανής Νικολάου
(2008)1 ΑΑΔ 1342, δεν αφαιρεί από το βαθμό βεβαιότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει το πόρισμα θανάτου, (ο οποίος υπολείπεται βέβαια του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας) αλλά όπως ξεκαθαρίζει η πιο πάνω απόφαση το καθήκον του Θανατικού Ανακριτή περιορίζεται στο να εξετάσει τη μαρτυρία και να διαπιστώσει εάν από αυτή προκύπτουν γεγονότα που καταδείκνυουν τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο θάνατος και στα πλαίσια αυτά να εξετάσει και το κατά πόσον ο θάνατος οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια ή τυχαίο συμβάν. Όπως δε προκύπτει από την ίδια απόφαση εάν από τη μαρτυρία δεν πεισθεί σε ικανοποιητικό βαθμό για την αιτία θανάτου, έχει τη δυνατότητα να αφήσει το ζήτημα ανοικτό "open verdict". Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά το περιεχόμενο του πορίσματος σχετικά είναι τα όσα αναφέρει ο τότε επαρχιακός δικαστής κ. Ναθαναήλ σε εισήγησή του ημερομηνίας 16 και 17 Μαρτίου 1991, τιτλοφορούμενη «Θανατικές Ανακρίσεις». Στην εν λόγω εισήγηση στη σελίδα 11 αναφέρεται ότι: "Το σκεπτικό του πορίσματος θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο σύντομο και να αναφέρει - σε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια για ενοχή τρίτου προσώπου - ότι πιθανόν στο θάνατο να έχουν συμβάλει οι ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις τρίτου προσώπου". Ως προς το αναγκαίο επίπεδο ικανοποίησης αναφορικά με τυχόν υπόνοια ενοχής τρίτου προσώπου, στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι "Εκείνο το οποίο ο θανατικός ανακριτής θα πρέπει να ανεύρει μέσα από τη θανατική ανάκριση είναι γεγονότα που δεικνύουν ότι τρίτο πρόσωπο δυνατό να ενέχεται στο θάνατο του προσώπου." Παρόλο που ως έχει νομολογηθεί (βλ. υπόθεση, Αναφορικά με την αίτηση του Αβραάμ Πιττάκη και της Γιαννούλας Μ. Πιττάκη, ως διαχειριστών της περιουσίας του Μάρκου Αβραάμ Πιττάκη
(1994)1 Α.Α.Δ. 297, 302), η γνωστοποίηση της ημερομηνίας ορισμού της υπόθεσης δεν αποτελεί προϋπόθεση εγκυρότητας διαδικασίας θανατικής ανάκρισης, στην προκειμένη περίπτωση, έδωσα οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου για γνωστοποίηση της ημερομηνίας ορισμού της υπόθεσης στην οικογένεια του αποβιώσαντος, η οποία επέλεξε να εκπροσωπηθεί μέσω του κ. Ηλία Στεφάνου, στον οποίο εξασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια έδωσα άδεια να λάβει μέρος στη διαδικασία, δεδομένων των προνοιών του άρθρου 14(β) του Νόμου αλλά και των όσων αναφέρθηκαν στην Πολ. Έφεση 237/09 Αναφορικά με το Λεύκο Επιφανίου (ανωτέρω) σε σχέση με το ότι το ζήτημα του ποια συμφέροντα θα πρέπει να εκπροσωπηθούν σε μια τέτοια διαδικασία ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σημειώνεται δε ότι στα μέσα περίπου της διαδικασίας (ήτοι μετά το τέλος της μαρτυρίας του δέκατου μάρτυρα) και κατόπιν σχετικού αιτήματος που υποβλήθηκε από το δικηγορικό γραφείο κ.κ. Ε.Ευσταθίου εκ μέρους των ενδιαφερομένων μερών ιατρών Κουγιάλη, Λάμπρου και Διέτη, δόθηκε και σε αυτούς άδεια όπως λάβουν μέρος στη διαδικασία. Προτού προχωρήσω στην παράθεση της μαρτυρίας, κρίνω σκόπιμο, για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν, να σημειώσω ότι στην προκειμένη περίπτωση η θανούσα υπεβλήθη σε επέμβαση σπονδυλοπλαστικής στις 5.6.09 από τον Δρ Διέτη (Μ3) στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και ενώ αναμένετο να εξέλθει του Νοσοκομείου την επαύριο της επέμβασης, απεβίωσε στις 7.6.09 στις 11.12π.μ. εντός του εν λόγω Νοσοκομείου. Ενώπιον μου αμφισβήτηθηκε η αιτία θανάτου της αποβιωσάσης με δυο εκ διαμέτρου αντίθετες τοποθετήσεις, εξ ου και επετράπη η προσκόμιση ομολογουμένως μεγαλύτερης σε έκταση μαρτυρίας απ' ότι συνήθως αναμένεται σε διαδικασίες αυτής της φύσης, με σκοπό να τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο για την κρίση του θανατικού ανακριτή, ο οποίος θα πρέπει να καταλήξει για το ζήτημα αυτό συγκεκριμένα (σε αντίθεση με το ζήτημα των τυχόν ευθυνών οι οποίες δεν αποδίδονται ούτε και συγκεκριμενοποιούνται στα πλαίσια αυτά), και με βαθμό βεβαιότητας ο οποίος υπολείπεται βέβαια του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Ανδριάνα Νικολάου πιο πάνω). Εν ολίγοις ενώπιον μου προωθήθηκαν ως αιτίες θανάτου δύο αιτίες. Αφ' ενός η υπερδόση κωδεϊνης και παρακεταμόλης, στη βάση των τοξικολογικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν στο αίμα της θανούσας, και αφ' ετέρου η λιπώδης πνευμονική εμβολή, (στη βάση ιστοπαθολογικού ευρήματος περί ύπαρξης μυελού των οστων σε πνευμονικές αρτηρίες και συμπτωμάτων της θανούσας), ως αποτέλεσμα διαφυγής μυελού των οστών κατά την επέμβαση σπονδυλοπλαστικής στην οποία υπεβλήθη η θανούσα, η οποία δεν εντοπίστηκε και δεν αντιμετωπίστηκε με αποτέλεσμα να οδηγήσει τη θανούσα στο θάνατο. Πιο συγκεκριμένα η νενομισμένη νεκροτομή η οποία διενεργήθηκε από την κυβερνητική ιατροδικαστή Δρ Ελένη Αντωνίου, δεν έριξε φως στα αίτια θανάτου τα οποία παρέμειναν αδιευκρίνιστα (βλ. Τεκμήριο 8Α) εν αναμονή των τοξικολογικών και ιστολογικών εξετάσεων οι οποίες δόθηκαν οδηγίες να διενεργηθούν. Οι τοξικολογικές εξετάσεις οι οποίες διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους μόνο στο αίμα της θανούσας και όχι σε άλλο βιολογικό υγρό ή ιστούς της θανούσας, κατέδειξαν ότι στο αίμα της θανούσας υπήρχε συγκέντρωση κωδεϊνης και παρακεταμόλης πέραν των θεραπευτικών συγκεντρώσεων, η οποία οδήγησε την κυβερνητική ιατροδικαστή Δρ Αντωνίου (Μ6) στο συμπέρασμα ότι η αιτία θανάτου ήταν υπερδόση κωδεϊνης και παρακεταμόλης (βλ. Τεκμήριο 8Β). Οι ιστολογικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Παθολογοανατομικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου του Κράτους οδήγησαν την Διευθύντρια του Τμήματος (Μ8, Ι. Ζουβάνη) στην ετοιμασία δύο διαδοχικών εκθέσεων, στην πρώτη εκ των οποίων το ουσιώδες εύρημα είναι το πνευμονικό οίδημα και στη δεύτερη η οποία έγινε 3 μέρες μετά την πρώτη, το ότι σε τομές του πνευμονικού παρεγχύματος παρατηρούνται εντός μικρών πνευμονικών αρτηριών στοιχεία μυελού των οστών, εύρημα το οποίο ως η ίδια η μάρτυρας χαρακτηρίζει συχνό σε περιστατικά όπου επισυμβαίνουν κατάγματα πλευρών λόγω ανεπιτυχών προσπαθειών καρδιακής ανάνηψης. Το αποτέλεσμα των τοξικολογικών εξετάσεων δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον μου, αφού η διενέργεια των ίδιων εξετάσεων σε δείγμα αίματος της θανούσας από ιατρό της επιλογής οικογένειας της θανούσας (Δρ Τσατσάκη, Μ15) κατέδειξε το ίδιο στην ουσία εύρημα. Όμως, υποστηρίχθηκε ενώπιον μου ότι αυτή δεν ήταν η αιτία θανάτου της αποβιώσασας και ότι το αποτέλεσμα των τοξικολογικών εξετάσεων ήταν το αποτέλεσμα επιμόλυνσης του δείγματος, αφού μεταξύ άλλων δεν ανευρέθηκαν μεταβολίτες της κωδείνης στο αίμα της θανούσας ως αναμένεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ η τοξικολογική εξέταση των ιστών δεν κατέδειξε την ύπαρξη της εν λόγω ουσίας στους ιστούς, πράγμα που επιστημονικά, όπως υποστηρίχθηκε ενώπιον μου, θα αναμένετο να διαφανεί υπό τις περιστάσεις και εάν πράγματι ο θάνατος προκλήθηκε από υπερδόση των ουσιών αυτών. Επίσης υποστηρίχθηκε ενώπιον μου ότι στην κατάσταση που βρισκόταν η θανούσα η οποία κατά τις τελευταίες 2 ώρες πριν κάνει εμετό και καταρρεύσει τελειωτικά, κοιμόταν, θα ήταν και πρακτικά αδύνατο να λάβει την ποσότητα χαπιων που αναλογεί στην ένδειξη που ανευρέθηκε και ότι εν πάση περιπτώσει μαζί με την ίδια καθ' όλον τον κρίσιμο προ του θανάτου της χρόνο βρισκόταν ο αδελφός της (Μ13) ο οποίος δεν της έδωσε και δεν είδε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να δίδει στη θανούσα οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή. Στη βάση δε του ευρήματος περί ύπαρξης μυελού των οστών εντός πνευμονικών αρτηριών το οποίο επιβεβαιώθηκε και από τον παθολογοανατόμο που διόρισε η οικογένεια (Δρ Ε. Αγαπητό - Μ17) και στη βάση της έκθεσης του εν λόγω παθολογοανατόμου ο οποίος καταλήγει σε εύρημα λιπώδους εμβολής των πνευμόνων, υποστηρίχθηκε ότι αυτή ήταν η αιτία θανάτου της αποβιωσάσης, αιτία η οποία υποστηρίχθηκε και από τον ιατροδικαστή Δρ Μπούκη Δ. (Μ12) ο οποίος υιοθέτησε την πιο πάνω έκθεση του Δρ Ε. Αγαπητού και λαμβάνοντας υπόψη τα συμπτώματα που είχε η θανούσα καθ' όλη την πορεία της μετά την επέμβαση, υποστήριξε και αυτός ότι η αιτία θανάτου ήταν η λιπώδης πνευμονική εμβολή, η οποία δεν διαγνώστηκε και δεν αντιμετωπίστηκε και συνακόλουθα οδήγησε στο θάνατο της αποβιωσάσης. Πιο κάτω ακολουθεί σύνοψη της μαρτυρίας. Ως πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο εξεταστής της θανατικής ανάκρισης Αστ. 3310 Χ. Κακούρης ο οποίος κατέθεσε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που συνέλεξε για τους σκοπούς της παρούσας θανατικής ανάκρισης. Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Αστ. 2314 Παύλος Πιερή ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 6 σύμφωνα με την οποία ο ίδιος στις 8/6/2009 ήταν παρών κατά τη διενέργεια της νενομισμένης νεκροτομής στη σορό της θανούσας και ήταν το πρόσωπο στο οποίο η ιατροδικαστής Ε. Αντωνίου παρέδωσε τα δείγματα τα οποία λήφθηκαν κατά τη νεκροτομή. Ως τρίτος μάρτυρας κατέθεσε ο Δρ Διέτης ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Διευθυντής της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και ο ιατρός που διενήργησε την επέμβαση σπονδυλοπλαστικής στην τότε ασθενή. Ως ανέφερε, κατόπιν σχετικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν προ της επέμβασης, διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα του πρώτου οσφυϊκού σπονδύλου το οποίο την είχε καθηλώσει λόγω του πόνου που της προκαλούσε, και τον οποίο αντιμετώπιζε έως τότε με ενέσεις. Όπως επίσης προέκυψε από τη μαρτυρία του, ο ίδιος ήταν ο μόνος εκ των ιατρών του Νοσοκομείου που διενεργούσε τη συγκεκριμένη επέμβαση κατά τον χρόνο εκείνο, η οποία όπως εξήγησε γίνεται κάτω από τοπική αναισθησία και συνίσταται στην εισαγωγή μιας βελόνας στο σώμα του σπονδύλου και την έγχυση ειδικού υγρού το οποίο στερεοποιείται και ενισχύει τη δύναμη του σπονδύλου. Η εν λόγω επέμβαση η οποία έγινε στην τότε ασθενή στις 5.6.09 (Παρασκευή), ήταν ως ανέφερε επιτυχής και ακολούθως η τότε ασθενής μεταφέρθηκε στο χειρουργικό θάλαμο για παρακολούθηση. Ο ίδιος ως ανέφερε την επισκέφθηκε το απόγευμα της ίδιας μέρας και ο πόνος είχε βελτιωθεί και ακολούθως ως ανέφερε την επισκέφθηκε ξανά την επομένη (6.6.09 - Σάββατο) το πρωί μεταξύ 8-9 πμ., όπου και διαπίστωσε ότι ο τοπικός πόνος που την ταλαιπωρούσε ήταν σημαντικά βελτιωμένος, η ίδια παραπονείτο για μυαλγίες και παρουσίαζε ανησυχία κατά πόσον θα γινόταν καλά. Όπως υποστήριξε, η τότε ασθενής, σηκώθηκε από το κρεβάτι, κινητοποιήθηκε, ο ακτινολογικός έλεγχος που έγινε έδειξε ότι το φάρμακο ήταν στη σωστή θέση, η κλινική εξέταση ήταν φυσιολογική χωρίς μυϊκές αδυναμίες ή αισθητικές διαταραχές και η ακρόαση των πνευμόνων ήταν φυσιολογική. Περαιτέρω ένα καρδιογράφημα που της έγινε ήταν επίσης φυσιολογικό. Ως ανέφερε ξαναπληροφορήθηκε για την ασθενή την Κυριακή (7.6.09) το πρωϊ από τον Δρ Κουγιάλη, ότι παρουσίασε κοιλιακή μαρμαρυγή, ότι η προσπάθεια ανάνηψης δεν απέφερε αποτελέσματα και ότι εν τέλει κατέληξε. Ερωτηθείς αν είχε ενημερωθεί σε οποιοδήποτε χρόνο με οποιοδήποτε τρόπο ποια ήταν η κατάσταση της τότε ασθενούς, δηλαδή το συνεχές τρέμουλο στα κάτω άκρα, κάψιμο στα γεννητικά όργανα, δύσπνοια, πετέχειες και ότι τα οποιαδήποτε παυσίπονα της δίνονταν είχαν φτωχό αποτέλεσμα, ότι παρουσίαζε αδυναμία να φάει, ανέφερε ότι ενημερώθηκε ότι το πρώτο βράδυ μετά την επέμβαση, ήταν ανήσυχη, αλλά όλες οι εξετάσεις που της έγιναν ουδέν παθολογικό κατέδειξαν, ενώ η σπονδυλοπλαστική σαν επέμβαση δεν προκαλεί τέτοιου είδους συμπτώματα. Ανέφερε επίσης ότι μετά την ενημέρωση την εξέτασε και ο ίδιος και δεν εντόπισε οργανικό πρόβλημα, ενώ στην παρουσία του περπάτησε, δεν είχε τρέμουλο και η μυϊκή ισχύς της ήταν κανονική. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του τελικά δέχθηκε ότι υπήρχε τρέμουλο (τρόμος) κατά την πρωϊνή εξέταση το Σάββατο 6.6.09, ενώ δέχθηκε επίσης ότι δεν γνώριζε ότι είχε δοθεί στην ασθενή οξυγόνο, αλλά ερωτηθείς αν ο ίδιος σαν ο ιατρός που έκανε την επέμβαση θα θεωρούσε ότι κάτι δεν πάει καλά αν γνώριζε το γεγονός αυτό, ανέφερε ότι θα έκανε ότι έκανε ο ιατρός που την παρακολουθούσε, δηλαδή θα έβλεπε αν είχε οργανικό πρόβλημα. Υποστήριξε ότι όλα τα προβλήματα που περιγράφονται από το Σάββατο (6.6.09) το πρωί και έπειτα δεν έχουν αλληλεξάρτηση μεταξύ τους και δεν συνδέονται με την εγχείριση ούτε και αναφέρονται τέτοιες παρενέργειες από τη βιβλιογραφία. Ερωτηθείς πως λέει στην κατέθεση του ότι το απόγευμα της επέμβασης (5.6.09) που επσκέφθηκε τη θανούσα ο πόνος είχε βελτιωθεί ενώ οι νοσηλευτές καταγράφουν το βράδυ της Παρασκευής (5.6.09) από η ώρα 7.30μμ συνεχείς αναφορές για πόνο και παροχή παυσιπόνων με φτωχό αποτέλεσμα, καύσεις στα γεννητικά όργανα, τρέμουλο κάτω άκρων, παροχή οξυγόνου, απώλεια ελέγχου του σώματος της, ανέφερε ότι η θανούσα είχε από πριν έντονους πόνους και ότι αυτοί δεν εξαφανίζονται δια μαγείας. Αναφορικά με την αιτία θανάτου την οποία ως ανέφερε, πληροφορήθηκε από τον Δρ Ματσάκη, αδελφό της συζυγου του, (ήτοι υπερδόση κωδείνης και παρακεταμόλης) ανέφερε ότι η αιτία αυτή δεν συνδεόταν με τη σπονδυλοπλαστική και ότι στο Νοσοκομείο δεν υπάρχει σκεύασμα που να περιέχει και τα δύο αυτά φάρμακα σε συνδυασμό, και ότι τέτοιο σκεύασμα κυκλοφορεί μόνο στο εμπόριο. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πως η θανούσα πήρε την ποσότητα φαρμάκων που αναλογεί στην ένδειξη που βρέθηκε, αλλά υποστήριξε ότι από τον εσωτερικό έλεγχο που έγινε διεφάνη ότι κανένας εκ του νοσοκομειου δεν έδωσε τέτοια εντολή, ούτε υπάρχει καταγραμμένη στα φάρμακα της η ποσότητα αυτή που της προκάλεσε το θάνατο. Από τη δε νοσηλευτική κάρτα διεφάνη ότι στη θανούσα είχε δοθεί μόνο ένα χάπι κωδεϊνης 30mg 24 ώρες πριν το θάνατο, το οποίο δεν θα μπορούσε να προκαλέσει τα πολύ ψηλά επίπεδα που βρέθηκαν διότι ως ανέφερε η κωδεϊνη μεταβολίζεται ως μορφίνη και αποβάλλεται από τα ούρα σε μερικές ώρες. Απέκλεισε την πιθανότητα κατά την τοποθέτηση του υγρού, να διαφύγουν οποιαδήποτε κύτταρα ή λίπος ή οστό από την περιοχή και ανέφερε ότι ο κίνδυνος που υπάρχει είναι η διαφυγή στερεοτικού υγρού στην κυκλοφορία και τόνισε πως τίποτε άλλο δεν φεύγει σύμφωνα με τη βιβλιογραφία. Σε υποβολή ότι ο ίδιος δεν εντόπισε το πρόβλημα που οδήγησε στο θάνατο της θανούσας ανέφερε ότι το πρόβλημα απεδείχθη από τη νεκροτομική έρευνα. Ερωτηθείς που πάει το μυαλό του αν το εύρημα της ιατροδικαστικής είναι λανθασμένο ανέφερε ότι δεν πάει πουθενά. Σε υποβολή ότι ο θάνατος της θανούσας επήλθε λόγω του συνδρόμου της λιπώδους πνευμονικής εμβολής, συνεπεία της εγχείρισης το οποίο δεν εντοπίστηκε, ανέφερε ότι η λιπώδης πνευμονική εμβολή διαγιγνώσκεται στη νεκροτομική εξέταση και σημαίνει ότι ένα μεγάλο αγγείο των πνευμόνων αποφράσσεται λόγω της ύπαρξης λίπους και άρα νεκροτομικά θα ανευρίσκετο το έμβολο και υποστήριξε πως η κλινική εικόνα της πνευμονικής εμβολής συνήθως προϋποθέτει άμεσο θάνατο και σίγουρα δεν παρουσιάζει μύϊκούς πόνους και τρόμο και τα συμπτώματα που παραπονείτο η θανούσα, ενώ κάτι τέτοιο δεν απεδείχθη ούτε και νεκροτομικά αφού κατεδείχθησαν πνεύμονες φυσιολογικοί και πνευμονικά αγγεία ανοιχτά. Ως τέταρτος μάρτυρας κατέθεσε ο Δρ Κουγιάλης ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργάζετο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στο Νευροχειρουργικό Τμήμα ως ιατρικός λειτουργός νευροχειρουργικής και ήταν ο επί καθήκοντι ιατρός κατά την 5/6/09 και κατά την 7/6/
  1. Σύμφωνα με τον ίδιο κατά την απογευματινή του επίσκεψη στις 5/6/09 είδε την ασθενή και ήταν καλά, του παραπονέθηκε μόνο για δυσφορία, αλλά ως ανέφερε δεν υπάρχει σχετική καταγραφή από τον ίδιο αφού ως ανέφερε καταγραφή γίνεται όταν υπάρχει σοβαρή μεταβολή και αναλόγως του φόρτου εργασίας που υπάρχει. Το βράδυ της ίδιας ημέρας ενημερώθηκε περί τις 23.00 ότι η ασθενής αντιμετώπιζε πόνους και έδωσε οδηγίες για να της χορηγηθούν αναλγητικά και οξυγόνο και αργότερα περί της 1-2 ενημερώθηκε ότι παρά την παυσίπονη ένεση που της χορηγήθηκε κατ' εντολή του παρουσίαζε πόνο στην περιοχή της επέμβασης με συνοδό τρόμο ανω και κάτω άκρων (τρέμουλο) και κάψιμο στην περιοχή των γεννητικών οργάνων με ζωτικά σημεία σταθερά, υπέρταση, κινητικότητα, κανονική μυϊκή ισχύ στα άνω και κάτω άκρα χωρίς οιδήματα και στοιχεία άλλης παθολογίας. Γύρω στις 3.00π.μ ενημερώθηκε ότι η τότε ασθενής συνέχιζε να πονά οπότε και μετέβη στο τμήμα όπου και την εξέτασε χωρίς να διαπιστώσει οργανική παθολογία και αφού δεν διαπίστωσε νευρολογικό πρόβλημα, ή διαφυγή τσιμέντου που είναι ως ανέφερε η πιο συχνή επιπλοκή σπονδυλοπλαστικής, κάλεσε εφημερεύοντα παθολόγο ο οποίος επίσης δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε νευρολογικό πρόβλημα. Ανέφερε ότι η διαπίστωση του ιδίου ήταν ότι επρόκειτο περί αγχώδους διαταραχής, αφού ο ίδιος είχε αποκλείσει την οργανική παθολογία όπως και ο παθολόγος που την εξέτασε και με τις οδηγίες του οποίου της χορηγήθηκε αγχολυτικό χάπι (αtivan). Δέχθηκε ότι δεν έκανε οποιαδήποτε καταγραφή των όσων έγιναν όπως ούτε και της διαπίστωσης του περί αγχώδους διαταραχής, αφού η έγνοια του ήταν η ασθενής, ενώ μετέπειτα ανέφερε ότι τα κατέγραψε όλα ο παθολόγος. Ανέφερε ότι ενημέρωσε το πρωί το Δρ Διέτη ο οποίος εξέτασε την ασθενή ενδελεχώς και δεν βρήκε οργανική παθολογία, αξιολόγησε τις ακτινογραφίες και ήταν ως αναμένετο να είναι, είχε κινητοποιήσει την ασθενή και η δύναμη των ποδιών της ήταν φυσιολογική και τα συμπτώματα τα απέδιδε και αυτός σε αγχώδη διαταραχή και όχι σε επιπλοκή της επέμβασης. Αναφορικά με τις 7/6/09 ανέφερε ότι ανέλαβε εφημερία από η ώρα 08.00π.μ. μέχρι την επόμενη 8/6/
  2. Ανέφερε ότι όταν ανέλαβε, ενημερώθηκε τηλεφωνικως από τον προηγούμενο εφημερεύοντα συνάδελφο του (Δρ Λάμπρου - Μ5) και την προϊσταμένη της βάρδιας, αλλά ως ανέφερε δεν διάβασε το νοσηλευτικό διάγραμμα, αφού δεν συνηθίζεται κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Δρ Λάμπρου τον ενημέρωσε ότι επαναλήφθηκε ένα παρόμοιο με την πρώτη νύχτα επεισόδιο, το απόγευμα του Σαββάτου, ήτοι τρόμου και υποκειμενικού αισθήματος άλγους στα πόδια και είχε εξεταστεί ενδελεχώς και αποκλείστηκε η οργανική παθολογία και τα ζωτικά της σημεία ήταν καλά. Επίσης ο Δρ Λάμπρου τον ενημέρωσε ότι το απέδωσε και αυτός σε ψυχωτική διαταραχή και κάλεσε ψυχίατρο, ο οποίος είχε αποδώσει τα συμπτώματα με επίσημη διάγνωση σε αγχώδη διαταραχή για την οποία χορήγησε την ενδεδειγμένη αγωγή (valium) και τα συμπτώματα της ασθενούς είχαν αρχίσει να βελτιώνονται και ο ίδιος καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας (6.6.09 προς 7.6.09 δεν κλήθηκε). Όπως περαιτέρω ανέφερε κατά την επίσκεψη του στο θάλαμο που νοσηλεύετο η θανούσα την 7.6.09, το προσωπικό τον ενημέρωσε ότι η ασθενής ήταν βελτιωμένη και κλινικά σταθερή είχε κάνει μπάνιο και υπήρχε φυσιολογική δύναμη ποδιών, υπήρχε απουσία νέου συμπτώματος, η ασθενής ελάμβανε valium υπναγωγό φάρμακο και επομένως ανέφερε πως με τα δεδομένα που είχε ήτοι εξέταση από 4 κλινικούς ιατρούς και αποκλεισμός οργανικής παθολογίας και διάγνωση αγχώδους διαταραχής, ο ίδιος θεώρησε ότι όλα ήταν εντάξει. Σε υποβολή ότι πήγε την είδε που κοιμόταν και τους είπε αφήστε την και ουδόλως την εξέτασε, διαφώνησε. Όπως ανέφερε στη συνέχεια πήγε σε άλλο θάλαμο όπου και ενημερώθηκε ότι οι συγγενείς της θανούσας τον ζητούσαν για να του μιλήσουν και ως εκ τούτου επέστρεψε στο θάλαμο όπου νοσηλεύετο η θανούσα περί τις 10.30π.μ. όπου και συνομίλησε με τον σύζυγο και αδελφό της θανούσας. Ερωτηθείς αν οι συγγενείς που ζήτησαν να τον δουν το πρωί του ανέφεραν για τα συμπτώματα της την προηγούμενη νύχτα απάντησε αρνητικά. Σε υποβολή πως ακριβώς το τι πέρασε η θανούσα ήταν το περιεχόμενο της συζήτησης που είχε με τους συγγενείς οι οποίοι μετά από παρακάλια κατάφεραν να τον δουν, και τον ενημέρωσαν ότι η θανούσα δεν είχε κοιμηθεί είχε δύσπνοια, κοκκινίλες, κνυσμό και η ψυχολογική κατάσταση της ήταν διαταραγμένη σε σημείο που είχε παραισθήσεις, δεν μπορούσε να φάει, να περπατήσει, είχε συνεχές τρέμουλο, πρήξιμο στο στομάχι και πάγωμα στα άκρα, αυτός απάντησε ότι είχε κινητοποιηθεί από τον Δρ Διέτη και είχε εξεταστεί 4 φορές από κλινικούς ιατρούς χωρίς οργανική παθολογία και από ψυχίατρο ο οποίος διέγνωσε ότι τα στοιχεία αυτά οφείλοντο σε ψυχολογική διαταραχή. Όπως περαιτέρω ανέφερε στη συνέχεια και μετά από πάροδο λίγης ώρας αφότου πήγε στο θάλαμο της ασθενούς και συνομίλησε με τους συγγενείς της και ενώ βρισκόταν στο γραφείο του κλήθηκε από το προσωπικό επί τω ότι η εν λόγω ασθενής έκανε εμετό και τότε πήγε στο θάλαμο, όπου αφού διαπίστωσε την παρουσία κλινικού προβλήματος, ξεκίνησε άμεσα ανάνηψη και κάλεσε την ομάδα άμεσης ανάγκης του Νοσοκομείου που έφτασε σχεδόν αμέσως. Ακολούθησε προσπάθεια ανάνηψης η οποία ήταν ανεπιτυχής και η ασθενής απεβίωσε. Ανέφερε πάντως πως ο ίδιος είδε τα αποτελέσματα των αναλύσεων αίματος που είχε ζητήσει ο παθολόγος, αλλά παθολόγος δεν ξαναείδε τη θανούσα μετά τις 04.35 της 6.6.
  3. Ερωτηθείς αν έγινε επανεκτίμηση ως είχε ζητήσει ο παθολόγος ανέφερε ότι επανεκτίμηση γίνεται επί ενδείξεων, ενώ εδώ ως ανέφερε έγινε διάγνωση, μετά τις αναλύσεις, για ψυχιατρική διαταραχή. Για το D-Dimers test το οποίο είχε ζητηθεί από τον παθολόγο και κατέδειξε δεκατετραπλάσιο ποσοστό πάνω από το φυσιολογικό ανέφερε ότι δεν είναι εξέταση που γίνεται σε ενδονοσοκομειακά διότι δίνει ψευδώς θετικά αποτελέσματα και εν ολίγοις δεν είναι αξιόπιστη. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε επίσης, ερωτηθείς σχετικά, διάφορους κινδύνους της σπονδυλοπλαστικής, π.χ. διαφυγή τσιμέντου προς τα αγγεία με συνέπεια πνευμονική εμβολή, λοίμωξη, σπάσιμο βελόνας, αλλεργία, ενώ ερωτηθείς αν η λιπώδης πνευμονική εμβολή είναι μια ενδεχόμενη συνέπεια ανέφερε ότι σε αρκετά εκατομμύρια σπονδυλοπλαστικών επεμβάσεων που έγιναν παγκόσμια έχει υπόψη του μόνο δύο βιβλιογραφικές αναφορές σε λιπώδη εμβολή, τις οποίες περιέγραψε. Υποστήριξε δε ότι τα παραδείγματα τα εντόπισε μετά το συμβάν στα πλαίσια διερεύνησης των πιθανών ενδεχομένων που οδήγησαν την ασθενή στο θάνατο, περί τον ένα μήνα μετά το θάνατο. Ήταν η θέση του ότι και στις δυο αυτές περιπτώσεις και γενικά στη βιβλιογραφία όπου γίνεται αναφορά σε κίνδυνο λιπώδους πνευμονικής εμβολής από σπονδυλοπλαστική, αυτή σχετίζεται με επέμβαση σε πολλαπλά επίπεδα και όχι σε ένα μόνο σπόνδυλο ως ήταν η παρούσα περίπτωση. Σε υπόδειξη ότι επομένως πέραν από τσιμέντο μπορεί να διαφύγει και λίπος μέσω του κυκλοφορικού συστήματος και να δημιουργήσει βλάβη, δέχθηκε ότι αναφέρεται ως ενδεχόμενο και προκαλεί πολύ συγκεκριμένη συμπτωματολογία και συγκεκριμένα δύσπνοια με υποξαιμία υπόταση και πετέχεια (αιμορραγία κάτω από το δέρμα) και τόνισε πως τα κλινικά στοιχεία της υπότασης και της υποξαιμίας απουσίαζαν στην θανούσα, αφού ως ανέφερε σύμφωνα με το νοσηλευτικό διάγραμμα η χαμηλότερη καταγραφή πίεσης ήταν 140 και η ασθενής είχε εξετασθεί από παθολόγο ξημερώματα Σαββάτου (6.6.09) ο οποίος ως ανέφερε είχε βρει κορεσμό οξυγόνου 99% που είναι πέραν του δέοντως φυσιολογικός και ότι ανάλογη καταμέτρηση έγινε και από τον Δρ Λάμπρου όπου και πάλι βρέθηκε να είναι φυσιολογική. Όσον αφορά πετέχειες δεν θυμόταν αν υπήρξαν, αλλά υποστήριξε πως αν είχε θα φαινόντουσαν στην νεκροτομή, αφού είναι αιμορραγίες κάτω από το δέρμα οι οποίες δεν φεύγουν, ενώ επίσης ανέφερε ότι ο παθολόγος καταγράφει σαφώς απουσία ερυθρότητας ή εξανθήματος. Σε υποβολή ότι ο θάνατος της θανούσας επήλθε από λιπώδη πνευμονική εμβολή και ότι ο ίδιος και στις δύο μέρες που ήταν επί καθήκοντι δεν το εντόπισε και δεν κάλεσε κάποιο πιο ειδικό για να εκτιμήσει την κατάσταση, διαφώνησε αναφέροντας ότι η θανούσα δεν είχε κανένα κλινικό σύμπτωμα ή σημείο και κανένα εργαστηριακό εύρημα συμβατό με διάγνωση πνευμονικής εμβολής και παρέπεμψε επίσης στην νεκροτομικά ευρήματα και την ιατροδικαστική έκθεση. Ως πέμπτος μάρτυρας κατέθεσε ο Δρ Λάμπρου, ο οποίος ήταν επί καθήκοντι κατά την 6.6.09 και ο οποίος ανέφερε ότι ουδέν παθολογικό ανευρέθη κατά την κλινική εξέταση που διενήργησε ο ίδιος στη θανούσα. Ως προς την εξέταση του ανέφερε ότι ήταν εξέταση μιας ώρας και προχώρησε και την περιέγραψε. Ερωτηθείς πως τα ενθυμείται όλα αυτά χωρίς να υπάρχει κάποια καταγραφή, ανέφερε ότι αφού εξέταζε για μια ώρα ένα τέτοιο περιστατικό το θυμάται. Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια διαφώνησε. Όπως ανέφερε είδε τη θανούσα γύρω στις 12 το μεσημέρι, αφού πληροφορήθηκε για το τι είχε συμβεί το βράδυ καθώς και για το ότι είχε κινητοποιηθεί. Ανέφερε ότι εξ όσων θυμόταν την ασθενή την είδε εκτός κλίνης περιπατητική στο διάδρομο, σε πολύ καλή κατάσταση όπου είχαν σύντομη συνομιλία κατά την οποία του ανέφερε ότι ήταν καλύτερα και θα γευμάτιζε. Ερωτηθείς αν δεν ήταν σημαντικό να το αναφέρει στην κατάθεση του προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 16) παρέπεμψε στο Τεκμήριο 16 και ανέφερε ότι οι ιατροί χρησιμοποιούν διαφορετικό λεκτικό. Ανέφερε δε ότι το γεγονός ότι ο ίδιος την είδε καλά και μετά από 18 ώρες απεβίωσε είναι άσχετο, αφού η αιτία θανάτου ήταν άσχετη με τα συμπτώματα. Ανέφερε ότι 3-4 ώρες μετά που την είδε παρουσίασε παρόμοιο επεισόδιο με αυτό που είχε παρουσιάσει την προηγούμενη και πάλιν χωρίς παθολογικά ευρήματα και στη συνέχεια κλήθηκε ψυχίατρος ο οποίος προέβη σε διάγνωση αγχωτικής διαταραχής και έκτοτε δεν υπήρξε μεταβολή των ζωτικών σημείων της ασθενούς που να θέτει έστω την υπόνοια χειροτέρευσης της κατάστασης της ή απειλής της ζωής της. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν διενεργεί επεμβάσεις του τύπου που υποβλήθηκε η θανούσα, αλλά ήταν η θέση του ότι γνωρίζει τους ενδεχόμενους κίνδυνους οι οποίοι ως ανέφερε είναι η διαφυγή τσιμέντου, εμφάνιση αιμορραγίας, λοίμωξη τοπική ή συστηματική, σπάσιμο της βελόνας. Απεκλεισε την πιθανότητα διαφυγής μυελού των οστών ή λιπους, επειδή ως ανέφερε η διεργασία και ο βαθμός λίπους σε ένα σπόνδυλο δεν είναι αρκετός ώστε να διαφύγει και από την εμπειρία του δεν έχει υπόψη του λιπωδη εμβολή ή κλινική συμπτοματολογία σε σπονδυλοπλαστική και σίγουρα ως ανέφερε δεν υπήρχε καμία κλινική ή παρακλινική ένδειξη οποιασδήποτε μορφής εμβολής στη θανούσα. Ειδικότερα απέκλεισε την πιθανότητα λιπώδους πνευμονικής εμβολής σε τέτοιες επεμβάσεις και ανέφερε ότι η συγκεκριμένη επιπλοκή συμβαίνει σε άτομα που πάσχουν από κατάγματα μακριών οστών ή πυέλου, πολυτραυματίες, ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αρθροπλαστικές. Ως έκτη μάρτυρας κατέθεσε η ιατροδικαστής Ε. Αντωνίου η οποία υιοθέτησε τις Εκθέσεις της Τεκμήρια 8Α , 8Β και 8Γ. Με το Τεκμήριο 8Α που είναι η μεταθανάτιος ιατροδικαστική έκθεση της (και φέρει ημερομηνία 9.6.09) αναφέρει ως αιτία θανάτου «Απροσδιόριστη αιτία εν αναμονή τοξικολογικών και ιστολογικών εξετάσεων». Με το Τεκμήριο 8Β αναφέρει ότι έχοντας πλέον υπόψη το κλινικό ιστορικό, τα νεκροτομικά ευρήματα, τα ιστολογικά και τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων, καταλήγει στο συμπερασμα ότι αιτία θανάτου είναι υπέρδόση κωδεϊνης και παρακεταμόλης. Με το Τεκμήριο 8Γ αφού αναφέρει και πάλι την πιο πάνω ως αιτία θανάτου και ότι από του στόματος η θανατηφόρα δόση κωδεϊνης είναι 240mg σε εφάπαξ χορήγηση, καταλήγει ότι με βάση το φαρμακευτικό διάγραμμα δεν εδόθη η υπερδοσολογία από τους ιατρούς και επισυνάπτει αποσπάσματα από βιβλιογραφίες αναφορικά με τα σκευάσματα που ανευρέθηκαν αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι η θανούσα βρέθηκε να έχει αυξημενα επίπεδα κωδείνης και παρακεταμόλης στο αίμα και ότι ο συνδυασμός των δύο αυτών φαρμάκων βρίσκεται σε συγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα, τα οποία ως αναφέρει πωλούνται μόνο σε ιδιωτικά φαρμακεία ενώ στο γενικό νοσοκομείο δεν υπάρχει κανένα φαρμακευτικό σκεύασμα που να περιέχει το συνδυασμό των 2 αυτών φαρμάκων. Κατά την αντεξέταση της διαφάνηκε ότι το Τεκμήριο 8Α που ηταν κατατεθειμένο στο Δικαστήριο με ημερομηνία 9.6.09 και το οποίο κατατέθηκε ως μέρος των τεκμηρίων που είχε η αστυνομία στην κατοχή της ήταν διαφορετικό από αυτό που είχε στην κατοχή της η οικογένεια της θανούσας η οποία έλαβε το δικό της αντίγραφο από το φάκελο της ασθενούς που τηρείτο στην αστυνομία περί τις 12.8.2009 και το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 31 και το οποίο έχει ακριβώς την ίδια μορφή με το Τεκμήριο 8Α και καλείται επίσης Μεταθανάτιος Ιατροδικαστή Έκθεση και στο οποίο στο σκελετικό σύστημα αναφέρεται «ουδέν παθολογικό δεν διαφαίνεται» ενώ στο Τεκμήριο 8Α για το ίδιο θέμα καταγράφεται «Προσφατα περιθανάτια κατάγματα άμφω πελυρών από καρδιοανάνηψη ...». Ερωτηθείσα για την ύπαρξη των δύο αυτών τεκμηρίων ως και το χρόνο που ετοιμαστηκαν έδωσε διάφορες εκδοχές αναφορά στις οποίες γίνεται στη συνέχεια. Ερωτηθείσα κατά πόσον σε περίπτωση καταγμάτων των πλευρών παρατηρούνται και στοιχεία μυελού των οστών στις πνευμονικές αρτηρίες απάντησε καταφατικά και όπως υποστήριξε η εμφάνιση τους εκεί είναι αποτέλεσμα άμεσης μεταφοράς από τις σπασμένες πλευρές και δεν προέρχεται μέσω του κυκλοφοριακού συστήματος. Αυτή τη θέση κλήθηκε να υποστηρίξει με βιβλιογραφία, αλλά αντί τούτου σε άλλη δικάσιμο διαφοροποίησε κάθετα τη θέση της και ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να βρεθεί στα σημεία που βρέθηκε χωρίς κυκλοφορία. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο ήταν ανάγκη να ετοιμάσει το Τεκμήριο 8Γ ανέφερε ότι έπρεπε να δοθεί διότι δεν υπήρχε αιτία θανάτου και περίμεναν τις τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις. Ερωτηθείσα αν όλα τα συνημμένα του Τεκμηρίου 8Γ δόθηκαν μαζί στην Αστυνομία στις 12/4/2011, τελικώς ανέφερε ότι έτσι έγινε. Ανέφερε δε ότι όλα τα συνημμένα στο Τεκμήριο 8Γ της δόθηκαν από το χημείο ενώ για τη δεύτερη σελίδα ανέφερε ότι θα της την έδωσε η κα Αυξεντίου. Σε υπόδειξη ότι ένα εκ των συνημμένων έχει ημερ. 4/7/2011 δηλαδή 3 μήνες μετά που λέει ότι έδωσε την έκθεση ανέφερε ότι έτσι έγινε, αφού μετά το αποτέλεσμα των εξετάσεων ανέλαβε η κα Αυξεντίου να αναλύσει τα αποτελέσματα. Ανέφερε ότι πιθανότατα μόνο τις 4 πρώτες σελίδες έδωσε μαζί και τα υπόλοιπα δόθηκαν μετά. Δεν θυμόταν όμως πότε δόθηκαν ούτε αν τα έφερε στο Δικαστήριο ή αν δόθηκαν στην Αστυνομία ή αν της τα έδωσε η κα Αυξεντίου ή αν της τα έστειλε με φαξ. Επίσης ανέφερε ότι οι χειρόγραφες καταγραφές επί του Τεκμηρίου 8Γ σελίδες 3, 10 δεν είναι δικά της γράμματα αλλά της κας Αυξεντίου. Ανέφερε επίσης ότι υιοθετεί πλήρως το Τεκμήριο 8Γ και δέχθηκε ότι τα όσα αναφέρονται στην 1η σελίδα γράφτηκαν καθ' υπόδειξη της κας Αυξεντίου. Δέχθηκε ότι σαν ιατροδικαστής πρέπει να προβαίνει σε έκθεση που να είναι αντικειμενική και σε αυτήν να μην υπάρχουν χαρακτηρισμοί για την ηθική σημασία των γεγονότων. Ερωτηθείσα αν το Τεκμήριο 8Γ έχει αυτά τα χαρακτηριστικά απάντησε καταφατικά, αλλά δέχθηκε πως παρόλο που η ίδια αναφέρει στο Τεκμήριο 8Γ ότι η υπερδόση δεν χορηγήθηκε από τους ιατορύς/νοσηλευτές, η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος μπορεί να έδωσε αυτή τη ποσότητα κωδείνης στη θανούσα και πως αν το έπραξε κάποιος από το νοσηλευτικό ή ιατρικό προσωπικό προφανώς και δεν θα ανέμενε να το καταγράψει στο σχετικό φαρμακευτικό πίνακα επί οποίου στηρίχθηκε για να εκφέρει την πιο πάνω θέση της. Ως προς την αναφορά ότι οι ουσίες που ανευρέθηκαν βρίσκονται μονο σε σκευάσματα που δεν χορηγούνται στο νοσοκομείο, ανέφερε ότι θα πρέπει σχολιαστεί από την κα Αυξεντίου η οποία πιθανότατα έλεγξε τα φάρμακα του νοσοκομείου. Ανέφερε επίσης ότι η ίδια δεν μπορεί από την ύπαρξη παρακεταμόλης και κωδείνης να αναφέρει αν χορηγήθηκε από το νοσοκομείο ή από σκεύασμα ιδιωτικού φαρμακείου. Σε υποβολή ότι η έκθεση της 8Γ δεν είναι αντικειμενική γιατί κλίνει υπερ των ιατρών διαφώνησε. Ερωτηθείσα αν συμφωνεί ότι η υιοθέτηση της αναφοράς της κας Αυξεντίου κάνει εύρημα ότι δεν είναι οι ιατροί ούτε το παραιατρικό προσωπικό που χορήγησε τη δόση, ανέφερε ότι για το θέμα αυτό καλύτερα να ερωτηθεί η ίδια η Αυξεντιου. Σε υπόδειξη ότι η ίδια υιοθέτησε αυτή τη σελίδα και τώρα ερωτάται αν το συμπεράσμα είναι αυτό, ανέφερε ότι δεν έχει άποψη και ανέφερε ότι υιοθετεί μόνο το αποτέλεσμα. Σε υπόδειξη ότι η εργασία της ήταν πλημμελής αφού δεν επιβεβαίωσε με άλλο τρόπο το αποτέλεσμα του xημείου ανέφερε ότι δεν φέρει ευθύνη και μπορεί να ερωτηθεί η κα Αυξεντίου αν είχε άλλο τρόπο για επιβεβαίωση του αποτελέσματος της. Ερωτηθείσα αν ο ιατρός εντόπιζε μύση δηλαδή σμίκρυνση των ματιών θα έπρεπε να το καταγράψει και να το αναφέρει απάντησε καταφατικά, αλλά ανέφερε ότι τίποτε τέτοιο δεν της αναφέρθηκε. Επίσης ανέφερε ότι εάν είναι σωστό το εύρημα για υπερδόση κωδεϊνης περίπου μια ώρα πριν το θάνατο της, η θανούσα θα πρέπει να είχε μια σταδιακή ταχυκαρδία και χαμηλούς παλμούς μέχρι το τέλος. Ανέφερε ότι η ανευρεθείσα αναλογία κωδεϊνης στο αίμα της θανούσας σήμαινε ότι κάποιος πρέπει να της είχε χορηγήσει 8-10 χάπια των 30 mg. Ανέφερε ότι τα αποσταλθέντα όργανα δεν στάλθηκαν για τοξικολογικές αλλά μόνο ιστολογικές και το αίμα για τοξικολογικές. Η ίδια ανέφερε επίσης ότι δεν έγιναν εξετάσεις στα όργανα μετέπειτα για επιβεβαιώση, γιατί είχαν ήδη τοποθετηθεί σε φορμόλη. Διαφώνησε ότι από το φάκελο εμφαίνονται στοιχεία που καταδεικνύουν πνευμονική εμβολή, αφού ανέφερε ότι η αναφορά της ιστολόγου ότι «παρατηρούνται εντός μικρών πνευμονικών αρτηριών στοχεία μυελού των οστών» είναι κάτι που συμβαίνει σε περιπτώσεις ανάνηψης όταν υπάρχουν κατάγματα. Αναφέρθηκε και στον τρόπο αντιμετώπισης όταν ο γιατρός αντιληφθεί ότι ο ασθενής υπέστη πνευμονική εμβολή, που είναι ενυδάτωση με ορρό, οξυγόνωση, θρομβόλυση, ενώ ως ανέφερε τα κατασταλτικά χάπια όπως valium ativan κωδεϊνη δεν βοηθούν. Ως έβδομη μάρτυρας κατέθεσε η Κατερίνα Αγγελίδου συγγενής της θανούσας και χειρούργος οδοντίατρος στο επάγγελμα από το
  4. Η εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερ. 8/8/09 (Τεκμήριο 15) από την οποία προκύπτει μεταξύ άλλων, ότι κατά την επίσκεψη της στο Νοσοκομείο στις 4.30μμ το Σάββατο 6.6.09 είδε την θανούσα χωρίς ορρό με μάσκα οξυγόνου να φωνάζει ότι πονούσε παρά πολύ ότι καιγόντουσαν τα πόδια της, είχε ρίγος, τα πόδια της ήταν ακλόνητα και δεν μπορούσε να τα κουνήσει και όπως έλεγε είχε την αίσθηση ότι της έριχναν καυτό νερό μια στο ένα πόδι και μια στο άλλο ενώ πίεζε την κοιλιά της φωνάζοντας ότι πονάει πολύ το στομάχι και την κοιλιά και είχε κοκκινίλες στο στήθος και άνω πλάτη. Με την προφορική της μαρτυρία διευκρίνισε ότι οι κοκκινίλες που ανέφερε στην κατάθεση της, είναι ως δείχνει η φωτογραφία του Τεκμηρίου
  5. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι σε συνομιλία που είχε η ίδια και ο αδελφός της θανούσας με το Δρ Λάμπρου αυτός τους ανέφερε ότι η επέμβαση ήταν επιτυχής και ότι το άγχος και το μετεγχειρητικό σοκ σωματοποιείται και εκδηλώνεται με αυτή την εικόνα. Επίσης τους ανέφερε ότι ίσως υπήρχε ψυχογενές πρόβλημα που με την πρώτη ευκαιρία θα εκδηλωνόταν και ότι αν η κλινική εικόνα της συνεχιζόταν, θα μεταφερόταν στην ψυχιατρική πτέρυγα και έδωσε οδηγίες για να την εξετάσει ψυχίατρος, πράγμα που έγινε κατά την παραμονή της στο Νοσοκομείο. Ως όγδοη μάρτυρας κατέθεσε η ιστοπαθολόγος Ζουβάνη Ιωάννα, η οποία ως ανέφερε είναι η Διευθύντρια του Ιστοπαθολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και εργάζεται στο εν λόγω τμήμα από το
  6. Υιοθέτησε τις δύο εκθέσεις της αναφορικά με την παρούσα υπόθεση Τεκμήριο 11Α και 11Β . Σύμφωνα με την πρώτη έκθεση (Τεκμήριο 11Α με ημερ. εκτύπωσης 11/8/09) αναφέρεται ότι οι πνεύμονες παρουσιάζουν πνευμονικό οίδημα και ότι τα αποσταλέντα τεμάχια καρδιακού μυός, νεφρού, επινεφριδίων, εγκεφάλου, ήπατος και σπλήνα δεν παρουσιάζουν ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις. Με τη δεύτερη έκθεση (Τεκμήριο 11Β ημερομηνίας 14/8/09 και με ημερ. εκτύπωσης 7/9/09) αναφέρει συμπληρωματικά ότι σε τομές πνευμονικού παρεγχύματος παρατηρούνται εντός μικρών πνευμονικών αρτηριών στοιχεία μυελού των οστών και ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το τελευταίο εύρημα παρατηρείται συχνά σε περιστατικά όπου επισυμβαίνουν κατάγματα πλευρών λόγω των ανεπιτυχών προσπαθειών καρδιακής ανάνηψης. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι το εύρημα της για ύπαρξη στοιχείων μυελού των οστών εντός μικρών πνευμονικών αρτηριών είναι κάτι επιπλέον από το πνευμονικό οίδημα που εντόπισε αρχικά. Ανέφερε επίσης ότι την πρώτη της διάγνωση την έκανε 27/7/09 και αυτή επικυρώθηκε, δηλαδή απεστάλη, στις 11/8/2009 ενώ τη δεύτερη στις 14/8/2009 και αυτή επικυρώθηκε στις 7/9/
  7. Ερωτηθείσα πως και έκανε δεύτερη διάγνωση και μάλιστα σε τρεις μέρες από την ημερομηνία που έκανε την πρώτη ανέφερε ότι δεν αναπαύθηκε με την πρώτη και ξανακοίταξε τα πλακίδια. Ερωτηθείσα αν είναι ικανοποιημένη με τη δεύτερη έκθεση ανέφερε ότι νομίζει ότι την ολοκλήρωσε. Ερωτηθείσα αν πρέπει να είναι βέβαιη για να κάνει μια έκθεση απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα τι έγινε και σε τρεις μέρες βρήκε νέα ευρήματα ανέφερε ότι αυτό συμβαίνει. Ερωτηθείσα γιατί επικυρώθηκε η δεύτερη στις 14/8/09 και απεστάλη 9/9 δεν έδωσε κάποια σαφή απάντηση. Ερωτηθείσα αν το εύρημα της είχε κάποια δυσκολία να το εντοπίσει ανέφερε ότι το εύρημα δεν ήταν εκτεταμένο ήταν σε κάποια μικρά πνευμονικά αγγεία, γι' αυτό έπρεπε να το δει και να το ξαναδει για να αποφασίσει και ως ανέφερε είχε βαθμό δυσκολίας για να το αναγνωρίσει παρά το ότι από τις 15/6/09 μέχρι και που επικύρωσε το πρώτο εύρημα της είχε δει τα δείγματα και τις τομές αρκετές φορές. Ερωτηθείσα πως γίνεται από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο να το είδε αρκετές φορές και να μην το εντόπισε, αλλά να το εντόπισε μέσα σε τρεις μέρες ήτοι από τις 11/8 μέχρι τις 14/8/09 δεν έδωσε κάποια σαφή απάντηση. Σε υποβολή ότι δεν υπήρχε βαθμός δυσκολίας στον εντοπισμό στοιχείο μυελού των οστών στις πνευμονικές αρτηρίες, επέμεινε ότι η ίδια δεν τα αναγνώρισε στις πρώτες εξετάσεις. Κατά την αντεξέταση της ερωτηθείσα γιατί αισθάνθηκε ότι θα έπρεπε να δώσει εξήγηση για το τελευταίο εύρημα της, ήτοι πως βρέθηκαν τα στοιχεία μυελού των οστών στις μικρές πνευμονικές αρτηρίες, ανέφερε ότι ήταν μια υπόθεση που έκανε με βάση τις γνώσεις της και τη βιβλιογραφία. Ανέφερε επίσης ότι έδωσε το εύρημα και μαζί μ' αυτό ένα σχόλιο για να ληφθεί υπόψη, πράγμα που έκρινε σωστό επειδή ως ανέφερε της ξανάτυχε. Ερωτηθείσα πόσες φορές της έτυχε κάτι τέτοιο από το 1987 που εργάζεται ανέφερε μια φορά, ενώ ερωτηθείσα γιατί ανέφερε ότι είναι κάτι που παρατηρείται συχνά αφού στην ίδια έτυχε μια φορά, παρέπεμψε σε βιβλιογραφία, στην οποία όπως εν τέλει αναγκάστηκε να παραδεχθεί αναφέρεται ότι πιο σημαντική είναι η αναφορά σε εμβολή από λιπώδη ιστό. Δέχθηκε επίσης ότι στη βιβλιογραφία που παρουσίασε αναφέρεται επίσης ότι μυελός των οστών μπορεί να βρεθεί στους πνεύμονες μετά από εμβολή λιπώδους ιστού. Ως ένατη μάρτυρας κατέθεσε η Μαρία Αυξεντίου η οποία ανέφερε ότι εργάζεται στο εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας και η οποία υιοθέτησε τις εκθέσεις της Τεκμήρια 10 Α, Β ως και την κατάθεση της προς την Αστυνομία Τεκμήριο 10Γ. Η μάρτυρας αυτή ανέφερε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της εξέτασε συγκεκριμένα δείγματα που της αποστάλησαν. Όπως ανέφερε υπάρχει έντυπο το οποίο ο κάθε ιατροδικαστής συμπληρώνει και ο Αστυνομικός παρών στην νεκροτομή υπογράφει και εκεί αναγράφονται στοιχεία για το θανόντα ως και λεπτομέρειες για τα φάρμακα που έπαιρνε. Ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση αναφέρετο ότι η θανούσα λάμαβανε diclofenac και diazepam και οι ζητούμενες αναλύσεις ήταν η ανίχνευση αυτών. Όπως ανέφερε της απέστειλαν αίμα και οφθαλμικό υγρό. Ανέφερε επίσης ότι εκτός των Τεκμηρίων 10Α και 10Β, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τη Δρ Αντωνίου όταν έγινε η ανίχνευση παρακαταμόλης και κωδεϊνης στις 19/6/2009 όπου και την ενημερώσε ότι ανιχνεύθηκαν ουσίες που δεν ζητήθηκαν στο έντυπο και ρωτήθηκε αν ήθελε περαιτέρω εξετάσεις και αυτή της ανέφερε να κάνει μόνο τον ποσοτικό προσδιορισμό των ουσιών. Όπως ανέφερε στη συνέχεια απέστειλε τηλεομοιότυπο στην Δρ Αντωνίου όπου και έθεσε τα επίπεδα παρακεταμόλης και κωδείνης που ανευρέθηκαν (βλ. Τεκμήριο 33) και με τον ίδιο τρόπο και την ίδια μέρα απέστειλε και τη συμπληρωματική έκθεση Τεκμήριο 10Β, ενώ ακολούθως δεν είχε καταγεγραμμένη οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία. Ανέφερε ότι δεν ετοίμασε άλλη έκθεση, αλλά της ζητήθηκε από την Αστυνομία να αξιολογήσει τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε η θανούσα από το νοσοκομείο όπου η ίδια απάντησε στο Διευθυντή Υπηρεσίας Εγκληματολογικού και Ερευνών (βλ. Τεκμήριο 35), ότι τα στοιχεία που ζήτησαν από την ίδια, αν δηλαδή η ποσότητα και ο χρόνος χορήγησης των φαρμάκων στην θανούσα συνήδε με τα αποτελέσματα των εξετάσεων της, δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Γενικού Χημείου του Κράτους αλλά του ιατροδικαστή ή άλλου αρμόδιου λειτουργού. Μετά δε απ' αυτήν την επιστολή η ίδια, ως ανέφερε, δεν προέβη σε άλλη εξέταση. Ανέφερε περαιτέρω ότι η ίδια δεν έχει σχέση με τις καταγραφές στη δεύτερη σελίδα και επόμενες του Τεκμηρίου 8Γ που κατέθεσε η Δρ Αντωνίου, ούτε και οι χειρόγραφες σημειώσεις είναι δικές της. Ανέφερε επίσης ότι δεν έχει καταγραμμένο οπουδήποτε στο φάκελο της υπόθεσης να έστειλε για αυτή την υπόθεση οποιαδήποτε βιβλιογραφία στη Δρ Αντωνίου και τόνισε πως ούτε τη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 8Γ έστειλε ή ετοίμασε η ίδια. Ανέφερε ότι έχει στο φάκελο της αντίγραφα όλων των εγγράφων που στάληκαν ή λήφθηκαν από την ίδια για αυτή την υπόθεση και τα συνημμένα του Τεκμηρίου 8Γ δεν περιλαμβάνονται. Ανέφερε ότι εκτός από το αίμα, η κωδείνη θα ανέμενε να πήγε και σε άλλα όργανα και αν γίνονταν ιστολογικές σε όργανα θα εντοπιζόταν. Ανέφερε δε ότι αν οι ενδείξεις στους ιστούς ήταν μηδενικές το μυαλό της θα οδηγείτο σε επιμόλυνση, είτε καλόπιστη είτε κακόπιστη. Ως δέκατος μάρτυρας κατέθεσε ο ιατροδικαστής Δρ Μάριος Ματσάκης ο οποίος αφού έκανε αναφορά στα προσόντα του, ανέφερε ότι ήταν παρών κατά τη διενέργεια της νεκροτομής της θανούσας, εκ μέρους των θεραπόντων ιατρών Διέτη, Κουγιάλη και Λάμπρου και κατέθεσε το ιατροδικαστικό σημείωμα του ημερ. 1/2/2012 (βλ. Τεκμήριο 41) το οποίο ως ανέφερε, ετοίμασε μετά που παρακολούθησε τη μαρτυρία της Δρος Αντωνίου, Ζουβάνη και Αυξεντίου στο Δικαστήριο, και στο οποίο αναφέρει ότι θάνατος της Ξένιας Κλεάνθους οφείλετο σε υπερδόση φαρμακευτικών ουσιών ήτοι κωδεϊνης και παρακεταμόλης. . Ως εντέκατος μάρτυρας κατέθεσε ο εμπειρογνώμονας Θεόδωρος Βουγιουκλάκης Διευθυντής του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Η θέση που προώθησε βασίστηκε ως επί το πλείστον στην τοξικολογική ανάλυση που διενεργήθηκε από την λειτουργό του Γενικού Χημείου του Κράτους Μαρία Αυξεντίου (Μ9) σύμφωνα με την οποία η ανιχνευθείσα δόση κωδεϊνης ήταν 1.46mg/L. Ως ανέφερε η συγκέντρωση κωδεϊνης στο αίμα μεγαλύτερης από 0.3mg/L επιφέρει τοξικά αποτελέσματα, ενώ από 0.6-2.1 mg/L θεωρείται θανατηφόρος και υποστήριξε ότι ο θάνατος της Ξένιας Κλεάνθους προκλήθηκε συνεπεία δηλητηρίασης από υπερβολική λήψη κωδεϊνης. Ως προς το ότι δεν ανευρέθηκαν στο αίμα της θανούσας συγκεντρώσεις μορφίνης, στην οποία μεταβολίζεται η κωδεϊνη, ανέφερε ότι υπάρχουν διαφορές στο μεταβολισμό από άτομο σε άτομο οι οποίες οφείλονται σε γενετικούς πολυμορφισμούς του ενζύμου που μεταβολίζει την κωδεϊνη σε μορφίνη, με αποτέλεσμα ο βαθμός μεταβολισμού της κωδείνης σε μορφίνη να εξαρτάται από τη γενική κατασκευή του κάθε οργανισμού και να διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και να παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις, ενώ μπορεί να είναι και μηδενική. Όπως υποστήριξε με αναφορά στο Τεκμήριο 43 υπάρχει ένα ποσοστό 15% που δεν μεταβολίζει τη κωδείνη σε μορφίνη και σε τέτοια άτομα δεν μπορεί να βρεθεί μορφίνη στο αίμα όταν λάβουν κωδεϊνη. Σε υποβολή ότι το συμπέρασμα του άρθρου είναι διαφορετικό διαφώνησε. Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο στοιχειοθέτησης πνευμονικής εμβολής ως αιτίας θανάτου, λόγω ανεύρεσης εντός μικρών πνευμονικών αρτηριακών στοιχείων μυελού των οστών, απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό αναφέροντας πρώτον ότι είναι δυνατόν να ανευρίσκονται στοιχεία μυελού των οστών σε αγγεία του πνευμονικού παρεγχύματος σε σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων όταν τα άτομα (όπως η θανούσα στην προκειμένη) υπέστησαν καρδιοαναπνευστική ανάνηψη κυρίως με συνοδό κατάγματα των πλευρών. Δεύτερον ανέφερε ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων η λιπώδης εμβολή[2] προκαλείται σε ασθενείς με κατάγματα μακρών οστών, ενώ η θανούσα υπεβλήθη σε σπονδυλοπλαστική επέμβαση ενός μόνο σπονδύλου. Επίσης αναφέρθηκε στα συμπτώματα της λιπώδους πνευμονικής εμβολής για να καταλήξει ότι η θανούσα δεν παρουσίασε τέτοια τα συμπτώματα. Κατά την αντεξέταση του προέκυψε ότι ο ίδιος ως προς το ιστορικό της θανούσας (και κατ' επέκταση ως προς τα συμπτώματα που παρουσίασε η θανούσα) στηρίχθηκε σε σημείωμα που του απέστειλαν οι ιατροί (Τεκμήριο 50) και σε συνομιλίες που είχε μαζί τους, και όχι στο φάκελο της ασθενούς τον οποίο δεν είδε, όπως δεν είδε ούτε το φάκελο της Αστυνομίας. Δέχθηκε ότι στο Τεκμήριο 50 δεν γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων στην παροχή οξυγόνου, ούτε στην χορήγηση κορτιζόνης, ούτε στην χορήγηση μιας ταμπλέτας κωδείνης, αλλά επέμεινε ότι έγινε η ιατροδικαστική έρευνα και η αιτία θανάτου στοιχειοθετείται από τα ευρήματα. Ερωτηθείς για την εξέταση DDimers ανέφερε ότι έχει υψηλή αρνητική αξία, δηλαδή αν δεν υπάρχει ένδειξη αυτό αποκλείει την πιθανότητα εμβολής, αλλά εάν υπάρχει ένδειξη δεν σημαίνει ότι υπάρχει απαραίτητα εμβολή, αφού τα DDimers μπορεί να βρεθούν υψηλά σε πολλές κατάστασεις μετά από χειρουργείο. Ανέφερε δε πως το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση D Dimers ήταν θετική δεν είχε μεγάλη αξία, καθ΄ ότι εκ του αποτελέσματος δεν φάνηκε νεκροτομικά να υπάρχει πνευμονική εμβολή, αφού ως ανέφερε εάν κάτι τέτοιο είχε επισυμβεί θα ανεύρισκαν το έμβολο. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι το σύνδρομο της λιπώδους πνευμονικής εμβολής μπορεί να επισυμβεί όχι μόνο σε ασθενείς με πολλαπλά κατάγματα ή κατά την καρδιοανάνηψη από σπασμένα πλευρά, αλλά μεταξύ άλλων και μετά από μια επέμβαση στον τένοντα ή επέμβαση σε ένα σπόνδυλο. Τόνισε πως στην ιστοπαθολογική έκθεση αυτό που λέει ότι ανευρέθηκε είναι μυελός των οστών, και πως δεν αναφέρεται λίπος αλλά στη συνέχεια δέχθηκε πως ο μυελός των οστών αποτελείται από λιπώδη ιστό και κύτταρα αίματος σε ίση αναλογία, και συμφώνησε επίσης πως από το μυελό των οστών λόγω ύπαρξης λίπους σε αυτόν μπορεί να προκληθεί λιπώδης εμβολή, το σύνδρομο και εν τέλει πνευμονική εμβολή. Συμφωνησε επίσης ότι με τον ίδιο μηχανισμό που φεύγει οστικός τσιμέντος μπορεί να διαφύγει και μυελός των οστών από το σημείο που τοποθετείται ο οστικός τσιμέντος, αλλά ανέφερε ότι πρόκειται για μικροποσότητα. Ερωτηθείς πόσα χάπια των 20 mg έπρεπε να καταναλώσει και πόση ώρα πριν ανέφερε από 17 μέχρι 30-34 και πως η μέγιστη συγκέντρωση θα ήταν περίπου στη μια ώρα. Σε υποβολή ότι κατέθεσε με ελλειπές υπόβαθρο και είχε υπόψη του τις υποκειμενικές απόψεις των ιατρών και όχι τα αντικειμενικά δεδομένα ανέφερε ότι ο ίδιος στηρίχθηκε στα πλέον βασικά έγγραφα ήτοι την ιατροδικαστική έκθεση και τα εργαστηριακά ευρήματα ιστολογίας και τοξικολογίας τα οποία είναι τα μόνα που μπορούν να καταδείξουν με σαφή τρόπο την αιτία θανάτου. Ως δωδέκατος μάρτυρας κατέθεσε ο Ειδικευμένος Ιατροδικαστής Δρ Δημοσθένης Μπουκης, ο οποίος αφού αναφέρθηκε εκτενώς στα προσόντα και την εμπειρία του επί του γνωστικού του αντικειμένου, ανέφερε ότι του γνωστοποιήθηκαν από την οικογένεια της θανούσης τα έγγραφα και πιστοποιητικά που αφορούσαν το θάνατο της, μια σειρά από καταθέσεις των συγγενών ενώ έλαβε υπόψη του την ιστολογική εξέταση επανεκτίμησης των πλακιδίων από τον Δρ Ε. Αγαγπητό και την εξέταση του Δρος Τσατσάκη, με βάση τα οποία ετοίμασε την ιατροδικαστική του έκθεση την οποία κατέθεσε και υιοθέτησε (βλ. Τεκμήριο 57). Σε αυτήν ο ίδιος καταλήγει λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των συμπτωμάτων της θανούσας ως προκύπτουν από το ενώπιον του υλικό και την έκθεση του Δρ Αγαπητού αλλά και τη σχετική βιβλιογραφία (βλ. Τεκμήριο 63) αναφορικά με τα συμπτώματα της λιπώδους πνευμονικής εμβολής, ότι αυτή ήταν η αιτία θανάτου της θανούσας η οποία προήλθε από τη μετακίνηση λίπους και κυττάρων του μυελού των σπονδύλων κατά την επέμβαση σπονδυλοπλαστικής και προσθέτει πως από υπερβολή μάλλον αν όχι από πλάνη είχε αποδοθεί στη ίδια αγχώδης συνδρομή. Αναφορικά με το γεγονός της ύπαρξης δύο ιατροδικαστικών εκθέσεων από την Δρ Αντωνίου, και Ζουβάνη ανέφερε ότι είναι δεοντολογική τακτική, τυχόν δεύτερη έκθεση του ιατροδικαστή να γίνεται μόνο εφόσον γνωστοποιηθούν συμπληρωματικές εξετάσεις που έχει ζητήσει από τη διενέργεια της νεκροτομής, αλλιώς ως ανέφερε πλήττεται η αντικειμενικότητα του ιατροδικαστή ο οποίος δεν μπορεί κατά το δοκούν να γράφει εκθέσεις. Ανέφερε επίσης ότι ο συσχετισμός της τιμής 1,4 κωδείνης που ανευρέθηκε αντιστοιχεί σε 8-10 χάπια των 30 mg και πέραν των 15 των 20 mg. Ανέφερε ότι το συμπέρασμα υπερδόσης δεν συνάδει με τα όσα καταγράφονται στο διάγραμμα των νοσηλευτών, όπου δηλαδή φαίνονται τα ζωτικά της σημεία φυσιολογικά και ξαφνικά να καταλήγει, δηλαδή από πίεση 15 να πηγαίνει σε
  8. Ανέφερε επίσης ότι για να είναι ορθό το εύρημα υπερδόσης θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι κάποιος νοσηλευτής ή κάποιος συγγενής χορήγησε αυτό τον αριθμό των δισκίων, πράγμα το οποίο με βάση την κατάσταση της θανούσας όπου μέχρι και την τελευταία ώρα προ του θανάτου της κοιμόταν, ήταν αδύνατο. Ανέφερε δε ότι εάν ελάμβανε τέτοια δόση θα ανέμενε να βρεθούν τουλάχιστον υπολείμματα στο στομάχι και αν υπήρχαν θα παρατηρούντο και θα καταγράφοντο και θα είχαν πάρει και δείγμα για εξετάσεις. Ανέφερε επίσης ότι από το φαρμακευτικό διάγραμμα δεν δικαιολογείται η υπερδόση, και ότι το χάπι που η θανούσα πήρε το πρωί της 6.6.09, (30mg) επ' ουδενί λόγο, μπορεί να συσχετιστεί με το ψηλό ποσοστό κωδεϊνης που ανευρέθη, αφού θα είχε μεταβολιστεί εντός του 24ώρου. Θα έπρεπε να γίνει ως ανέφερε τοξικολογική των σπλάχνων και του οφθαλμικού υγρού προς επιβεβαίωση, αλλά ως ανέφερε η μη ανεύρεση κωδεϊνης στους ιστούς από το Δρ Τσατσάκη, καταδεικνύει ότι δεν είχε κυκλοφορήσει η εν λόγω ουσία και δεν είχε γίνει απορρόφηση στα σπλάχνα, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η ενδειξη στο δείγμα αίματος ήταν το αποτέλεσμα επιμόλυνσης του δείγματος. Αντεξετάστηκε ως προς τη συχνότητα εμφάνισης της λιπώδους πνευμονικής εμβολής ως επιπλοκής σε σπονδυλοπλαστική με την εισήγηση ότι τέτοια επιπλοκή με βάση τη βιβλιογραφία είναι σχεδόν μηδαμινή, επειδή δεν έχει εμφανιστεί σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι δεν είναι συχνή επιπλοκή, αλλά επέμεινε ότι δεν παύει από του να είναι μια επιπλοκή. Επεσήμανε ότι σκοπός του ήταν να καταδείξει ποιος είναι ο κύριος μηχανισμός πρόκλησης λιπώδους πνευμονικής εμβολής, ο οποίος είναι ο ίδιος σε κάθε περίπτωση λιπώδους πνευμονικής εμβολής. Συγκεκριμένα, ως ανέφερε εφόσον υπάρχει κάταγμα ή χειρουργείο σε κάποιο σπόνδυλο όπως στην προκειμένη περίτπωση που υπήρχε έκχυση τσιμέντου στο σπόνδυλο, μπορεί να εκτοπισθεί μυελός των οστών με αποτέλεσμα την πρόκληση λιπώδους εμβολής. Ανέφερε επίσης ότι αν δεν υπάρχουν πολλές περιπτώσεις θανάτου ιδιαίτερα στην αρθροπλαστική είναι γιατί στις πλείστες των περιπτώσεων οι ιατροί το εντοπίζουν και αποφεύγεται το μοιραίο με κατάλληλη θεραπεία και τόνισε πως πολλά περιστατικά δεν γράφονται επειδή επιζούν οι ασθενείς ή ακόμα και αν υπάρχουν θάνατοι δεν ανακοινώνονται για διάφορους λόγους μεταξύ άλλων και δικαστικών. Ανέφερε ότι έχει σχέση με την πνευμονική εμβολή το θετικό D Dimer Test και παρέπεμψε στη βιοχημική θεωρία και στο μηχανισμό που αναφέρει ο κ. Αγαπητός όπου τα προϊόντα της εν λόγω διεργασίας θετικοποιούν την αντίδραση. Ερωτηθείς με βάση τι κατέληξε ότι υπήρχαν πετέχειες έκανε αναφορά στις καταθέσεις των συγγενών και στο γεγονός ότι είχε χορηγηθεί στην ασθενή κορτιζονούχο φάρμακο. Για το ζήτημα της αναπνευστικής ανεπάρκειας αναφέρθηκε στην παροχή οξυγόνου δύο φορές, στην κατάθεση της κας Αγγελίδου και στις συνεχείς αναφορές των συγγενών στις καταθέσεις τους για δύσπνοια και ανάγκη για αέρα, οι οποίες όπως τόνισε δόθηκαν 2,5 μήνες πριν την διάγνωση της πνευμονικής εμβολής που έγινε 27/10/2009 και άρα δεν τίθετο κατά τον ίδιο θέμα οργάνωσης στις καταθέσεις τους. Ερωτηθείς αν έκανε λάθος ο ψυχίατρος στην εκτίμηση του όταν διέγνωσε αγχώδη αντίδραση, ανέφερε ότι πολύ πιθανόν να ήταν ορθός, αλλά η διάγνωση του κάλυπτε ένα μέρος των συμπτωμάτων της θανούσας το οποίο θα έπρεπε ως ανέφερε να συνεκτιμηθεί συλλογικά για την ορθή αξιολόγηση του περιστατικού, που αν γινόταν, αν δηλαδή λαμβάνονταν υπόψη οι δερματολογικές αλλοιώσεις, το D Dimers Test, και η δύσπνοια θα έπρεπε να είχε οδηγήσει στη διερεύνηση της πιθανότητας πνευμονικής εμβολής, η οποία επιβεβαιώθηκε και ιστολογικά από το Δρ Ε. Αγαπητό. Ως δέκατος τρίτος μάρτυρας κατέθεσε ο Αχιλλέας Γιάλλουρος αδελφός της θανούσας ο οποίος υιοθετησε τις τρεις του καταθέσεις προς την Αστυνομία, Τεκμήρια 7(α) (β) και (γ). Σύμφωνα με την κατάθεση του Τεκμήριο 7(α) ο ίδιος αναγνώρισε τη σωρό της αδελφής του στο νεκροτομείου του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Με την κατάθεση του Τεκμήριο 7(β) αναφέρεται στο ιστορικό της αδελφής του από τη στιγμή που αποφάσισε να υποβληθεί στην σπονδυλοπλαστική επέμβαση και την πορεία της μέχρι που κατέληξε. Η εν λόγω κατάθεση του έχει ημερομηνία 5/8/2009 και σε αυτήν ο αδελφός της θανούσας περιγράφει λεπτομερώς την εξέλιξης της κατάστασης ως και τα συμπτώματα της αδελφής του τα οποία ο ίδιος και άλλα μέλη της οικογένειας του παρατήρησαν στη θανούσα μετά την επέμβαση, αφού ο ίδιος ως προέκυψε ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της εκεί παραμνής της μαζί της. Με την τρίτη του κατάθεση αναφέρεται σε συγκεκριμένο περιστατικό που έγινε στο Νοσοκομείο όταν κατά τον ίδιο αρνούντο να τους παραδώσουν τις ακτινογραφίες της ασθενούς. Με την προφορική του μαρτυρία ανέφερε επίσης ότι όταν στις 12.8.09 έλαβε αντίγραφο του φακέλου της θανούσας από το νοσοκομείο στο φάεκλο βρισκόταν μόνο η έκθεση της Δρ Αντωνίου η οποία δεν αναφέρει σπασίματα πλευρών (δηλαδή το Τεκμήριο 31) και ανέφερε ότι εάν πράγματι η Δρ Αντωνίου είχε ετοιμάσει τη δεύτερη μέσα σε διάστημα 1-2 ημερών τότε η δεύτερη, 2 μήνες αργότερα όταν ό ίδιος έλαβε αντίγραφο θα έπρεπε να ήταν μέσα στο φάκελο, πράγμα που δεν είχε γίνει. Όπως εξήγησε ο φάκελος από τον οποίο πήρε αντίγραφο ήταν ο φάκελος ο οποίος τηρείτο στον Αστ. Σταθμό Λατσιών και αφού έλαβαν την έγκριση στάλθηκε ο φάκελος στο Νοσοκομείο και έλαβαν το αντίγραφο. Αναφέρθηκε επίσης συγκεκριμένα στις κοκκινίλες στις οποίες κάνει αναφορά στην κατάθεση του και ανέφερε ότι τις είχε παρουσιάσει από το Σάββατο, δηλαδή την επομένη της επέμβασης στο στήθος και ψηλά στον ώμο της πράγμα που διαπίστωσαν λόγω του ότι η θανούσα ίδρωνε και της άλλαζαν συνεχώς τις φανέλες της. Τις ταύτισε και αυτός όπως και η Αγγελίδου (Μ7) με την τρίτη φωτογραφία του Τεκμηρίου
  9. Κατά την αντεξέταση του, του αναφέρθηκε πως οι ιατροί είχαν δώσει την απαιτούμενη προσοχή στη θανούσα πλην όμως ο ίδιος διαφώνησε και επανέλαβε εμφαντικά τα γεγονότα που επεσυνέβησαν. Σημειώνω ότι δεν του υπεβλήθη ότι ο ίδιος ή κάποιο άλλο συγγενικό πρόσωπο έδωσε την υπερδόση κωδείνης στη θανούσα και δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι από τις 9.30 π.μ της 7.6.09 ο ίδιος ήταν συνεχώς μαζί με τη θανούσα μέχρι που έκανε εμετό περί τις 10.40 και κλήθηκε ο ιατρός. Του υπεβλήθη ότι η μαρτυρία του δεν συνάδει με το φάκελο θέση με την οποία διαφώνησε, τονίζοντας μάλιστα ότι ο ίδιος έδωσε τις καταθέσεις του πριν πάρουν αντίγραφο του φακέλου του Νοσοκομείου, τον οποίο πήραν 12/8/
  10. Σε υποβολή ότι πουθενά δεν αναφέρεται δύσπνοια διερωτήθηκε αν της δόθηκε οξυγόνο δύο φορές για πλάκα και διερωτήθηκε περαιτέρω αν το νοσηλευτικό προσωπικό θα έπρεπε να σημειώσει ότι οι συγγενείς της έκαναν αέρα με το φυσερό επί ώρες. Ως δέκατος τέταρτος μάρτυρας κατέθεσε ο νευροχειρούργος Δρ. Περδίος ο οποίος ανέφερε ότι μετά το θάνατο της αποβιωσάσης τον πλησίασε ο Αχιλλέας Γιάλλουρος για να εκφέρει τη γνώμη του με βάση τα στοιχεία που του δόθηκαν, ήτοι το ιστορικό και το φάκελο της θανούσης. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι σταδιακά μέχρι και την ημερομηνία που κατέθεσε στο Δικαστήριο του δόθηκαν διάφορα στοιχεία όπως οι γνωματεύσεις της παθολογοανατόμου, του Δρος Αγαπητού, του Δρος Μπούκη, και ο ιατρικός φάκελος του Νοσοκομείου. Ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά έχει κάνει πάρα πολλές σπονδυλοπλαστικές επεμβάσεις (πέραν των 100) και μάλιστα ανέφερε ότι ήταν ο πρώτος που τις διενήργησε στην Κύπρο από τη δεκαετία του
  11. Ερωτηθείς να αναφέρει τους κινδύνους που υπάρχουν από μια σπονδυλοπλαστική, ανέφερε μεταξύ άλλων και τη διαφυγή μυελού των οστών με συνέπεια πνευμονική εμβολή, την οποία χαρακτήρισε ως πιο σπάνια από τις άλλες. Ερωτηθείς αν στην περίπτωση αυτή υπάρχουν συμπτώματα, ανέφερε ότι εξαρτάται από το μέγεθος μυελού των οστών που φεύγει. Όπως εξήγησε ο ένας τρόπος για να υπάρχουν συμπτώματα είναι η μηχανική ο μηχανισμός δηλαδή απόφραξης κάποιων αγγείων στους πνεύμονες όπου και επέρχεται άμεσα και ο θάνατος, αλλά υπάρχει και η βιοχημική δηλαδή ο βιοχημικός μηχανισμός της πνευμονικής εμβολής κατά τον οποίο μικρά έμβολα λιπους που προέρχονται από τον μυελό των οστών ο οποίος περιέχει κύτταρα και λίπος, κατακάθονται στις μικρές πνευμονικές αρτηριούλες και από εκει ξεκινούν. Κάποτε ως ανέφερε είναι χωρίς συμπτοματολογία αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που περιγράφονται στη βιβλιογραφία όπου ο ασθενής μετά από πάροδο μερικών ωρών 8-12 μπορεί να αρχίσει να εμφανίζει την τρίαδα των συμπτωμάτων που εμφανίζονται σε πνευμονικές εμβολές, ήτοι να εμφανίζει διαταραχές της αναπνοής, (δύσπνοια ή ταχυπνοια), διαταραχές συνείδησης, ως και πετέχειες στο άνω μέρος του σώματος και ιδιαίτερα μπροστά στο λαιμό και το στήθος. Ερωτηθείς μετά από πόσο χρόνο μπορεί να πάει ο ασθενής στο σπίτι του μετά από τέτοιες επεμβάσεις ανέφερε ότι αν δεν εντοπίζονται οποιαδήποτε προβλήματα μπορεί να μεταβεί μετά από 4 ώρες στο σπίτι του. Ερωτηθείς εάν οι καταγραφές στον ιατρικό φάκελο της θανούσας είναι λογικές συνέπειες από την επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ανέφερε ότι στις γνωματεύσεις των ιατρών που την είχαν παρακολουθήσει περιγράφεται αγχώδης διαταραχή. Ανέφερε ότι τα συμπτώματα αυτά και οι διαταραχές συνείδησης μπορεί να υπάρχουν και σε μια υστερική κρίση, αλλά έχοντας κατά νου τις πιθανές παρενέργειες μιας σπονδυλοπλαστικής και το γεγονός ότι υπάρχει μαρτυρία από οδοντίατρο για κοκκινιλες ως και το D-Dimers Test το οποίο κατέδειξε 3,490 θα έπρεπε να θέσει σε υποψίες τους εμπλεκόμενους ότι μπορεί να είναι πνευμονική εμβολή και να δοθεί η κανονική οδός της εισαγωγής στην εντατική για παρακολούθηση, θεραπεία και περαιτέρω διερεύνηση συμπτωμάτων. Ερωτηθείς αν οι κοκκινίλες που είδαν οι συγγενείς και τις οποίες συσχέτισαν με τη φωτογραφία του Τεκμηρίου 24, είναι λογικό να εμφανίστηκαν περί τις 24 ώρες μετά ανέφερε ότι είναι λογικό διότι οι πετέχιες είναι αποτέλεσμα μικροαιμορραγιών κάτω από το δέρμα οι οποίες προέρχονται από καταστροφή αιμοπεταλίων του αίματος λόγω της τοξικής ουσίας που παράγεται στον οργανισμό από τις ελεύθερες ρίζες λίπους οι οποίες διαπιστώνονται στους πνεύμονες και περνούν στο κυκλοφορικό σύστημα. Επίσης ανέφερε ότι οι πετέχειες μπορεί να εμφανιστούν και μετά να υποχωρήσουν ενώ ανέφερε ότι αν εκλήφθηκαν από το ιατρικό ή νοσηλευτικό προσωπικό ως αλλεργία, είναι λογικό να της εδόθη κορτιζόνη προς αντιμετώπιση. Ερωτηθείς τι σημαίνει για τον ίδιο όταν μετά από μια σπονδυλοπλαστική το D Dimers Test είναι δεκατετραπλάσιο πάνω από το όριο ανεφερε ότι είναι ένδειξη, όχι απόδειξη ότι κάτι συνέβη και στον ίδιο θα εδινε το έναυσμα να προχωρήσει σε άλλες εξετάσεις για να διαπιστώσει αν πρόκειται για πνευμονική εμβολή ή όχι. Όπως ανέφερε αν ήταν μόνο το D Dimer test χωρίς συμπτοματολογία δεν θα το αξιολογούσε διότι μπορεί όπως εξήγησε να συμβεί και σε άλλες περίπτώσεις, αλλά τα συμπτώματα μαζί με το test θα του «αναβε το καμπανάκι» για να προχωρήσει σε εξετάσεις για περαιτέρω διερεύνηση. Επίσης ανέφερε ότι όσο πιο ψηλό είναι το D-Dimer test τόσο πιο ενδεικτικό είναι αφού όπως ανέδεφερε όταν ανέρχεται στις 4000 όπως στην προκειμένη περίπτωση το 36% των περιπτώσεων, αποδεικνύεται ότι έχουν πνευμονική εμβολή. Επίσης ανέφερε ότι ανεξαρτήτως του τεστ εάν υπήρχε η τριάδα συμπτωμάτων, θα έπρεπε να διερευνήθει ο λόγος για τον οποίο προκύπτει αυτή η εικόνα. Ως προς το τρίτο στοιχείο των συμπτωμάτων που αφορά τις νευρολογικές ενδείξεις και ερωτηθείς αν με την διαπίστωση της ανάγκης να έρθει και να δει τη θανούσα κάποιος ψυχίατρος επιβεβαιώνει την ύπαρξη τέτοιων συμπτωμάτων απάντησε καταφατικά, αφού όπως ανέφερε τα συμπτώματα είναι παρόμοια με υστερική κατάσταση του ασθενούς, και οπως ανέφερε γι' αυτό οι ιατροί σκέφτηκαν ότι πιθανόν να ήταν υστερικό το πρόβλημα. Ερωτηθείς αν αποκλείεται να υπέστη λιπώδη πνευμονική εμβολή εάν ήταν αιμοδυναμικά σταθερή, ανέφερε ότι η θανούσα δεν ήταν αιμοδυναμικά σταθερή αφού είχε ψηλή πίεση, πράγμα που ρυθμίστηκε με φαρμακευτική αγωγή αλλά εν πάση περιπτώση ανέφερε ότι είναι στο τελικό στάδιο που αποσυντονίζεται ο οργανισμός. Ως προς την πιθανότητα ο μυελός των οστών σε μικρές αρτηρίες να βρέθηκε από την καρδιοανάνηψη λόγω σπασμένων πλευρών ανέφερε ότι δεν αντιλαμβάνεται τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να υπάρξει διαφυγή μυελού των οστών στο φλεβικό σύστημα και από αυτό να περάσει στη δεξιά καρδιά και μετά στις πνευμονικές αρτηρίες για να καταλήξει στα μικροαγγεία των πνευμόνων, αφού για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει να υπάρχει κυκλοφοριακό σύστημα δηλαδή ροή αίματος κάτι το οποίο για να γίνεται η καρδιοανάνηψη, σημαίνει ότι η κυκλοφορία είχε σταματήσει. Τόνισε δε πως δεν αναφέρεται από κανένα πρόσωπο και δεν υπάρχει καταγραφή ότι κατά το χρόνο που γινόταν η προσπάθεια επαναφοράς η θανούσα επανήλθε καθ' οιονδήποτε χρόνο. Ερωτηθείς αν κάποιος που εκδηλώνει το σύνδρομο της λιπώδους πνευμονικής εμβολής δηλαδή παρουσιάσει τα συμπτώματα είναι δυνατόν να σωθεί ανέφερε ότι αν εντοπιστεί έγκαιρα και γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες το ποσοστό θνησιμότητας είναι γύρω στο 10-20% και άρα υπήρχαν 80-90% πιθανότητες να σωζόταν. Ερωτηθείς ποιες είναι οι ενέργειες που έπρεπε να γίνουν ανέφερε ότι το πρώτο είναι η είσοδος στην εντατική θεραπεία και η διενέρεγεια περαιτέρω εξειδικευμένων εξετάσεων από τους εντατικολόγους, στήριξη του καρδιοαναπνευστικού και συμπτωματική θεραπεία. Ο ίδιος δε ανέφερε ότι αν χειριζόταν ο ίδιος την περίπτωση αυτή θα θορυβείτο από τη στιγμή που η ασθενής άρχισε να διαμαρτύρεται για καυσαλγίες στα κάτω άκρα σύμπτωμα το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε πολύ σοβαρό και το οποίο παραπέμπει σε νευρολογικό πρόβλημα. Ανέφερε ότι έγινε ακτινογραφία στις 12 με 15 ώρες για να δουν αν υπήρχε διαφυγή τσιμέντου με αρνητική ένδειξη, αλλά ως ανέφερε υπάρχουν και άλλες διαφυγές όπως μυελού των οστών ο οποίος δεν φαίνεται στην ακτινογραφία. Αντεξετάστηκε ως προς το εάν το σύνδρομο αυτό παρουσιάστηκε ως παρενέργεια ή επιπλοκή επέμβασης ενός σπονδύλου, ανέφερε ότι έχει υπόψη του την εμφάνιση του συνδρόμου στην περίπτωση σπονδυλοπλαστικής 3 σπονδύλων ως το Τεκμήριο 20, αλλά υποστήριξε ότι δεν έχει σημασία κατά πόσον οι σπόνδυλοι είναι 1 ή 3 ή 10, αλλά σημαντική είναι η πίεση που ασκείται στο σπόνδυλο και η ποσότητα που δίδεται εντός του σπονδυλικού σώματος. Τόνισε βέβαια πως όσο περισσότεροι σπόνδυλοι θεραπεύονται τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος εμφάνισης λιπώδους πνευμονικής εμβολής. Ως δέκατος πέμπτος μάρτυρας κατέθεσε ο Δρ. Αριστείδης Τσατσάκης ο οποίος ως ανέφερε είναι καθηγητής τοξικολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και συγκεκριμένα Διευθυντής του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής Επιστημών και μονάδας τοξικολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Αφού αναφέρθηκε στην εκπαίδευση και πείρα του στον τομέα ανέφερε ότι προέβη σε τοξικολογική εξέταση δείγματος αίματος της θανούσας και ιστών (πνευμονα) και ετοίμασε αντίστοιχα τις εκθέσεις Τεκμήρια 86 και 87 αντίστοιχα. Ανέφερε ότι καθ' όσον αφορά στο αίμα τα αποτελέσματα του δικού του εργαστηρίου φαίνονται να συμβαδίζουν με αυτά τα του Γενικού Χημείου του Κυπριακού Κράτους με μικρές διαφοροποιήσεις οι οποίες είναι απόλυτα συμβατές. Δεδομένου δε του αποτελέσματος αυτού ήταν η θέση του πως ανάλογο ποιοτικό αποτέλεσμα θα έπρεπε να υπάρχει και στους ιστούς, αφού σε περιπτώσεις υπερδοσολογίας, οι στάθμες των τοξικών ουσιών στα δείγματα των ιστών είναι πολύ ψηλότερες από αυτές που βρίσκονται στο αίμα και πως σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να βρεθούν στους ιστούς κάποιες συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της τοξικής ουσίας ή της ίδιας της εν λόγω ουσίας. Ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση δεν διενεργήθηκε σε φρέσκους ή παγωμένους ιστούς, αλλά σε ιστούς που είχαν διατηρηθεί σε φορμαλδείνη για τις ιστολογικές εξετάσεις. Όπως ανέφερε υπάρχει διαφορά μεταξύ εξέτασης φρέσκου και παρασκευασμένου ιστού ως προς τις στάθμες των ουσιών που θα ανευρεθούν, αλλά ήταν η θέση του ότι από μελέτες που έγιναν, φαίνεται ότι τελικά παρά τις λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές διαφορές στα επίπεδα των ουσιών που θα βρεθούν στο φρέσκο ιστό σε σχέση με τον ιστό που είναι σε φορμόλη, ένα ποιοτικό συμπέρασμα είναι όχι μόνο δυνατόν αλλά και ισχυρό για να γίνει αξιολόγηση ενός περιστατικού. Ήταν δε η θέση του ότι στα δείγματα ιστών που έλαβε και στα οποία διενέργήθηκαν οι σχετικές εξετάσεις, δεν ανευρέθηκε κωδείνη ή μεταβολίτες αυτής, γεγονός που όπως υποστήριξε υποδεικνύει και υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η αιτία θανάτου ήταν υπερδοσολογία κωδεϊνης ή ότι αυτή ήταν η βασική αιτία θανάτου. Επίσης ανέφερε ότι το αποτέλεσμα αυτό υποστηρίζει ότι είναι πολύ πιθανόν το αποτέλεσμα του αίματος - στο οποίο δεν μπορεί να εξηγηθεί η κωδείνη χωρίς μεταβολίτες- , να σχετίζεται με σφάλμα που αφορά όχι ως προς τη γενετική του ταυτότητα, αλλά ως προς τη διαδικασία λήψης του όπου ένα πολύ μικρό σφάλμα μπορεί να προκαλέσει αυτή την ανεξήγητη τοξικολογική έκθεση. Φθάνουν ως ανέφερε μικροποσότητες για να δώσουν τέτοια διαφοροποίηση στα επίπεδα των ουσιών που εξετάζονται. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι δεν μπορεί να γίνει επιμόλυνση από το στομάχι στη βάση ενός χαπιού που δόθηκε 30 ώρες πριν, αλλά επεσήμανε πως ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει πως μπορεί να έγινε η επιμόλυνση ή αν δόθηκε άλλο χάπι 1 ή 2 ώρες πριν. Κατά την αντέξαταση του τέθηκε επίσης το ζήτημα του χρόνου που παρέμειναν τα δείγματα στη φορμόλη και επί τούτου ανέφερε ότι ένα δείγμα ιστού όσο πιο πολύ μένει στη φορμόλη εμφανίζει μείωση στις στάθμες, αλλά αν υπήρχε υπερδοσολογία οι στάθμες θα ήταν ανιχνεύσιμες και μετά από δύο χρόνια. Σε υποβολή ότι η μη ανεύρεση κωδείνης στους ιστούς μπορεί να οφείλεται στη διαφυγή της στη φορμόλη ή στην καταστροφή της από τη φορμόλη, ανέφερε ότι η φορμόλη δεν καταστρέφει αλλά υπάγει αντίδραση και έτσι θα έβλεπε το προϊόν της αντίδρασης της φορμόλης. Ερωτηθείς να υποδείξει αν στους ιστούς φάνηκε η δικλοφενάκη ή βενζοδιαπίνη που είχε λάβει η θανούσα, ανέφερε ότι οι συγκεντρώσεις στους ιστούς ήταν χαμηλότερες από τα όρια που βρέθηκαν στο αίμα και δέχθηκε πως εκεί όπου η παρουσία μιας ουσίας συμπεριλαμβανομένης και της κωδεϊνης είναι κάτω από μια τιμή, δεν είναι ανιχνεύσιμη. Ως δέκατος έκτος μάρτυρας κατέθεσε ο Μιχάλης Σιδεράς ο οποίος ειναι δικηγόρος κατά το 2009 συνεργαζόταν με τον Α. Μαρκίδη και ο οποίος αναφέρθηκε στη διαδικασία μεταφοράς των δειγμάτων, εκ μέρους της οικογένειας, για εξέταση στην Ελλάδα. Ως δεκατος έβδομος μάρτυρας κατεθεσε ο Δρ Αγαπητός καθηγητής παθολογικής ανατομικής στο Πρώτο Εργαστήριο Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για την υπό εξέταση περίπτωση όπως ανέφερε εξέτασε τα σχετικά δείγματα της θανούσας που παρέλαβε από τον Δρα Τσατσάκη και έκανε μια έκθεση το Τεκμήριο 58 ενώ επίσης ως ανέφερε εξέφρασε τα σχόλια του επί θέσεων της Κυπρίας Ιστοπαθολόγου (βλ. Τεκμήριο 59 τα ερωτήματα και Τεκμήριο 60 οι απαντήσεις) Εν ολίγοις ανέφερε ότι συμφωνεί και με τα δύο ουσιαστικά ευρήματα της Κυπρίας Ιστοπαθολόγου στις εκθέσεις Τεκμήρια 11Α και 11Β. Αναφορικά με το πνευμονικό οίδημα όπως εξήγησε, αυτό είναι η τελική κατάληξη όλων των θανόντων ανεξαρτήτως αιτίας και συνίσταται στην παρουσία υγρού μέσα στις κυψελίδες των πνευμόνων και εξήγησε επιστημονικά γιατί τούτο συμβαίνει. Ως προς το εύρημα ότι σε τομές πνευμονικού παρεγχύματος, εντός μικρών πνευμονικών αρτηριών ανευρέθηκαν στοιχεία μυελού των οστών, ανέφερε ότι αυτό ήταν εμφανές με μια μικροσκοπική εξέταση που διενήργησε και εύκολο να διαγνωσθεί. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο ίδιος πέραν από τον εντοπισμό στοιχείων μυελού των οστών εντόπισε μια σειρά στοιχείων τα οποία ήταν το αποτέλεσμα της αντίδρασης του οργανισμού στην παρουσία μυελού των οστών στα τριχοειδή αγγεία των πνευμόνων, στοιχεία τα οποία σε συνδυασμό με τη βιβλιογραφία τον οδήγησαν στο ότι η αιτία θανάτου ήταν η λιπώδης πνευμονική εμβολή, φαινόμενο το οποίο (τόσο η εμβολή όσο και η αντίδραση στην εμβολή), όπως εξήγησε, είναι ενεργό βιολογικό φαινόμενο, γενόμενο εν ζωή. Ως προς τη θέση της ιστοπαθολόγου στο Τεκμήριο 11 ότι μπορεί ο μυελός των οστών που βρέθηκε σε αυτά τα μικρά τριχοειδή αγγεία να προήλθε μεταθανάτια λόγω της καρδιοανάνηψης, ανέφερε ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί αφού δεν υπάρχει η πίεση για να φύγουν τα έμβολα, δηλαδή τα στοιχεία μυελού των οστών για να φτάσουν στους ακροτελεύτιους κλάδους της πνευμονικής κυκλοφορίας, εφόσον η ασθενής δεν ανένηψε κατά την καρδιοανάνηψη, αλλά κατέληξε, ενώ όπως πρόσθεσε αν η παρουσία του μυελού των οστών στα τριχοειδή αγγεία των πνευμόνων προήλθε από την καρδιοανάνηψη, δεν θα προλάβαινε να δημιουργηθεί όλος ο παθογενετικός μηχανισμός που εντόπισε και περιέγραψε. Κατά την αντεξέταση του του υπεβλήθη ότι με δεδομένο ότι τον ιατρικό φάκελο τον είδε για πρώτη φόρα όταν ήρθε στην Κύπρο, δεν ήταν σε θέση να καταλήξει με βεβαιότητα στα αίτια θανάτου με μόνη την εξέταση των πλακιδίων και τις πληροροφορίες που έλαβε από τον Δρ Μπούκη, όπου ο μάρτυρας επέμεινε ότι οι πληροφορίες που είχε λάβει ήταν αρκετές και πλήρεις και τα ευρήματα του συνάδουν απολύτως με αυτά. Το ίδιο ζήτημα του ετέθη και ως προς το πόρισμα της κυπρίας ιστοπαθολόγου πλην όμως ο ίδιος ανέφερε ότι το έγγραφο δεν το είχε μεν, αλλά γνώριζε πλήρως το περιεχόμενο του από τη μαρτυρία του Δρος Μπούκη και όταν ήρθε και το είδε το περιεχόμενο του ήταν ταυτόσημο με το τι του είχε μεταφερθεί. Επίσης σε σχετική υποβολή ότι πιθανολογεί ανέφερε ότι κατηγορηματικά ότι δεν συμφωνεί και είναι σίγουρος σταθερός και απόλυτος στη διάγνωση του. Ερωτηθείς αν γνωρίζει βιβλιογραφικώς εάν καταγράφεται περίπτωση σπονδυλοπλαστικής ενός σπονδύλου η οποία να προκάλεσε θανατηφόρο λιπώδη πνευμονική εμβολή, ανέφερε ότι υπάρχει και ο ίδιος γνωρίζει από προσωπική εμπειρία μια περίπτωση θανατηφόρου λιπώδους πνευμονικής εμβολής σε γυναίκα πάλι που υπέστη κάταγμα σε μετατάρσιο οστό 3 εκατοστά μήκος και περαιτέρω ανέφερε ότι δεν είναι θέμα ποσότητας αλλά ποιότητας, ή όπως το έθεσε θέμα μηχανισμού και επομένως και μια μικρή ποσότητα είναι αρκούντος ικανή για να ενεργοποιήσει το μηχανισμό. Ερωτηθείς αν αποκλείει το μηχανισμό που εντόπισε να τον προκάλεσε μόλυνση ή φλεγμονή ή άλλη αιτία πλην της διαφυγής του μυελού των οστών ανέφερε ότι το αποκλείει διότι δεν πρόκειται περί μόλυνσης ούτε λοίμωξης, αλλά αυτοάνοσης αντιδραστικής κατάστασης σε έναν εισβολέα. Ερωτηθείς αν αποκλείει τη μόλυνση του αναπνευστικού ανέφερε ότι δεν υπήρχε καμία λοίμωξη ή μόλυνση π.χ. πνευμονία ή βρογχίτιδα. Ως δέκατος όγδοος μάρτυρας κατέθεσε o M. Γεωργίου ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο εργαζόταν στην Υπηρεσία Αναζωογόνησης του Γ.Ν.Λευκωσίας ως πρώτος νοσηλευτικός λειτουργός με ειδίκευση σε θέματα αναζωογόνησης και ο οποίος τώρα έχει αφυπηρετήσει. Κατέθεσε το διάγραμμα καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης ΚΑΡΠΑ της θανούσας με ημερ. 7/6/2009 (βλ Τεκμήριο 94). Ανέφερε ότι η ομάδα ΚΑΡΠΑ αφίχθηκε σε δύο λεπτά από την κατάρρευση της ασθενούς και συγκεκριμένα σε 1 λεπτό από την ώρα που κλήθηκε. Ανέφερε ότι κατά το χρόνο που αφίχθηκε η ομάδα η ασθενής είχε απώλεια συνειδήσεως αναπνοής και κυκλοφορίας και σύμφωνα με το Τεκμήριο 94 δεν επανήλθε η αυτόματη κυκλοφορία της σε οποιοδήποτε στάδιο της καρδιοανάνηψης. Κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς αν κατά τη διάρκεια της καρδιοανάνηψης υπάρχει κυκλοφορία λόγω των μαλάξεων ανέφερε ότι υπάρχει υποκατάσταση κυκλοφορίας κατά 20-30% της φυσιολογικής. Ανέφερε επίσης ότι κατά την καρδιοανάνηψη μπορεί να προκληθούν κατάγματα πλευρών σε 30% των περιπτώσεων. Ερωτηθείς αν μπορεί από τα σπασμένα πλευρά να διαφύγουν στοιχεία μυελου των οστών συμπεριλαμβανομένου και λίπους προς τους πνεύμονες ανέφερε ότι δεν υπάρχει δημοσίευση και στον ίδιο δεν φαίνεται πιθανόν ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει αυτόματη κυκλοφορία. Ερωτηθείς αν συμφωνεί ότι δεν μπορεί να το αποκλείσει, ανέφερε ότι δεν μπορεί να το αποκλείσει αλλά επανέλαβε ότι δεν έχει υπόψη του τέτοιο πράγμα δημοσιευμένο. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτουν τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα:
  12. Η θανούσα ήταν η Ξένια Κλεάνθους 52 ετών τέως από το Γέρι, ΔΤ.
  13. Από το ιατρικό της ιστορικό όπως τούτο τέθηκε ενώπιον μου από τον αδελφό της θανούσας Μ13 (βλ. Τεκμήρια 81 και 82 τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν) πέραν του ότι ήταν υπερτασική και λάμβανε σχετική φαρμακευτική θεραπεία, δεν διαφαίνεται οποιοδήποτε άλλο σοβαρό παθολογικό ή ψυχολογικό συμπτωμα ή πρόβλημα.
  14. Η θανούσα κατά την 2/9/2009 επισκέφθηκε το Δρ Διέτη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για ιατρική εξέταση καθ' ότι υπέφερε από πόνους στη μέση. Αφού διενεργήθηκαν οι απαραίτητες εξετάσεις διαπιστώθηκε κάταγμα 1ου οσφυϊκού σπονδύλου ο οποίος ήταν οστεοπορωτικός και αποφασίστηκε η διενέργεια σπονδυλοπλαστικής επέμβασης, η οποία διενεργείται με τοπική αναισθησία και συνίσταται στην εισαγωγή μιας βελόνας στο σώμα του σπονδύλου και την έγχυση ειδικού υγρού το οποίο στερεοποιείται και ενισχύει τη δύναμη του σπονδύλου. (βλ. Μαρτυρία Μ3 συμπεριλαμβανομένης και της καταγραφής του στο Τεκμήριο 17 στο μέρος ιατρικές σημειώσεις).
  15. Η επέμβαση διενεργήθηκε στην τότε ασθενή στις 5.6.09 και στη συνέχεια αυτή κρατήθηκε στο χειρουργικό θάλαμο για νοσηλεία μέχρι τις 7.6.09 ώρα 11.12π.μ οπόταν και απεβίωσε (βλ. Τεκμήριο 17- ιατρικός φάκελος).
  16. Κατά την 8/6/09 και αφού η σωρός της θανούσας αναγνωρίστηκε από τον αδελφό της (Μ13) διενεργήθηκε από τη Δρ Ε. Αντωνίου (Μ6) η νενομισμένη νεκροτομή στη σωρό της, (στην παρουσία του Μ10, Δρος Ματσάκη (εκ μέρους των θεραπόντων ιατρών) , του Δρος Π. Σταυριανού (εκ μέρους της οικογένειας), του Αστ. 2314 Π.Πιερή (Μ2) και του Α/Αν/Λοχ. 740 ο οποίος έλαβε αριθμό φωτογραφιών), από την οποία προέκυψε πόρισμα με απροσδιόριστη αιτία θανάτου. Κατά την νεκροτομή λήφθηκαν δείγματα αίματος, οφθαλμικού υγρού καθώς και ιστών και οργάνων τα οποία μεταφέρθηκαν για ιστολογικές και τοξικολογικές εξετάσεις.
  17. Η τοξικολογική εξέταση του Κρατικού Χημείου η οποία διενεργήθηκε μόνο στο δείγμα αίματος από τη (Μ9) Αυξεντίου, κατέδειξε επίπεδα κωδεϊνης (1,46ppm) και παρακεταμόλης (40ppm) πέραν από τις θεραπευτικές συγκεντρώσεις (βλ. Τεκμήριο 10Α), εύρημα το οποίο οδήγησε τη Δρ Αντωνίου στην κατάληξη ότι η αιτία θανάτου ήταν υπερδόση κωδεϊνης και παρακεταμόλης (βλ. Τεκμήριο 8Β) .
  18. Περαιτέρω η παθολογοανατομική εξέταση των σπλάχνων από την Μ8, Ζουβάνη, κατέδειξε πνευμονικό οίδημα χωρίς άλλες ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις στα άλλα όργανα και στοιχεία μυελού των οστών εντός μικρών πνευμονικών αρτηριών (βλ. Τεκμήρια 11Α και 11Β), τα οποία ερμηνεύτηκαν από την ίδια, ως συχνό εύρημα σε περιστατικά καταγμάτων των πλευρών από τις ανεπιτυχείς προσπάθειες καρδιακής ανάνηψης.
  19. Η τοξικολογική εξέταση που διενεργήθηκε από τον Μ15, Δρ Τσατσάκη σε δείγμα αίματος της θανούσας το οποίο λήφθηκε κατόπιν σχετικής αδείας από το Γενικό Χημείο του Κράτους, επιβεβαίωσε τα ευρήματα που προσδιόρισε η τοξικολογική ανάλυση του κυπριακού χημείου (βλ. Τεκμήριο 85).
  20. Από την παθολογοανατομική εξέταση του Μ17, Δρ Ε. Αγαπητού (Τεκμήριο 58) προέκυψε συμπέρασμα πως πρόκειται για λιπώδη πνευμονική εμβολή, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και ο Δρ Μπούκης (Μ12).
  21. Προ του θανάτου της αποβιωσασης (ήτοι προ της 11.12π.μ) είχε η κληθεί η ομάδα καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης (ΚΑΡΠΑ) η οποία κατέβαλε προσπάθεια διάσωσης της. Κατά την άφιξη της εν λόγω ομάδας η θανούσα είχε απώλεια συνείδησης, κυκλοφορίας και άπνοια, ενώ κατά τη διάρκεια της αναζωογόνησης δεν αποκαταστάθηκε η αυτόματη κυκλοφορία (βλ. Τεκμήριο 94). Η ομάδα αυτή σύμφωνα με το Τεκμήριο 94 κλήθηκε στις 10.56π.μ και κατέφθασε στις 10.57π.μ ενώ ως ώρα κατάρρευσης της ασθενούς αναφέρεται η 10.55π.μ. και όπως διευκρινίστηκε ενώπιον μου αυτή είναι η ώρα που διαπιστώθηκε η κατάρρευση από το νοσηλευτικό ή ιατρικό προσωπικό. Επίσης σύμφωνα με την επίσης αδιαμφισβήτητη μαρτυρία επί του προκειμένου του (Μ4) Δρ Κουγιάλη η ομάδα κλήθηκε αμέσως μόλις ο ίδιος εντόπισε το κλινικό πρόβλημα με τη θανούσα. Ο ίδιος σύμφωνα με την επίσης αδιαμφισβήτη μαρτυρία του Αχιλλέα Γιάλλουρου (Μ13) κλήθηκε αμέσως μετά που ο ίδιος είδε την τότε ασθενή να κάνει εμετό καφεοειδούς χρώματος. Συνακόλουθα και με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι η θανούσα έκανε τον εμετό γύρω στις 10.45 π.μ. (βλ. και Τεκμήριο 17 - νοσηλευτική αναφορά ημερ. 7.6.09 όπου αναφέρεται εμετός στις 10.45π.μ.)
  22. Η θανούσα κατά την 7.6.09 κοιμόταν από τις 8.30π.μ μέχρι και την ώρα που έκανε εμετό. (βλ. μαρτυρία Μ13 (Τεκμήριο 7Β σελ. 4) η οποία δεν αμφισβητήθηκε επί του προκειμένου και επίσης μαρτυρια ιατρού Κουγιάλη (Μ4) ο οποίος ως ανέφερε ανέλαβε στις 8.πμ. της 7.6.09 και στο Τεκμήριο 17 (ιατρικό φάκελο) καταγράφει στην ημερ. 7.6.09 ότι «η ασθενής κατά την πρωϊνή επίσκεψη κοιμάται»).
  23. Από τις 9.30π.μ. της 7.6.09 μέχρι και την ώρα που η θανούσα έκανε εμετό ήταν μαζί της ο αδελφός της Αχιλλέας Γιάλλουρος (Μ13), σύμφωνα με την αναντίλεκτη επί του προκειμένου μαρτυρία του οποίου στο διαστημα αυτό δεν είδε οποιοδήποτε πρόσωπο να δίδει στη θανούσα οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή ούτε και ο ίδιος έκανε κάτι τέτοιο.
  24. Η θανούσα δεν είχε ορρό.
  25. Τα ζωτικά σημεία της θανούσας στις 10.00πμ. της 7.6.09 ήταν φυσιολογικά ήτοι πίεση 150/80 και παλμοί 74 Β/min(βλ. νοσηλευτική αναφορά ημερ.7.6.09 - Τεκμήριο 17).
  26. Η τιμή κωδείνης που ανευρέθηκε στο αίμα της θανούσας αντιστοιχεί σε 8-10 χάπια των 30 mg και πέραν των 15 χαπιών των 20 mg.
  27. Στο αίμα της θανούσας δεν ανευρέθηκαν μεταβολίτες της κωδεϊνης. Ούτε καταγράφηκε μύση στις κόρες των ματιών, εύρημα που υποδηλοί δηλητηρίαση.
  28. Τα μέγιστα επίπεδα κωδείνης ανευρίσκονται σε μια ώρα περίπου από τη λήψη της (βλ. μαρτυρία Δρ Βουγιουκλάκη και Δρ Μπούκη), αλλά δεν είναι απαραίτητο να φθάσει τα μέγιστα επίπεδα κάποιος για να αποβιώσει και μπορεί ο θάνατος να επέλθει και πιο πριν.
  29. Η ποσότητα κωδείνης που δόθηκε στη θανούσα κατά τις πρωινές ώρες της 6.6.09 ήτοι 24 ώρες προ του θανάτου της δεν θα μπορούσε να επιφέρει το αποτέλεσμα που έδειξαν οι τοξικολογικές εξετάσεις (κοινή θέση όλων των ιατρών που κατέθεσαν).
  30. Το DDimers test που έγινε κατόπιν οδηγιών του παθολόγου κατέδειξε 3,492 ήτοι ποσοστό 14 φορές περισσότερο από το όριο. Δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη εξέταση από παθολόγο μετά από τις 04.35π.μ της 6.6.
  31. Από τη νοσηλευτική αναφορά που περιέχεται στον ιατρικό φάκελο της θανούσας προκύπτει ότι από το βράδυ της 5.6.09 η θανούσα παραπονείτο συνεχώς για πόνους μεταξύ άλλων και στους γλουτούς, ενημερώνετο ο Δρ Κουγιάλης και της χορηγούντο παυσίπονα τα οποία είχαν μέτριο έως και φτωχό αποτέλεσμα. Επίσης παραπονείτο για κάψιμο στα γεννητικά όργανα και καταγράφεται επίσης ότι δεν έλεγχε καθόλου το σώμα της το οποίο είχε συνεχές tremor. Της χορηγήθηκαν 5 λίτρα οξυγόνου με μάσκα και επειδή η ασθενής δεν παρουσίαζε βελτίωση περί τις 3.20π.μ ειδοποιήθηκε εκ νέου ο Δρ. Κουγιαλης με τις οδηγίες του οποίου έγινε ακτινογραφικός έλεγχος, ο οποίος δεν κατέδειξε οτιδήποτε και κλήθηκε στη συνέχεια ο παθολόγος ο οποίος αφού την εξέτασε δεν εντόπισε οτιδήποτε παθολογικό, έδωσε οδηγίες να της χορηγηθεί attivan χωρίς αποτέλεσμα. Επίσης κατά την 6.6.09 γίνεται αναφορά σε αλλεργία και χορήγηση κορτιζόνης και έντονο tremor και συμπτώματα υστερίας. Αναφερεται εξέταση τόσο από τον επί καθήκοντι Δρ Λάμπρου όσο και από ψυχίατρο ο οποίος διέγνωσε γενικευμένη αγχώδη αντίδραση και συνέστησε φαρμακευτική αγωγή valium. Αναφορικά με το βράδυ της 6.6.09 προς 7.6.09 κατγράφεται tremor και συμπτώματα υστερίας, χορήγηση valium και Panadol, παραπονα για πόνο στην κοιλιακή χώρα και κράμπες στα κάτω άκρα, εφίδρωση και παγωμένα άκρα, έντονη ανησυχία και ότι δεν κοιμήθηκε καθόλου το βράδυ. Αναφορικά με την 7.6.09 αναφέρεται ότι η ασθενής παραμένει στο κρεβάτι και δεν αναφέρονται από την ίδια συμπτώματα κοιλιακού άλγους και δεν ήταν ανήσυχη. Έγινε λουτρό κλίνης και δόθηκε φαρμακευτική αγωγή από το στόμα. Τα ζωτικά της σημεία στις 10.00πμ ήταν 150/80 και σφυγμός 74 B/min. Έγινε επίσκεψη από τον Δρ Κουγιάλη χωρίς νεότερα συμπτώματα. Στις 10.45 η ασθενής έκανε εμετό καφεοειδούς χρώματος. Αμέσως η ασθενής τοποθετήθηκε σε πλαϊνή θέση και έχασε τις αισθήσεις της. Ενημερώθηκε ο Δρ Κουγιάλης άρχισε αμέσως καρδιοανάνηψη σε συνεργασία με το προσωπικό του θαλάμου και ταυτόχρονα ειδοποιήθηκε το crash team οι οποίοι έφθασαν έγκαιρα και συνεχίστηκε η διαδικασία καρδιοανάνηψης χωρίς αποτέλεσμα και ο θάνατος της επιβεβαιώθηκε στις 11.12π.μ.
  32. Τα κατασταλτικά χάπια που χορηγήθηκαν στη θανούσα κατά τη νοσηλεία της όπως valium, Ativan, κωδεϊνη, αντενδείκνυνται όπου ο ασθενής έχει υποστεί λιπώδη πνευμονική εμβολή.
  33. Ουδείς εκ των θεραπόντων ιατρών εξέτασε το ενδεχόμενο να υπέστη η θανούσα λιπώδη πνευμονική εμβολή, αλλά οι επί καθήκοντι απέδωσαν τα συμπτώματα της σε ψυχολογική διαταραχή, κλήθηκε ψυχίατρος ο οποίος πρόεβη σε διάγνωση αγχώδους διαταραχής και της χορηγήθηκε ανάλογη φαρμακευτική αγωγή. Εξετάζοντας κατά πόσον από την ενώπιον μου μαρτυρία έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια αυτά η αιτία θανάτου της αποβιωσάσης, τονίζω ότι προσεγγίζω το ζήτημα χωρίς να θεωρώ ότι θα πρέπει κατ' ανάγκη να αποδεχθώ ως αιτία θανάτου μια εκ των δύο που τέθηκαν ενώπιον μου, ή να επιλέξω μεταξύ αυτών, αφού όπως προκύπτει και από την απόφαση Ανδριάνα Νικολάου (πιο πάνω) καθήκον του Θανατικού Ανακριτή είναι να εξετάσει εάν από την ενώπιον του μαρτυρία προκύπτουν γεγονότα που καταδείκνυουν τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο θάνατος με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας, ο οποίος βέβαια ως αναφέρεται υπολείπεται του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ όπου δεν μπορεί το πράξει έχει τη δυνατότητα να αφήσει το ζήτημα ανοικτό ("open verdict"). Επομένως η συγκεκριμένη αναφορά στις δύο αιτίες θανάτου η οποία ακολουθεί γίνεται υπό το φως των πιο πάνω και επειδή οι δύο αυτές αιτίες συζητήθηκαν εκτενώς ενώπιον μου κατά την ακρόαση της θανατικής ανάκρισης και επειδή εν πάση περιπτώσει δεν προέκυψε άλλη πιθανή αιτία θανάτου προς εξέταση. Εξετάζοντας λοιπόν κατά πόσον από την ενώπιον μου μαρτυρία έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται ότι ο θάνατος οφείλετο σε υπερδόση κωδεϊνης και παρακεταμόλης σημειώνω τα εξής. Με δεδομένο ότι τα μέγιστα επίπεδα των ουσιών αυτών και δη της κωδείνης που κυρίως ενοχοποιήθηκε για το θάνατο της αποβιώσασας, ανευρίσκονται σε μια ώρα περίπου από τη λήψη και με δεδομένο περαιτέρω ότι από τις 9.30π.μ., ήτοι κατά την τελευταία και πλέον ώρα πριν κάνει τον εμετό η θανούσα, (ο οποίος προκύπτει ότι επεσυνέβη περιξ των 10.45π.μ. για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω), μαζί της ήταν συνεχώς ο αδελφός της Αχιλλέας Γιάλλουρος (Μ13) σύμφωνα με την αδιαμφισβήτη μαρτυρία του οποίου κατά τον χρόνο εκείνο ουδείς συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου έδωσε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή στη θανούσα (σημειώνεται οτι η θανούσα δεν είχε ορρό για να τίθεται θέμα χορήγησης μέσω αυτού της όποιας ουσίας) και δεν του υποβλήθηκε οποιαδήποτε αντίθετη θέση, ενώ ούτε εκ του νοσηλευτικού ή ιατρικού προσωπικού υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι έγινε κάτι τέτοιο, ενώ ούτε στο φάκελο της θανούσας εντοπίζονται οποιεσδήποτε οδηγίες ή εντολή για χορήγηση ανάλογης ποσότητας κωδείνης ή παρακεταμόλης, καταλήγω ότι το αποτέλεσμα της τοξικολογικής εξέτασης που διενεργήθηκε στο αίμα της θανούσας και το οποίο κατέδειξε υπερδόση κωδείνης και παρακεταμόλης, προήλθε λόγω επιμόλυνσης, είτε καλόπιστης είτε κακόπιστης, του δείγματος σε χρόνο άγνωστο. Σημειώνω ότι η πιθανότητα να χορηγήθηκε η δόση κωδείνης που κατέδειξε η τοξικολογική εξέταση πριν τις 09.30π.μ, δηλαδή πριν την ώρα από την οποία ο αδελφός της θανούσας ήταν αδιάλειπτα μαζί της μέχρι και την ώρα που έκανε εμετό, αποκλείεται, αφού εάν είχε δοθεί η εν λόγω ποσότητα πριν τις 9.30π.μ σίγουρα και με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, τα ζωτικά της σημεία στις 10.00πμ, ήτοι πέραν της μισής ώρας μετά[3], δεν θα αναμένετο να ήταν φυσιολογικά ήτοι 150/80 και σφυγμός 74 B/min, ως ήταν σύμφωνα με την επίσης αδιαμφισβήτητη καταγραφή στη νοσηλευτική αναφορά. Και τούτο διότι ως έχει αναφερθεί (βλ. μαρτυρία Δρ Βουγιουκλάκη η οποία δεν αμφισβητήθηκε επί του προκειμένου) η υπερδόση των ουσιών αυτών προκαλεί μια σταδιακή ταχυκαρδία ή υποκαρδία. Στην πιο πάνω κατάληξη μου περί επιμόλυνσης, κατέληξα αφού έλαβα υπόψη και το γεγονός ότι σύμφωνα με την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, η ποσότητα κωδείνης που ανευρέθηκε ισοδυναμεί με πέραν των 15 χαπιών των 20mg και με 8-10 των 30mg, τα οποία ως αποτέλεσε κοινό τόπο θα έπρεπε να χορηγηθούν στη θανούσα από το στόμα αφού εν πάση περιπτώσει δεν είχε ορρό, ενώ η ίδια από τις 8.30π.μ ως είναι επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός, κοιμόταν μέχρι και την ώρα που έκανε τον εμετό και κλήθηκε ο ιατρός δια τα περαιτέρω, γεγονός που καθιστά και αντικειμενικά και πρακτικά ανέφικτη τη λήψη τέτοιας ποσότητας χαπιών υπό τις περιστάσεις. Η πιο πάνω κατάληξη μου επιβεβαίωνεται και από το γεγονός ότι στο αίμα της θανούσας δεν ανευρέθηκαν μεταβολίτες της κωδείνης όπως για παράδειγμα μορφίνη, πράγμα που σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, αναμένεται στις πλείστες τουλάχιστον των περιπτώσεων, και δη στις περιπτώσεις θανάτου από υπερδόση, να ανευρεθεί. Περαιτέρω και παρά το ότι μετά τον εμετό κλήθηκε ο Δρ Κουγιάλης ο οποιος την εξέτασε και εντόπισε κλινικό πρόβλημα, δεν καταγράφεται να εντοπίστηκε μύση στις κόρες των ματιών η οποία επίσης είναι εύρημα που παραπέμπει σε δηλητηρίαση. Στο σημείο αυτό ότι κρίνω ορθό να σημειώσω ότι δεν δίδω ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι στις ιστολογικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Μ15, Δρ Τσατσάκη με πρωτοβουλία της οικογένειας, (η οποία κατόπιν σχετικής άδειας έλαβε δείγματα ιστών για το σκοπό αυτό), διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε επιμόλυνση στους ιστούς, πράγμα που θα αναμένετο αν τα αποτελέσματα της τοξικολογικής στο αίμα ήταν ορθά. Ο κύριος λόγος για αυτό, αφορά στο ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου μεταξύ άλλων και από τον ίδιο το μάρτυρα αρ. 15 Δρ Τσατσάκη (βλ. επίσης μαρτυρία κ. Βουγιουκλάκη (Μ11), και κας Αυξεντίου(Μ9)) όταν οι ιστοί παραμείνουν στη φορμόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα[4] είναι δυνατόν το αποτέλεσμα της εξέτασης να μην είναι αξιόπιστο ποσοτικά λόγω της διαφυγής της ουσίας από τους ιστούς στη φορμόλη, ενώ περαιτέρω όπως ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ενώπιον μου όταν η ποσότητα μιας ουσίας συμπεριλαμβανομένης και της κωδεϊνης είναι είναι κάτω από κάποιο όριο τότε δεν ανιχνεύεται. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι παρήλθαν περί τους 10 μήνες από την τοποθέτηση των ιστών στη φορμόλη μέχρι την εξέταση, εντός του οποίου και αν ακόμα υπήρχε ένδειξη υπερδόσης μπορεί να μειώθηκε σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορούσε να ανιχνευθεί, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας να δώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στη μαρτυρία αυτή. Σημειώνω όμως ότι το γεγονός αυτό ουδόλως επηρεάζει την κατάληξη μου ότι η εμφάνιση του αποτελέσματος της τοξικολογικής εξέτασης ήταν το αποτέλεσμα επιμόλυνσης του δείγματος και όχι λήψης της αντίστοιχης ποσότητας κωδείνης ή παρακεταμόλης, κατάληξη στη οποία κρίνω ότι μπορώ να οδηγηθώ χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία με βάση την λοιπή μαρτυρία που έχω ενώπιον μου και στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Ερχόμενη τώρα στην λιπώδη πνευμονική εμβολή σημειώνω τα εξής. Ενώπιον μου υποστηρίχθηκε μέσω της μαρτυρίας του Δρος Μπούκη (Μ12), αλλά κυρίως μέσω της μαρτυρίας του Δρος Αγαπητού (Μ17) επί της οποίας στηρίχθηκε ο Δρ Μπουκης, ότι η αιτία θανάτου ήταν η λιπώδης πνευμονική εμβολή η οποία προκλήθηκε από τη μετακίνηση λίπους και κυττάρων του μυελού των σπονδύλων κατά την επέμβαση σπονδυλοπλαστικής. Ο Δρ Αγαπητός εξήγησε το λόγο για τον οποίο το εύρημα της ύπαρξης μυελού των οστών εντός μικρών πνευμονικών αρτηριών τον οδήγησε στην κατάληξη της λιπώδους πνευμονικής εμβολής, αφού αναφέρθηκε εκτενώς και με υποδειγματική σαφήνεια και λεπτομέρεια στο μηχανισμό που εντόπισε και ο οποίος ως ανέφερε ενεργοποιείται μόνο εν ζωή. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι αυτό που υποστηρίχθηκε ενώπιον μου δεν ήταν ότι η λιπωδης πνευμονική εμβολή προκλήθηκε δια της μηχανικής, δηλαδή δια του μηχανισμού απόφραξης κάποιων αγγείων στους πνεύμονες όπου και επέρχεται άμεσα και ο θάνατος[5], αλλά δια της βιοχημικής δηλαδή δια του μηχανισμού κατά τον οποίο μικρά έμβολα λιπους που προέρχονται από τον μυελό των οστών ο οποίος περιέχει κύτταρα και λίπος, κατακάθονται στις μικρές πνευμονικές αρτηρίες και από εκεί δημιουργείται μια αντίδραση που οδηγεί στην καταπληξία και εν τέλει στο θάνατο. Εν ολίγοις αυτό που ο Δρ Αγαπητός ανέφερε ήταν ότι πέραν της παρουσίας του μυελού των οστών υπήρχαν και άλλα ευρήματα που υποδηλούσαν ως εξήγησε μια ενεργότητα του πνευμονικού ιστού γύρω από τα έμβολα του μυελού των οστών, δηλαδή μια φλεγμονώδη αντίδραση του οργανισμού εναντίον του συγκεκριμένου εισβολέα, δηλαδή των στοιχείων μυελού των οστών, ο οποίος μυελός των οστών ως εξήγησε αποτελείται από κύτταρα και λιπώδη ιστό. Η θέση του αυτή πέραν του ότι ήταν πειστική αφ' εαυτής, δεν αμφισβητήθηκε κατ' ουσίαν αφού ό,τι τέθηκε σε αυτόν ήταν περισσότερο ερωτήματα που αποσκοπούσαν στη διερεύνηση του κατά πόσον ήταν πιθανόν τα ευρήματα του να ήταν το αποτέλεσμα κάποιας άλλης αιτίας όπως για παράδειγμα λοίμωξης ή φλεγμονής, πράγμα που ο ίδιος απέκλεισε αφού όπως υποστήριξε μεταξύ άλλων δεν πρόκειται περί φλεγμονής ή λοίμωξης αλλά αυτοάνοσης αντιδραστικής κατάστασης σε έναν εισβολέα. Ως προς τη θέση που επίσης προωθήθηκε ότι δηλαδή δεν υπάρχουν βιβλιογραφικά περιπτώσεις πνευμονικής εμοβλής μετά από επέμβαση σε ένα σπόνδυλο όπως ήταν της θανούσας, και ότι εν γένει τέτοια επιπλοκή δεν είναι εν πάση περιπτώσει συχνή, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Δρος Αγαπητού αλλά και του Δρος Περδίου (Μ14), το ουσιώδες στα πλαίσια αυτά είναι ο μηχανισμός, ή καλύτερα η πίεση που ασκείται και όχι κατ' ανάγκη ο αριθμός των σπονδύλων επί των οποίων διενεργείται η επέμβαση. Στα ίδια πλαίσια και ο Δρ Μπουκης (Μ12) δέχθηκε μεν ότι η λιπώδης πνευμονική εμβολή δεν είναι μια συχνή επιπλοκή, αλλά τόνισε ότι παραμένει μια επιπλοκή και επέμεινε στο να εξηγήσει ότι ο μηχανισμός της λιπωδους πνευμονικής εμβολής είναι ο ίδιος σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κάταγμα ή χειρουργείο σε κάποιο σπόνδυλο[6] το οποίο προκαλεί εκτοπισμό μυελού των οστών, ενώ αναφέρθηκε και στους λόγους για τους οποίους πολλές εκ των περιπτώσεων αυτών δεν δημοσιοποιούνται. Ανάλογη ήταν και η τοποθέτηση του Δρ Κουγιάλη ο οποίος τελικώς δέχθηκε ότι η λιπώδης πνευμονική εμβολή αναφέρεται ως ενδεχόμενο σε σπονδυλοπλαστική μετά από διαφυγή μυελού των οστών, για να υποστηρίξει όμως ότι προκαλεί συγκεκριμένη συμπτωματολογία που δεν είχε η θανούσα. Αλλά και ο Δρ Βουγιουκλάκης (Μ11) δέχθηκε εν τέλει ότι το σύνδρομο της λιπώδους πνευμονικής εμβολής μπορεί να επισυμβεί όχι μόνο σε ασθενείς με πολλαπλά κατάγματα, αλλά, μεταξύ άλλων και μετά από μια επέμβαση στον τένοντα ή επέμβαση σε ένα σπόνδυλο. Ως προς το ενδεχόμενο τώρα ο μυελός των οστών να βρέθηκε στις μικρές πνευμονικές αρτηρίες λόγω σπασμένων οστών κατά την καρδιοανάνηψη, σημειώνω ότι αυτό δεν μπορώ να το αποδεχθώ για τρεις κατ΄ουσίαν λόγους. Πρώτον δεν συνάδει με το γεγονός που επεσήμανε ο Δρ. Περδίος (Μ14) αλλά και ο Δρ Μπουκης(Μ12) ότι δηλαδή για να μπορεί να μεταφερθεί στο σημείο εκείνο ο μυελός των οστών θα πρέπει να υπήρχε κυκλοφορία η οποία, με δεδομένο ότι η θανούσα υποβάλλετο σε καρδιοανάνηψη χωρίς αναφορά ότι επανήλθε σε οποιοδήποτε στάδιο, δεν υπήρχε. Σχετική επί τούτου είναι η μαρτυρία του Μ18 ο οποίος ανέφερε ότι κατά το χρόνο που κατέφθασε η ομάδα καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης (crash team) η οποία έφθασε σε 2 λεπτά από την κατάρρευση της ασθενούς και 1 λεπτό μετά που κλήθηκε, η θανούσα ήταν χωρίς σφυγμό πίεση ή παλμό και δεν επανήλθε ποτέ. Σε κάθε περίπτωση - και τούτο αποτελεί το δεύτερο λόγο - η εισήγηση περί εμφανισης στοιχείων μυελού των οστών στους πνεύμονες λόγω σπασμένων πλευρών που προκλήθηκαν κατά την καρδιοανάνηψη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ενόψει της αδιαμφισβήτητης επί του προκειμένου θέσης του Δρος Αγαπητού, ότι εάν ο μυελός των οστών στις πνευμονικές αρτηρίες προέρχονταν από την καρδιοανάνηψη, δεν θα προλάμβαινε να δημιουργηθεί όλος εκείνος ο μηχανισμός που ο ίδιος εντόπισε και περιέγραψε, θέση η οποία δεν καταρρίφθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον μου ως εσφαλμένη. Σημειώνεται εδώ ότι ναι μεν άρχισε καρδιονανάνηψη στο θάλαμο εν αναμονή της ομάδας καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης, αλλά ως προκύπτει η ομάδα κατεύθασε εντός 2 λεπτών από την κατάρρευση της ασθενούς, γεγονός που επιβεβαιώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό του Δρος Αγαπητού ότι δεν υπήρχε ο χρόνος για να δημιουργηθεί ο μηχανισμός που ο ίδιος εντόπισε. Πέραν όμως των πιο πάνω πρέπει να πω ότι ο τρίτος λόγος για τον οποίο δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση ότι ο μυελός των οστών που ανευρέθη ήταν το αποτέλεσμα καταγμάτων των πλευρών της θανούσας κατά την καρδιοανάνηψη, είναι το γεγονός ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχω πειστεί ότι πράγματι υπήρξαν στην προκειμένη περίπτωση πρόσφατα περιθανάτια κατάγματα άμφω πλευρών, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 8Α αφού οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες συντάχθηκε το εν λόγω τεκμήριο παρέμειναν για να πω το ελάχιστον σκοτεινές. Και εξηγώ. Ως έχει ήδη λεχθεί, κατά την αντεξέταση της Δρος Αντωνίου, διαφάνηκε ότι το Τεκμήριο 8Α (πρώτη ιατροδικαστική έκθεση) που ηταν κατατεθειμένο στο Δικαστήριο με ημερομηνία 9.6.09 και το οποίο κατατέθηκε ως μέρος των τεκμηρίων που είχε η αστυνομία στην κατοχή της ήταν διαφορετικό από αυτό που είχε στην κατοχή της η οικογένεια της θανούσας η οποία έλαβε το δικό της αντίγραφο από το φάκελο της ασθενούς που τηρείτο στην αστυνομία περί τις 12.8.2009 και το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  34. Το εν λόγω Τεκμήριο 31 έχει ακριβώς την ίδια μορφή με το Τεκμήριο 8Α και καλείται επίσης «Μεταθανάτιος Ιατροδικαστή Έκθεση» και σε αυτό (ήτοι το Τεκμήριο 31) στο μέρος που αφορά το σκελετικό σύστημα αναφέρεται «ουδέν παθολογικό δεν διαφαίνεται» ενώ στο Τεκμήριο 8Α για το ίδιο θέμα καταγράφεται «Προσφατα περιθανάτια κατάγματα άμφω πελυρών από καρδιοανάνηψη ...». Ερωτηθείσα σχετικά η ίδια για το εν λόγω ζήτημα, αφότου η ίδια παραδέχθηκε ότι το Τεκμήριο 31 φέρει την υπογραφή της, οι θέσεις της ήταν αντιφατικές και χωρίς συνάφεια μεταξύ τους ή με τη λογική. Συγκεκριμένα ερωτηθείσα τι είναι αυτό το Τεκμήριο 31, αφού ως είχε αναφέρει το πρώτο έγγραφο που ετοίμασε ήταν το Τεκμήριο 8Α, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 31 πρέπει να είναι σημειώσεις της γραμματέως της, θέση η οποία για να πω το ολιγότερο στερείται σοβαρότητας, αφού απλή σύγκριση των δύο τεκμηρίων καταδεικνύει ότι είναι πανομοιότυπα στη μορφή έγγραφα, φέρουν και τα δύο τίτλο «Μεταθανάτιος Ιατροδικαστική Έκθεση» και υπογραφή της μάρτυρος και διαφέρουν κυρίως στο σημείο που αναφέρθηκε πιο πάνω, έτσι που είναι αδύνατο να αντιληφθεί κάποιος πως μπορεί το Τεκμήριο 31 να είναι σημειώσεις και αν είναι σημειώσεις γιατί η ίδια με τη μόρφωση που διαθέτει τις υπέγραψε ως έκθεση. Κληθείσα δε να εξηγήσει πως από τις σημειώσεις της γραμματέως, (Τεκμήριο 31), οδηγήθηκε στις 9.6.09 στην ετοιμασία του Τεκμηρίου 8Α, το οποίο πάλιν ονομάζει έκθεση και που ουσιαστικά το μόνο ουσιώδες διαφοροποιημένο σύστημα είναι το σκελετικό, ανέφερε ότι κατέληξε απο σημειώσεις. Ερωτηθείσα αν οι σημειώσεις στις οποίες αναφέρεται είναι αυτά που η γραμματέας της ετοίμασε (Τεκμήριο 31) και η ίδια υπόγραψε ανέφερε ότι πιθανότατα υπάρχουν και άλλες σημειώσεις. Ενώ δε η ίδια ανέφερε ότι το Τεκμήριο 31 ήταν σημειώσεις στη συνέχεια ανέφερε ότι μπορεί να το έστειλε για δημόσια χρήση για πρώτη ενημέρωση, πρακτική η οποία αν μη τι άλλο ξενίζει, αφού με δεδομένο ότι η νεκροτομή έγινε στις 8.6.09 και την επαύριο θα ήταν έτοιμη η ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 8Α που φέρει ημερ.9.6.09), δεν γίνεται αντιληπτό γιατί μπορεί να έστειλε το Τεκμήριο 31 το οποίο ήταν σημειώσεις και μάλιστα όπως υποστήριξε όχι πλήρεις. Εν τέλει και ενώ η θέση της ήταν ότι δεν θυμόταν αν τελικώς στάληκε το Τεκμήριο 31 προς δημόσια χρήση και αν ναι πότε, ούτε πότε στάλθηκε το Τεκμήριο 8Α, ανέφερε ότι η ίδια τελικά συζήτησε με την Αστυνομία όπου τους ανέφερε να αφαιρέσουν από το φάκελο το Τεκμήριο 31 και να κρατήσουν μόνο το Τεκμήριο 8Α. Σε υποβολή ότι ό,τι ανέφερε για το Τεκμήριο 8Α είναι τουλάχιστον αναληθές ως προς το πότε γράφτηκε, γιατί προφανώς γράφτηκε μετά τις 9.6.09, ανέφερε ότι δεν μπορεί να πει πότε γράφτηκε το Τεκμήριο 8Α. Σε υπόδειξη ότι το Τεκμήριο 8Α έχει ημερ. 9.6.09 ανέφερε ότι μπορεί να έβαλε την εν λόγω ημερομηνία η γραμματέας της. Τα πιο πάνω δημιουργούν αναπόφευκτα σοβαρότατες αμφιβολίες ως προς το πότε ακριβώς συντάχθηκε και στη βάση ποιων στοιχείων συντάχθηκε το Τεκμήριο 8Α, αμφιβολίες οι οποίες σαφώς και δεν επιτρέπουν στο θανατικό ανακριτή να βασιστεί στο περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου και δη στο σημείο που αφορά την αναφορά σε κατάγματα πλευρών που ήταν και η ουσιαστική διαφοροποίηση που παρατηρήθηκε εν σχέσει με το Τεκμήριο
  35. Η ίδια βέβαια η μάρτυρας για άγνωστο λόγο προσπάθησε να πείσει ότι δεν έγινε διαφοροποίηση των θέσεων της από το Τεκμήριο 31 στο Τεκμήριο 8Α, αναφέροντας ότι στο Τεκμήριο 31 απλώς δεν είχε περιγράψει το σκελετικό, ενώ στο Τεκμήριο 8Β συμπλήρωσε τα κατάγματα των πλευρών. Στην προφανή υπόδειξη ότι στο Τεκμήριο 31 δεν παρέλειψε να περιγράψει το σκελετικό αλλά ανέφερε συγκεκριμένα σε σχέση με αυτό ότι «Ουδέν παθολογικό δεν διαφαίνεται» ενώ στο Τεκμήριο 8Α αναφέρει για το ίδιο θέμα ότι παρατηρεί κατάγματα πλευρών, αποφεύγοντας να απαντήσει στο ζητούμενο, ανέφερε ότι δεν αποστέλλει η ίδια τις εκθέσεις στην Αστυνομία αλλά φεύγουν μέσω ταχυδρομείου από τη γραμματέα. Στη μη αποδοχή της πιο πάνω μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρος πρέπει να πω ότι συντείνει και η γενικότερη εικόνα της μάρτυρος η οποία εν γένει δεν έπειθε ούτε για την ορθότητα των θέσεων που προωθούσε, ούτε όμως και για την αντικειμενικότητα της. Σημειώνω ενδεικτικά στα πλαίσια αυτά ότι ενώ αρχικά υποστήριξε ξεκάθαρα ότι η μεταφορά μυελού των οστών στους πνεύμονες από σπασμένα πλευρά κατά την καρδιοανάνηψη γίνεται με άμεση μεταφορά και όχι μέσω της κυκλοφορίας, και ενώ μάλιστα ανέλαβε να παρουσιάσει σχετική βιβλιογραφία, σε άλλη δικάσιμο ωσάν να μην είχε αναφέρει κάτι τέτοιο υποστήριξε την ακριβώς αντίθετη θέση χωρίς μάλιστα να δώσει κάποια εξήγηση. Περαιτέρω και ως προκύπτει από τη σύνοψη της μαρτυρίας της, η οποία παρατίθεται πιο πάνω, παρέμεινε μετέωρο το ποιος τελικά ετοίμασε τα συνημμένα του Τεκμηρίου 8Γ που αποτελεί δική της Έκθεση, αφού ενώ η ίδια ανέφερε ότι η ίδια τα είχε δώσει στην Αστυνομία με την έκθεση της, στη συνέχεια και όταν διεφάνη ότι ένα εκ των συνημμένων είχε ημερομηνία μεταγενέστερη της έκθεσης κατά τρεις μήνες, θυμήθηκε και με περισσή βεβαιότητα ανέφερε ότι κάποια εξ αυτών (συμπεριλαμβανομένης και της 2ης σελίδας) της τα είχε δώσει η κα Αυξεντίου, η οποία όμως ερωτηθείσα σχετικά ανέφερε ρητά και ξεκάθαρα ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή ή σχέση με τα εν λόγω συνημμένα και αναφέρθηκε λεπτομερώς στην αλληλογραφία που είχε για αυτή την υπόθεση με τη Δρ Αντωνίου αντίγραφα της οποίας είχε στο φάκελο της και παρουσίασε. Αξιοσημείωτο είναι όμως και το γεγονός ότι ο Δρ Ματσάκης επιχείρησε να αναφέρει ότι ο ίδιος μπορεί να είχε κάποια σχέση με αυτά τα συνημμένα χωρίς βέβαια να μπορεί να αναφέρει τελικώς και με βεβαιότητα αν τα ετοίμασε ο ίδιος ή αν τα έλαβε από τους ιατρούς και στη συνέχεια της τα παρέδωσε, χωρίς πάντως να γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο μπορεί η Δρ Αντωνίου, μια κυβερνητική ιατροδικαστής, να παρουσιάζει ως δική της, μια συμπληρωματική έκθεση με συνημμένα τα οποία δεν ετοίμασε η ίδια αλλά κάποιος άλλος ο οποίος πιθανόν να ήταν και εκ των ενδιαφερομένων μερών ή ο τεχνικός σύμβουλος τους. Εξ άλλου και εφόσον δεν ήταν εν τέλει δικές της οι καταγραφές στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 8Γ, ούτε και τα πλείστα συνημμένα, και η ίδια όπως τελικά υποστήριξε υιοθέτησε μόνο το αποτέλεσμα των όσων αναφέρονται στη δεύτερη σελίδα και δεν ήταν σε θέση κάν να προβεί σε σχολιασμό τους κληθείσα από τον κ. Στεφάνου να το πράξει, δεν γίνεται αντιληπτό για ποιο λόγο θεώρησε ότι ήταν αναγκαίο η ίδια να προβεί στην ετοιμασία του Τεκμηρίου 8Γ τη στιγμή μάλιστα που η ίδια έδωσε την αιτία θανάτου της στο Τεκμήριο 8Β και τη στιγμή κατά την οποία το Τεκμήριο 8Γ ως διεφάνη περιείχε θέσεις οι οποίες έτειναν εμμέσως πλην σαφώς να ευνοήσουν το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, χωρίς όμως να έχουν το αναγκαίο αντικειμενικό και επιστημονικό υπόβαθρο. Παράδειγμα τούτου είναι η αναφορά στο ότι οι δύο ουσίες που ανιχνεύθηκαν εντοπίζονται σε σκευάσματα που πωλούνται μόνο σε ιδιωτικά φαρμακεία και ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας δεν υπάρχει κανένα σκεύασμα που να περιέχει το συνδυασμό των δύο παραπάνω φαρμάκων (βλ. 2η σελίδα Τεκμηρίου 8Γ), αναφορά η οποία σαφώς εξυπακούει ότι η χορήγηση έγινε από κάποιο συγκεκριμένο σκεύασμα που περιείχε και τις δύο ουσίες, ενώ ήταν κοινή η θέση ενώπιον μου (ακόμα και της ίδιας της μάρτυρος) ότι δεν υπάρχει τρόπος εκ του αποτελέσματος της τοξικολογικής να μπορεί κάποιος να διευκρινίσει αν η υπερδόση είναι το αποτέλεσμα κάποιου συγκεκριμένου σκευάσματος ή περισσοτέρων από ένα (βλ. μαρτυρία Δρος Βουγιουκλάκη). Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία της Δρος Αντωνίου αναφορικά με το ισχυριζόμενο εύρημα της για πρόσφατα περιθανάτια κατάγματα πλευρών, ενώ για όλους τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ο μυελός των οστών ανευρέθη στις πνευμονικές αρτηρίες λόγω καταγμάτων από καρδιοανάνηψη. Των πιο πάνω δεδομένων καταλήγω ότι η αιτία θανάτου της αποβιωσάσης ήταν η λιπώδης πνευμονική εμβολή η οποία προήλθε από διαφυγή μυελού των οστών συνεπεία σπονδυλοπλαστικής επέμβασης. Πέραν όμως των πιο πάνω τα οποία θεωρώ ότι με οδηγούν ανεξάρτητα και χωρίς αμφιβολία στην πιο πάνω αιτία θανάτου, σημειώνω ότι υπήρχαν ενώπιον μου και σοβαρές ενδείξεις (λεπτομερέστερη αναφορά στις οποίες γίνεται πιο κάτω) ότι η θανούσα, παρουσίασε μετά την επέμβαση την τριάδα των συμπτωμάτων (του συνδρόμου) της λιπώδους πνευμονικής εμβολής ήτοι
(1)διαταραχές της αναπνοής,
(2)διαταραχές συνείδησης, και
(3)πετέχειες στο άνω μέρος του σώματος και ιδιαίτερα μπροστά στο λαιμό και το στήθος. Αναφορικά με το πρώτο (διαταραχές αναπνοής), σχετική ένδειξη είναι η καταγραφή χορήγησης οξυγόνου. Σημειώνεται δε ότι στα πλαίσια αυτά υπάρχει ένδειξη ενώπιον μου ότι η υποξαιμία μπορεί να είναι και ήπιας μορφής (βλ. Τεκμήριο 24). Τούτο σημειώνεται επειδή ο Δρ Βουγιουκλάκης ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι δύσπνοια οφειλομένη στην πνευμονική εμβολή δεν θα περνούσε με τη χορήγηση 5 λίτρων οξυγόνου, ούτε ο κορεσμός των αερίων θα ήταν φυσιολογικός. Εν σχέσει δε με το τελευταίο ζήτημα του ότι δηλαδή η μετρηση του οξυγόνου της θανούσας ήταν φυσιολογική σχετική ήταν η μαρτυρία του Δρος Περδίου ο οποίος ανέφερε (και δεν αμφισβητήθηκε) ότι η μέτρηση του οξυγόνου στο δάκτυλο ασθενούς με ικανοποιητική ένδειξη (π.χ κορεσμό 99% ως ήταν της θανούσας), δεν σημαίνει ότι δεν είχε υποξαιμία, διότι όπως ανέφερε με τη μέτρηση του οξυγόνου στο δάκτυλο δεν φαίνεται κάτι τέτοιο και το σημαντικό στα πλαίσια αυτά είναι η πίεση του οξυγόνου στο αίμα, ζήτημα σε σχέση με το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε η σχετική εξέταση (ανάλυση αερίων αίματος - βλ. και Τεκμήριο 24 όπου γίνεται αναφορά στην εν λόγω ανάλυση). Πέραν των πιο πάνω σχετικές ενδείξεις είναι και οι αναφορές των συγγενών και ιδιαίτερα του Αχιλλέα Γιάλλουρου (Μ13) ο οποίος επανειλημμένα ανέφερε ότι η θανούσα είχε ανάγκη από αέρα συνεχώς (εξ ου και της έκαναν συνεχώς αέρα με το φυσερό) και ο οποίος σημειώνεται ότι έδωσε την κατάθεση του πριν λάβει το φάκελο της θανούσας ή γνωμάτευση για την αιτία θανάτου της. Αναφορικά με το δεύτερο σημείο ήτοι διαταραχές της συνείδησης - νευρολογικές ενδείξεις, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δρος Περδίου η οποία δεν αμφισβητήθηκε, τα συμπτώματα στα πλαίσια αυτά προσομοιάζουν με συμπτώματα υστερίας, συμπτώματα τα οποία καταγράφονται στον ιατρικό φάκελο της θανούσας (βλ. νοσηλευτική αναφορά Τεκμήριο 17 ημερ. 6.6.09) ενώ σχετική ένδειξη είναι και το γεγονός ότι κρίθηκε αναγκαίο από τους θεράποντες ιατρούς να δει τη θανούσα ψυχίατρος. Ως προς τις πετέχειες σχετική ένδειξη είναι μεταξύ άλλων η μαρτυρία της Κατερίνας Αγγελίδου, οδοντιάτρου, η οποία έδωσε την κατάθεση της επίσης πριν η οικογένεια λάβει τον ιατρικό φάκελο, και η οποία αναφέρει ότι παρατήρησε κοκκινίλες στο στήθος και άνω πλάτη, τις οποίες με την δια ζώσης μαρτυρία της ταύτισε με τα όσα φαίνονται στην 3η φωτογραφία του Τεκμήριου 24, που απεικονίζει, ως είναι παραδεκτό, κάποιο πρόσωπο που φέρει τέτοιες πετέχειες. Σημειώνω επίσης ότι στον ιατρικό φάκελο γίνεται αναφορά σε αλλεργία και χορήγηση κορτιζόνης και όπως ανέφερε ο Δρ Περδίος είναι πιθανόν οι πετέχειες να εκλήφθηκαν ως αλλεργία και να της χορηγήθηκε κορτιζόνη. Ως προς το ότι, ως υπέδειξε ο Δρ Κουγιάλης, ο παθολόγος καταγράφει σαφώς απουσία ερυθρότητας ή εξανθήματος, σημειώνω ότι παρ' όλο που πράγματι υπάρχει τέτοια καταγραφή, αυτή έγινε περί τις 4.35π.μ της 6.6.09, ενώ η μαρτυρία για κοκκινίλες και η αναφορά σε αλλεργία στο φάκελο ως και η χορήγηση κορτιζόνης (βλ. πίνακα φαρμάκων Τεκμήριο 17 ) έπονται χρονικά της καταγραφής αυτής, η οποία υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη τους. Επίσης σχετική ένδειξη είναι και το ότι το D Dimers Τest που διενεργήθηκε με οδηγίες του παθολόγου ήταν περί τις 14 φορές μεγαλύτερο από το όριο, σε συνδυασμό με το ότι το τεστ αυτό αυτό σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία θετικοποιείται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και λόγω των προϊόντων του μηχανισμού της λιπώδους πνευμονικής εμβολής. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι η Ξένια Κλεάνθους Δ.Τ.546646, 52 ετών, τέως από το Γέρι απεβίωσε στις 7.6.09 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αιτία θανάτου της ήταν η λιπώδης πνευμονική εμβολή, η οποία προήλθε από διαφυγή μυελού των οστών συνεπεία σπονδυλοπλαστικής επέμβασης. Με βαση τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και ιδιαίτερα τις ενδείξεις στις οποίες έγινε αναφορά πιο πάνω, τη μαρτυρία του Δρος Περδίου ως και τη θέση των θεραπόντων ιατρών ότι οι ίδιοι δεν εξέτασαν καθόλου το ενδεχόμενο η θανούσα να υπέστη λιπώδη πνευμονική εμβολή, καταλήγω ότι υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου που καταδεικνύει ότι πιθανόν στο θάνατο της θανούσας να έχουν συμβάλει οι ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις, τρίτων προσώπων. Διευκρινίζω για να είναι απόλυτα σαφές ότι η κατάληξη αυτή δεν υποδηλώνει απόδοση οποιουδήποτε είδους ευθύνης όπως δεν έχω αρμοδιότητα να πράξω. Η έννοια είναι ότι πρόκειται για περίπτωση τέτοια που θα πρέπει το παρόν να διαβιβαστεί στο Γενικό Εισαγγελέα φροντίδι του Πρωτοκολλητή δια περαιτέρω, κατά την κρίση του, διερεύνηση και χειρισμό. ............................................... Ν. Μαθηκολώνη, Θ. Α [1] Η πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Ανδριάνας Νικολάου διαχειρίστριας της περιουσίας του υιού της Αθανάσιου Νικολάου Χαραλάμπους
(2008)1Β ΑΑΔ 1342, όπου αναφέρθηκε «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι θανατικοί ανακριτές στην Κύπρο δεν έχουν τις ίδιες εξουσίες με τους θανατικούς ανακριτές στην Αγγλία. Ο Άγγλος θανατικός ανακριτής δύναται να προσάψει κατηγορία σε πρόσωπο και να παραπέμψει την υπόθεση στο δικαστήριο - (Halsbury's, Laws of England, Τρίτη Έκδοση, Τόμος 8ος, σελ. 528-534) - ενώ τέτοια εξουσία δεν έχει ο θανατικός ανακριτής στην Κύπρο - (βλ. Republic v. Pandelides (Coroner) Ex Parte Costas Papadopoullos
(1969)1 C.L.R. 27» [2] Όπως δε εξήγησε η λιπώδης εμβολή αναφέρεται στην ύπαρξη λιποσφαιριδίων στη συστηματική κυκλοφορία ενώ όταν συνοδεύεται από κλινικά συμπτώματα αναφέρεται ως σύνδρομο λιπώδους εμβολής. [3] Η αναφορά του Δρος Βουγιουκλάκη ότι αν η θανούσα εξετάστηκε από ιατρό στις 1000π.μ. και τα φάρμακα της δόθηκαν λίγο πρίν ή λίγο μετά, θα μπορούσε στις 10.45 να έχει τοξικά επίπεδα κωδεϊνης σίγουρα δεν μπορεί να εκτείνεται στη μισή και πλέον ώρα προηγουμένως. [4] Στην περίπτωση μας μέχρι τη διενέργεια της εξέτασης παρήλθαν περί των 10 μηνών [5] Στην οποια φαίνεται ότι αναφερόταν ο Δρ Διέτης κατά τη μαρτυρία του. [6] Στην προκειμένη περίτπωση υπήρχε χειρουργείο που διαλάμβανε έκχυση τσιμέντου στο σπόνδυλο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.