← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Χρίστου Τουμάζου, Αρ. Υπόθεσης: 22799/13, 25/6/2014

Δημοκρατία ν. Χρίστου Τουμάζου, Αρ. Υπόθεσης: 22799/13, 25/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:21 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22799/13 Δημοκρατία v. Χρίστου Τουμάζου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25 Ιουνίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου, για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις συνολικά κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ενώ οι υπόλοιπες τρεις αφορούν την εισαγωγή, την κατοχή και την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', και συγκεκριμένα κάνναβης ποσότητας 5 κιλών. Τα αδικήματα φέρονται να έχουν διαπραχθεί από τον Κατηγορούμενο μαζί με άλλα πρόσωπα μεταξύ του μηνός Ιουλίου και της 10ης Σεπτεμβρίου

  1. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως: Στις 3.9.12 κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του Α/Αστ. 1752 Λέανδρου Μάμα της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, Μ.Κ.6, με τον Σλοβάκο Τελωνειακό Λειτουργό κ. Andras, ο Μ.Κ.6 πληροφορήθηκε για τον εντοπισμό ποσότητας κάνναβης 5 περίπου κιλών η οποία ανευρέθηκε συσκευασμένη μέσα σε τέσσερα εξώστ μοτοσικλέτας τα οποία είχαν παραδοθεί στην εταιρεία ΤΝΤ στη Μπρατισλάβα για να μεταφερθούν στην Κύπρο όπως αναγραφόταν στην αποστολή. Κατόπιν αυτής της πληροφόρησης, οι Αρχές της Σλοβακίας διερεύνησαν κατά πόσο οι Κυπριακές Αρχές ενδιαφέροντο να πραγματοποιηθεί ελεγχόμενη παράδοση από τη Σλοβακία στην Κύπρο. Υπήρξε θετική ανταπόκριση και συμφωνήθηκε η διεξαγωγή ελεγχόμενης παράδοσης από τη Σλοβακία στην Κύπρο. Σχετική είναι η επιστολή ημερ. 4.9.12 η οποία απεστάλη από την Κυπριακή Αστυνομία προς τις Δικαστικές Αρχές της Σλοβακίας με την οποία επιβεβαιωνόταν το ενδιαφέρον των Κυπριακών Αρχών για την πραγματοποίηση της ελεγχόμενης παράδοσης (Τεκμήριο 25). Ακολούθησε αίτημα δικαστικής συνδρομής μέσω της επιστολής ημερ. 6.9.12 (Τεκμήριο 26) και εν συνεχεία συμπληρωματικό αίτημα δικαστικής συνδρομής ημερ. 7.9.12 (Τεκμήριο 27). Αφού ο Μ.Κ.6 πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς από τον κ. Andras ότι μπορούσαν να μεταβούν στη Μπρατισλάβα για να παραλάβουν τα τέσσερα εξώστ χωρίς, όμως, αυτά να περιέχουν την κάνναβη, στις 8.9.12 μετέβη στη Βιέννη και ακολούθως οδικώς στη Μπρατισλάβα. Εδώ να επισημάνουμε και την επιστολή που στάληκε από την Κυπριακή Δημοκρατία προς τις Αυστριακές Αρχές για να επιτραπεί η μεταφορά των εξώστ από τη Μπρατισλάβα διαμέσου της Αυστρίας προς το αεροδρόμιο της Βιέννης για να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Κύπρο. Πρόκειται για το έγγραφο ημερ. 7.9.12 (Τεκμήριο 32). Η απάντηση των Αυστριακών Αρχών δόθηκε αυθημερόν μέσω του Τεκμηρίου
  2. Στις 8.9.12 και ώρα 10:30 ο Μ.Κ.6 παρέλαβε από τον κ. Μ. Kazik, Σμηναγό της Σλοβακικής Αστυνομίας, στο γραφείο του στη Μπρατισλάβα τα τέσσερα εξώστ καθώς επίσης και έντυπο αποστολής της εταιρείας ΤΝΤ με αριθμό 945664702 στο οποίο αναφέρεται ως αποστολέας κάποιος ονόματι Pavel Pavlov και παραλήπτης κάποιος ονόματι Vladimir Karof οδός Μουρούζη 16, διαμ. 202 Λευκωσία. Πρόκειται για το Τεκμήριο
  3. Τα 4 εξώστ (Τεκμήρια 1-4) τα μετέφερε ο Μ.Κ.6 στις 9.9.12 αεροπορικώς από τη Βιέννη στη Λάρνακα. Τα είχε δε στην κατοχή του μέχρι τις 10.9.12 όπου συνεχίστηκε η διαδικασία για την ολοκλήρωση της ελεγχόμενης παράδοσης. Τα 4 εξώστ είχαν παραδοθεί στην αεροπορική εταιρεία και τοποθετήθηκαν στις ειδικές αποστολές. Λόγω του μεγέθους τους δεν ήταν δυνατό να τα έχει ο Μ.Κ.6 μαζί του εντός του αεροσκάφους. Όμως αυτός ήταν παρών όταν πέρασαν από το σημείο που περνούν οι ειδικές αποστολές, όπως και στο στάδιο που περνούσαν από τις ακτίνες Χ μέχρι που αυτά ακολούθησαν την πορεία τους για να καταλήξουν στο κάτω μέρος του αεροπλάνου όπως τα τοποθετεί η εταιρεία. Είναι ο Μ.Κ.6 που συσκεύασε τα εξώστ. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε σακούλες χρώματος άσπρου και έβαλε σε μια σακούλα τα δύο εξώστ. Ακολούθως χρησιμοποίησε δεύτερη σακούλα τοποθετώντας την από την αντίθετη πλευρά. Στη συνέχεια τα έκλεισε με τη χρήση πλαστικών κλειδαριών και στο τέλος τα «τέλλαρε» ούτως ώστε να μπορεί να φανεί αν υπήρχε παραβίαση. Το ίδιο έκανε και στα άλλα 2 εξώστ. Φτάνοντας στην Κύπρο ο Μ.Κ.6 παρέλαβε τα εξώστ από το σημείο όπου παραλαμβάνονται οι ειδικές αποστολές στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Στη συνέχεια, περί τις 08:30, ο Μ.Κ.6 τα μετέφερε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Αρχηγείου όπου αφαίρεσαν τις σακούλες και τις πλαστικές κλειδαριές (Τεκμήρια 14(Α)-(Δ)). Διεπιστώθη δε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση και ότι αυτά ευρίσκονταν στην ίδια κατάσταση όπως αρχικά τα είχε παραλάβει. Στη συνέχεια αφαιρέθηκαν και οι νάυλον συσκευασίες από τα εξώστ. Στην παρουσία των Ανωτ. Υπ/μου Πανίκου Σταύρου, Υποδιοικητή Επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ (Μ.Κ.26), Λοχ. 2301, Λοχ. 829 Δώρου Ευστρατίου (Μ.Κ.7) και Α/Αστ. 1790 Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.2), όλοι της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, και της Α/Λοχ. 39 Μαρίας Ευαγγέλου (Μ.Κ.16) της ΥΚΑΝ Λευκωσίας, ανοίχθηκαν τα εξώστ από τα οποία αφαιρέθηκαν οι λωρίδες χαρτιού (Τεκμήριο 11) που είχαν τοποθετήσει οι Σλοβακικές Αρχές σε αντικατάσταση των ναρκωτικών. Στο εσωτερικό τους μέρος τοποθετήθηκαν συσκευασίες με φυτόχωμα ανάλογου βάρους με τα ναρκωτικά που είχαν πριν μέσα για να μην εγερθούν υποψίες. Η όλη διαδικασία φωτογραφήθηκε από τον Αστ. 450 Γιάγκο Τζιαπούρα της ΥΚΑΝ Αρχηγείου (Μ.Κ.5) και η δέσμη των φωτογραφιών κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Με το πέρας της διαδικασίας και ώρα 10:15 ο Μ.Κ.6 παρέδωσε στον Μ.Κ.2 ένα έντυπο αποστολής της TNT Μπρατισλάβας με λεπτομέρειες για τη συγκεκριμένη αποστολή -Τεκμήριο
  5. Ακολούθως οι Μ.Κ.26 και Μ.Κ.6 μετέφεραν τα εξώστ πίσω στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Αφού ενημερώθηκε ο Υπεύθυνος του Τελωνείου κ. Θεόδωρος Παπαδόπουλος, στις 11:00 περίπου ο Μ.Κ.6 παρέδωσε τα εξώστ στον Chris Hickey, Operations Manager της TNT (Μ.Κ.22). Η συνάντηση έγινε στον χώρο στάθμευσης παρά την αποθήκη του Τελωνείου στο παλιό αεροδρόμιο Λάρνακας. Εκεί τα 4 εξώστ σκαναρίστηκαν και τοποθετήθηκαν με την υπόλοιπη αποστολή για παράδοση αυθημερόν. Αστυνομικοί της ΥΚΑΝ, συμπεριλαμβανομένου του Μ.Κ.26, είχαν συνεχή οπτική επαφή με τη φόρτωση των 4 εξώστ σε βαν της εταιρείας ΤΝΤ με αρ. εγγραφής KYV 068, το οποίο οδηγείτο από τον Μάριο Επιφανίου και το οποίο έφθασε στα γραφεία της ΤΝΤ στη Λευκωσία περί ώρα 14:
  6. Σε κάποιο στάδιο υπήρξε επιθυμία της Κυπριακής Δημοκρατίας να παραλάβει την κατοχή των ίδιων των ναρκωτικών. Γι' αυτό έγινε σχετικό αίτημα μέσω επιστολής ημερ. 11.2.13 (Τεκμήριο 28). Μέσω αυτού ζητείτο, αφού δίδετο η έγκριση των Αυστριακών Αρχών για να μεταφερθούν τα ναρκωτικά διά μέσω της χώρας τους, να μετέβαιναν ο Μ.Κ.6 με τον Μ.Κ.2 στη Μπρατισλάβα για να παραλάβουν τα ναρκωτικά και να τα μεταφέρουν στην Κύπρο. Πράγματι δόθηκε η έγκριση από τις Αυστριακές Αρχές μέσω της Europol. Κατατέθηκε για τον σκοπό αυτό το Τεκμήριο 29 στο οποίο επισυνάπτεται έγκριση των Αυστριακών Αρχών στη Γερμανική γλώσσα. Αργότερα κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός η μετάφραση των εγγράφων αυτών στην Ελληνική ως Τεκμήριο 34[1]. Αφού λοιπόν εξασφαλίστηκαν οι σχετικές εγκρίσεις, ο Μ.Κ.6 μετέβη με τον Μ.Κ.2 στη Βιέννη μέσω Βελιγραδίου και επέστρεψαν κατευθείαν από τη Βιέννη στη Λάρνακα αφού παρέλαβαν τα ναρκωτικά στη Μπρατισλάβα. Στη Μπρατισλάβα παρέλαβαν τα ναρκωτικά από τον κ. Marek Kazik στις 17.2.
  7. Τα ναρκωτικά που τους παραδόθηκαν από τους Σλοβάκους συναδέλφους τους είναι τα Τεκμήρια 12 και 13 τα οποία έχουν τη συσκευασία όπως τους παραδόθηκαν, δηλ. συσκευασίες σε διαφανή νάιλον, τελλαρισμένα και υπογεγραμμένα. Οι χημικές αναλύσεις που έγιναν σε σχέση με τα ναρκωτικά διενεργήθηκαν στη Σλοβακία. Κατατέθηκε για τον σκοπό αυτό σχετική Έκθεση του Ινστιτούτου Εγκληματολογικών Ερευνών και Τεχνογνωσίας της Αστυνομίας στη Μπρατισλάβα (Τεκμήριο 30) όπως και κατάθεση του κ. Marek Kolosvary (Τεκμήριο 31). Παρεμπιπτόντως εδώ να πούμε ότι σε κατοπινό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[2] μέσα στο πλαίσιο κατάθεσης παραδεκτών γεγονότων κατατέθηκαν τόσο η Έκθεση του πιο πάνω Ινστιτούτου της Μπρατισλάβας, όσο και η κατάθεση του κ. Μarek Kolosvary ως Τεκμήρια 60 και 61 αντίστοιχα με παραδεκτό πλέον το περιεχόμενό τους. Να προσθέσουμε ότι μέσα στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων που έγιναν κατατέθηκαν επίσης πρακτικά ανοίγματος του δέματος - που αφορούσε τα 4 εξώστ με τα ναρκωτικά - στη Μπρατισλάβα (Τεκμήριο 62), όπως επίσης και Έκθεση παράδοσης και παραλαβής κατασχεθέντων υλικών στη Μπρατισλάβα του κ. Kazik (Τεκμήριο 63). Τέλος κατατέθηκε και η κατάθεση του κ. Kazik (Τεκμήριο 64), στην οποία αναφέρεται στα σχετικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της διεκπεραίωσης της ελεγχόμενης παράδοσης και στην επαφή που είχε με τον Μ.Κ.
  8. Επανερχόμενοι στην εξέλιξη των γεγονότων από το στάδιο που τα εξώστ είχαν τοποθετηθεί στο αυτοκίνητο της ΤΝΤ στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να έλθουν στη Λευκωσία λέχθηκε ότι υπήρχαν υπό κάλυψη αστυνομικοί οι οποίοι παρακολουθούσαν τη διαδρομή μέχρι που έφτασαν αυτά στα γραφεία της ΤΝΤ στη Λευκωσία. Εκεί, στην παρουσία του Μ.Κ.22, τα εξώστ παραλήφθηκαν από τη Μυροφόρα Τουμάζου, Μ.Κ.27, η οποία τα σκάναρε και τα τοποθέτησε εντός του βαν που οδηγούσε, με αρ. εγγραφής KRZ
  9. Η Μ.Κ.27 αναχώρησε από τα γραφεία της εταιρείας γύρω στις 15:
  10. Η όλη διαδρομή που ακολούθησε η Μ.Κ.27 παρακολουθείτο επίσης από αστυνομικούς της ΥΚΑΝ Αρχηγείου κατόπιν οδηγιών του Μ.Κ.26, με επικεφαλής τον Μ.Κ.
  11. Ειδικότερα, έλαβαν μέρος στην όλη επιχείρηση οι Αστ. 1974 Μ. Γιάννου (Μ.Κ.3), Αστ. 3021 Α. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.8) και Αστ. 3789 Ε. Ανδρέου (Μ.Κ.10). Καθόλη τη διάρκεια της επιχείρησης οι αστυνομικοί είχαν επικοινωνία μεταξύ τους μέσω ασυρμάτου και κάποτε μέσω του κινητού τους τηλεφώνου. Στις 15:55 το όχημα που οδηγούσε η Μ.Κ.27 σταμάτησε σε πολυκατοικία στην οδό Ζήνωνος Σώζου 11, περιοχή Λυκαβητού. Εκεί η Μ.Κ.27 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και χωρίς να πάρει οποιοδήποτε δέμα από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, εισήλθε εντός της πολυκατοικίας όπου παρέμεινε εκεί για περίπου 2-3 λεπτά. Στη συνέχεια αναχώρησε και μετέβη σε παράλληλο δρόμο και συγκεκριμένα στην οδό Δημοφώντος όπου βρίσκονται τα γραφεία της εταιρείας ταχυμεταφορών ARAMEX. Αφού άνοιξε το πίσω μέρος του οχήματος της κατέβασε δύο μεγάλα χάρτινα πακέτα. Περί ώρα 16:02 αναχώρησε από εκεί και μετέβη στην πολυκατοικία AKRITAS TOWER που βρίσκεται στη γωνία των οδών Διγενή Ακρίτα και Κλεομένους 1 στην οποία εισήλθε. Ακολούθως, μετά πάροδο 10 λεπτών περίπου, μετέβη στην πολυκατοικία της οδού Μουρούζη 16, διεύθυνση που αναγράφεται ως η διεύθυνση του παραλήπτη των εξώστ. Αφού κατέβηκε από το όχημα χωρίς να παραλάβει οτιδήποτε, προχώρησε στην είσοδο της πολυκατοικίας χωρίς να εισέλθει εντός αυτής. Παρέμεινε εκεί για περίπου 1 λεπτό χωρίς να κάνει οποιαδήποτε ενέργεια. Ακολούθως, εισήλθε εντός του οχήματος της και μετέβη στην οικία της στη γωνία των οδών Αχιλλέως και Ευαγόρου 4, περίπου 400 μέτρα μακριά από την οδό Μουρούζη. Αφού στάθμευσε το όχημα της με την πίσω πλευρά του να είναι μπροστά από την είσοδο του κλειστού χώρου στάθμευσης του οποίου οι πόρτες ήταν ανοικτές, η Μ.Κ.27 πορεύτηκε πεζή προς τη μπροστινή είσοδο του σπιτιού. Τότε ο Μ.Κ.7 εξήλθε του οχήματος παρακολούθησης και ανέβηκε στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας από όπου είχε οπτική επαφή με το αυτοκίνητο στο οποίο υπήρχαν τα δέματα. Ο Μ.Κ.8 είδε τους Αγαθοκλή Αγαθοκλέους, τον Κατηγορούμενο και ακόμα ένα άντρα, γυμνό από τη μέση και πάνω, να κάθονται στη μπροστινή βεράντα του σπιτιού. Μετά πάροδο λίγων λεπτών οι Μ.Κ.7 και 8 είδαν τη Μ.Κ.27 με τον άγνωστο άντρα να έρχονται πίσω από το γκαράζ, ενώ ο Μ.Κ.8 είδε τους Αγαθοκλέους και Κατηγορούμενο να αναχωρούν από το μέρος, ο ένας με μία αγωνιστική μοτοσυκλέτα και ο άλλος με ένα Mercedes με αρ. εγγραφής KWV
  12. Ακολούθως οι Μ.Κ.7 και 8 είδαν τη Μ.Κ.27, στην παρουσία του ημίγυμνου άντρα, να ανοίγει το πίσω μέρος του οχήματος της και να κατεβάζει τα 4 εξώστ. Την ίδια ώρα ο άντρας τα μετέφερε στην πίσω γωνιά εντός του κλειστού χώρου στάθμευσης. Ο Μ.Κ.8 είδε τη Μ.Κ.27 να αναχωρεί από το μέρος, με το εν λόγω όχημα, ενώ ο Μ.Κ.8 κατέβηκε από την πολυκατοικία όπου βρισκόταν. Ο Μ.Κ.8 είδε τα 4 πακέτα με τα εξώστ στο πάτωμα εντός του γκαράζ δίπλα από τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής KUV 107 η οποία βρισκόταν ξεκινημένη και πλησίον αυτής στεκόταν ο ημίγυμνος άντρας ο οποίος ακολούθως εξήλθε του γκαράζ. Στις 16:35 διατάχθηκε έφοδος από τον Μ.Κ.
  13. Τόσο οι Μ.Κ.7 και 8 όσο και άλλοι αστυνομικοί έτρεξαν προς το μέρος και είδαν τον άντρα να στέκεται έξω από το γκαράζ, να μιλά στο τηλέφωνο και η μοτοσικλέτα να είναι ακόμη ξεκινημένη. Αμέσως ο Μ.Κ.8 τον πληροφόρησε ότι εντός των εξώστ εντοπίστηκαν στις 3.9.12 από τις Σλοβακικές Αρχές 5 κιλά κάνναβη, τού επέστησε την προσοχή στο Νόμο και αυτός απάντησε ότι δεν είναι δικά του και δεν γνωρίζει οτιδήποτε. Ανέφερε στον Μ.Κ.8 ότι είναι ο Amer Shabhaz, σύζυγος της Μ.Κ.
  14. Στις 17:00 ο Μ.Κ.2 μετέβη στο μέρος μαζί με άλλους αστυνομικούς. Εκεί συνάντησε τους Μ.Κ.7, 8 και 26 και τον Amer Shabhaz, και παρέλαβε τα 4 εξώστ. Μεταξύ των ωρών 17:00-18:30 ο Μ.Κ.2 με τη βοήθεια άλλων αστυνομικών ερεύνησε την οικία και τα υποστατικά στην εν λόγω διεύθυνση, στην παρουσία του Amer Shabhaz και της Ελένης Κωνσταντίνου, μητέρας της Μ.Κ.
  15. Στις 17:35 σε αποθήκη πίσω από το γκαράζ, ο Αστ. 1486 Γεώργιος Χειμωνή της ΥΚΑΝ Λευκωσίας (Μ.Κ.1) βρήκε και παρέλαβε 2 εξώστ μοτοσικλέτας τα οποία μύριζαν κάνναβη (Τεκμήριο 5). Αφού επιστήθηκε η προσοχή και των δύο στο Νόμο, ο Amer Shabhaz απάντησε ότι ανήκουν στον κουνιάδο του, τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είχε στο παρελθόν κατάστημα με μοτοσικλέτες. Η Ελένη Κωνσταντίνου δεν έδωσε απάντηση. Ακολούθησε έρευνα στην κατοικία της Μυροφόρας Τουμάζου και του Amer Shabhaz στην παρουσία του τελευταίου. Η έρευνα έγινε δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας το οποίο εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος του Μ.Κ.1 στις 13:30 της ίδιας μέρας (Τεκμήριο 22). Περί ώρα 18:20 ο Μ.Κ.1 βρήκε και παρέλαβε για επιστημονικές εξετάσεις ένα φορητό υπολογιστή. Στις 18:38, σε έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητο του Amer Shabhaz, κατόπιν συγκατάθεσης του τελευταίου, βρέθηκε μία ζυγαριά ακριβείας (Τεκμήριο 7). Ο Μ.Κ.1 ρώτησε τον Amer Shabhaz σε ποιον ανήκει, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και απάντησε «Εν δική μου, εν τη χρησιμοποίησα ποτέ». Επίσης βρέθηκαν και παραλήφθηκαν 3 έγγραφα τραπεζικών συναλλαγών της Μυροφόρας Τουμάζου και του Amer Shabhaz (Τεκμήριο 8). Ακολούθως σε φούρνο που υπάρχει στο ισόγειο της κατοικίας, ο οποίος ανήκει στην Ελένη Κωνσταντίνου, ο Μ.Κ.1 βρήκε και παρέλαβε ένα χάρτινο κιβώτιο εντός του οποίου υπήρχε ένα σακούλι στο οποίο υπήρχε ένα μεταλλικό εξώστ κομμένο στο πίσω μέρος (Τεκμήριο 6). Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο Amer Shabhaz απάντησε ότι «εν δικό μου, εν της μοτόρας μου». Με το τέλος της έρευνας ο Μ.Κ.1 παρέδωσε τα Τεκμήρια 5-7 στον Μ.Κ.3, ο οποίος τα μετέφερε στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας. Εκεί κάλεσε τον Amer Shabhaz για ανάκριση. Στην παρουσία του τελευταίου, ο Μ.Κ.3 σφράγισε τα Τεκμήρια και τα παρέδωσε στον Μ.Κ.
  16. Εν τω μεταξύ,αφότου η Μ.Κ.27 έφυγε από την οικία της με το βαν της εταιρείας, ο Μ.Κ.26 έδωσε οδηγίες για την ανακοπή του οχήματος της. Ο Αστ. 1974 Μάριος Γιάννου της ΥΚΑΝ Αρχηγείου (Μ.Κ.4) βρισκόταν επί της οδού Τζων Κέννεντυ στην Παλλουριώτισσα και ακολουθούσε το όχημα της Μ.Κ.27, το οποίο σταμάτησε στη μέση του δρόμου και συνομίλησε με άτομο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KWV 745 για σύντομο χρονικό διάστημα. Μετά η Μ.Κ.27 συνέχισε και τότε ο Μ.Κ.4 την ανέκοψε, της απεκάλυψε την αστυνομική του ιδιότητα και της ζήτησε τα στοιχεία. Αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «Εντάξει». Κατόπιν άδειας του Μ.Κ.26, ο Μ.Κ.4 οδήγησε το όχημα της Μ.Κ.27 με συνοδηγό την ίδια και επιβάτη τη Γ/Αστ. 3789 Ευανθία Ανδρέου της ΥΚΑΝ Αρχηγείου (Μ.Κ.10) στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας. Κατά τη διαδρομή ο Μ.Κ.4 της ανέφερε ότι είχε πληροφορία ότι αυτή και ο αδελφός της Χρίστος Τουμάζου κάνουν αυτή τη δουλειά εδώ και ένα χρόνο και αυτή του απάντησε ότι το έκανε ακόμη μία φορά μόνο και ήταν χάρτινο κασόνι που ξεφόρτωσε στο γκαράζ και πάλι για λογαριασμό του αδελφού της. Τότε ο Μ.Κ.4 της επέστησε την προσοχή στο Νόμο και αυτή δεν έδωσε απάντηση. Στις 17:00 ο Αστ. 3867 Σώζος Σώζου της ΥΚΑΝ Λευκωσίας (Μ.Κ.23) παρέλαβε τη Μ.Κ.27 την οποία συνέλαβε. Ακολούθως της έλαβε θεληματική κατάθεση (Τεκμήριο 52). Στις 17:30 ο Αστ. 4798 Ματθαίος Νικολάου (Μ.Κ.11) της ΥΚΑΝ Λευκωσίας μαζί με άλλους αστυνομικούς μετέβη στην οικία των Αγαθοκλέους και Κυριακής Φιλίππου στην οδό Ιωάννη Καποδίστρια 63Α στη Λακατάμεια για εκτέλεση ενταλμάτων σύλληψης τους και έρευνας της οικίας τους. Εκεί βρήκε μόνο την Κυριακή Φιλίππου την οποία και συνέλαβε. Αφού της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτή απάντησε «Δεν έχω ιδέα τούτα που λαλείς». Ακολούθησε έρευνα της οικίας, παραλαβή κάποιων τεκμηρίων και η σύλληψη της Κυριακής Φιλίππου. Το ένταλμα έρευνας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  17. Μετά η Φιλίππου οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας. Στις 20:20 προσήλθε στα γραφεία της ΥΚΑΝ ο Αγαθοκλέους, ο οποίος συνελήφθη από τον Μ.Κ.
  18. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο Αγαθοκλέους απάντησε «τούτα που ήρταν σήμερα εν δικά μου. Για τα άλλα που μου λες για τον Ιούλη δεν ξέρω τίποτε». Στις 22:35 ο Μ.Κ.3 συνέλαβε τον Amer Shabhaz. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν ξέρω τίποτε». Όλοι οι πιο πάνω συνελήφθηκαν δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης τα οποία εκδόθηκαν κατόπιν αιτήματος του Μ.Κ.1 στις 13:30 της ίδιας μέρας. Στις 11.9.12 ο Μ.Κ.3 παρουσίασε τα 3 άτομα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το οποίο εξέδωσε διάταγμα 8ήμερης προσωποκράτησης τους. Ο Μ.Κ.1 ήταν ο υπεύθυνος για τη φύλαξη όλων των τεκμηρίων της υπόθεσης. Ανάμεσα σε αυτά είναι τα ακόλουθα: 1) Ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung με αρ. ΙΜΕΙ 358614/03/075296/4 και κάρτα SIM της MTN το οποίο παραλήφθηκε από τον Αστ. 1455 Θεοχάρη Πολεμίτη και βρέθηκε στην κατοχή της Κυριακής Φιλίππου, 2) Ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Apple το οποίο παραλήφθηκε από τον M.K.2 και βρέθηκε στην κατοχή του Amer Shabhaz, 3) Ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Nokia με αρ. ΙΜΕΙ 359344/04/087987/5 και κάρτα SIM της MTN το οποίο παραλήφθηκε από τον M.K.2 και βρέθηκε στην κατοχή της Μ.Κ.27, 4) Ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Nokia με αρ. ΙΜΕΙ 35326305078751 και κάρτα SIM το οποίο παραλήφθηκε από τον M.K.2 και βρέθηκε στην κατοχή της Μ.Κ.27, 5) Ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Sony Ericsson με κάρτα SIM της CYTA το οποίο παραλήφθηκε από τον M.K.11 και βρέθηκε στην Ιωάννη Καποδίστρια 63Α και 6) Ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Nokia με αρ. ΙΜΕΙ 356999/04/394106/4 και κάρτα της ΜΤΝ το οποίο παραλήφθηκε από τον M.K.2 και βρέθηκε στην κατοχή του Έκτορα Μακρίδη. Τα κινητά τηλέφωνα έτυχαν εξέτασης από τον Αστ. 3776 Αχιλλέα Μιχαηλίδη του Κλάδου Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Δ του Αρχηγείου Αστυνομίας (Μ.Κ.9). Τα αποτελέσματα των εξετάσεων του περιέχονται στις Εκθέσεις του ημερ. 25 και 26.9.12, Έγγραφα 10Α και Β αντίστοιχα. Μεταξύ των ενεργειών του Μ.Κ.1 για την παρούσα υπόθεση είναι και η λήψη ενός ψηφιακού δίσκου μάρκας Verbatim από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της εταιρείας Western Union στην πλατεία Ελευθερίας (Τεκμήριο 9). Κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης, και ειδικότερα κατά τη μαρτυρία του Αστ. 3274 Χριστόφορου Παπασάββα του Εργαστηρίου Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών (Μ.Κ.14) διεφάνη ότι ο δίσκος που κατατέθηκε δεν αντιστοιχούσε στον υπό αναφορά δίσκο, ο οποίος τελικώς κατατέθηκε από τον Μ.Κ.26, ο αυθεντικός ως Τεκμήριο 57 και ένα αντίγραφο αυτού ως Τεκμήριο
  19. Ο δίσκος αυτός καταγράφει τα συμβάντα της 15ης Αυγούστου 2012 μεταξύ των ωρών 14:30 -15:30, και παραδόθηκε στην αστυνομία από τον Μάριο Γεωργίου (Μ.Κ.12). Αυτός εργάζεται στην εταιρεία G4S ως τεχνικός ασφαλείας και η εταιρεία του έχει εγκαταστήσει το κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης στο κατάστημα αποστολής χρημάτων της εταιρείας Western Union στην πλατεία Ελευθερίας. Ο δίσκος έτυχε επεξεργασίας από τον Μ.Κ.14 για την εκτύπωση μόνο φωτογραφιών. Η εργασία που έκανε περιέχεται στην Έκθεση του ημερ. 30.10.12 (Έγγραφο 15Β). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Νεκταρίας Μιχαήλ, λειτουργού εξυπηρέτησης στην εταιρεία μεταφοράς χρημάτων Western Union (Μ.Κ.17), ο Αγαθοκλέους έστειλε χρήματα μέσω της εταιρείας, μεταξύ άλλων στις 10.7.12 ποσό €3000 στη Σλοβακία και στις 4.8.12 ποσό €910 στην Ουγγαρία. Ο Κατηγορούμενος έστειλε το ποσό των €750 στην Ουγγαρία από το κατάστημα της Πλατείας Ελευθερίας. Όλα τα πιο πάνω ποσά είχαν ως παραλήπτη τον Έκτορα Μακρίδη. Ο Μακρίδης παρέλαβε τα εν λόγω χρήματα, στις 10.7.12 με ταυτότητα της Σλοβακίας ενώ στις 4.8.12 με Κυπριακό διαβατήριο και δηλώνοντας διεύθυνση στην Κύπρο. Ο Μακρίδης παρέλαβε τα χρήματα που του έστειλε ο Κατηγορούμενος παρουσιάζοντας και πάλι Κυπριακό διαβατήριο και δηλώνοντας διεύθυνση στην Κύπρο. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 47 και
  20. Σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, εναντίον του Κατηγορουμένου είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης του στις 10.9.12, μαζί με τα εντάλματα που είχαν εκδοθεί για τους υπόλοιπους - Τεκμήριο
  21. Ο Κατηγορούμενος αναζητείτο έκτοτε στη διεύθυνση της οικίας της μητέρας του αλλά και της αρραβωνιαστικιάς του Άννας Δημητρίου. Παρά τις προσπάθειες της αστυνομίας δεν έγινε κατορθωτός ο εντοπισμός του και υπήρχαν πληροφορίες ότι αυτός βρισκόταν στις κατεχόμενες περιοχές. Μάλιστα γίνονταν επιχειρήσεις αναζήτησης του από την ΥΚΑΝ αλλά και τα μέλη της έκαναν και προσωπικά προσπάθειες εντοπισμού του. Αποτελεί κοινό έδαφος από τις δύο πλευρές ότι για την ίδια υπόθεση καταχωρήθηκε η Υπόθεση Κακουργιοδικείου Λευκωσίας αρ. 23583/2012 εναντίον των Μ.Κ.27, Κυριακής Φιλίππου, Αγαθοκλή Αγαθοκλέους, Amer Shabhaz και Έκτορα Μακρίδη. Αφού η υπόθεση διακόπηκε για τους Κατηγορουμένους 2,4 και 5, η Μ.Κ.27 και Αγαθοκλέους παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες για την κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια των 5 κιλών κάνναβης, και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών στις 26.3.
  22. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε εκ συμφώνου και το πρακτικό ημερ. 22.3.13 της εν λόγω υπόθεσης, όπου καταγράφονται τα γεγονότα και οι αγορεύσεις των συνηγόρων των 2 Κατηγορουμένων (Τεκμήριο 36). Τελικώς στις 6.11.13 ο Κατηγορούμενος στην παρούσα συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος από τον Αστ. 3494 Αντρέα Αντρέου της ΥΚΑΝ Αρχηγείου (Μ.Κ.4) στην οδό Νεοπτολέμου 16 στους Αγ. Ομολογητές. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε «Εντάξει ρε φίλε». Κατά τη σωματική έρευνα που του έγινε ο Μ.Κ.4 βρήκε και παρέλαβε ένα σακουλάκι που περιείχε ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης όμοιας με κάνναβη και ένα αλεστήρα χρώματος πορτοκαλί με ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης όμοιας με κάνναβη. Αφού του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Είναι δικό μου ρε φίλε». Ακολούθως ο Κατηγορούμενος παραδόθηκε σε μέλη του Κλιμακίου της ΥΚΑΝ. Στις 8.11.13 ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  23. Προς συμμόρφωση με δικαστικά διατάγματα για αποκάλυψη των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων (Τεκμήρια 38 Α και Β), οι εταιρείες CYTA και MTN απέστειλαν τις επιστολές ημερ. 18.9.12 (Τεκμήρια 19 και 20 αντίστοιχα). Εκ μέρους της CYTA κατέθεσε ο Μίλτος Αθανασίου (Μ.Κ.19) και της ΜΤΝ o Γιάννης Κοφτερός (Μ.Κ.24). Οι δύο αυτοί μάρτυρες αναφέρθηκαν και επεξήγησαν τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα όπως περιέχονται στους Πίνακες (Τεκμήρια 16 Α και Β και 17 αντίστοιχα). Ο Μ.Κ.24 κατέθεσε και ανέλυσε επίσης τη Λίστα Συνδρομητών η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  24. Μαρτυρία Μυροφόρας Τουμάζου (Μ.Κ.27) Η M.K.27 είναι αδελφή του Κατηγορουμένου. Είναι αναντίλεκτο ότι έχει καταδικαστεί κατόπιν παραδοχής της σε φυλάκιση 7 ετών για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 5 κιλών κάνναβης τα οποία ναρκωτικά βρίσκονταν σε εξώστ μοτοσικλέτας. Κατά την ημερομηνία της μαρτυρίας της ενώπιον μας ήταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές εκτίοντας την ποινή φυλάκισης που της επιβλήθηκε. Μαζί της έχει καταδικαστεί και ο Αγαθοκλής Αγαθοκλέους με τον οποίον η M.K.27 είναι κουμπάροι. Με τη σύζυγό του δε είναι φίλες και συνάδελφοι στην εταιρεία ΤΝΤ. Πριν την καταδίκη της η Μ.Κ.27 εργαζόταν στην εταιρία μεταφορών ΤΝΤ στον τομέα μεταφορών. Τα καθήκοντα της ήταν να μεταφέρει δέματα και φακέλους (προερχόμενα από το εξωτερικό) στον πελάτη και να παίρνει δέματα ή φακέλους από τον πελάτη για να σταλούν στο εξωτερικό. Το σημείο εκκίνησης της όλης διαδρομής για μεταφορά, παράδοση και παραλαβή ήταν τα γραφεία της ΤΝΤ. Τα πακέτα που θα μεταφέρονταν στους πελάτες είναι χωρισμένα σε περιοχές και ο κάθε υπάλληλος της εταιρείας αναλάμβανε συγκεκριμένη περιοχή που κατά διαστήματα άλλαζε αναλόγως των αναγκών της εταιρείας. Για το θέμα των πακέτων με τα εξώστ, που θα παρέδιδε, ανέφερε ότι μέχρι τη σύλληψή της δεν γνώριζε ότι αυτά περιείχαν ναρκωτικά. Ανέφερε δε ότι με τον δικηγόρο της Ηρακλή Παπανδρέου, ο οποίος την εκπροσώπησε στην υπόθεση της μέχρι τέλους της δίκης, είχε μια διαφορά στο τέλος «που καταδίκαζε», όπως το έθεσε αρχικά, τον αδελφό της ή, όπως το έθεσε μετά, που τον «ανέφερε» στην απολογία που ετοίμασε εκ μέρους της. Ερωτηθείσα κατά πόσο αυτά που είχε αναφέρει ο δικηγόρος της ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της απολογίας της ήταν αυτά τα οποία η ίδια είχε μοιραστεί μαζί του, απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα στη συνέχεια να εξειδικεύσει τη διαφορά που υπήρξε απάντησε ότι δεν μπορούσε τώρα να θυμάται πριν ένα χρόνο τι ακριβώς έγινε και ότι αν δεν τα είχε μπροστά της να τα διαβάσει δεν θα μπορούσε να πει ποια ήταν αυτά που μοιράστηκε μαζί του και ποια όχι. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο θυμόταν αυτά που ο δικηγόρος της ανέφερε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Εφετείου) με σκοπό τη μείωση της ποινής της, η M.K.27 απάντησε καταφατικά για να προσθέσει στη συνέχεια, όταν της υποβλήθηκε η ερώτηση αν είχαν λεχθεί ψέματα, ότι ο κ. Παπανδρέου είχε βασιστεί πάνω στην πρώτη της απολογία και ότι γι' αυτό και μίλησε στο Ανώτατο Δικαστήριο για τα ίδια θέματα. Ρωτήθηκε στη συνέχεια να πει κατά πόσο θυμόταν ότι ο συνήγορος ενέπλεκε τον αδελφό της και απάντησε καταφατικά. Στην αμέσως επόμενη ερώτηση κατά πόσο αυτή η αναφορά για συμμετοχή του αδελφού της ήταν ψέματα η μάρτυρας απάντησε και σε αυτήν καταφατικά. Σ' ό,τι αφορά το θέμα του κατά πόσο ο Κατηγορούμενος διέφυγε της σύλληψης του για πολλούς μήνες μέχρι την εκδίκαση της έφεσης η M.K.27 ανέφερε εν πρώτοις ότι γνώριζε ότι ο αδελφός της δεν είχε συλληφθεί για την υπόθεση για την οποία η ίδια είχε συλληφθεί προσθέτοντας ότι κανείς δεν τους είπε ότι ήταν καταζητούμενος. Δεν θυμόταν ότι ο κ. Παπανδρέου είχε πει στα πλαίσια της αγόρευσης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου ότι μέχρι εκείνο το στάδιο ο Κατηγορούμενος δεν είχε συλληφθεί. Σ' ό,τι αφορά στην αναφορά του συνηγόρου στην αγόρευσή του ότι η M.K.27 είχε πάρει τα εξώστ για να τα πάρει σε αυτούς που εμπλέκονται σε αυτή την ιστορία μεταξύ των οποίων ήταν και ο αδελφός της, ενώ δέχτηκε ότι έγινε τέτοια αναφορά από τον συνήγορό της στην παρουσία της, διευκρίνισε ότι ο αδελφός της δεν ήταν ένας εξ αυτών των ανθρώπων που την ενέπλεξαν. Επανέλαβε σε άλλη ερώτηση ότι δεν ήταν εμπλεκόμενος στην υπόθεση ο αδελφός της. Κληθείσα να εξηγήσει τον λόγο που παρόλο που ισχυρίζεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι εμπλεκόμενος εντούτοις τον είχε η ίδια εμπλέξει, διευκρίνισε ότι στις καταθέσεις της λέει ότι αυτός δεν είναι εμπλεκόμενος. Ερωτηθείσα πώς εφόσον ο συνήγορος της με την αγόρευση του ενέπλεκε τον αδελφό της στην υπόθεση η ίδια ισχυρίζεται τώρα ότι δεν τον είχε εμπλέξει, απάντησε ότι η ίδια δεν είναι δικηγόρος και ότι εκείνος που πρέπει να δώσει εξηγήσεις είναι ο δικηγόρος της ο οποίος έκανε την απολογία της. Σε ερώτηση γιατί δεν αντέδρασε ή γιατί δεν ζήτησε εξηγήσεις από τον δικηγόρο της που είπε πράγματα τα οποία κατά την ίδια δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, απάντησε ότι ο δικηγόρος της τής είχε πει ότι θα ήταν πιο «ελαφρυντική» η θέση της. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι μετά την απολογία του δικηγόρου της τού ζήτησε εξηγήσεις και ότι δεν ήξερε η ίδια από πριν τι απολογία θα έκανε. Σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασής της ανέφερε ότι δεν είχε οποιοδήποτε όφελος από αυτή την ιστορία των ναρκωτικών και ότι δέχθηκε να συμμετάσχει χωρίς να γνωρίζει ότι υπήρχαν μέσα ναρκωτικά. Εκείνο που γνώριζε ήταν ότι επρόκειτο για εξαρτήματα μοτοσικλέτας. Σε ό,τι αφορά τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης ανέφερε ότι τα τέσσερα εξώστ γνώριζε ότι θα τα παρέδιδε σε ένα ξένο ο οποίος ήταν γνωστός του κουμπάρου της Αγαθοκλέους (Αγαθοκλέους) στην οδό Μουρούζη. Κατέβηκε λοιπόν από το αυτοκίνητο στην οδό αυτή, μπήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας, είδε τα νούμερα των διαμερισμάτων και διαπίστωσε διαφορά. Αφού κτύπησε το κουδούνι και δεν απάντησε κανείς έφυγε αφήνοντας μια κάρτα της εταιρείας. Αν και είχε και άλλα πακέτα για παράδοση πήγε στη συνέχεια σπίτι της για σκοπούς τουαλέτας. Πηγαίνοντας στο σπίτι της είχε έλθει μετά από λίγα λεπτά ο κουμπάρος της και του ανέφερε ότι ο φίλος του δεν ήταν σπίτι οπότε ο Αγαθοκλής τής είπε να αφήσει τα εξώστ εκεί και θα του τα έδινε ο ίδιος. Σε άλλες ερωτήσεις ανέφερε ότι δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη μέρα ότι με τη φορτωτική της ημέρας θα ήταν και τα τέσσερα εξώστ. Έλαβε γνώση μόνο όταν ξεφορτώθηκαν και τα χώρισαν κατά περιοχές και μπήκαν στη δική της περιοχή διανομής. Τη μέρα εκείνη έλειπε ήδη κάποιος συνάδελφος και γι αυτό ανατέθηκε στην ίδια εκείνη η περιοχή. Ερωτήθηκε σε άλλο στάδιο της κυρίως εξέτασής της και για το ποιο ήταν αυτό το άτομο που βρισκόταν καταχωρημένο στο κινητό της τηλέφωνο (Nokia Lumia) με το όνομα 'Bilias' (Μπίλιας). Απάντησε ότι παλιά φώναζαν Μπίλια τον αδελφό της, προσθέτοντας ότι η ίδια δεν τον φώναζε Μπίλια αλλά πάντοτε Χρίστο. Το 'Μπίλιας' που ήταν καταχωρημένο στη συσκευή του τηλεφώνου της δεν της θύμιζε κάτι, όπως ούτε ο αριθμός
  25. Προσέθεσε ότι ποτέ στο τηλέφωνο της δεν είχε καταχωρήσει τον αδελφό της με το όνομα Μπίλιας. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε μιλήσει με τον αδελφό της την ημέρα που αφίχθη το πακέτο με τα τέσσερα εξώστ, απάντησε ότι νομίζει ότι είχε μιλήσει το πρωί, μετά όμως που ήλθε το πακέτο νομίζει ότι δεν του μίλησε. Δεν θυμάται αν γύρω στις 3.00 το απόγευμα τής τηλεφώνησε ο αδελφός της. Ερωτηθείσα αν τής τηλεφώνησε αυτός που είχε καταχωρημένο στη συσκευή του τηλεφώνου της ως Μπίλια, η M.K.27 απάντησε ότι ποτέ δεν είχε κάποιο πρόσωπο καταχωρημένο με το όνομα Μπίλιας. Σ' άλλο σημείο της κυρίως εξέτασής της ανέφερε ότι συμπτωματικά συνάντησε απέναντί της στον δρόμο τον Αγαθοκλή στην οδό Κέννεντυ. Εκεί η M.K.27 τον σταμάτησε και του είπε ότι είχε πληροφορηθεί ότι υπήρχε Αστυνομία σπίτι της και έφυγε. Η μητέρα της M.K.27 την είχε πάρει τηλέφωνο 1- 2 λεπτά πριν την ανακοπή της και της ανέφερε ότι είχε έρθει Αστυνομία στο σπίτι τους. Δεν θυμάται αν προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον αδελφό της. Θυμάται μόνο ότι μίλησε με τη μητέρα της και τη θεία της και αμέσως μετά την σταμάτησε η Αστυνομία. Νομίζει ότι προσπάθησε να πάρει τον σύζυγο της. Σε ερώτηση κατά πόσο η ίδια προσπαθεί να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο ώστε να μην καταλήξει κι αυτός στη Φυλακή όπως η ίδια, απάντησε αρνητικά. Σε άλλο σημείο είχε αναφέρει ότι η σχέση της με τον αδελφό της είναι άψογη. Δέχτηκε δε ότι στήριγμα της μετά τον θάνατο του πατέρα της ήταν ο αδελφός της με τον οποίο είχε εξάρτηση και ότι ο ένας προστάτευε τον άλλο. Αντεξεταζόμενη είπε ότι την κατάθεση της Τεκμήριο 56 την είχε γράψει η ίδια. Μετά από αυτή την κατάθεση η Αστυνομία στις 14.9.12 της πήρε κι άλλη κατάθεση, το Τεκμήριο
  26. Αυτά που αναφέρονται στις δύο αυτές καταθέσεις είναι η αλήθεια. Σ' άλλο σημείο ανέφερε ότι τον τελευταίο μήνα - πριν έρθει να καταθέσει στο Δικαστήριο - την είχε επισκεφθεί η Αστυνομία στις Φυλακές αρκετές φορές. Την πρώτη φορά ο λόγος ήταν για να της επιβεβαιώσουν ότι βρίσκεται στις Φυλακές και ο αδελφός της και αν το είχε μάθει και κατά πόσο θα ερχόταν η ίδια να καταθέσει εναντίον του αδελφού της. Και τις υπόλοιπες φορές που ήλθαν να τη δουν της ζήτησαν να καταθέσει εναντίον του αδελφού της. Στην επανεξέταση είπε ότι μετά που εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου ήρθε η Αστυνομία να τη δει και της είπαν ότι αν έρθει να καταθέσει εναντίον του αδελφού της θα την δουν καλύτερα και ότι θα δικαιούται «αναστολή ποινικής δίωξης» ή «καμιά χάρη Προέδρου». Η αντίδραση της M.K.27 ήταν ότι μόνο λόγια της υπόσχονταν και ότι η ίδια ήθελε ενδείξεις. Ερωτηθείσα κατά πόσο ήθελε κάτι γραπτώς, απάντησε καταφατικά για να τους πει τελικώς ότι αδελφός δεν μαρτυρά εναντίον αδελφού όταν δεν υπάρχουν στοιχεία. Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορουμένου Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, κάλεσε αυτόν σε απολογία και του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση ότι δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, καθοδηγούμενοι από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Να πούμε ακόμη ότι τη μαρτυρία την έχουμε αξιολογήσει στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και σε καμία περίπτωση μικροσκοπικά ή αποσπασματικά[3]. Προτού προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα, επιθυμούμε να τονίσουμε ότι η αξιολόγηση μας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρος ξεχωριστά, αλλά την έχουμε συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[4]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε έχοντας υπόψη όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή, όσο και για την Υπεράσπιση, αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορούσας Αρχής Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 λέμε ότι περιέγραψε αναλυτικά και σε λεπτομέρεια το σύνολο των ενεργειών του ως ένα από τα μέλη της ΥΚΑΝ Λευκωσίας που είχε εμπλοκή στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Βασικά το σύνολο των ενεργειών του κατεγράφη σε γραπτή κατάθεση που ετοίμασε και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Έγγραφο
  27. Μεταξύ των ενεργειών του συμπεριλαμβάνονταν η έρευνα της οικίας της Μυροφόρας Τουμάζου, η σύλληψη του Αγαθοκλή Αγαθοκλέους και η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο στις 8.11.13 όταν έγινε κατορθωτή η σύλληψή του στις 6.11.
  28. Ο Μ.Κ.1 ήταν επίσης ο υπεύθυνος για τη φύλαξη των Τεκμηρίων της υπόθεσης και ενώπιον μας κατέθεσε σχετικό κατάλογο τεκμηρίων (Έγγραφο 2) στον οποίον καταγράφονται όλες οι σχετικές λεπτομέρειες που αφορούν τη διακίνηση των εν λόγω τεκμηρίων. Μεταξύ των τεκμηρίων που κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν και δύο συσκευασίες με ναρκωτικά (Τεκμήρια 12 και 13) οι οποίες του είχαν παραδοθεί από τον Μ.Κ.6 (Λοχία 1790) όταν αυτός έφτασε στην Κύπρο έχοντας παραλάβει προηγουμένως από το εξωτερικό τα ναρκωτικά τα οποία στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 είχε υπό την ασφαλή φύλαξη του. Τα όσα κατέθεσε ο Μ.Κ.1 δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Στο στάδιο αυτό υποβλήθηκαν απλώς ορισμένες ερωτήσεις προς τον σκοπό διευκρίνισης κάποιων ζητημάτων. Διαπιστώσαμε ότι ο Μ.Κ.1 με αμεσότητα και θετικό τρόπο απάντησε κάθε ερώτηση που του τέθηκε από την Υπεράσπιση δίδοντας κάθε διευκρίνιση που του είχε ζητηθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω χωρίς δυσκολία ή ενδοιασμό καταλήγουμε ότι ο Μ.Κ.1 ήταν ένας απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας η μαρτυρία του οποίου γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος ήταν ένας εκ των εξεταστών της υπόθεσης, διαπιστώσαμε ότι περιέγραψε με σαφήνεια και με συνοχή το σύνολο των ενεργειών του στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Όπως εξήγησε ήταν εμπλεκόμενος στη διαδικασία αφαίρεσης των λωρίδων χαρτιού που υπήρχαν εντός των τεσσάρων εξώστ που είχαν μεταφερθεί από συναδέλφους του από τη Σλοβακία στην Κύπρο στα πλαίσια της διαδικασίας ελεγχόμενης παράδοσης και της τοποθέτησης στη θέση τους φυτοχώματος ανάλογου βάρους. Περιέγραψε δε με λεπτομέρεια την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε σχετικά στα γραφεία της ΥΚΑΝ ως και την εξέλιξη των σχετικών γεγονότων, ήτοι τη μεταφορά των εξώστ από συναδέλφους του στο αεροδρόμιο Λάρνακας ούτως ώστε αυτά να αποτελέσουν μέρος των δεμάτων της ΤΝΤ που θα έφθαναν στην Κύπρο στις 10.9.
  29. Οι ενέργειες του συμπεριλάμβαναν και τη διενέργεια έρευνας κατόπιν έκδοσης σχετικών ενταλμάτων στην κατοικία της Μ.Κ.27, αδελφής του Κατηγορουμένου, Μυροφόρας Τουμάζου. Επί του προκειμένου εξήγησε με επάρκεια ό,τι προέκυψε ως αποτέλεσμα αυτής της έρευνας στα πλαίσια του ανακριτικού έργου της Αστυνομίας. Απόλυτα σαφής και θετικός υπήρξε και σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στα πλαίσια της μετάβασης του στη Μπρατισλάβα όπου εκεί στην παρουσία του τού υποδείχθηκαν από Σλοβάκους συναδέλφους του τα κατασχεθέντα στις 3.9.12 επίδικα ναρκωτικά τα οποία και ζυγίστηκαν για να τα μεταφέρει στη συνέχεια στην Κύπρο και να τα παραδώσει στην ΥΚΑΝ. Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία της ελεγχόμενης παράδοσης έγινε προσπάθεια κατά το στάδιο της αντεξέτασης του μάρτυρος να διευκρινισθούν περαιτέρω σχετικές πτυχές του όλου ζητήματος και ειδικότερα αναφορικά με το στάδιο όπου παραλήφθηκαν τα επίδικα ναρκωτικά από τη Σλοβακία και μεταφέρθηκαν στην Κύπρο. Διαπιστώσαμε εκ νέου ότι ο Μ.Κ.2 υπήρξε απόλυτα κατατοπιστικός και επεξηγηματικός και σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας - όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω στη σύνοψη της μαρτυρίας - έγιναν παραδεκτά γεγονότα που εκ των υστέρων κάλυψαν αρκετά από τα ζητήματα για τα οποία ο συνήγορος Υπεράσπισης είχε επιδιώξει περαιτέρω διευκρινίσεις μέσω του Μ.Κ.2 και τα οποία αφορούσαν τη διαδικασία της ελεγχόμενης παράδοσης. Ένα άλλο ζήτημα που προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ήταν και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε από τη Μυροφόρα Τουμάζου (μετά τη θεληματική κατάθεση που είχε δώσει) και ανακριτική κατάθεση. Τόσο στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.2 εξήγησε με σαφή και πειστικό τρόπο τους ενδοιασμούς και αντιρρήσεις που είχε ο ίδιος σ' ό,τι αφορά τη λήψη μιας τέτοιας κατάθεσης αλλά και για την εξέλιξη του όλου θέματος. Ότι, δηλαδή, κατόπιν οδηγιών που ο ίδιος είχε λάβει και, παρά τη διαφορετική άποψη που είχε ο ίδιος επί του θέματος αυτού, λήφθηκε τελικώς από τη Μυροφόρα Τουμάζου η εν λόγω ανακριτική κατάθεση. Απόλυτα κατατοπιστικός υπήρξε ο μάρτυρας και σε σχέση με τα όσα κατέθεσε αναφορικά με τη γνώση του για τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορουμένου. Όπως εξήγησε, πειστικά, προέκυψε από την καταχώρηση του ονόματος Μπίλιας στις εγγραφές του κινητού τηλεφώνου της αδελφής του Μυροφόρας σε συνάρτηση με το ότι στην ΥΚΑΝ ο Κατηγορούμενος ήταν γνωστός με αυτό το παρατσούκλι. Μέσα δε σε αυτά τα πλαίσια αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του στη βάση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων που εξασφαλίστηκαν στην παρούσα υπόθεση και σε συγκεκριμένες τηλεφωνικές κλήσεις που υπήρξαν ανάμεσα στον αριθμό τηλεφώνου που αποδίδετο στον Κατηγορούμενο και στον αριθμό τηλεφώνου της αδελφής του Μυροφόρας. Ήταν, ωστόσο, ξεκάθαρος κατά την αντεξέταση του (όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είχε μαρτυρία ότι την ώρα που είχαν γίνει συγκεκριμένες κλήσεις από τον αριθμό που είχε αναφερθεί αυτός ο αριθμός τηλεφώνου κατείχετο από τον Κατηγορούμενο) λέγοντας ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε συλληφθεί με τηλέφωνο που να έχει τον αριθμό κλήσης που είχε αναφέρει. Σε ό,τι αφορά τις προσπάθειες εντοπισμού του Κατηγορουμένου μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του διαπιστώσαμε ότι ο Μ.Κ.2 μετέφερε με σαφήνεια στο Δικαστήριο τα σχετικά γεγονότα. Επίσης με αντικειμενικό τρόπο αναφέρθηκε σε ό,τι ο ίδιος γνώριζε αναφορικά με τον τόπο και τη διεύθυνση διαμονής του Κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο, για να εξηγήσει τον λόγο που στη σχετική του αίτηση για έκδοση εντάλματος σύλληψης χρησιμοποιήθηκε ως διεύθυνση η πατρική κατοικία του Κατηγορουμένου. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 στο σύνολό της κρίνουμε ότι υπήρξε απόλυτα ειλικρινής και, επομένως, την αποδεχόμαστε εξολοκλήρου. Ο Μ.Κ.3 με τη σειρά του ουσιαστικά υιοθέτησε την κατάθεση του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και έδωσε κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο ίδιος περιορίστηκε στη δική του ανάμιξη στο πλαίσιο της υπόθεσης. Ήταν σαφής η αναφορά του στα όσα ο ίδιος είχε προσωπική γνώση από τη συμμετοχή του και στα όσα προέρχονται από πληροφορίες άλλων συναδέλφων του στο πλαίσιο της παρακολούθησης της Μ.Κ.
  30. Η θέση του ότι ο ίδιος δεν προέβη σε έλεγχο των στοιχείων του ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. εγγραφής KWV745 και ότι οι πληροφορίες έφεραν τον Κατηγορούμενο να το οδηγεί καταδεικνύει την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του μάρτυρα. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου ενδυναμώνεται από το γεγονός ότι ο Μ.Κ.3 δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν είδε τον οδηγό του οχήματος όταν αυτό σταμάτησε στην οδό Κέννεντυ και πρόσωπο εντός αυτού συνομίλησε για λίγο με τη Μ.Κ.
  31. Τέλος επισημαίνουμε ότι η αναφορά του μάρτυρος στο τι του είχε πει προφορικά η Μ.Κ.27 ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης από την Υπεράσπιση. Βεβαίως η μαρτυρία του γι΄ αυτό το θέμα αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Τελικώς η Μ.Κ.27 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και έτσι η μαρτυρία της θα αξιολογηθεί κατά την ενασχόληση μας με τη συγκεκριμένη μάρτυρα. Θεωρούμε ότι ο Μ.Κ.3 ήταν αξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, η οποία αφορούσε βασικά στη σύλληψη του Κατηγορουμένου στις 6.11.13 κατόπιν σχετικής πληροφόρησης που προηγήθηκε για τον εντοπισμό του, λέμε ότι ο Μ.Κ.4 μας δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν πλήρως κατατοπιστικός τόσο σε σχέση με τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν προς εντοπισμό του Κατηγορουμένου μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του όσο και σε σχέση με την πληροφόρηση που είχε η υπηρεσία του - η ΥΚΑΝ - αναφορικά με τις διευθύνσεις στις οποίες ήταν πιθανό να εντοπισθεί ο Κατηγορούμενος. Στα πλαίσια της αντεξέτασης έγινε προσπάθεια αμφισβήτησης των όσων είχε καταθέσει κατά την κυρίως εξέταση και κυρίως αυτών που είχε αναφέρει επιπλέον της γραπτής του κατάθεσης (Έγγραφο 3). Ο Μ.Κ.4 υπήρξε κατηγορηματικός στη θέση του ότι η γραπτή του κατάθεση περιορίζετο μόνο στα γεγονότα που αφορούσαν την ημέρα της σύλληψης του Κατηγορουμένου. Θεωρούμε ότι ο Μ.Κ.4 ήταν ειλικρινής, η δε εξήγηση που έδωσε κρίνεται απόλυτα πειστική. Όταν κλήθηκε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης να αναφερθεί στην πληροφόρηση που είχε ως μέλος των επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ για τις διευθύνσεις που θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος να εντοπισθεί ο Μ.Κ.4 έδωσε με σαφήνεια την απάντησή του. Με τον ίδιο τρόπο απάντησε και αναφορικά με τις προσπάθειες για εντοπισμό του που είχαν γίνει προηγουμένως, ήτοι από τις 10.9.12, που είχε εκδοθεί το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορουμένου, μέχρι που τελικώς συνελήφθη. Δεν θεωρούμε ότι ήταν αναγκαίο να είχε συμπεριλάβει τα πιο πάνω γεγονότα στη γραπτή του κατάθεση. Όταν ρωτήθηκε ειδικά σχετικά με αυτά κατά την κυρίως εξέταση του τα ανέφερε. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολό της κρίνουμε ότι ο Μ.Κ.4 υπήρξε ένας απόλυτα ειλικρινής μάρτυρας ο οποίος μετέφερε στο Δικαστήριο ακριβώς αυτά τα γεγονότα που γνώριζε. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.5 ήταν το πρόσωπο που κλήθηκε να φωτογραφήσει τη διαδικασία που έγινε στα γραφεία της ΥΚΑΝ αναφορικά με τα 4 εξώστ, πριν αυτά επιστραφούν και παραδοθούν στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να γίνει η ελεγχόμενη παράδοση, καθώς και το γκαράζ όπου τελικώς βρέθηκαν τα εξώστ με την έφοδο της αστυνομίας στο μέρος. Ο Μ.Κ.5 ήταν σαφής για τον περιορισμένο ρόλο αλλά και τη γνώση του σχετικά με την παρούσα υπόθεση, γεγονός που δείχνει την ειλικρίνεια του εφόσον αναγνώρισε ότι δεν γνώριζε ούτε καν τη χώρα προέλευσης των 4 εξώστ. Ο Μ.Κ.5 ήταν σε θέση μόνο να περιγράψει τη διαδικασία ανοίγματος των εξώστ και τοποθέτησης του φυτοχώματος εντός αυτών, όπως άλλωστε απεικονίζεται στις φωτογραφίες, Τεκμήριο 15, τονίζοντας ότι το φυτόχωμα τοποθετήθηκε σε αυτά στην παρουσία του. Τέλος, η Υπεράσπιση ανάλωσε χρόνο κατά την αντεξέταση του μάρτυρος για το θέμα του τρόπου χειρισμού των τεκμηρίων από την αστυνομία και κυρίως για τη χρήση γαντιών. Σε αυτό ο Μ.Κ.5 έδωσε τις απαντήσεις του χωρίς ενδοιασμό, αναγνωρίζοντας ότι η διαδικασία απαιτεί τη χρήση γαντιών δίνοντας ταυτόχρονα τη δική του εκτίμηση ότι στην προκειμένη περίπτωση η χρήση ή μη γαντιών δεν επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο την υπόθεση. Άλλωστε η Υπεράσπιση δεν προώθησε το εν λόγω θέμα περαιτέρω και ούτε έχει διαφανεί ότι αυτό τελικώς ενέχει οποιαδήποτε σημασία στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι δεν τίθενται ζητήματα ταυτοποίησης εμπλεκομένων δια άλλων μεθόδων (π.χ. DNA, αποτυπώματα). Επομένως, ικανοποιούμαστε ότι ο Μ.Κ.5 κατέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του κρίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.6 διαπιστώσαμε ότι περιέγραψε με σαφήνεια και θετικό τρόπο τη δική του εμπλοκή στην υπόθεση και ειδικότερα το μέρος εκείνο που αφορούσε τη διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης. Εξήγησε δίδοντας κάθε λεπτομέρεια πώς προέκυψε θέμα διεξαγωγής ελεγχόμενης παράδοσης αναφερόμενος σε πληροφόρηση της οποίας έτυχε από τις αρχές της Σλοβακίας αναφορικά με τον εντοπισμό κάνναβης βάρους 5 κιλών η οποία είχε ανευρεθεί συσκευασμένη μέσα σε 4 εξώστ μοτοσικλέτας και τα οποία είχαν παραδοθεί στην εταιρεία ΤΝΤ στη Μπρατισλάβα για να μεταφερθούν στην Κύπρο σύμφωνα με το τι αναγραφόταν στην αποστολή. Ο Μ.Κ.6 ήταν πλήρως κατατοπιστικός για τις ενέργειες που ακολούθησαν και για τη σχετική αλληλογραφία που αντηλλάγη όταν πλέον είχε συμφωνηθεί η διεξαγωγή ελεγχόμενης παράδοσης από τη Σλοβακία στην Κύπρο. Ανάμεσα στις σχετικές ενέργειες που περιέγραψε με σαφήνεια ήταν και η μετάβαση του ίδιου στις 8.9.12 στη Μπρατισλάβα μέσω Βιέννης για να παραλάβει τα 4 εξώστ, καθώς επίσης και το έντυπο αποστολής της εταιρείας ΤΝΤ στο οποίο αναγράφετο ως αποστολέας κάποιος ονόματι Pavel Pavlov και παραλήπτης κάποιος ονόματι Vladimir Karοf στη διεύθυνση οδός Μουρούζη 16, διαμ. 202, Λευκωσία. Ο Μ.Κ.6 περιέγραψε επίσης με σαφήνεια και με κάθε λεπτομέρεια τα σχετικά γεγονότα όπως εξελίχθηκαν με την επιστροφή του στην Κύπρο μεταφέροντας τα 4 εξώστ στα γραφεία της ΥΚΑΝ Αρχηγείου. Ειδικότερα δε το γεγονός της αντικατάστασης των λωρίδων χαρτιού που υπήρχαν σ΄ αυτά και της τοποθέτησης εντός αυτών συσκευασιών με φυτόχωμα τα οποία αργότερα παραδόθηκαν σε αντιπρόσωπο της εταιρείας ΤΝΤ Cyprus στο παλιό αεροδρόμιο Λάρνακας μέσα στα πλαίσια της διαδικασίας της σκοπούμενης ελεγχόμενης παράδοσης. Παράλληλα ο Μ.Κ.6 κατέθεσε και όλα τα σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε έγγραφα επεξηγώντας τη φύση του καθενός από αυτά. Ο Μ.Κ.6 παρέμεινε σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Απάντησε κάθε ερώτηση που του υπεβλήθη με άνεση και αμεσότητα, δίδοντας κάθε διευκρίνιση ή επεξήγηση που του ζητήθηκε. Ήταν ξεκάθαρος ότι δεν ήταν παρών ούτε κατά τη διαδικασία ανεύρεσης των ναρκωτικών, ούτε κατά τη διαδικασία αντικατάστασης των ναρκωτικών από τις Σλοβακικές αρχές, επαναλαμβάνοντας με την ίδια σαφήνεια όπως και κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, σε τι ακριβώς συνίστατο η δική του εμπλοκή και σε ποιες ενέργειες είχε ο ίδιος προβεί. Διευκρίνισε, ωστόσο, με ξεκάθαρο τρόπο ότι αυτό που του λέχθηκε από τις Σλοβακικές αρχές, ότι δηλαδή στα εξώστ είχαν τοποθετηθεί λωρίδες χαρτιού σε αντικατάσταση των ναρκωτικών, το είχε διαπιστώσει και ο ίδιος εφόσον όταν έφτασε στην Κύπρο και ανοίχτηκαν τα εξώστ διεφάνη ότι εντός αυτών υπήρχαν πράγματι λωρίδες χαρτιού. Απόλυτα κατατοπιστικός και διαφωτιστικός ο μάρτυρας ήταν και σε σχέση με τη διακίνηση και μεταφορά των 4 εξώστ που είχε παραλάβει από τις Σλοβακικές αρχές και μετέφερε στην Κύπρο. Συγκεκριμένα εξήγησε ότι τα είχε βάλει σε σακούλες τοποθετώντας σ' αυτές πλαστικές κλειδαριές εις τρόπον ώστε ενδεχόμενη παραβίαση ή επέμβαση σ' αυτά να μπορεί να διαπιστωθεί. Διακρίναμε ότι αρκετές ερωτήσεις που είχαν υποβληθεί στον Μ.Κ.6 από τον συνήγορο Υπεράσπισης αφορούσαν βασικά τη διακρίβωση του κατά πόσο ακολουθήθηκε ορθά η διαδικασία της ελεγχόμενης παράδοσης. Ο Μ.Κ.6 έδωσε με άνεση και αμεσότητα τις απαντήσεις του εξηγώντας ακριβώς τι είχε γίνει. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι το κατά πόσον η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν ορθή και συνάδει με τη σχετική νομοθεσία είναι ασφαλώς ζήτημα που θα εξετασθεί στο κατάλληλο στάδιο από το Δικαστήριο. Επί του παρόντος περιοριζόμαστε να πούμε ότι όσον αφορά τα γεγονότα ο Μ.Κ.6 μας έκανε πολύ καλή εντύπωση ως ένας απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Ο Μ.Κ.7 υιοθέτησε τη δική του κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στην οποία καταγράφονται με λεπτομέρεια οι ενέργειες και η συμμετοχή του στην όλη επιχείρηση παρακολούθησης της Μ.Κ.
  32. Ο Μ.Κ.7 περιέγραψε προφορικά τις ενέργειες του και τα όσα ο ίδιος είχε αντιληφθεί κατά την επιχείρηση, δίνοντας μία ολοκληρωμένη και πλήρη εικόνα των γεγονότων και κυρίως της συμπεριφοράς και των κινήσεων της Μ.Κ.
  33. Ο Μ.Κ.7 ήταν κατατοπιστικός και αναφορικά με το θέμα του οχήματος με αρ. εγγραφής KWV
  34. Ειδικότερα, ο Μ.Κ.7 ανέφερε ότι το όχημα ανήκει στην Άννα Δημητρίου, συμβία του Κατηγορουμένου, και κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα (Τεκμήριο 35), ενώ οι πληροφορίες τους ήταν ότι αυτό οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο με βάση και συγκεκριμένα στοιχεία εξώδικων καταγγελιών του. Ο ίδιος όμως είπε ότι δεν είδε είτε τον Κατηγορούμενο, είτε το εν λόγω όχημα στη σκηνή, δίνοντας έτσι την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ήθελε να αποκαλύψει την αλήθεια των όσων γνώριζε και είχαν συμβεί. Η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος είναι γνωστός με το παρατσούκλι «Μπίλιας» και ότι αυτός το γνωρίζει λόγω του ότι διαμένουν στην ίδια περιοχή παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ακόμα και η θέση του ότι μετά τις 10.9.12 κατά καιρούς περνούσαν από την πατρική οικία του Κατηγορουμένου και το διαμέρισμα της συμβίας του για να τον εντοπίσουν χωρίς αποτέλεσμα και πάλι παρέμεινε αναντίλεκτη. Η όλη αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρος ήταν περιορισμένη. Σ΄ αυτή βασικά ο μάρτυρας ρωτήθηκε να διευκρινίσει κάποια θέματα και εξήγησε ότι ο ίδιος δεν είδε τη Μ.Κ.27 να μιλά στο τηλέφωνο παρά μόνο όταν αυτή βγήκε από την οδό Μουρούζη
  35. Ο μάρτυρας κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του παρέμεινε σταθερός και σαφής στις θέσεις του. Επομένως, θεωρούμε ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ειλικρινής και αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.8 με τη σειρά του έδωσε πλήρη περιγραφή και διαφώτισε το Δικαστήριο για τη δική του εμπλοκή αναφορικά με την επιχείρηση παρακολούθησης της Μ.Κ.
  36. Ήταν ευθύς και άμεσος στις απαντήσεις του και κατέθεσε με αντικειμενικότητα, λέγοντας ότι είδε τον Κατηγορούμενο, τον Αγαθοκλέους και ακόμα ένα άντρα στη βεράντα της οικίας στην Ευαγόρου 4, ενώ δεν είχε οπτική επαφή με το γκαράζ και δεν θυμάται να είδε το αυτοκίνητο Mercedes να φεύγει από εκεί. Ακόμα είπε ότι είδε τη μοτοσικλέτα να φεύγει αλλά δεν είδε τον οδηγό της. Ο Μ.Κ.8 έδωσε επίσης πλήρη στοιχεία αναφορικά και με τις προσπάθειες της αστυνομίας για εντοπισμό του Κατηγορουμένου, με συγκεκριμένη αναφορά στις συντονισμένες επιχειρήσεις της ΥΚΑΝ αλλά και στις δικές του ενέργειες. Ακόμα αναφέρθηκε σε ημερομηνίες και διευθύνσεις μέχρι και τον εντοπισμό και τη σύλληψη του στις 6.11.
  37. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.8 παρέμεινε σαφής και σταθερός στις απαντήσεις και θέσεις του επαναλαμβάνοντας ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε θέματα για τα οποία δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ή δεν ενέπιπταν εντός των δικών του καθηκόντων. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαστε για την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρος και δεχόμαστε τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.9 βασικά παρουσίασε και υιοθέτησε τις δύο Εκθέσεις του αναφορικά με εξετάσεις που διενήργησε στα κινητά τηλέφωνα, τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης - Έγγραφα 10Α και 10Β. Η ειδικότητα, τα προσόντα και η πείρα του μάρτυρα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης, και επομένως αποδεχόμαστε ότι ο μάρτυρας είναι ειδικός στον συγκεκριμένο τομέα. Ο Μ.Κ.9 ήταν πλήρως κατατοπιστικός και επεξηγηματικός αναφορικά τόσο με το είδος των εξετάσεων που διενήργησε όσο και με τα αποτελέσματα αυτών. Έδωσε μία ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη εικόνα προς το Δικαστήριο αναφορικά με το όλο θέμα, χωρίς να υπεκφεύγει να πει κατά πόσο δεν προέβη σε κάποια εξέταση ή σε κάποια άλλη ενέργεια. Ήταν δε σαφής ότι ο ίδιος δεν κατείχε τα τηλεφώνα για να τα παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρούμε ότι αυτή η παράλειψη δεν επηρεάζει την αξιοπιστία ούτε του μάρτυρος ούτε και των εξετάσεων του. Επομένως αποδεχόμαστε πλήρως τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Η Μ.Κ.10 αναφέρθηκε επίσης στη δική της εμπλοκή στην όλη επιχείρηση παρακολούθησης, ανακοπής, σύλληψης και έρευνας της Μ.Κ.
  38. Η αναφορά της συνάδει με το υπόλοιπο της μαρτυρίας αναφορικά με την όλη εξέλιξη των γεγονότων. Θεωρούμε ως λογική την εξήγηση ότι χρειάστηκε η εμπλοκή της λόγω του ότι ήταν προτιμότερη η ανάμιξη γυναίκας αστυνομικού. Η Υπεράσπιση προσπάθησε, μέσω της αντεξέτασης της μάρτυρος, να καταδείξει ότι κατά τη μεταφορά της Μ.Κ.27 στα γραφεία της ΥΚΑΝ, δεν έγινε οτιδήποτε και ότι αυτή δεν προέβη στις απαντήσεις της προς τον Μ.Κ.
  39. Όμως είναι προφανές ότι η συζήτηση επί του θέματος και οι σχετικές απαντήσεις της μάρτυρος αφορούσαν τις ενέργειες της. Η μάρτυρας δεν ρωτήθηκε ειδικά για το θέμα και έτσι δεν διαπιστώνουμε ότι η μαρτυρία της έρχεται σε αντίφαση με αυτή του Μ.Κ.
  40. Θεωρούμε ότι η μάρτυρας κατέθεσε με ειλικρίνεια ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.11 αναφέρθηκε και αυτός με σαφή και θετικό τρόπο στις δικές του ενέργειες που έγιναν στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και οι οποίες, μεταξύ άλλων, συμπεριελάμβαναν και την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Αγαθοκλή Αγαθοκλέους και της Κυριακής Φιλίππου. Δεν έχουμε διαπιστώσει να αμφισβητούνται από την Υπεράσπιση καθ' οιονδήποτε τρόπο τα όσα κατέθεσε ο Μ.Κ.11 αναφορικά με τις ενέργειές του. Ένα ζήτημα που προέκυψε στο στάδιο της μαρτυρίας του ήταν και η αναφορά του ότι γνώριζε τον Κατηγορούμενο και με το όνομα Μπίλιας. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης τού τέθηκε για το ζήτημα αυτό ότι υπάρχουν και άλλα άτομα που έχουν απασχολήσει την ΥΚΑΝ και τους φωνάζουν με το παρατσούκλι Μπίλιας. Ο Μ.Κ.11 ήταν κατηγορηματικός ότι δεν είχε υπόψη του κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία του Μ.Κ.11 κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη και, συνεπώς, γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Κ.12 αναφέρθηκε στον τρόπο λειτουργίας του κλειστού συστήματος παρακολούθησης στο κατάστημα της Western Union στην πλατεία Ελευθερίας, τον έλεγχο για την ορθή λειτουργία του και τη μεταφορά των καταγραφέντων συγκεκριμένης ημερομηνίας και ωρών σε ψηφιακό δίσκο (Τεκμήριο 43). Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν σαφής κατά τη μαρτυρία του και έπεισε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του καθότι ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είδε και δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του δίσκου παρά μόνο ήταν σε θέση να πιστοποιήσει την ακρίβεια των καταγραφέντων σε αυτόν. Ακόμα ικανοποιούμαστε ότι ο μάρτυρας κατέχει τις γνώσεις γι΄ αυτή τη διεργασία εν όψει του ότι είναι κάτοχος διπλώματος σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, το οποίο σημειώνουμε ότι δεν του ζητήθηκε από την Υπεράσπιση να παρουσιάσει ενώ ρωτήθηκε γι΄ αυτό. Η αδυναμία του να αναφερθεί στο πρόγραμμα που χρησιμοποίησε δεν ενέχει σημασία ούτε και προέκυψε ότι επηρέασε την εργασία του και την ποιότητα αυτής. Γενικά κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας έδωσε λεπτομέρειες για τον τρόπο της μεταφοράς των καταγραφέντων από το σύστημα στον ψηφιακό δίσκο, με όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις για την αναγκαιότητα χρήσης usb. Ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις προς τον συνήγορο Υπεράσπισης ο οποίος αμφισβητούσε τη μέθοδο που χρησιμοποίησε. Το θέμα του κωδικού που απασχόλησε την Υπεράσπιση δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε παρέμβασης στην όλη διεργασία, κυρίως εφόσον αυτός είναι γνωστός μόνο στο προσωπικό του τεχνικού τμήματος της εταιρείας. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαστε ότι και αυτός ο μάρτυρας είναι αξιόπιστος και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του Μ.Κ.13 υπήρξε περιορισμένη. Συνίστατο στην παραλαβή ενός ψηφιακού δίσκου (Τεκμήριο 43), τη μεταφορά του σε σφραγισμένη μορφή και την παράδοση του στο εργαστήριο Φωτογραφίας. Πέραν του ότι η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε κρίνεται αξιόπιστη και, επομένως, αποδεκτή. Ο Μ.Κ.14 εργάζεται στην Εγκληματολογική Υπηρεσία στο Εργαστήριο Φωτογραφίας και Γραφικών εδώ και 6 χρόνια. Τα προσόντα και η ειδικότητα του περιέχονται αναλυτικά στο Βιογραφικό Σημείωμα που κατέθεσε, Έγγραφο 15Α, και αυτά ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά της Υπεράσπισης. Με βάση αυτά το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο μάρτυρας είναι ειδικός στον τομέα του, για τον οποίο και κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Κ.14 αναγνώρισε το Τεκμήριο 43 ως τον πρωτότυπο δίσκο τον οποίο ο ίδιος έχει επεξεργαστεί, και διευκρίνισε ότι το Τεκμήριο 9 το οποίο κατατέθηκε από τον Μ.Κ.1 δεν είναι το αντίγραφο του πρωτοτύπου που ο ίδιος παρέδωσε στον Μ.Κ.
  41. Σύμφωνα και με τη δήλωση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, φαίνεται ότι έγινε κάποιο λάθος αναφορικά με τον δίσκο που κατατέθηκε από τον Μ.Κ.
  42. Αυτό βεβαίως διορθώθηκε με τη μαρτυρία του Μ.Κ.26 ο οποίος κατέθεσε τον αυθεντικό και ένα αντίγραφο αυτού (Τεκμήρια 57 και 58). Ο Μ.Κ.14 κατείχε το εν λόγω αντίγραφο του Τεκμηρίου 43 και το κατέθεσε ως Τεκμήριο 44, επιβεβαιώνοντας το πιστό της αντιγραφής του πρωτοτύπου. Ο Μ.Κ.14 κατέθεσε την Έκθεση του, Έγγραφο 15Β, στην οποία περιγράφεται με ακρίβεια η εργασία στην οποία προέβη αναφορικά με την επεξεργασία του ψηφιακού δίσκου και την εκτύπωση φωτογραφιών. Ο μάρτυρας ήταν σαφής και ιδιαίτερα επεξηγηματικός για την όλη εργασία του δίνοντας την πλήρη εικόνα προς το Δικαστήριο τόσο για τη φύση αυτής αλλά και για την ορθότητα της. Η Υπεράσπιση προσπάθησε να πλήξει την ορθότητα της εργασίας του μάρτυρος εφόσον αυτός δεν πήγε στον χώρο όπου το σύστημα παρακολούθησης βρισκόταν εγκατεστημένο. Όμως ο Μ.Κ.14 έδωσε όλες τις απαραίτητες και ικανοποιητικές απαντήσεις για το θέμα. Τόνισε σχετικά ότι η επίσκεψη της αστυνομίας στη σκηνή δεν είναι πάντοτε απαραίτητη, ότι ο τεχνικός μπορεί να παραδώσει τον δίσκο στην αστυνομία, και ότι η δική του εργασία ήταν περιορισμένη, δεδομένου ότι αφορούσε μόνο την αναπαραγωγή και εκτύπωση οπτικών πλάνων από τον δίσκο. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ήταν επίσης πολύ κατατοπιστικός αναφορικά με το θέμα του φωτισμού και του όλου τρόπου της εργασίας του, δίνοντας έτσι με λεπτομέρεια αλλά και πειστικότητα τις θέσεις του. Με αυτό τον τρόπο ο μάρτυρας κατάφερε να απαντήσει και αντικρούσει όλες τις εισηγήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης έτσι ώστε να ικανοποιούμαστε ότι η εργασία του μάρτυρος έγινε πλήρως, ορθώς και με τον ενδεδειγμένο επιστημονικό τρόπο, με βάση τα πρότυπα των ευρωπαϊκών δικανικών εργαστηρίων όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε. Επομένως η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο. Θετική εντύπωση αποκομίσαμε και για τη Μ.Κ.15 η μαρτυρία της οποίας συνίστατο στις ενέργειες που έκανε κατόπιν εξασφάλισης δικαστικού εντάλματος έρευνας στην οικία της Άννας Δημητρίου. Βασικά η μαρτυρία αυτή κάλυψε τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής που αφορούσαν στην παραλαβή τεκμηρίων από τη εν λόγω οικία τα οποία στη συνέχεια παραδόθηκαν στον χειριστή τεκμηρίων της υπόθεσης Μ.Κ.
  43. Η μαρτυρία αυτή πέραν του ότι ήτο αξιόπιστη παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Η Μ.Κ.16 κατέθεσε για τη διαδικασία κατά την οποία τα εξώστ ανοίχθηκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ και σε αυτά τοποθετήθηκε το φυτόχωμα. Η μάρτυρας έδωσε την ίδια περιγραφή των γεγονότων όπως και όλοι οι υπόλοιποι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής επί τούτου, ενώ αναγνώρισε και επεξήγησε τις φωτογραφίες, Τεκμήριο
  44. Επίσης η Μ.Κ.16 αναφέρθηκε στη σύλληψη του Αγαθοκλή Αγαθοκλέους και στη θέση του στην κατάθεση του ότι τα ναρκωτικά ήταν δικά του. Επειδή η Μ.Κ.16 ήταν αυτή που κατέγραψε την κατάθεση του Αγαθοκλέους, ήταν σε θέση ακόμα να αναφέρει ότι αυτός της είπε ότι ο λόγος που είχε φύγει από το σπίτι με τη μοτοσικλέτα ήταν για να πάει να φέρει αυτοκίνητο και να φορτώσει τα εξώστ επειδή δεν μπορούσε να τα μεταφέρει με τη μοτοσικλέτα. Η Μ.Κ.16 αναγνώρισε και κατέθεσε την κατάθεση της Βάσως Ανδρέου, πρώην συζύγου του Κατηγορουμένου, στην οποία αναφέρει τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου αυτού, Τεκμήριο
  45. Τέλος, η Μ.Κ.16 κατέθεσε Έντυπο Αστυνομίας 43 Δ από την κατάθεση του Αγαθοκλέους, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του, σύμφωνα με στοιχεία που ο ίδιος έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο
  46. Κατά την αντεξέταση της ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στη μάρτυρα ότι οι δύο τελευταίες γραμμές στην κατάθεση της Βάσως Ανδρέου που αφορούν τον αριθμό επικοινωνίας του Κατηγορουμένου γράφηκαν μεταγένεστερα. Η Μ.Κ.16 έδωσε την πειστική και ειλικρινή απάντηση ότι δεν ήταν παρούσα κατά τη λήψη της κατάθεσης από τον Μ.Κ.2, όμως ήταν απόλυτη και κατηγορηματική ότι σε καμία περίπτωση ο Μ.Κ.2 έγραψε αργότερα αυτή την πρόταση. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι η προσπάθεια αμφισβήτησης της γνησιότητας αυτής της πρότασης αποτέλεσε αντικείμενο επιστημονικής εξέτασης από εμπειρογνώμονα της Υπεράσπισης, κατόπιν σχετικού αιτήματος της και έγκρισης του από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το παραδεκτό γεγονός για το αποτέλεσμα αυτής της γραφολογικής εξέτασης, δεν κατέστη τελικώς δυνατή η τεκμηρίωση αυτής της θέσης της Υπεράσπισης έτσι ώστε να μην μπορούμε να προβούμε σε ανάλογο συμπέρασμα. Θεωρούμε ότι η Μ.Κ.16 ήταν σε θέση να δώσει άμεσες και ευθείς απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα για τα οποία ρωτήθηκε και δημιούργησε την εικόνα μίας αξιόπιστης και αντικειμενικής μάρτυρος. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Όσον αφορά τη Μ.Κ.17, αυτή κατέθεσε ως εκ της ιδιότητας της ως λειτουργού εξυπηρέτησης στην εταιρεία μεταφοράς χρημάτων Western Union. Η μαρτυρία της βασίστηκε στα στοιχεία που κατείχε τα οποία επιβεβαιώνονται από τα σχετικά έγγραφα που κατέθεσε - Τεκμήρια 47 και
  47. Κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε, παρά μόνο της ζητήθηκαν κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις, και αυτή ήταν σαφής ότι ο λόγος που δεν ζήτησαν και κράτησαν αντίγραφο του διαβατηρίου του Κατηγορουμένου ήταν ότι αυτός απέστειλε ποσό χρημάτων κάτω των €1000, ενώ η ίδια δεν είχε προσωπική ανάμιξη στην εν λόγω αποστολή καθότι αυτά στάληκαν μέσω αντιπροσώπου τους στη Λακατάμια. Η μάρτυρας κατέθεσε με κάθε ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα. Η μαρτυρία της συνεπώς κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Για τη M.K.18, Κατερίνα Κονάρη Χημικό 1ης Τάξης στο Χημείο του Κράτους, επιθυμούμε μόνο να αναφέρουμε ότι αποτέλεσαν παραδεκτό γεγονός η εμπειρογνωμοσύνη και η Έκθεση της, Τεκμήριο 49, και ως τέτοια δεσμεύουν τις δύο πλευρές και το Δικαστήριο. Η Μ.Κ.18 ρωτήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής για την οσμή των ναρκωτικών όταν αυτά βρίσκονται σε κλειστά σακούλια μέσα σε εξώστ, όπως η επίδικη ποσότητα, όμως η μάρτυρας μπορούσε μόνο να δώσει κάποιες γενικές θέσεις χωρίς να διαφωτίσει το Δικαστήριο για την υπό κρίση περίπτωση με συγκεκριμένο τρόπο. Γι΄ αυτό και η μάρτυρας δεν έτυχε αντεξέτασης από την Υπεράσπιση και επομένως η μαρτυρία της υιοθετείται πλήρως από το Δικαστήριο και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του. Ο Μ.Κ.19 κατέθεσε ως εκ της ιδιότητας του ως Λειτουργός της CYTA. Αναγνώρισε την επιστολή που ο ίδιος απέστειλε στην ΥΚΑΝ ημερ. 18.9.2012 (Τεκμήριο 19) προς συμμόρφωση με το διάταγμα αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων (Τεκμήριο 38Α), και επεξήγησε αναλυτικά το περιεχόμενο των καταλόγων των κλήσεων (Τεκμήρια 16Α και Β). Ο Μ.Κ.19 κατέθεσε με σαφήνεια και απόλυτα κατανοητό τρόπο το περιεχόμενο των καταλόγων έτσι ώστε αυτό να είναι πλήρως αντιληπτό και να μπορούμε να διεξέλθουμε αυτά για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η αντεξέταση του μάρτυρος ήταν πολύ περιορισμένη και αφορούσε την αναζήτηση κάποιων επιπρόσθετων πληροφοριών, χωρίς στην ουσία τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση του να τύχουν αμφισβήτησης. Από το σύνολο της μαρτυρίας του έχουμε ικανοποιηθεί για την αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια του μάρτυρος και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.20, Αστ. 3200 Σωτ. Φωκάς, ήταν καθαρά τυπικός μάρτυρας εφόσον ασχολήθηκε μόνο με την παραλαβή και παράδοση τεκμηρίων, και ειδικότερα ηλεκτρονικών υπολογιστών, στον Μ.Κ.
  48. Ο Μ.Κ.20 κατέθεσε και τα σχετικά έντυπα προς επιβεβαίωση των ενεργειών του, Τεκμήρια 50Α και Β. Η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων των εν λόγω τεκμηρίων αποτυπώνονται στην Έκθεση του Μ.Κ.21, Αστ. 2408 Μ. Μιχαηλίδη, Έγγραφο 20, και στον ψηφιακό δίσκο, Τεκμήριο 9, το οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε ως αυτό που παρέδωσε στον Μ.Κ.
  49. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα παρέμεινε αναντίλεκτη καθότι δεν προέκυψε οτιδήποτε σχετικό με την παρούσα υπόθεση, και ακόμα ήρε τις αμφιβολίες αναφορικά με την αναφορά και περιγραφή του τεκμηρίου που έγινε από τον Μ.Κ.1 όπως αναφέρεται και πιο πάνω. Η μαρτυρία του Μ.Κ.21 γίνεται επίσης δεκτή, παρόλο που επισημαίνουμε ότι τόσο αυτή, όσο και του Μ.Κ.20 δεν έχουν τελικώς οποιαδήποτε σημασία για την υπό κρίση υπόθεση. Η κατάθεση του Μ.Κ.22 στην Αστυνομία, Έγγραφο 21, κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και υιοθετείται πλήρως από το Δικαστήριο ως μέρος των ευρημάτων του. Ο Μ.Κ.22 κατέθεσε με ευθύτητα αλλά και βεβαιότητα για όσα ανέφερε στο Δικαστήριο δίνοντας την εικόνα ενός ανθρώπου που είχε πολύ καλή γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και γενικότερα για το θέμα της αποστολής και της πορείας δεμάτων προς την Κύπρο. Ο Μ.Κ.22 κατέθεσε δέσμη εγγράφων που αφορούν την επίδικη αποστολή, Τεκμήριο 51, και έδωσε όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις αναφορικά με αυτά, δίνοντας έτσι μία ολοκληρωμένη εκδοχή για τα γεγονότα, στον βαθμό που ενέπιπταν στην αρμοδιότητα και γνώση του. Η αντεξέταση του ήταν πολύ περιορισμένη και μάλιστα ο μάρτυρας κατέδειξε την αντικειμενικότητα του λέγοντας ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει ποιος παρέλαβε τα εξώστ καθότι δεν ήταν παρών κατά την παράδοση τους. Ως εκ τούτου αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του στην ολότητα της ως πλήρως αξιόπιστη. Αποδεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία του Μ.Κ.23, ο οποίος είχε περιορισμένο ρόλο στην παρούσα υπόθεση και ειδικότερα μόνο στη σύλληψη και λήψη της θεληματικής κατάθεσης της Μ.Κ.27, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  50. Ο Μ.Κ.23 κατέθεσε επίσης το Έντυπο Δικαιωμάτων Επικοινωνίας Κρατουμένων, Τεκμήριο 53, και ήταν σαφής για την ανάμιξη του στην παρούσα υπόθεση δικαιολογώντας έτσι τη μη γνώση του για διάφορα θέματα για τα οποία ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ο Μ.Κ.23 κατέθεσε με σαφήνεια και κυρίως με αντικειμενικότητα, καθότι δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν γνώριζε με ποιους μίλησε η Μ.Κ.27 πριν τη λήψη της θεληματικής κατάθεσης της εκτός από τους αστυνομικούς που την παρέδωσαν σε αυτόν ούτε και κατά πόσο της είχαν υποσχεθεί οτιδήποτε πριν δώσει την κατάθεση της. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.24, ως εκπρόσωπος της MTN σε διαδικασίες Δικαστηρίου, αναγνώρισε την επιστολή, Τεκμήριο 20, η οποία στάληκε προς συμμόρφωση με το διάταγμα αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων (Τεκμήριο 38Α). Επίσης αναγνώρισε τον κατάλογο των κλήσεων, Τεκμήριο 17, και κατέθεσε τη Λίστα Συνδρομητών ως Τεκμήριο
  51. Ο μάρτυρας κλήθηκε να επεξηγήσει τα σχετικά τεκμήρια, και πράγματι ήταν σε θέση να προβεί σε αναλυτική επεξήγηση αυτών και να δώσει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να καταστεί εφικτή η ανάγνωση και ανάλυση των δεδομένων που περιέχονται σε αυτά από το Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας δεν υπέστη αμφισβήτησης παρά μόνο του ζητήθηκαν κάποια επιπρόσθετα στοιχεία. Ο μάρτυρας, με εμφανή διάθεση και σκοπό να διαφωτίσει το Δικαστήριο, αναφέρθηκε στα στοιχεία τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα αναγνώρισης του κατόχου αριθμού τηλεφώνων λέγοντας ταυτόχρονα ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιο πρόσωπο έκανε χρήση του εν λόγω αριθμού σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή. Θεωρούμε ότι ο Μ.Κ.24 εκτέλεσε το καθήκον του προς το Δικαστήριο να θέσει και εξηγήσει τα στοιχεία που έδωσε η MTN προς συμμόρφωση με δικαστικό διάταγμα, με πλήρη και αντικειμενικό τρόπο. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.25, Υπ/μος Χαρ. Νικολάου, είναι μάρτυρας ο οποίος προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή - όπως ήταν δικαίωμά της - για σκοπούς αντεξέτασης. Όπως διεφάνη η ανάμιξη του στην παρούσα υπόθεση περιορίζετο στην παραλαβή μιας χειρόγραφης δήλωσης από τη Μυροφόρα Τουμάζου (Μ.Κ.27) - πρόκειται για το Τεκμήριο 56 - όταν αυτή εξέφρασε την επιθυμία να αναφέρει πέραν της αρχικής κατάθεσης που είχε δώσει και κάποια πράγματα που ήθελε. Ήταν σαφής ο μάρτυρας ότι ο ίδιος κατόπιν τούτου είχε προμηθεύσει την Μυροφόρα με πένα και κόλλα για να μπορέσει η ίδια να καταγράψει ιδιοχείρως αυτά που επιθυμούσε. Στη συνέχεια δε ο Μ.Κ.25 παρέλαβε την εν λόγω χειρόγραφη δήλωσή της Μυροφόρας και την παρέδωσε στον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.
  52. Λόγω του ότι κατά την αντεξέταση υποβλήθηκαν στον μάρτυρα διάφορες ερωτήσεις αυτός ήταν ξεκάθαρος ότι ο ίδιος δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ότι δεν γνώριζε, ούτε θυμόταν όλες τις λεπτομέρειες. Διευκρίνισε δε με πειστικότητα ότι αν και ήταν υπεύθυνος της ΥΚΑΝ είχε ενημερωθεί για την παρούσα υπόθεση μετά που διεξήχθη η σχετική επιχείρηση και άρχισε η διερεύνηση της υπόθεσης διότι η εν λόγω επιχείρηση έγινε από την ΥΚΑΝ Αρχηγείου. Ήταν φανερό από τη μαρτυρία του Μ.Κ.25 ότι απάντησε με ειλικρίνεια για αυτά που ο ίδιος ήταν σε θέση να γνωρίζει αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και για ό,τι είχε ο ίδιος εμπλοκή. Δεν διαπιστώσαμε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του να υπάρχει απροθυμία ή σκοπιμότητα για να μην απαντήσει στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και αποδεκτή. Αξιολογώντας την μαρτυρία του Μ.Κ.26 λέμε ότι μας δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια και συνοχή τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης τα οποία αφορούσαν το σύνολο των ενεργειών του μετά τον εντοπισμό στη Σλοβακία δέματος της ΤΝΤ με 4 εξώστ μοτοσικλέτας που περιείχαν ναρκωτικά και τα οποία είχαν ως προορισμό τους κάποιο παραλήπτη στην Κύπρο. Ήταν πλήρως κατατοπιστικός σε σχέση με την επίσημη πληροφόρηση της οποίας έτυχε ως Υποδιοικητής επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ από τις Σλοβακικές Αρχές, αλλά και για τις πληροφορίες που υπήρχαν σε προγενέστερο στάδιο αναφορικά με την προτιθέμενη εμπλοκή συγκεκριμένων ατόμων σε υπόθεση εισαγωγής ναρκωτικών στην Κύπρο μέσω ταχυμεταφορέα και συγκεκριμένα μέσω της ΤΝΤ. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, δίδοντας με σαφήνεια το όλο πλέγμα των σχετικών γεγονότων, μετά την επίσημη ενημέρωση της οποίας έτυχε από τις Σλοβακικές αρχές για την κατάσχεση ναρκωτικών με προορισμό την Κύπρο τροχιοδρομήθηκε και η διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης. Περιέγραψε με την ίδια σαφήνεια και τα γεγονότα που ακολούθησαν στα πλαίσια της διαδικασίας ελεγχόμενης παράδοσης, εξηγώντας με πλήρεις λεπτομέρειες πώς ενήργησαν ούτως ώστε να μην κινηθεί οποιαδήποτε υποψία στους παραλήπτες. Και αυτό μέσω της συνεργασίας του Operations Manager της εταιρείας ΤΝΤ Chris Hickey (Μ.Κ.22) ο οποίος, όπως εξήγησε ξεκάθαρα ο Μ.Κ.26, διασφάλισε ότι στην όλη διαδικασία διακίνησης των δεμάτων από τις διάφορες χώρες και σκαναρίσματος θα υπήρχαν άτομα της απολύτου εμπιστοσύνης. Αυτό για να βοηθήσουν ώστε να εξελιχθεί η όλη διαδικασία ομαλά εφόσον επρόκειτο να έμπαιναν εικονικά δέματα που θα είχαν τα ίδια tracking numbers με τα αρχικά - δηλαδή εκείνα που υπό κανονικές συνθήκες θα τοποθετούνταν. Πλήρως διαφωτιστικός ήταν ο μάρτυρας και για το κατοπινό στάδιο στην εξέλιξη των σχετικών γεγονότων όπου αυτός όντας παρών στην ΥΚΑΝ Αρχηγείου στις 10.9.12 το πρωί και αφού τα εξώστ είχαν παραδοθεί από τον Μ.Κ.6 - ο οποίος τα είχε φέρει από τη Σλοβακία με περιεχόμενο εντός αυτών λωρίδων χαρτιού σε αντικατάσταση των ναρκωτικών που είχαν τοποθετήσει οι Σλοβάκοι - προχώρησαν στη διαδικασία αντικατάστασης αυτών των λωρίδων χαρτιού με φυτόχωμα αναλόγου βάρους με εκείνο των ναρκωτικών. Το επόμενο στάδιο στο οποίο πάλι ήταν άμεσα εμπλεκόμενος ο Μ.Κ.26 και το οποίο περιέγραψε με την ίδια άνεση και σαφήνεια όπως και προηγουμένως, ήταν η μεταφορά των εξώστ στο παλιό αεροδρόμιο Λάρνακας όπου εκεί έγινε κατορθωτή η παράδοση των 4 εξώστ ώστε αυτά να τοποθετηθούν στο αυτοκίνητο της ΤΝΤ που θα είχε προορισμό τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία. Ο Μ.Κ.26 περιέγραψε επίσης με κάθε λεπτομέρεια την επιχείρηση που είχε οργανωθεί εκείνη την ημέρα με τις διάφορες ομάδες που είχαν ετοιμαστεί σε διάφορους χώρους και η οποία απέβλεπε στη σύλληψη των τελικών παραληπτών των επίδικων ναρκωτικών. Ό,τι δε είχε υποπέσει στη δική του προσωπική αντίληψη το ανέφερε ξεκάθαρα. Ο Μ.Κ.26 κλήθηκε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, όσο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η όλη επιχείρηση και ειδικότερα τον λόγο που δεν είχαν δοθεί οδηγίες για έφοδο στο σπίτι της Μ.Κ.27 με την άφιξη της εκεί και πριν την αναχώρηση από το μέρος του Κατηγορουμένου και του Αγαθοκλή Αγαθοκλέους. Επί αυτού ο Μ.Κ.26 έδωσε, κατά τη γνώμη μας, λογικές και πειστικές εξηγήσεις. Ανέμενε να γίνει κάποια ενέργεια η οποία θα ήταν ενοχοποιητική για όλα τα άτομα π.χ. κάποια επαφή με τα ναρκωτικά. Όπως ήταν η κατάσταση και αφ' ης στιγμής εφόσον κατ' εκείνο το στάδιο της παρουσίας των δύο αυτών ατόμων τα ναρκωτικά δεν είχαν ξεφορτωθεί από το αυτοκίνητο της ΤΝΤ θα ήταν εύκολο τόσο ο Κατηγορούμενος, όσο και ο Αγαθοκλέους να ισχυριστούν ότι δεν γνώριζαν τι υπήρχε μέσα στο αυτοκίνητό της ΤΝΤ και συγκεκριμένα μέσα στα εξώστ. Με τον ίδιο επεξηγηματικό και πειστικό τρόπο αναφέρθηκε και στους λόγους που στη συνέχεια έδωσε οδηγίες για έφοδο στο σπίτι της Μ.Κ.27 στην οδό Ευαγόρου 4 και για ανακοπή της εφόσον είχε αναχωρήσει μετά την εκφόρτωση των εξώστ στο σπίτι της με το αυτοκίνητο της ΤΝΤ. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης με διαφωτιστικό τρόπο και για τις σχετικές ενέργειες που έγιναν ακολούθως στα πλαίσια του ανακριτικού έργου και περιελάμβαναν προσπάθειες σύλληψης του Κατηγορουμένου για τον οποίον είχε από την ίδια μέρα εκδοθεί Ένταλμα Σύλληψης. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης ο Μ.Κ.26 παρέμεινε σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του. Διαπιστώσαμε ότι αντεξετάστηκε και σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούσαν το στάδιο της κατάσχεσης των ναρκωτικών από τις Σλοβακικές αρχές για το οποίο ο Μ.Κ.26 δεν είχε προσωπική ανάμιξη. Απλώς είχε μεταφέρει στο Δικαστήριο τις ενέργειες άλλων συναδέλφων του για να εξηγήσει ακολούθως τις δικές του ενέργειες και την επιχείρηση που συντόνισε στα πλαίσια της διαδικασίας ελεγχόμενης παράδοσης. Υπενθυμίζουμε ότι για το ζήτημα αυτό προσφέρθηκε μαρτυρία από άλλους μάρτυρες οι οποίοι είχαν εμπλακεί σε αυτά. Αναφερόμαστε στον Μ.Κ.
  53. Στα πλαίσια της αντεξέτασης ξεκαθάρισε ότι η άδεια που είχε ζητηθεί για σκοπούς ελεγχόμενης παράδοσης δεν αφορούσε μόνο τον Αγαθοκλέους, εξηγώντας με επάρκεια ότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν ο ίδιος ο οποίος είχε συντάξει τη σχετική επιστολή για δικαστική συνδρομή, γενικά όταν υποβάλλεται το σχετικό αίτημα γίνεται αναφορά στην υπόθεση με ένα όνομα για σκοπούς αναφοράς. Επισημαίνεται δε, ότι ούτε και το όνομα της Μ.Κ.27 αναφέρετο έστω και αν αυτή ήταν εμπλεκόμενη στην υπόθεση. Ένα ζήτημα που τέθηκε στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση ήταν αναφορικά με τον λόγο επίσκεψης αστυνομικών στις κεντρικές φυλακές μετά την καταδίκη της Μ.Κ.27 και συγκεκριμένα τον τελευταίο μήνα - από την ημέρα που κατέθετε ο μάρτυρας. Ο Μ.Κ.26 ήταν κατηγορηματικός και ξεκάθαρος και επί αυτού του ζητήματος. Χωρίς περιστροφές απάντησε ότι με τις επισκέψεις αυτές επιδιώκετο να διερευνηθούν οι προθέσεις της Μ.Κ.27 και ειδικότερα αν επρόκειτο να καταθέσει εναντίον του αδελφού της με δεδομένο ότι στην αρχική της κατάθεση τον ενέπλεξε στην υπόθεση. Έγινε από την Υπεράσπιση προσπάθεια να διερευνηθεί κατά πόσο ο Μ.Κ.26 γνώριζε ότι ο Αγαθοκλής Αγαθοκλέους είχε παραδεκτεί ότι τα ναρκωτικά της υπόθεσης ήταν δικά του. Ο Μ.Κ.26 χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ή ενδοιασμό ανέφερε με κατηγορηματικό τρόπο ότι εκείνο που θυμόταν αναφορικά με τον Αγαθοκλή ήταν ότι αυτός ενέπλεκε τον εαυτό του στην υπόθεση, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να θυμάται τις λεπτομέρειες της κατάθεσης του. Δεν έχουμε διακρίνει σε καμιά περίπτωση ο Μ.Κ.26 να γνώριζε ή να θυμόταν κάτι περισσότερο από αυτό που απαντούσε στον συνήγορο Υπεράσπισης στις σχετικές ερωτήσεις που του υπέβαλε και γι' αυτό το θέμα και παρόλα αυτά να μην το έλεγε. Ο Μ.Κ.26 απέρριψε με κατηγορηματικό τρόπο την υποβολή της Υπεράσπισης ότι είχε κτυπήσει τον Amer - σύζυγο της ΜΚ.27 - όταν ήλθε ο μάρτυρας στην οικία της Μ.Κ.
  54. Ολοκληρώνοντας την εικόνα που σχηματίσαμε για τον Μ.Κ.26 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του λέμε ότι δεν έχουμε διαπιστώσει να διαφοροποιείται ή να κλονίζεται η μαρτυρία του σε οποιοδήποτε σημείο ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Ως αποτέλεσμα καταλήγουμε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.26 υπήρξε απόλυτα ειλικρινής και αξιόπιστη και, συνεπώς, την δεχόμαστε εξ ολοκλήρου. Στο σημείο αυτό επιθυμούμε να επισημάνουμε ότι η όλη αφήγηση των γεγονότων τόσο αναφορικά με την ελεγχόμενη παράδοση, όσο και για την επιχείρηση παρακολούθησης της Μ.Κ.27, όπως έγινε από όλους τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής παρουσιάζει συνέπεια και συνοχή. Επομένως, δεχόμαστε ότι τα γεγονότα έχουν λάβει χώρα ως η μαρτυρία τους. Αξιολόγηση της Μ.Κ.27 Αφήσαμε τελευταία την αξιολόγηση της Μ.Κ.27, η οποία αναμφίβολα είναι και η πιο ουσιώδης μάρτυρας, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο - αδελφό της. Όπως και οι συνήγοροι, έχουμε πλήρη επίγνωση της σημασίας της μαρτυρίας της. Με αφορμή σχετική εισήγηση της κας Ευθυβούλου θεωρούμε ότι προτού προχωρήσουμε με την αξιολόγηση της (Μ.Κ.27) καθίσταται αναγκαία η διευκρίνιση κάποιων ζητημάτων εν σχέσει με τη μέθοδο αξιολόγησης, η οποία ενδεχομένως επηρεάζει και την ουσία της. Τα ζητήματα αυτά αφορούν κυρίως την αρχική θεληματική κατάθεση της (Μ.Κ.27), την οποία έδωσε αμέσως μετά τη σύλληψή της, στις 10.9.12, στα πλαίσια των ανακρίσεων (Τεκμήριο 52). Η εν λόγω κατάθεση παρουσιάστηκε κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Κ.23 ως εξ ακοής μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτήν (δηλαδή για την αξιολόγηση της αλήθειας του περιεχομένου της). Αυτό ήταν σαφέστατο κατά τη σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου[5]. Σε αυτή την πρώτη κατάθεσή της η Μ.Κ.27 παραδέχεται την ενοχή της και εμπλέκει και άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τον αδελφό της (Κατηγορούμενο). Να σημειωθεί, για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας, ότι η Μ.Κ.27 λίγες ημέρες μετά, ήτοι στις 14.9.12 είπε στον Μ.Κ.25 ότι ήθελε να αναφέρει κάτι πέραν της αρχικής της κατάθεσης και τού παρέδωσε γραπτό ιδιόχειρο σημείωμά της στο οποίο, αναφέροντας τα γεγονότα, δεν εμπλέκει τον αδελφό της. Αυτό παρουσιάστηκε από τον Μ.Κ.25, κατά την αντεξέτασή του (Τεκμήριο 56). Δύο ημέρες μετά, στις 16.9.12, κατόπιν προειδοποίησης, ο Μ.Κ.2 έλαβε και ανακριτική κατάθεση από τη Μ.Κ.
  55. Αυτή δεν παρουσιάστηκε από τον Μ.Κ.2, αλλά από τον Μ.Κ.26 κατά την αντεξέταση του, ως Τεκμήριο 59 για περιορισμένο σκοπό, ήτοι προς απόδειξη του γεγονότος ότι είχε ληφθεί η συγκεκριμένη κατάθεση (δηλαδή όχι για την αξιολόγηση της αλήθειας του περιεχομένου της)[6]. Τελικά, στην πορεία της υπόθεσης, η Μ.Κ.27 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας. Στην κυρίως εξέταση της δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε για τις γραπτές καταθέσεις και το σημείωμα της (Τεκμήρια 52, 56, 59). Κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε και αναγνώρισε την ιδιόχειρη γραφή της στο Τεκμήριο 56 και ακολούθως ερωτώμενη σχετικά απάντησε ότι η αλήθεια είναι όσα ανέφερε στα τελευταία της έγγραφα, δηλαδή στα Τεκμήρια 56 και
  56. Είναι γεγονός πως δεν τής υπεβλήθη ούτε κατά την αντεξέταση της οποιαδήποτε ερώτηση για το Τεκμήριο
  57. Αγορεύοντας η κα Ευθυβούλου επικαλέστηκε τη δυνατότητα αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, βάσει του Άρθρου 23 του ΚΕΦ.9 και τόνισε τους παράγοντες του Άρθρου 27 βάσει των οποίων αξιολογείται η βαρύτητα τέτοιας μαρτυρίας [ιδιαίτερα τους υπό (β), (γ), (ε) και (στ)]. Κατέληξε ότι εφόσον η Μ.Κ.27 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο χωρίς η Υπεράσπιση να αμφισβητήσει την αλήθεια του περιεχομένου του Τεκμηρίου 52, τότε έπεται ότι αυτό «είναι πλέον ενώπιον του δικαστηρίου για την αλήθεια του περιεχομένου και μη αμφισβητούμενο το περιεχόμενο του». Πιο κάτω όμως εισηγήθηκε ότι το Τεκμήριο 52 υπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου το οποίο δύναται να δεχθεί τη μαρτυρία της εν λόγω κατάθεσης για την αλήθεια του περιεχομένου της και αφού την αντιπαραβάλει με την προφορική μαρτυρία της Μ.Κ.27, καθώς και με την υπόλοιπη μαρτυρία, να προβεί σε αξιολόγηση και να καταλήξει στην αλήθεια. Επικαλέστηκε προς τούτο την υπ. Παντελής Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας

(2010)2 Α.Α.Δ.
  1. Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω και αφού εξετάσαμε τις εισηγήσεις και των δύο πλευρών επισημαίνουμε τα ακόλουθα: (α) Είναι γεγονός πως από πλευράς Υπεράσπισης δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα για την ορθή καταγραφή των λεχθέντων της Μ.Κ.27 στο Τεκμήριο
  2. Όπως εξηγούμε και σ΄ άλλο σημείο της Απόφασης μας κατά παρόμοιο τρόπο η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ή υπέβαλε οποιαδήποτε ερώτηση σε οποιοδήποτε μάρτυρα η οποία να τείνει, έστω, να καταδείξει ότι τίθεται θέμα για τις συνθήκες λήψης της εν λόγω κατάθεσης. (β) Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη συζήτηση περί του ότι το Τεκμήριο 52 έχει ήδη κατατεθεί όντως ως εξ ακοής μαρτυρία για την αξιολόγηση της αλήθειας του περιεχομένου του. Με την αποδοχή του στο στάδιο που κατατέθηκε είναι αυτονόητο πως έχει ενταχθεί ήδη στο υλικό που θα πρέπει να αξιολογηθεί, διατηρουμένης βεβαίως της δυνατότητας κάθε ποινικού Δικαστηρίου σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης (βάσει της επιφύλαξης του Άρθρου 24). (γ) Δεν δεχόμαστε τη θέση της Υπεράσπισης ότι επειδή η Κατηγορούσα Αρχή δεν ζήτησε από τη Μ.Κ.27 να δει και αναγνωρίσει το Τεκμήριο 52 δεν δόθηκε στην Υπεράσπιση το δικαίωμα αντεξέτασης επ΄ αυτού. Με δεδομένη την παρουσία της Μ.Κ.27 στο Δικαστήριο και τη δυνατότητα που η εν λόγω παρουσία πρόσφερε, υπήρχε κάθε δικαίωμα αλλά και ευκαιρία υποβολής οποιωνδήποτε ερωτήσεων έκρινε σκόπιμες η Υπεράσπιση, όπως άλλωστε έπραξε και για τα Τεκμήρια 56 και 59 (τα οποία επίσης είχαν ήδη κατατεθεί από άλλους μάρτυρες). (δ) Το βασικό ζήτημα το οποίο εξετάζεται στο παρόν στάδιο είναι η εισαγωγική εισήγηση της κας Ευθυβούλου ότι η αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στο Τεκμήριο 52 πρέπει να γίνει με βάση τους παράγοντες του Άρθρου 27 του ΚΕΦ.
  3. Με όλο τον σεβασμό διαφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση σε όποιο βαθμό εννοείται με αυτή ότι η βαρύτητα του Τεκμηρίου 52 θα πρέπει να εξεταστεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από την υπόλοιπη μαρτυρία της Μ.Κ.
  4. Σαφέστατα κάτι τέτοιο θα γινόταν εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν παρουσιάζετο ως μάρτυρας στο Δικαστήριο το πρόσωπο το οποίο προέβη στην εξ ακοής δήλωση, όπως π.χ. έγινε στην υπ. Φιλόκυπρος Ανδρέου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ.
  1. Είναι χρήσιμο εδώ να υπενθυμίσουμε ότι βάσει του Άρθρου 26 του ΚΕΦ.9 το δικαίωμα κλήτευσης προσώπου (το οποίο προέβη σε εξ ακοής δήλωση) για αντεξέταση το έχει η άλλη πλευρά (π.χ. η Υπεράσπιση εδώ) όταν ο διάδικος που προσήγαγε εξ ακοής μαρτυρία «.δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση...». Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι βάσει του ΚΕΦ.9 «εξ ακοής μαρτυρία» σημαίνει δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία...»[7]. Συνάγεται λοιπόν από τα πιο πάνω πως αν ο αρχικώς δηλών τελικά κλητευθεί ως μάρτυρας είτε από τον διάδικο που προσήγαγε την εξ ακοής μαρτυρία, είτε από τον αντίδικο, τότε έχουμε πλέον δηλώσεις προσώπου το οποίο καταθέτει στο Δικαστήριο υποκείμενο σε αντεξέταση τόσο για τη διενέργεια των αρχικών του δηλώσεων, όσο και για το περιεχόμενο τους. Ακριβώς όμως λόγω της παρουσίας του και της δυνατότητας αντεξέτασης του καθίστανται άνευ αντικειμένου οι παράγοντες - ασφαλιστικές δικλίδες που έθεσε το Άρθρο 27 του ΚΕΦ.
  2. Οι αρχικές αυτές δηλώσεις ανήκουν πλέον στο μαρτυρικό υλικό που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και αξιολογούνται με βάση τις γενικότερες αρχές αξιολόγησης αξιοπιστίας και μαρτυρίας (ανεξαρτήτως του ότι κάποιοι από τους παράγοντες του Άρθρου 27 ενδεχομένως να συνιστούν στοιχεία τα οποία και πάλιν συνεκτιμούνται). Έτσι έχουμε την άποψη ότι η ορθή εισήγηση και θέση είναι πως το Δικαστήριο θα πρέπει να συνεκτιμήσει το Τεκμήριο 52 στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας της Μ.Κ.27 αλλά και με την υπόλοιπη μαρτυρία και αξιολογώντας την να καταλήξει στην αλήθεια. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η Μ.Κ.27 θεωρείται «συναυτουργός» με βάση τη σχετική νομολογία[8]. Και τούτο ενόψει της εμπλοκής της στην παρούσα υπόθεση αλλά και της παραδοχής της ενώπιον του προηγούμενου Κακουργιοδικείου. Ως εκ τούτου το θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο υπό το φως αυτής της ιδιότητας τίθεται ζήτημα για προειδοποίηση του Δικαστηρίου και για πιθανή αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Ανοίγουμε εδώ μια παρένθεση για να υπενθυμίσουμε τη δικαιολογητική βάση αυτού του κανόνα πρακτικής που το Κοινοδίκαιο καθιέρωσε αναφορικά με την προειδοποίηση του Δικαστηρίου για τους κινδύνους που ενέχει να βασισθεί επί της μαρτυρίας συνεργού χωρίς την ύπαρξη άλλης ενισχυτικής μαρτυρίας. Συχνά πρόσωπα που ενέχονται με κάποιο τρόπο στη διάπραξη ενός αδικήματος και διώκονται μαζί με τον κατηγορούμενο τυγχάνει σε μεταγενέστερο στάδιο να προβούν σε παραδοχή και στη συνέχεια να κληθούν να καταθέσουν εναντίον του πρώην συγΚατηγορουμένου τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, ενόψει του προφανούς κινδύνου τέτοιο πρόσωπο να επιδιώξει να υποβαθμίσει τη δική του ευθύνη στη συμμετοχή στο έγκλημα επιρρίπτοντας ταυτόχρονα το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης στον άλλο συνεργό και πρώην συγκατηγορούμενο του, υιοθετήθηκε ο πιο πάνω κανόνας πρακτικής[9]. Όπως προέκυψε από την προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η Μ.Κ.27 δεν αποτελεί τη συνήθη περίπτωση συναυτουργού ο οποίος καταθέτει στο Δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας εμπλέκοντας τον άλλο συνεργό στο αδίκημα. Αντιθέτως η Μ.Κ.27 με τα όσα κατέθεσε ενώπιον μας ουσιαστικά αποσυνδέει πλήρως τον Κατηγορούμενο από την ανάμιξη και εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση. Υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε ένας να πει ότι η μαρτυρία της ήτο ευνοϊκή και προς όφελος του Κατηγορουμένου. Τούτου δοθέντος δεν εγείρεται ζήτημα για προειδοποίηση περί της ιδιότητας της ως συναυτουργού εφόσον στην ουσία με τη μαρτυρία της δεν συμπεριφέρθηκε ως τέτοια. Επί του προκειμένου παραπέμπουμε στο Σύγγραμμα ΑΠΟΔΕΙΞΗ του Γ. Κακογιάννη, σελ. 323-324, παράγρ. 12-38, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Στην υπόθεση R v. Peach
(1974)CRIM.L.R.245, ο Γ, αφού έκανε παραδοχή, κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας· η μαρτυρία του όμως ουσιαστικά υποστήριξε την υπεράσπιση του πρώην συγκατηγορουμένου του. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο πρωτόδικος δικαστής εσφαλμένα έδωσε τη συνηθισμένη προειδοποίηση για συναυτουργούς, μολονότι, η μαρτυρία του ήταν ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο. Ο νόμος δεν απαιτεί να δίνεται η προειδοποίηση για την πιθανή αναξιοπιστία ενός συναυτουργού, όταν η μαρτυρία του είναι ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο. Ο δικαστής όμως μπορεί να τη δώσει όταν νομίζει πως είναι σωστό να τη δώσει, κι οι ένορκοι μπορούν να δεχτούν τη μαρτυρία του όταν πιστεύουν πως μπορεί νά'ναι ειλικρινής.» Παραπέμπουμε στο σημείο αυτό και στη σχετική περικοπή από την υπόθεση R. v. Peach (ανωτέρω): "Held, dismissing the appeal, the unreliability of an accomplice was due to the fact that he had an axe to grind. According to the circumstances his personal interest might induce him to tell a false story implicating an innocent accused or exculpating a guilty accused. Although the law did not require a judge to give a warning about the possible unreliability of an accomplice giving evidence favourable to an accused he could in his discretion do so if he thought it proper. The jury should accept the evidence if they thought it might be true." (δικές μας υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Όπως επισημάνθηκε στο Σύγγραμμα A Practical Approach to Evidence, 2η Έκδοση, του Peter Murphy η αιτιολογική βάση του κανόνα πρακτικής που διέπει το ζήτημα της προειδοποίησης για ενισχυτική μαρτυρία απουσιάζει όταν η προσφερθείσα από ένα μάρτυρα κατηγορίας μαρτυρία δεν αυξάνει ουσιωδώς τις πιθανότητες καταδίκης. Η σχετική αναφορά καταγράφεται στη σελ. 423 του πιο πάνω Συγγράμματος και έχει ως εξής: «..it is submitted that the true rationale is missing where the evidence does not materially increase the chances of conviction, and the judge should not impeach a witness for the prosecution who does not come up to proof.» Ανεξαρτήτως των πιο πάνω λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Μ.Κ.27 μετά την αρχική της κατάθεση με την οποία σαφώς εμπλέκει τον Κατηγορούμενο στην πορεία των πραγμάτων έδωσε διαφοροποιημένες εκδοχές απεμπλέκοντας τον Κατηγορούμενο, αλλά ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό της, θεωρούμε ότι η μαρτυρία της θα πρέπει να προσεγγιστεί με ιδιαίτερη προσοχή και επιφυλακτικότητα. Επιδίωξη του Δικαστηρίου είναι στο τέλος της ημέρας η ανίχνευση της αλήθειας. Στα πλαίσια αυτής της επιδίωξης σαφώς θα εξετασθούν και θα αποτιμηθούν ενδελεχώς οι αντικρουόμενες εκδοχές που προβλήθηκαν αλλά και οι λόγοι που πιθανόν να οδήγησαν σε μια τέτοια πορεία από πλευράς της μάρτυρος. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Μ.Κ.27 και σχολιάζοντας εν πρώτοις τη γενικότερη συμπεριφορά της ως μάρτυρος πρέπει να πούμε ότι μας έδωσε έντονα την αίσθηση από την αρχή ότι δεν ήταν διατεθειμένη να πει όλα τα γεγονότα που γνώριζε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης σε κάποιες περιπτώσεις έδινε πολύ σύντομες, ενίοτε δε και μονολεκτικές απαντήσεις, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις απέφευγε να δώσει απαντήσεις προφασιζόμενη ότι δεν θυμόταν. Προσέξαμε, επίσης, ότι πριν δώσει οποιαδήποτε απάντηση η μάρτυρας ζύγιζε και μετρούσε αυτά που θα έλεγε ούτως ώστε να αποφύγει να πει περισσότερα περιορίζοντας, όσο αυτό ήταν δυνατό, την έκταση της απάντησης της. Δεν ήταν άνετη, ούτε φυσική ενώ κατέθετε. Ήταν, πιστεύουμε, ενδεικτικό της όλης αμήχανης και άβολης θέσης στην οποία ευρίσκετο το γεγονός ότι απέφευγε συστηματικά στο στάδιο που έδινε τις απαντήσεις της να κοιτάζει και να απευθύνεται προς το Δικαστήριο αν και της είχε ζητηθεί αρκετές φορές να το κάμνει. Η εντύπωση που αποκομίσαμε βλέποντας την την ώρα που κατέθετε ήταν μιας μάρτυρος η οποία σκεφτόταν πολύ πριν απαντήσει ωσάν να έπρεπε να αποφύγει πάση θυσία να πει περισσότερα πράγματα. Δεν φαινόταν καθόλου ευτυχής που ευρίσκετο σ' αυτή τη θέση της μάρτυρος. Πέραν από την πιο πάνω εντύπωση που αποκομίσαμε από την όλη συμπεριφορά της Μ.Κ.27 ως μάρτυρος διαπιστώσαμε ότι μέσα στα πλαίσια της ολοφάνερης - κατά τη δική μας εκτίμηση - προσπάθειας της να προωθήσει μια συγκεκριμένη εκδοχή, ανέφερε πράγματα τα οποία προσβάλλουν την κοινή λογική. Θα δώσουμε συγκεκριμένα παραδείγματα. Ενώ παραδέχθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου ενοχή στα αδικήματα κατοχής ναρκωτικών και κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια, εντούτοις ενώπιον μας ισχυρίσθηκε ότι συμμετείχε στην παράδοση των επίδικων εξώστ απλώς ως υπάλληλος της ΤΝΤ χωρίς να είναι στη γνώση της ότι τα πακέτα θα περιείχαν ναρκωτικά. Μάλιστα προέβαλε ότι η άγνοια της για το περιεχόμενο των πακέτων υφίστατο μέχρι το στάδιο της σύλληψης της. Δεν χρειάζεται, πιστεύουμε, να εξηγήσουμε ιδιαίτερα το ότι ένας λογικός άνθρωπος του οποίου η συμμετοχή ήταν αυτή που ισχυρίσθηκε η Μ.Κ.27 - δηλ. πλήρης άγνοια περί της ύπαρξης ναρκωτικών εντός των εξώστ τα οποία θα παρέδιδε - δεν θα προχωρούσε στο να παραδεχτεί εμπλοκή και ανάμιξη σε αδικήματα κατοχής ναρκωτικών και κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Αν δεν γνώριζε τη φύση του περιεχομένου των πακέτων, πώς υπήρχε ανάμιξη και εμπλοκή της σε αδικήματα σχετικά με ναρκωτικά ώστε στη συνέχεια να προχωρήσει σε παραδοχή στα εν λόγω αδικήματα; Η Μ.Κ.27, πέραν των όσων αναφέραμε ανωτέρω, υπήρξε και αντιφατική στη μαρτυρία της. Ενώ υποστήριξε ότι υποτίθεται είχε δεχτεί να συμμετάσχει στα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης χωρίς να γνωρίζει ότι στα αντικείμενα που θα παρέδιδε υπήρχαν ναρκωτικά και ότι απλώς γνώριζε ότι επρόκειτο για εξαρτήματα μοτοσικλέτας, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι δεν γνώριζε την επίδικη ημέρα ότι με τη φορτωτική εκείνης της ημέρας θα ήταν και τα 4 εξώστ. Και ότι μάλιστα έλαβε γι αυτό γνώση μετά που ξεφορτώθηκαν και τα χώρισαν κατά περιοχές και αυτά μπήκαν στη δική της περιοχή διανομής. Πρόσθεσε ακόμη ότι της είχε ανατεθεί τη συγκεκριμένη ημέρα η περιοχή διανομής που αφορούσε τα επίδικα εξώστ απλώς και μόνο γιατί απουσίαζε κάποιος συνάδελφός της. Και το εύλογο ερώτημα που αμέσως εγείρεται είναι πώς η ίδια ισχυρίζεται ότι η συμμετοχή της συνίστατο στη μεταφορά και παράδοση σε ένα ξένο άτομο (το οποίο ήταν γνωστό του κουμπάρου της Αγαθοκλή) στην οδό Μουρούζη εξαρτημάτων μοτοσυκλέτας όταν εντελώς τυχαία της ανατέθηκε η μεταφορά των συγκεκριμένων αντικειμένων. Και τούτο λόγω της απουσίας συναδέλφου της που, υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν εκείνος που θα προέβαινε στην μεταφορά και παράδοση τους. Διερωτώμαστε πραγματικά για ποια είδους συμμετοχή ομιλούσε ότι δέχθηκε να έχει στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με μεταφορά και παράδοση εξαρτημάτων μοτοσυκλέτας σε ένα ξένο γνωστό του Αγαθοκλή όταν η ίδια δεν επεδίωξε να αναλάβει τη μεταφορά και παράδοση αυτών των αντικειμένων και όταν σε αυτή τυχαία ανατέθηκε από την εταιρεία της η συγκεκριμένη περιοχή διανομής που αφορούσε τα επίδικα αντικείμενα. Είναι προφανές ότι η Μ.Κ.27 στην προσπάθεια της να ρίξει όλη την ευθύνη στον Αγαθοκλή αποσυνδέοντας έτσι τον αδελφό της που ήταν για την ίδια το κύριο ζητούμενο όταν κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, προώθησε μια εκδοχή η οποία στο τέλος αποσυνέδεε ακόμη και την ίδια. Και τούτο παρά το γεγονός ότι αυτή είχε προβεί σε παραδοχή στη διάπραξη των αδικημάτων κατοχής ναρκωτικών και κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Ένα θέμα που εξετάστηκε σε έκταση ήταν το περιεχόμενο της αγόρευσης του δικηγόρου της Μ.Κ.27 για μετριασμό της ποινής ενώπιον του προηγούμενου Κακουργιοδικείου μετά την παραδοχή της. Γι΄ αυτό το θέμα υποβλήθηκαν πολλές ερωτήσεις προς τη μάρτυρα τις οποίες η Μ.Κ.27 απαντούσε σχεδόν μονολεκτικά. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε κατά πόσο αυτά τα οποία είχε αναφέρει στον δικηγόρο της, εξηγώντας του τα γεγονότα σε σχέση με την υπόθεση της ταυτίζοντο με αυτά που παρουσιάστηκαν αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου, στην αρχή απάντησε, χωρίς να εξηγεί ότι "είχαν" στο τέλος "μια διαφορά". Διεφάνη πως δεν ήθελε να την αναφέρει και χρειάστηκε να ρωτηθεί εκ νέου για να διευκρινίσει ποια ήταν αυτή η διαφορά. Απάντησε ότι ήταν αυτή που «καταδίκαζε» τον αδελφό της, για να διευκρινίσει στη συνέχεια, μετά που τής υποβλήθηκε σχετική ερώτηση, ότι εννοούσε την αναφορά του δικηγόρου της στον αδελφό της. Και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ήταν τώρα η εκδοχή της ότι ο συνήγορος της τότε είχε από μόνος του αποφασίσει να εμπλέξει τον αδελφό της, η Μ.Κ.27, χωρίς να δίδει οιαδήποτε εξήγηση, στην ουσία χωρίς να απαντά στην ερώτηση, ανέφερε ότι δεν ισχυρίζεται αυτό το πράγμα παρά μόνο ότι δεν ήταν η ίδια που ετοίμασε την απολογία. Ήταν φανερό ότι η Μ.Κ.27 δεν ήθελε να απαντήσει στην ερώτηση και την αρκούσε να περιοριστεί στην αόριστη και νεφελώδη αναφορά της ότι η διαφορά που είχε με τον δικηγόρο της σε σχέση με την αγόρευση του ήταν η αναφορά του τελευταίου στον αδελφό της χωρίς, όμως, στο τέλος η Μ.Κ.27 να ξεκαθαρίζει κατά πόσο αυτή η αναφορά έγινε από τον δικηγόρο χωρίς συνεννόηση της μαζί του. Όταν λοιπόν στη συνέχεια κλήθηκε να πει κατά πόσο αυτά τα οποία είχε αναφέρει ο δικηγόρος της στην απολογία της ήταν αυτά που μοιράστηκε μαζί του, μη μπορώντας πλέον να ξεφύγει έδωσε με μονολεκτικό τρόπο αρνητική απάντηση. Τής ζητήθηκε να προσδιορίσει αυτά που ενώ δεν τα είχε πει στον δικηγόρο της εκείνος τα ανέφερε στην αγόρευση από μόνος του. Η μάρτυρας ευρισκόμενη πλέον στη θέση αυτή, όπου καλείτο να εξηγήσει την προηγηθείσα μονολεκτική απάντηση που έδωσε, επέλεξε ένα άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει το όλο θέμα. Επέλεξε να πει ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τι έγινε πριν ένα χρόνο χωρίς να διαβάσει ή να δει αυτά που λέχθηκαν. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε για τα πιο πρόσφατα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε σχέση με την υπόθεσή της και αφορούσαν τη διαδικασία έφεσης που είχε ασκήσει αναφορικά με την ποινή που τής είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο και κατά πόσο την θυμόταν η Μ.Κ.27 απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα δε κατά πόσο είχαν λεχθεί ψέματα στα πλαίσια της έφεσης (που θυμόταν) από μέρους του δικηγόρου της, μη μπορώντας πλέον να υπεκφύγει από το θέμα επέλεξε να ισχυριστεί ότι ο συνήγορος της μίλησε και πάλιν για τα ίδια θέματα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου επειδή είχε βασιστεί πάνω στην πρώτη απολογία - δηλαδή αυτή που είχε γίνει ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Όταν της τέθηκε ξεκάθαρα και ευθέως η ερώτηση κατά πόσο ο δικηγόρος της είχε πει ψέματα στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στο κατά πόσον ο αδελφός της - ο Κατηγορούμενος - είχε οποιαδήποτε συμμετοχή, η Μ.Κ.27 μη μπορώντας πλέον να συνεχίζει να αποφεύγει το ερώτημα έδωσε, τελικώς, καταφατική απάντηση. Είναι σημαντικό εδώ να τονίσουμε ότι μόνο όταν στη συνέχεια τής τέθηκε ακριβώς η αναφορά από την αγόρευση του δικηγόρου της (από το σχετικό Τεκμήριο 36) και ειδικότερα αυτή που αφορούσε την εμπλοκή του Κατηγορουμένου, μη μπορώντας πλέον να επικαλεστεί είτε ότι δεν θυμόταν ακριβώς τι είχε πει ο δικηγόρος, είτε ότι αυτά που της διαβάζονταν δεν τα είχε πει ο δικηγόρος της, δέχθηκε ότι αυτά είχαν λεχθεί στην παρουσία της. Δεν ήταν ωστόσο, σε θέση να εξηγήσει βάσιμα και πειστικά την εκδοχή της, ότι δηλαδή ενώ δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα η αναφορά του δικηγόρου της σε εμπλοκή του Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, αυτή ουσιαστικά δεν αντέδρασε και δεν ζήτησε από τον δικηγόρο της εξηγήσεις. Αν και είχε επανειλημμένα την ευκαιρία να δώσει κάποια εξήγηση γι' αυτό το ζήτημα, ήταν φανερό ότι δεν είχε καμία αληθοφανή ή λογικοφανή εξήγηση να δώσει. Επικαλέστηκε διάφορα πράγματα όπως ότι αυτή δεν ήταν δικηγόρος και ότι για το θέμα αυτό θα έπρεπε να δώσει εξηγήσεις ο δικηγόρος της, ότι ο δικηγόρος της τής είχε πει ότι με αυτά τα πράγματα που ο ίδιος είπε στο Δικαστήριο θα ήταν «πιο ελαφρυντική» η θέση της Μ.Κ.27 και ότι έπρεπε για τους σκοπούς του Εφετείου να βασιστούν στην απολογία που έγινε ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Άλλη εκδοχή που έδωσε ήταν ότι η ίδια δεν γνώριζε τι απολογία θα ετοίμαζε ο δικηγόρος της. Βεβαίως είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η Μ.Κ.27 δεν ανέφερε από την αρχή όλα αυτά, τα οποία επικαλέστηκε ως εξηγήσεις για τον λόγο που ο δικηγόρος της προέβη σε δήθεν ανυπόστατες και ψευδείς αναφορές στην αγόρευσή του οι οποίες ενέπλεκαν στην υπόθεση τον Κατηγορούμενο. Το έπραξε μόνο μετά από μεγάλο αριθμό ερωτήσεων για να έλθει στο τέλος να προωθήσει σταδιακά και εξελικτικά ανάλογα με τις ερωτήσεις που της τίθεντο κάθε φορά όλες τις πιο πάνω εξηγήσεις. Ήταν προφανές ότι σε όλη αυτή τη διαδικασία των ερωτήσεων που της υποβάλλονταν για αυτό το θέμα δεν είχε τη δεδομένη στιγμή της ερώτησης άμεσες απαντήσεις ή, για να το θέσουμε καλύτερα, δεν ήθελε να δώσει εκείνες τις απαντήσεις που ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ήταν φανερό ότι «έψαχνε» εκείνη την ώρα τις απαντήσεις που θεωρούσε ότι θα την βόλευαν στα πλαίσια των όσων ήταν διατεθειμένη να αποκαλύψει ενώπιον του Δικαστηρίου. Και ήταν ηλίου φαεινότερο ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν επιθυμούσε ποσώς να πει όλα όσα γνώριζε. Βασικά σχηματίσαμε την πεποίθηση ότι στην πραγματικότητα ήταν η ίδια που έλεγε ψέματα ενώπιον μας και όχι ο δικηγόρος της ενώπιον των προαναφερθέντων Δικαστηρίων. Ένα άλλο θέμα που αποτέλεσε αντικείμενο διερεύνησης και στο οποίο η μάρτυρας έδωσε διάφορες «περίεργες», ας μας επιτραπεί ο όρος, και παράδοξες εξηγήσεις αφορά αυτό με το όνομα «Μπίλιας». Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε η Μ.Κ.27 να πει ποιος είναι ο Μπίλιας απέφυγε στην αρχή να δώσει κάποια συγκεκριμένη απάντηση λέγοντας τα εξής: «Α. Μπίλιας εξαρτάται ποιος.» Ήταν φανερό ότι η Μ.Κ.27 απάντησε με αυτόν τον τρόπο για να κερδίσει λίγο χρόνο για να σκεφτεί. Πέραν του φανερά επιτηδευμένου ύφους της μάρτυρος και από πλευράς λογικής δεν εξηγείται διαφορετικά αυτή η ακατανόητη απάντηση. Υπενθυμίζουμε ότι η ερώτηση αυτή αφορούσε το όνομα «Μπίλιας» το οποίο ήταν καταχωρημένο στη μνήμη του δικού της κινητού τηλεφώνου και μάλιστα σε δύο θέσεις στη μνήμη (6η και 9η). Με άλλα λόγια επρόκειτο για δικές της καταχωρήσεις ενός αριθμού τηλεφώνου που αφορούσε κάποιο πρόσωπο που η ίδια ονομάτισε ως «Μπίλια» στις σχετικές καταχωρήσεις που έγιναν στο δικό της τηλέφωνο. Όταν δε στη συνέχεια η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής επανήλθε επί του θέματος και στην πιο πάνω απάντησή της Μ.Κ.27 («Μπίλιας εξαρτάται ποιος») στοχεύοντας σε κάποια διευκρίνιση, η μάρτυρας παρότι αντιλήφθηκε ότι έπρεπε πλέον να δώσει μια πιο σαφή απάντηση και πάλι επέλεξε τον δρόμο της υπεκφυγής λέγοντας τα εξής: «Α. Μπίλια φωνάζαμε και παλιά τον αδερφό μου. Εγώ δεν το φώναζα Μπίλια, εγώ πάντα Χρίστο τον φώναζα». Είναι προφανές ότι αυτή της η αναφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ως απάντηση στο απλό ερώτημα που της τέθηκε να πει ποιον η ίδια είχε καταχωρήσει δύο φορές στις επαφές του κινητού της με το όνομα «Μπίλιας». Εξ ου και ακολούθησε η εξής ερώτηση: «Ε. Μέσα στο τηλέφωνο σου στη συσκευή του τηλεφώνου σου ο καταχωρημένος ως Μπίλιας ποιός είναι;» Η Μ.Κ.27 αισθανόμενη πλέον την πίεση να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα χωρίς υπεκφυγές σε μια εμφανή προσπάθεια να κερδίσει ακόμα λίγο χρόνο για να σκεφτεί απάντησε ως εξής: «Α. Όταν μου δείξετε τηλέφωνο μπορώ να σας πω εάν μπορώ να θυμηθώ.» Τότε η Κατηγορούσα Αρχή της υπέδειξε τη σχετική κατάσταση με τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα (Τεκμήριο 17) και τις δύο συγκεκριμένες καταγραφές τις οποίες η Μ.Κ.27 είδε. Όπως είναι φανερό τα πλαίσια πλέον για να ελιχθεί η Μ.Κ.27 είχαν στενέψει. Έπρεπε να δώσει ξεκάθαρα και συγκεκριμένα την απάντησή της. Προσπάθησε να υπεκφύγει αλλά η ερώτηση παρέμενε αναπάντητη. Μη μπορώντας προφανώς η Μ.Κ.27 να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο που να την οδηγούσε στο να αποφύγει πλέον να απαντήσει το ερώτημα επέλεξε στην αρχή να ισχυριστεί ότι δεν θυμόταν αυτό τον συγκεκριμένο αριθμό (που ήταν καταχωρημένος στο κινητό της τηλέφωνο). Θεωρούμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσουμε αυτολεξεί τη σειρά των ερωτήσεων και απαντήσεων που έλαβαν χώρα για το υπό εξέταση ζήτημα: «E. Βλέπετε τις δύο καταγραφές κυρία; A. Ναι. E. Θυμίζει σας κάτι τώρα; A. Όχι. E. Το Μπίλιας δε σας θυμίζει τίποτε. Το 99073557 ή εάν θέλετε ξαναδείτε το γιατί είναι διαφορετικό άμα το βλέπουμε γραμμένο, σας θυμίζει κάτι; A. Όχι. E. Τίποτε δε σας λέει αυτό το τηλέφωνο; A. Όχι. E. Μπορεί να μην επικοινωνήσατε μαζί του ποτέ; A. Δε θυμάμαι αυτό το τηλέφωνο. E. Ούτε στη δεύτερη καταγραφή του, στο σημείο 9, που είναι το ίδιο; A. Όχι.» Στη συνέχεια δε και αφού προηγήθηκαν οι πιο πάνω απαντήσεις της προέβαλε ακόμη μία εκδοχή, την εκδοχή ότι η ίδια ποτέ της δεν είχε καταχωρήσει στο τηλέφωνο της τον αδελφό της ως Μπίλια. Και αυτό έγινε αφού μεσολάβησε πιο πριν η υπόδειξη της συγκεκριμένης κατάστασης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων αλλά και των συγκεκριμένων καταχωρήσεων σ΄ αυτή χωρίς σ' εκείνο το στάδιο να επικαλείται κάτι τέτοιο. Ότι δηλαδή επρόκειτο για καταγραφές που δεν τις είχε κάνει η ίδια. Σ΄ εκείνο το αρχικό το στάδιο, όπως προκύπτει και από το απόσπασμα που έχουμε παραθέσει ανωτέρω, απλώς επικαλείτο ότι το συγκεκριμένο όνομα Μπίλιας και ο συγκεκριμένος αριθμός 99073557 δεν της θύμιζε κάτι. Μάλιστα σε ένα μεταγενέστερο στάδιο της κυρίως εξέτασης της επανέλαβε ότι πάνω στη συσκευή της η ίδια ποτέ δεν είχε κάποιο πρόσωπο που να το ανέφερε ως Μπίλια. Βεβαίως η μάρτυρας δεν μας εξήγησε πώς θα μπορούσε στη δική της συσκευή κινητού τηλεφώνου να ευρίσκονται τέτοιου είδους καταχωρήσεις χωρίς η ίδια να τις γνωρίζει. Ούτε ακόμη μας εξήγησε κάτω από ποιες περιστάσεις αυτή η συγκεκριμένη καταχώρηση που αφορούσε το όνομα Μπίλιας και τον αριθμό 99073557 θα μπορούσε να είχε γίνει αν η ίδια δεν την είχε κάνει και αν αντίθετα τελούσε υπό πλήρη άγνοια σχετικά με αυτήν. Ας σημειωθεί για ό,τι αξίζει ότι στην τελευταία της κατάθεση, Τεκμήριο 59 η Μ.Κ.27 δέχεται μεταξύ άλλων πως ο αδελφός της (πριν την εκφόρτωση των εξώστ) τής είχε τηλεφωνήσει από το τηλέφωνο του με αρ. κλήσης «990??557». Θυμάται δηλαδή στην εν λόγω κατάθεση τα τρία πρώτα και τα τρία τελευταία ψηφία του τηλεφωνικού αριθμού, ο οποίος ανήκει στον Κατηγορούμενο. Έτσι αν ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο, θα αναμέναμε τουλάχιστον να πει ότι ο αριθμός για τον οποίον ερωτήθηκε μοιάζει κατά το πλείστον με τον αριθμό του αδελφού της, όπως τον είχε αναφέρει στο Τεκμήριο
  1. Ήταν προφανές, όμως, πως κατά την παρουσία της ενώπιον μας γνώριζε τις δικές της τηλεπικοινωνίες κατά την επίδικη ημερομηνία (10.9.12) και γι΄ αυτό προσπαθούσε πάση θυσία να αποσυνδέσει τον αδελφό της από τον αριθμό
  2. Αν η εκδοχή της ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα το λιγότερο που θα ανέμενε κάποιος θα ήταν να έλθει να δώσει κάποιες εξηγήσεις στα προφανή και αναπάντητα ερωτήματα που εγείρονται σε σχέση με αυτό το θέμα. Μέσα στα πλαίσια της επίκλησης της άγνοιας κινήθηκε η μάρτυρας, όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, στη βάση των προηγούμενων απαντήσεων της, και όταν ρωτήθηκε σε άλλο σημείο να πει με ποιον μίλησε πριν την ανακοπή της από την Αστυνομία στις 10.9.12 στις 14:55 και 15:16 - με βάση τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα - που είχε αριθμό
  3. Δεν μας προκαλεί δε εντύπωση με βάση τον σχολιασμό που προηγήθηκε ότι ούτε αν μίλησε καθόλου εκείνη τη μέρα τις ώρες που της προσδιορίστηκαν με τον αδελφό της ήταν σε θέση να πει, ενώ θυμόταν ότι είχε μιλήσει με τη μητέρα της και τη θεία της. Το ότι η Μ.Κ.27 δεν ήταν διατεθειμένη να πει όλα όσα γνώριζε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και, κυρίως, για το θέμα εμπλοκής του Κατηγορουμένου σ' αυτή, φάνηκε και από τα όσα ανέφερε απαντώντας στα πλαίσια της επανεξέτασης. Συγκεκριμένα είχε ισχυριστεί κατά την αντεξέταση της ότι η Αστυνομία είχε έλθει να τη δει στις Κεντρικές Φυλακές (όπου η ίδια τελούσε ως κατάδικος) σε σχέση με την πρόθεση της να καταθέσει εναντίον του αδελφού της. Στην επανεξέταση δεν το έκρυψε ότι σ΄ αυτές τις επισκέψεις είχε θέσει όρους προς την Αστυνομία για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Ειδικότερα ότι στα λεγόμενα των Αστυνομικών ότι αν ερχόταν να καταθέσει εναντίον του αδελφού της θα την έβλεπαν καλύτερα κάνοντας της αναφορά σε αναστολή ποινικής δίωξης, χάριν Προέδρου κ.λ.π, αυτή τους είπε ότι μόνο λόγια της υπόσχονταν και ότι επειδή άκουσε για αρκετές περιπτώσεις καταδίκων που είχαν μείνει «επί ξύλου κρεμάμενοι», ζητούσε να έχει ενδείξεις. Δέχτηκε δε απαντώντας σε σχετική ερώτηση ότι ήθελε κάτι γραπτώς που ήταν σίγουρο για την ίδια ότι δεν θα της έφερναν γιατί θεωρούσε ότι η Αστυνομία μπλόφαρε για το θέμα. Είναι φανερό με τα όσα ανέφερε ότι δεν θα ήταν λογικό να συζητά θέμα να της δοθεί οποιαδήποτε δέσμευση γραπτώς για να καταθέσει εναντίον του Κατηγορουμένου αν στην πραγματικότητα δεν ετίθετο οποιοδήποτε θέμα ανάμιξης του Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση. Και επομένως από τις πιο πάνω αναφορές της εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει ότι μέτρησε στη λήψη της απόφασης της (να μην μιλήσει για τον αδελφό της και την όποια ανάμιξή του στην παρούσα υπόθεση) και το γεγονός ότι δεν είχε εξασφαλίσει κάτι γραπτώς από την Αστυνομία που προφανώς αφορούσε κάποια ευνοϊκή μεταχείριση για την ίδια. Γενικά σε αρκετές περιπτώσεις διαπιστώσαμε ότι ήταν επιφυλακτική και απρόθυμη προς την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής όταν η τελευταία της υπέβαλλε διάφορες ερωτήσεις που η Μ.Κ.27 ήταν φανερό ότι ήθελε να μην τις απαντήσει. Σε κάποιες στιγμές φαινόταν ιδιαίτερα ενοχλημένη από την υποβολή κάποιων ερωτήσεων και μάλιστα το έδειχνε αυτό λέγοντας στην εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής φράσεις όπως «σας απάντησα τρεις φορές ότι δεν θυμάμαι», «ερχόμαστε στο ίδιο θέμα ότι αναφέρετε μου λόγια του δικηγόρου μου», «στην αρχή που με ξαναρωτήσετε την κάνατε με διαφορετικό τρόπο αυτή την ερώτηση πριν νομίζω», «προσπαθείτε να με παγιδεύσετε τώρα με μια ερώτηση;», «πάει προς παγίδευση αυτή η ερώτηση απέναντι μου», «εγώ το παίρνω ότι είναι παγίδευση η ερώτηση» κ.λ.π. Διαπιστώσαμε δε ότι η υποβολή και μόνο από την Κατηγορούσα Αρχή ερωτήσεων στα πλαίσια της επιδίωξης της να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των απαντήσεων της Μ.Κ.27 όλα τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα εισπράττετο και εκλαμβάνετο από πλευράς της μάρτυρος ως ένα είδος ανάκρισης της ιδίας. Διακρίναμε από μέρους της και μια καχυποψία για κάθε ερώτημα που της ετίθετο δίδοντας την εντύπωση κάποιου προσώπου το οποίο ανακρίνεται από την Αστυνομία και προσπαθεί να είναι προσεκτικό στις απαντήσεις του και λέει όσο το δυνατό λιγότερα πράγματα. Σίγουρα ένας μάρτυρας ο οποίος προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να καταθέσει τα πραγματικά γεγονότα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την υποβολή σ΄ αυτόν ερωτήσεων με αυτή την προσέγγιση. Αντίθετα θεωρεί ότι μέσω αυτών των ερωτήσεων του δίδεται η ευχέρεια και ότι μάλιστα διευκολύνεται ώστε να καταθέσει αυτά που γνωρίζει. Πάντως η εικόνα που έδιδε καθ΄ όλη τη διάρκεια που κατέθετε ως μάρτυρας δεν ήταν ενός ατόμου που έρχεται στο Δικαστήριο με σκοπό να πει όλα όσα γνωρίζει σχετικά με την υπόθεση αλλά ενός ατόμου που ήλθε στο Δικαστήριο να πει αυτά που η ίδια ήθελε θέλοντας πάση θυσία κάποια πράγματα να τα κρατήσει μόνο για τον εαυτό της. Μάλιστα διακρίναμε κάποια φοβία από μέρους της να μην της ξεφύγει και πει κάποια πράγματα περισσότερα. Στην προκείμενη περίπτωση έχουμε ενώπιον μας δύο διαφορετικές εκδοχές από μέρους της Μ.Κ.
  4. Αφενός την εκδοχή που καταγράφεται στο Τεκμήριο 52 και αφετέρου την εκδοχή που καταγράφεται στα Τεκμήρια 56 και
  5. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών εκδοχών της είναι ότι με την πρώτη και αρχική της εκδοχή εμπλέκει τόσο τον εαυτό της όσο και τον Κατηγορούμενο στη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων, ενώ στη δεύτερη εκδοχή της ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη και η ίδια ουδεμία γνώση για το περιεχόμενο των επιδίκων εξώστ. Σημαντικό στοιχείο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της M.K.27 και της εκδοχής που προώθησε στο Δικαστήριο είναι και το γεγονός ότι η Υπεράσπιση δεν την αντεξέτασε σε σχέση με την κατάθεση της Τεκμήριο
  6. Τούτο δε το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα να μην αμφισβητηθούν οι συνθήκες λήψης της κατάθεσης. Επισημαίνουμε επίσης ότι οι συνθήκες λήψης της κατάθεσης της - Τεκμήριο 52 - δεν έτυχαν γενικώς από την Υπεράσπιση οποιασδήποτε αμφισβήτησης εφόσον τα όσα σχετικά κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας που είχαν ανάμιξη και εμπλοκή σε αυτό το θέμα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Κ.27, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται αναγκαία η ειδική ενασχόληση μας με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Μ.Κ.27 προέβη στις αρχικές της δηλώσεις περί της εμπλοκής του αδελφού της, Κατηγορουμένου, στην παρούσα υπόθεση. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, μετά την ανακοπή και σύλληψη της Μ.Κ.27 (στις 16:45), ήτοι κατά τη μεταφορά της στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας, ο ίδιος της ανέφερε ότι είχε πληροφορία ότι αυτή και ο αδελφός της κάνουν αυτή τη δουλειά (δηλ. εισαγωγή ναρκωτικών) εδώ και ένα χρόνο. Ο Μ.Κ.3 ήταν σαφής ότι η Μ.Κ.27 ήταν αρκετά αγχωμένη και πανικοβλημένη και τον ρωτούσε συνεχώς «Τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πάω φυλακή τωρά, δεν θα πάω;». Ακολούθως ρωτούσε για τα παιδιά «Τι γίνεται, θα τα βλέπω;». Ο Μ.Κ.3 προσπάθησε να την καθησυχάσει και της είπε «Τα παιδιά όπως και να έχει ότι και να γίνει σίγουρα θα έχεις επαφή είσαι μάνα» προσθέτοντας ότι «Τα ρίσκα κάνοντας αυτές τις δουλειές δεν τα γνώριζες;». Τότε η Μ.Κ.27 του ανέφερε ότι αυτή τη δουλειά την έκανε ακόμα μία φορά με ένα χάρτινο κασόνι το οποίο ξεφόρτωσε στο γκαράζ και πάλι για λογαριασμό του αδελφού της. Σημειώνουμε ότι η πιο πάνω αναφορά του εν λόγω μάρτυρος ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του. Στις 17:00, της ίδιας μέρας και ενώ ο Μ.Κ.23 βρισκόταν στο γραφείο του στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας και χωρίς ο ίδιος να έχει οποιαδήποτε προγενέστερη ανάμιξη στην παρούσα υπόθεση, η Μ.Κ.27 οδηγήθηκε στο γραφείο του από άλλους συναδέλφους. Ο Μ.Κ.23 δεν γνώριζε λεπτομέρειες για τον λόγο της σύλληψης της παρά μόνο τη συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αυτή εξέφρασε την επιθυμία της να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Τότε ο Μ.Κ.23 της εξήγησε τα δικαιώματα της και της έδωσε το Έντυπο Δικαιωμάτων Επικοινωνίας Κρατουμένων, το οποίο η ίδια διάβασε και υπέγραψε - Τεκμήριο
  7. Ακολούθως η ίδια επανέλαβε την επιθυμία της να προβεί σε θεληματική κατάθεση και ο Μ.Κ.23 της εξήγησε ότι μπορούσε να τη γράψει μόνη της αλλά αυτή προτίμησε όπως η κατάθεση της καταγραφεί από τον Μ.Κ.
  8. Ο Μ.Κ.23 επιβεβαίωσε ότι κατέγραψε όσα του είχε πει η Μ.Κ.27 και περιέχονται στο Τεκμήριο
  9. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.23, κατά τη λήψη της κατάθεσης της η Μ.Κ.27 φαινόταν αγχωμένη. Και πάλι οι πιο πάνω αναφορές του μάρτυρος δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από πλευράς Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.
  10. Ο συνήγορος Υπεράσπισης περιορίστηκε στο να ρωτήσει κατά πόσο ο Μ.Κ.23 γνωρίζει τι έγινε πριν η Μ.Κ.27 οδηγηθεί στο γραφείο του για να της ληφθεί κατάθεση, και ειδικότερα με ποιους η ίδια είχε επαφή και αν της είχαν υποσχεθεί οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.23 απάντησε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε γι΄ αυτά τα θέματα. Θεωρούμε όμως ότι αυτή η θέση του μάρτυρος δεν επηρεάζει τη δική του περιγραφή των γεγονότων. Βασικά, πέραν της διαπίστωσης ότι τα λεγόμενα του Μ.Κ.23 παρέμειναν ουσιαστικά αναντίλεκτα, επισημαίνουμε ότι καμία μαρτυρία τελικώς δεν προέκυψε που να σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με τις εν λόγω ερωτήσεις της Υπεράσπισης. Ούτε και η ίδια η Μ.Κ.27 κατά την προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προέβη σε οποιαδήποτε σχετική αναφορά. Αργότερα την ίδια μέρα γύρω στις 20:00, ο Μ.Κ.26 πήγε στα γραφεία της ΥΚΑΝ και εκεί συνάντησε τη Μ.Κ.
  11. Της συστήθηκε και της ζήτησε να του αναφέρει την εμπλοκή της στην όλη υπόθεση. Η Μ.Κ.27 του είπε ότι είχε ήδη δώσει κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε την ανάμιξη της στην υπόθεση καθώς επίσης την εμπλοκή του αδελφού της, του κουμπάρου της και της συζύγου του τελευταίου. Επίσης η ίδια του ανέφερε ότι «εγώ ό,τι ήξερα επαραδέκτηκα το». Ακολούθως η Μ.Κ.27 του ζήτησε να της επιτρέψει να τηλεφωνήσει στην πρώην νύφη της για να μιλήσει με τα παιδιά της και να διευθετήσει τη φροντίδα τους. Ο Μ.Κ.26 της ανέφερε ότι είχε ενημερωθεί από τον Μ.Κ.2 ότι ενώ η Μ.Κ.27 έδινε την κατάθεση της την ζήτησε κάποιος δικηγόρος με το όνομα Δήμος και αν ήθελε να του μιλήσει. Η Μ.Κ.27 ζήτησε να επικοινωνήσει μαζί του, κάτι το οποίο έγινε στην παρουσία του μάρτυρος. Αφού έκλεισε το τηλέφωνο, η Μ.Κ.27 είπε στον Μ.Κ.26 ότι μόλις είπε στον δικηγόρο ότι έδωσε κατάθεση και παραδέχθηκε εμπλοκή, εκείνος διερωτήθηκε τότε τι να κάνει τον δικηγόρο και της έκλεισε το τηλέφωνο. Ακολούθως ο Μ.Κ.26 της επέτρεψε να μιλήσει με την πρώην νύφη της και συνομίλησε μαζί της για τη φροντίδα των παιδιών της και με τα ίδια τα παιδιά της. Στη συνέχεια της επιτράπηκε να δει για λίγο τη μητέρα της. Η Υπεράσπιση ουδόλως αμφισβήτησε τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.26, τα οποία σημειώνουμε ότι περιέχονται στην κατάθεση του, Έγγραφο 23, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Επομένως, η περιγραφή του όλου πλαισίου της στάσης και συμπεριφοράς της Μ.Κ.27 από την ώρα της ανακοπής και σύλληψης της μέχρι και το βράδυ της ίδιας μέρας μετά τη θεληματική της κατάθεση, Τεκμήριο 52, παρέμεινε αναντίλεκτη. Πέραν της εντύπωσης που αποκομίσαμε για την ειλικρίνεια και αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων, θεωρούμε ότι αυτή η περιγραφή αποδίδει με ακρίβεια τα όσα εκτυλίχθησαν κατ΄ εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.27 αναγνώρισε τόσο το Τεκμήριο 56 όσο και το Τεκμήριο 59, υποστηρίζοντας ότι σε αυτά περιέχεται η όλη αλήθεια. Με αυτή τη θέση της, θεωρούμε ότι ουσιαστικά το περιεχόμενο των 2 αυτών Τεκμηρίων κατέστη μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.27 και χρήζει αξιολόγησης. Στο Τεκμήριο 59 στην ερώτηση 8 η Μ.Κ.27 ερωτάται για την αλλαγή της στάσης της από την πρώτη της κατάθεση, Τεκμήριο 52, την οποία έδωσε χωρίς να δηλώσει επιθυμία να συμβουλευτεί δικηγόρο και στην οποία παραδέχθηκε την εμπλοκή της και των υπολοίπων προσώπων περιλαμβανομένου του αδελφού της. Η ίδια έδωσε την απάντηση ότι «ήμουν σοκαρισμένη για τα όσα έγιναν και έμπλεξα άλλα άτομα που δεν ενέχονται στην υπόθεση». Σε μεταγενέστερη ερώτηση, την 19, τής λέχθηκε ότι είναι ξεκάθαρο ότι δεν λέει την αλήθεια για να ενοχοποιηθεί μόνο ο Αγαθοκλέους και να ξεκαθαρίσει τη θέση της, του αδελφού της και της συζύγου του. Η ίδια απάντησε ότι αυτά που λέει πιο πάνω είναι αλήθεια και ότι «την πρώτη κατάθεση την είχα δώσει υπό το κράτος ψυχολογικής βίας και άσχημης ψυχολογικής κατάστασης πιεσμένη για τα μωρά μου και την οικογένεια μου χωρίς την συμβουλή του δικηγόρου μου». Στην εν λόγω κατάθεση της η Μ.Κ.27 προβάλλει κάποιους ισχυρισμούς για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ίδια προέβη στην πρώτη της κατάθεση και τον λόγο για τον οποίο ενέπλεξε τον αδελφό της. Η πρώτη θέση της για το ότι ήταν σοκαρισμένη δεν μας δημιουργεί ιδιαίτερη εντύπωση καθότι και οι προαναφερόμενοι μάρτυρες κατηγορίας περιέγραψαν τη Μ.Κ.27 ότι ήταν αγχωμένη, πανικοβλημένη και ιδιαίτερα προβληματισμένη για τα παιδιά της. Ομολογουμένως αδυνατούμε να αντιληφθούμε όμως ότι αυτή η κατάσταση της την οδήγησε όχι μόνο να παραδεχθεί τη δική της εμπλοκή στην υπόθεση αλλά και να εμπλέξει και 'αθώα' πρόσωπα, και κυρίως στενά και αγαπημένα της, όπως τον ίδιο τον αδελφό της. Ούτε η μεταγενέστερη δικαιολογία που προβάλλει ενισχύει το βάσιμο των θέσεων της. Η Μ.Κ.27 επικαλείται ψυχολογική βία. Με όλα τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μας, και κυρίως την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Μ.Κ.27, είτε προφορικώς, είτε γραπτώς στη θεληματική της κατάθεση, εμπλέκει τόσο τον εαυτό της όσο και τον αδελφό της, αδυνατούμε να αντιληφθούμε σε τι πιθανώς να συνίστατο τέτοια ισχυριζόμενη βία. Καταλήγουμε ότι τέτοια θέση είναι παντελώς αβάσιμη και προφανώς αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της Μ.Κ.27 για να δικαιολογήσει τη στάση της και την αναφορά της στον αδελφό της. Η Μ.Κ.27 αναφέρει επίσης την άσχημη ψυχολογική της κατάσταση και την πίεση που ένιωθε για τα μωρά και την οικογένεια της. Έχουμε ήδη δεχθεί ότι η Μ.Κ.27 βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και αγωνία. Ήταν καθόλα λογικό λόγω ακριβώς του ότι συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης και τις συνέπειες των πράξεων της. Η Μ.Κ.27 είχε εμπλακεί σε σοβαρές εγκληματικές πράξεις διακίνησης ναρκωτικών. Κάθε εμπλεκόμενος σε σοβαρό έγκλημα πιστεύει ή ελπίζει ότι δεν θα εντοπιστεί. Όταν όμως διαψευστεί και στη συνέχεια συλληφθεί είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο να καταλαμβάνεται από άγχος και αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι. Εν όψει της κατάστασης στην οποία η Μ.Κ.27 βρέθηκε, το θεωρούμε εύλογο και αναμενόμενο όπως η άμεση και αυθόρμητη σκέψη και αντίδραση της ήταν η ομολογία και συνεργασία της με την Αστυνομία για να βοηθήσει και ελαφρύνει όσο το δυνατό τη θέση της. Αυτό έπραξε με το Τεκμήριο
  12. Ομολόγησε όσα γνώριζε. Στα πλαίσια αυτά ήταν που ανεφέρθη και σε άλλα πρόσωπα. Δεν πρόκειται για περίπτωση στην οποία κάποιος συλληφθείς επιρρίπτει απλώς την ευθύνη σε άλλους απεμπλέκοντας τον εαυτό του. Περιέγραψε δε τα γεγονότα και την εμπλοκή καθενός με ικανοποιητική λεπτομέρεια και κατά τρόπον που όχι μόνον έχουν λογική συνοχή, αλλά περαιτέρω συνάδουν και με το υπόλοιπο πλέγμα γεγονότων από άλλες αξιόπιστες πηγές. Με τη μεταγενέστερη δήλωση της στο Τεκμήριο 59, η Μ.Κ.27 βασικά πρ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.