Δημοκρατία ν. Χρίστου Τουμάζου, Αρ. Υπόθεσης: 22799/13, 25/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:21 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22799/13 Δημοκρατία v. Χρίστου Τουμάζου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25 Ιουνίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου, για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις συνολικά κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ενώ οι υπόλοιπες τρεις αφορούν την εισαγωγή, την κατοχή και την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', και συγκεκριμένα κάνναβης ποσότητας 5 κιλών. Τα αδικήματα φέρονται να έχουν διαπραχθεί από τον Κατηγορούμενο μαζί με άλλα πρόσωπα μεταξύ του μηνός Ιουλίου και της 10ης Σεπτεμβρίου
(1974)CRIM.L.R.245, ο Γ, αφού έκανε παραδοχή, κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας· η μαρτυρία του όμως ουσιαστικά υποστήριξε την υπεράσπιση του πρώην συγκατηγορουμένου του. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο πρωτόδικος δικαστής εσφαλμένα έδωσε τη συνηθισμένη προειδοποίηση για συναυτουργούς, μολονότι, η μαρτυρία του ήταν ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο. Ο νόμος δεν απαιτεί να δίνεται η προειδοποίηση για την πιθανή αναξιοπιστία ενός συναυτουργού, όταν η μαρτυρία του είναι ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο. Ο δικαστής όμως μπορεί να τη δώσει όταν νομίζει πως είναι σωστό να τη δώσει, κι οι ένορκοι μπορούν να δεχτούν τη μαρτυρία του όταν πιστεύουν πως μπορεί νά'ναι ειλικρινής.» Παραπέμπουμε στο σημείο αυτό και στη σχετική περικοπή από την υπόθεση R. v. Peach (ανωτέρω): "Held, dismissing the appeal, the unreliability of an accomplice was due to the fact that he had an axe to grind. According to the circumstances his personal interest might induce him to tell a false story implicating an innocent accused or exculpating a guilty accused. Although the law did not require a judge to give a warning about the possible unreliability of an accomplice giving evidence favourable to an accused he could in his discretion do so if he thought it proper. The jury should accept the evidence if they thought it might be true." (δικές μας υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Όπως επισημάνθηκε στο Σύγγραμμα A Practical Approach to Evidence, 2η Έκδοση, του Peter Murphy η αιτιολογική βάση του κανόνα πρακτικής που διέπει το ζήτημα της προειδοποίησης για ενισχυτική μαρτυρία απουσιάζει όταν η προσφερθείσα από ένα μάρτυρα κατηγορίας μαρτυρία δεν αυξάνει ουσιωδώς τις πιθανότητες καταδίκης. Η σχετική αναφορά καταγράφεται στη σελ. 423 του πιο πάνω Συγγράμματος και έχει ως εξής: «..it is submitted that the true rationale is missing where the evidence does not materially increase the chances of conviction, and the judge should not impeach a witness for the prosecution who does not come up to proof.» Ανεξαρτήτως των πιο πάνω λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Μ.Κ.27 μετά την αρχική της κατάθεση με την οποία σαφώς εμπλέκει τον Κατηγορούμενο στην πορεία των πραγμάτων έδωσε διαφοροποιημένες εκδοχές απεμπλέκοντας τον Κατηγορούμενο, αλλά ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό της, θεωρούμε ότι η μαρτυρία της θα πρέπει να προσεγγιστεί με ιδιαίτερη προσοχή και επιφυλακτικότητα. Επιδίωξη του Δικαστηρίου είναι στο τέλος της ημέρας η ανίχνευση της αλήθειας. Στα πλαίσια αυτής της επιδίωξης σαφώς θα εξετασθούν και θα αποτιμηθούν ενδελεχώς οι αντικρουόμενες εκδοχές που προβλήθηκαν αλλά και οι λόγοι που πιθανόν να οδήγησαν σε μια τέτοια πορεία από πλευράς της μάρτυρος. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Μ.Κ.27 και σχολιάζοντας εν πρώτοις τη γενικότερη συμπεριφορά της ως μάρτυρος πρέπει να πούμε ότι μας έδωσε έντονα την αίσθηση από την αρχή ότι δεν ήταν διατεθειμένη να πει όλα τα γεγονότα που γνώριζε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης σε κάποιες περιπτώσεις έδινε πολύ σύντομες, ενίοτε δε και μονολεκτικές απαντήσεις, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις απέφευγε να δώσει απαντήσεις προφασιζόμενη ότι δεν θυμόταν. Προσέξαμε, επίσης, ότι πριν δώσει οποιαδήποτε απάντηση η μάρτυρας ζύγιζε και μετρούσε αυτά που θα έλεγε ούτως ώστε να αποφύγει να πει περισσότερα περιορίζοντας, όσο αυτό ήταν δυνατό, την έκταση της απάντησης της. Δεν ήταν άνετη, ούτε φυσική ενώ κατέθετε. Ήταν, πιστεύουμε, ενδεικτικό της όλης αμήχανης και άβολης θέσης στην οποία ευρίσκετο το γεγονός ότι απέφευγε συστηματικά στο στάδιο που έδινε τις απαντήσεις της να κοιτάζει και να απευθύνεται προς το Δικαστήριο αν και της είχε ζητηθεί αρκετές φορές να το κάμνει. Η εντύπωση που αποκομίσαμε βλέποντας την την ώρα που κατέθετε ήταν μιας μάρτυρος η οποία σκεφτόταν πολύ πριν απαντήσει ωσάν να έπρεπε να αποφύγει πάση θυσία να πει περισσότερα πράγματα. Δεν φαινόταν καθόλου ευτυχής που ευρίσκετο σ' αυτή τη θέση της μάρτυρος. Πέραν από την πιο πάνω εντύπωση που αποκομίσαμε από την όλη συμπεριφορά της Μ.Κ.27 ως μάρτυρος διαπιστώσαμε ότι μέσα στα πλαίσια της ολοφάνερης - κατά τη δική μας εκτίμηση - προσπάθειας της να προωθήσει μια συγκεκριμένη εκδοχή, ανέφερε πράγματα τα οποία προσβάλλουν την κοινή λογική. Θα δώσουμε συγκεκριμένα παραδείγματα. Ενώ παραδέχθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου ενοχή στα αδικήματα κατοχής ναρκωτικών και κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια, εντούτοις ενώπιον μας ισχυρίσθηκε ότι συμμετείχε στην παράδοση των επίδικων εξώστ απλώς ως υπάλληλος της ΤΝΤ χωρίς να είναι στη γνώση της ότι τα πακέτα θα περιείχαν ναρκωτικά. Μάλιστα προέβαλε ότι η άγνοια της για το περιεχόμενο των πακέτων υφίστατο μέχρι το στάδιο της σύλληψης της. Δεν χρειάζεται, πιστεύουμε, να εξηγήσουμε ιδιαίτερα το ότι ένας λογικός άνθρωπος του οποίου η συμμετοχή ήταν αυτή που ισχυρίσθηκε η Μ.Κ.27 - δηλ. πλήρης άγνοια περί της ύπαρξης ναρκωτικών εντός των εξώστ τα οποία θα παρέδιδε - δεν θα προχωρούσε στο να παραδεχτεί εμπλοκή και ανάμιξη σε αδικήματα κατοχής ναρκωτικών και κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Αν δεν γνώριζε τη φύση του περιεχομένου των πακέτων, πώς υπήρχε ανάμιξη και εμπλοκή της σε αδικήματα σχετικά με ναρκωτικά ώστε στη συνέχεια να προχωρήσει σε παραδοχή στα εν λόγω αδικήματα; Η Μ.Κ.27, πέραν των όσων αναφέραμε ανωτέρω, υπήρξε και αντιφατική στη μαρτυρία της. Ενώ υποστήριξε ότι υποτίθεται είχε δεχτεί να συμμετάσχει στα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης χωρίς να γνωρίζει ότι στα αντικείμενα που θα παρέδιδε υπήρχαν ναρκωτικά και ότι απλώς γνώριζε ότι επρόκειτο για εξαρτήματα μοτοσικλέτας, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι δεν γνώριζε την επίδικη ημέρα ότι με τη φορτωτική εκείνης της ημέρας θα ήταν και τα 4 εξώστ. Και ότι μάλιστα έλαβε γι αυτό γνώση μετά που ξεφορτώθηκαν και τα χώρισαν κατά περιοχές και αυτά μπήκαν στη δική της περιοχή διανομής. Πρόσθεσε ακόμη ότι της είχε ανατεθεί τη συγκεκριμένη ημέρα η περιοχή διανομής που αφορούσε τα επίδικα εξώστ απλώς και μόνο γιατί απουσίαζε κάποιος συνάδελφός της. Και το εύλογο ερώτημα που αμέσως εγείρεται είναι πώς η ίδια ισχυρίζεται ότι η συμμετοχή της συνίστατο στη μεταφορά και παράδοση σε ένα ξένο άτομο (το οποίο ήταν γνωστό του κουμπάρου της Αγαθοκλή) στην οδό Μουρούζη εξαρτημάτων μοτοσυκλέτας όταν εντελώς τυχαία της ανατέθηκε η μεταφορά των συγκεκριμένων αντικειμένων. Και τούτο λόγω της απουσίας συναδέλφου της που, υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν εκείνος που θα προέβαινε στην μεταφορά και παράδοση τους. Διερωτώμαστε πραγματικά για ποια είδους συμμετοχή ομιλούσε ότι δέχθηκε να έχει στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με μεταφορά και παράδοση εξαρτημάτων μοτοσυκλέτας σε ένα ξένο γνωστό του Αγαθοκλή όταν η ίδια δεν επεδίωξε να αναλάβει τη μεταφορά και παράδοση αυτών των αντικειμένων και όταν σε αυτή τυχαία ανατέθηκε από την εταιρεία της η συγκεκριμένη περιοχή διανομής που αφορούσε τα επίδικα αντικείμενα. Είναι προφανές ότι η Μ.Κ.27 στην προσπάθεια της να ρίξει όλη την ευθύνη στον Αγαθοκλή αποσυνδέοντας έτσι τον αδελφό της που ήταν για την ίδια το κύριο ζητούμενο όταν κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, προώθησε μια εκδοχή η οποία στο τέλος αποσυνέδεε ακόμη και την ίδια. Και τούτο παρά το γεγονός ότι αυτή είχε προβεί σε παραδοχή στη διάπραξη των αδικημάτων κατοχής ναρκωτικών και κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Ένα θέμα που εξετάστηκε σε έκταση ήταν το περιεχόμενο της αγόρευσης του δικηγόρου της Μ.Κ.27 για μετριασμό της ποινής ενώπιον του προηγούμενου Κακουργιοδικείου μετά την παραδοχή της. Γι΄ αυτό το θέμα υποβλήθηκαν πολλές ερωτήσεις προς τη μάρτυρα τις οποίες η Μ.Κ.27 απαντούσε σχεδόν μονολεκτικά. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε κατά πόσο αυτά τα οποία είχε αναφέρει στον δικηγόρο της, εξηγώντας του τα γεγονότα σε σχέση με την υπόθεση της ταυτίζοντο με αυτά που παρουσιάστηκαν αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου, στην αρχή απάντησε, χωρίς να εξηγεί ότι "είχαν" στο τέλος "μια διαφορά". Διεφάνη πως δεν ήθελε να την αναφέρει και χρειάστηκε να ρωτηθεί εκ νέου για να διευκρινίσει ποια ήταν αυτή η διαφορά. Απάντησε ότι ήταν αυτή που «καταδίκαζε» τον αδελφό της, για να διευκρινίσει στη συνέχεια, μετά που τής υποβλήθηκε σχετική ερώτηση, ότι εννοούσε την αναφορά του δικηγόρου της στον αδελφό της. Και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ήταν τώρα η εκδοχή της ότι ο συνήγορος της τότε είχε από μόνος του αποφασίσει να εμπλέξει τον αδελφό της, η Μ.Κ.27, χωρίς να δίδει οιαδήποτε εξήγηση, στην ουσία χωρίς να απαντά στην ερώτηση, ανέφερε ότι δεν ισχυρίζεται αυτό το πράγμα παρά μόνο ότι δεν ήταν η ίδια που ετοίμασε την απολογία. Ήταν φανερό ότι η Μ.Κ.27 δεν ήθελε να απαντήσει στην ερώτηση και την αρκούσε να περιοριστεί στην αόριστη και νεφελώδη αναφορά της ότι η διαφορά που είχε με τον δικηγόρο της σε σχέση με την αγόρευση του ήταν η αναφορά του τελευταίου στον αδελφό της χωρίς, όμως, στο τέλος η Μ.Κ.27 να ξεκαθαρίζει κατά πόσο αυτή η αναφορά έγινε από τον δικηγόρο χωρίς συνεννόηση της μαζί του. Όταν λοιπόν στη συνέχεια κλήθηκε να πει κατά πόσο αυτά τα οποία είχε αναφέρει ο δικηγόρος της στην απολογία της ήταν αυτά που μοιράστηκε μαζί του, μη μπορώντας πλέον να ξεφύγει έδωσε με μονολεκτικό τρόπο αρνητική απάντηση. Τής ζητήθηκε να προσδιορίσει αυτά που ενώ δεν τα είχε πει στον δικηγόρο της εκείνος τα ανέφερε στην αγόρευση από μόνος του. Η μάρτυρας ευρισκόμενη πλέον στη θέση αυτή, όπου καλείτο να εξηγήσει την προηγηθείσα μονολεκτική απάντηση που έδωσε, επέλεξε ένα άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει το όλο θέμα. Επέλεξε να πει ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τι έγινε πριν ένα χρόνο χωρίς να διαβάσει ή να δει αυτά που λέχθηκαν. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε για τα πιο πρόσφατα γεγονότα που έλαβαν χώρα σε σχέση με την υπόθεσή της και αφορούσαν τη διαδικασία έφεσης που είχε ασκήσει αναφορικά με την ποινή που τής είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο και κατά πόσο την θυμόταν η Μ.Κ.27 απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα δε κατά πόσο είχαν λεχθεί ψέματα στα πλαίσια της έφεσης (που θυμόταν) από μέρους του δικηγόρου της, μη μπορώντας πλέον να υπεκφύγει από το θέμα επέλεξε να ισχυριστεί ότι ο συνήγορος της μίλησε και πάλιν για τα ίδια θέματα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου επειδή είχε βασιστεί πάνω στην πρώτη απολογία - δηλαδή αυτή που είχε γίνει ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Όταν της τέθηκε ξεκάθαρα και ευθέως η ερώτηση κατά πόσο ο δικηγόρος της είχε πει ψέματα στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στο κατά πόσον ο αδελφός της - ο Κατηγορούμενος - είχε οποιαδήποτε συμμετοχή, η Μ.Κ.27 μη μπορώντας πλέον να συνεχίζει να αποφεύγει το ερώτημα έδωσε, τελικώς, καταφατική απάντηση. Είναι σημαντικό εδώ να τονίσουμε ότι μόνο όταν στη συνέχεια τής τέθηκε ακριβώς η αναφορά από την αγόρευση του δικηγόρου της (από το σχετικό Τεκμήριο 36) και ειδικότερα αυτή που αφορούσε την εμπλοκή του Κατηγορουμένου, μη μπορώντας πλέον να επικαλεστεί είτε ότι δεν θυμόταν ακριβώς τι είχε πει ο δικηγόρος, είτε ότι αυτά που της διαβάζονταν δεν τα είχε πει ο δικηγόρος της, δέχθηκε ότι αυτά είχαν λεχθεί στην παρουσία της. Δεν ήταν ωστόσο, σε θέση να εξηγήσει βάσιμα και πειστικά την εκδοχή της, ότι δηλαδή ενώ δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα η αναφορά του δικηγόρου της σε εμπλοκή του Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, αυτή ουσιαστικά δεν αντέδρασε και δεν ζήτησε από τον δικηγόρο της εξηγήσεις. Αν και είχε επανειλημμένα την ευκαιρία να δώσει κάποια εξήγηση γι' αυτό το ζήτημα, ήταν φανερό ότι δεν είχε καμία αληθοφανή ή λογικοφανή εξήγηση να δώσει. Επικαλέστηκε διάφορα πράγματα όπως ότι αυτή δεν ήταν δικηγόρος και ότι για το θέμα αυτό θα έπρεπε να δώσει εξηγήσεις ο δικηγόρος της, ότι ο δικηγόρος της τής είχε πει ότι με αυτά τα πράγματα που ο ίδιος είπε στο Δικαστήριο θα ήταν «πιο ελαφρυντική» η θέση της Μ.Κ.27 και ότι έπρεπε για τους σκοπούς του Εφετείου να βασιστούν στην απολογία που έγινε ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Άλλη εκδοχή που έδωσε ήταν ότι η ίδια δεν γνώριζε τι απολογία θα ετοίμαζε ο δικηγόρος της. Βεβαίως είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η Μ.Κ.27 δεν ανέφερε από την αρχή όλα αυτά, τα οποία επικαλέστηκε ως εξηγήσεις για τον λόγο που ο δικηγόρος της προέβη σε δήθεν ανυπόστατες και ψευδείς αναφορές στην αγόρευσή του οι οποίες ενέπλεκαν στην υπόθεση τον Κατηγορούμενο. Το έπραξε μόνο μετά από μεγάλο αριθμό ερωτήσεων για να έλθει στο τέλος να προωθήσει σταδιακά και εξελικτικά ανάλογα με τις ερωτήσεις που της τίθεντο κάθε φορά όλες τις πιο πάνω εξηγήσεις. Ήταν προφανές ότι σε όλη αυτή τη διαδικασία των ερωτήσεων που της υποβάλλονταν για αυτό το θέμα δεν είχε τη δεδομένη στιγμή της ερώτησης άμεσες απαντήσεις ή, για να το θέσουμε καλύτερα, δεν ήθελε να δώσει εκείνες τις απαντήσεις που ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ήταν φανερό ότι «έψαχνε» εκείνη την ώρα τις απαντήσεις που θεωρούσε ότι θα την βόλευαν στα πλαίσια των όσων ήταν διατεθειμένη να αποκαλύψει ενώπιον του Δικαστηρίου. Και ήταν ηλίου φαεινότερο ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν επιθυμούσε ποσώς να πει όλα όσα γνώριζε. Βασικά σχηματίσαμε την πεποίθηση ότι στην πραγματικότητα ήταν η ίδια που έλεγε ψέματα ενώπιον μας και όχι ο δικηγόρος της ενώπιον των προαναφερθέντων Δικαστηρίων. Ένα άλλο θέμα που αποτέλεσε αντικείμενο διερεύνησης και στο οποίο η μάρτυρας έδωσε διάφορες «περίεργες», ας μας επιτραπεί ο όρος, και παράδοξες εξηγήσεις αφορά αυτό με το όνομα «Μπίλιας». Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε η Μ.Κ.27 να πει ποιος είναι ο Μπίλιας απέφυγε στην αρχή να δώσει κάποια συγκεκριμένη απάντηση λέγοντας τα εξής: «Α. Μπίλιας εξαρτάται ποιος.» Ήταν φανερό ότι η Μ.Κ.27 απάντησε με αυτόν τον τρόπο για να κερδίσει λίγο χρόνο για να σκεφτεί. Πέραν του φανερά επιτηδευμένου ύφους της μάρτυρος και από πλευράς λογικής δεν εξηγείται διαφορετικά αυτή η ακατανόητη απάντηση. Υπενθυμίζουμε ότι η ερώτηση αυτή αφορούσε το όνομα «Μπίλιας» το οποίο ήταν καταχωρημένο στη μνήμη του δικού της κινητού τηλεφώνου και μάλιστα σε δύο θέσεις στη μνήμη (6η και 9η). Με άλλα λόγια επρόκειτο για δικές της καταχωρήσεις ενός αριθμού τηλεφώνου που αφορούσε κάποιο πρόσωπο που η ίδια ονομάτισε ως «Μπίλια» στις σχετικές καταχωρήσεις που έγιναν στο δικό της τηλέφωνο. Όταν δε στη συνέχεια η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής επανήλθε επί του θέματος και στην πιο πάνω απάντησή της Μ.Κ.27 («Μπίλιας εξαρτάται ποιος») στοχεύοντας σε κάποια διευκρίνιση, η μάρτυρας παρότι αντιλήφθηκε ότι έπρεπε πλέον να δώσει μια πιο σαφή απάντηση και πάλι επέλεξε τον δρόμο της υπεκφυγής λέγοντας τα εξής: «Α. Μπίλια φωνάζαμε και παλιά τον αδερφό μου. Εγώ δεν το φώναζα Μπίλια, εγώ πάντα Χρίστο τον φώναζα». Είναι προφανές ότι αυτή της η αναφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ως απάντηση στο απλό ερώτημα που της τέθηκε να πει ποιον η ίδια είχε καταχωρήσει δύο φορές στις επαφές του κινητού της με το όνομα «Μπίλιας». Εξ ου και ακολούθησε η εξής ερώτηση: «Ε. Μέσα στο τηλέφωνο σου στη συσκευή του τηλεφώνου σου ο καταχωρημένος ως Μπίλιας ποιός είναι;» Η Μ.Κ.27 αισθανόμενη πλέον την πίεση να δώσει μια συγκεκριμένη απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα χωρίς υπεκφυγές σε μια εμφανή προσπάθεια να κερδίσει ακόμα λίγο χρόνο για να σκεφτεί απάντησε ως εξής: «Α. Όταν μου δείξετε τηλέφωνο μπορώ να σας πω εάν μπορώ να θυμηθώ.» Τότε η Κατηγορούσα Αρχή της υπέδειξε τη σχετική κατάσταση με τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα (Τεκμήριο 17) και τις δύο συγκεκριμένες καταγραφές τις οποίες η Μ.Κ.27 είδε. Όπως είναι φανερό τα πλαίσια πλέον για να ελιχθεί η Μ.Κ.27 είχαν στενέψει. Έπρεπε να δώσει ξεκάθαρα και συγκεκριμένα την απάντησή της. Προσπάθησε να υπεκφύγει αλλά η ερώτηση παρέμενε αναπάντητη. Μη μπορώντας προφανώς η Μ.Κ.27 να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο που να την οδηγούσε στο να αποφύγει πλέον να απαντήσει το ερώτημα επέλεξε στην αρχή να ισχυριστεί ότι δεν θυμόταν αυτό τον συγκεκριμένο αριθμό (που ήταν καταχωρημένος στο κινητό της τηλέφωνο). Θεωρούμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσουμε αυτολεξεί τη σειρά των ερωτήσεων και απαντήσεων που έλαβαν χώρα για το υπό εξέταση ζήτημα: «E. Βλέπετε τις δύο καταγραφές κυρία; A. Ναι. E. Θυμίζει σας κάτι τώρα; A. Όχι. E. Το Μπίλιας δε σας θυμίζει τίποτε. Το 99073557 ή εάν θέλετε ξαναδείτε το γιατί είναι διαφορετικό άμα το βλέπουμε γραμμένο, σας θυμίζει κάτι; A. Όχι. E. Τίποτε δε σας λέει αυτό το τηλέφωνο; A. Όχι. E. Μπορεί να μην επικοινωνήσατε μαζί του ποτέ; A. Δε θυμάμαι αυτό το τηλέφωνο. E. Ούτε στη δεύτερη καταγραφή του, στο σημείο 9, που είναι το ίδιο; A. Όχι.» Στη συνέχεια δε και αφού προηγήθηκαν οι πιο πάνω απαντήσεις της προέβαλε ακόμη μία εκδοχή, την εκδοχή ότι η ίδια ποτέ της δεν είχε καταχωρήσει στο τηλέφωνο της τον αδελφό της ως Μπίλια. Και αυτό έγινε αφού μεσολάβησε πιο πριν η υπόδειξη της συγκεκριμένης κατάστασης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων αλλά και των συγκεκριμένων καταχωρήσεων σ΄ αυτή χωρίς σ' εκείνο το στάδιο να επικαλείται κάτι τέτοιο. Ότι δηλαδή επρόκειτο για καταγραφές που δεν τις είχε κάνει η ίδια. Σ΄ εκείνο το αρχικό το στάδιο, όπως προκύπτει και από το απόσπασμα που έχουμε παραθέσει ανωτέρω, απλώς επικαλείτο ότι το συγκεκριμένο όνομα Μπίλιας και ο συγκεκριμένος αριθμός 99073557 δεν της θύμιζε κάτι. Μάλιστα σε ένα μεταγενέστερο στάδιο της κυρίως εξέτασης της επανέλαβε ότι πάνω στη συσκευή της η ίδια ποτέ δεν είχε κάποιο πρόσωπο που να το ανέφερε ως Μπίλια. Βεβαίως η μάρτυρας δεν μας εξήγησε πώς θα μπορούσε στη δική της συσκευή κινητού τηλεφώνου να ευρίσκονται τέτοιου είδους καταχωρήσεις χωρίς η ίδια να τις γνωρίζει. Ούτε ακόμη μας εξήγησε κάτω από ποιες περιστάσεις αυτή η συγκεκριμένη καταχώρηση που αφορούσε το όνομα Μπίλιας και τον αριθμό 99073557 θα μπορούσε να είχε γίνει αν η ίδια δεν την είχε κάνει και αν αντίθετα τελούσε υπό πλήρη άγνοια σχετικά με αυτήν. Ας σημειωθεί για ό,τι αξίζει ότι στην τελευταία της κατάθεση, Τεκμήριο 59 η Μ.Κ.27 δέχεται μεταξύ άλλων πως ο αδελφός της (πριν την εκφόρτωση των εξώστ) τής είχε τηλεφωνήσει από το τηλέφωνο του με αρ. κλήσης «990??557». Θυμάται δηλαδή στην εν λόγω κατάθεση τα τρία πρώτα και τα τρία τελευταία ψηφία του τηλεφωνικού αριθμού, ο οποίος ανήκει στον Κατηγορούμενο. Έτσι αν ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο, θα αναμέναμε τουλάχιστον να πει ότι ο αριθμός για τον οποίον ερωτήθηκε μοιάζει κατά το πλείστον με τον αριθμό του αδελφού της, όπως τον είχε αναφέρει στο Τεκμήριο
- Ήταν προφανές, όμως, πως κατά την παρουσία της ενώπιον μας γνώριζε τις δικές της τηλεπικοινωνίες κατά την επίδικη ημερομηνία (10.9.12) και γι΄ αυτό προσπαθούσε πάση θυσία να αποσυνδέσει τον αδελφό της από τον αριθμό
- Αν η εκδοχή της ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα το λιγότερο που θα ανέμενε κάποιος θα ήταν να έλθει να δώσει κάποιες εξηγήσεις στα προφανή και αναπάντητα ερωτήματα που εγείρονται σε σχέση με αυτό το θέμα. Μέσα στα πλαίσια της επίκλησης της άγνοιας κινήθηκε η μάρτυρας, όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, στη βάση των προηγούμενων απαντήσεων της, και όταν ρωτήθηκε σε άλλο σημείο να πει με ποιον μίλησε πριν την ανακοπή της από την Αστυνομία στις 10.9.12 στις 14:55 και 15:16 - με βάση τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα - που είχε αριθμό
- Δεν μας προκαλεί δε εντύπωση με βάση τον σχολιασμό που προηγήθηκε ότι ούτε αν μίλησε καθόλου εκείνη τη μέρα τις ώρες που της προσδιορίστηκαν με τον αδελφό της ήταν σε θέση να πει, ενώ θυμόταν ότι είχε μιλήσει με τη μητέρα της και τη θεία της. Το ότι η Μ.Κ.27 δεν ήταν διατεθειμένη να πει όλα όσα γνώριζε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και, κυρίως, για το θέμα εμπλοκής του Κατηγορουμένου σ' αυτή, φάνηκε και από τα όσα ανέφερε απαντώντας στα πλαίσια της επανεξέτασης. Συγκεκριμένα είχε ισχυριστεί κατά την αντεξέταση της ότι η Αστυνομία είχε έλθει να τη δει στις Κεντρικές Φυλακές (όπου η ίδια τελούσε ως κατάδικος) σε σχέση με την πρόθεση της να καταθέσει εναντίον του αδελφού της. Στην επανεξέταση δεν το έκρυψε ότι σ΄ αυτές τις επισκέψεις είχε θέσει όρους προς την Αστυνομία για να καταθέσει στο Δικαστήριο. Ειδικότερα ότι στα λεγόμενα των Αστυνομικών ότι αν ερχόταν να καταθέσει εναντίον του αδελφού της θα την έβλεπαν καλύτερα κάνοντας της αναφορά σε αναστολή ποινικής δίωξης, χάριν Προέδρου κ.λ.π, αυτή τους είπε ότι μόνο λόγια της υπόσχονταν και ότι επειδή άκουσε για αρκετές περιπτώσεις καταδίκων που είχαν μείνει «επί ξύλου κρεμάμενοι», ζητούσε να έχει ενδείξεις. Δέχτηκε δε απαντώντας σε σχετική ερώτηση ότι ήθελε κάτι γραπτώς που ήταν σίγουρο για την ίδια ότι δεν θα της έφερναν γιατί θεωρούσε ότι η Αστυνομία μπλόφαρε για το θέμα. Είναι φανερό με τα όσα ανέφερε ότι δεν θα ήταν λογικό να συζητά θέμα να της δοθεί οποιαδήποτε δέσμευση γραπτώς για να καταθέσει εναντίον του Κατηγορουμένου αν στην πραγματικότητα δεν ετίθετο οποιοδήποτε θέμα ανάμιξης του Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση. Και επομένως από τις πιο πάνω αναφορές της εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει ότι μέτρησε στη λήψη της απόφασης της (να μην μιλήσει για τον αδελφό της και την όποια ανάμιξή του στην παρούσα υπόθεση) και το γεγονός ότι δεν είχε εξασφαλίσει κάτι γραπτώς από την Αστυνομία που προφανώς αφορούσε κάποια ευνοϊκή μεταχείριση για την ίδια. Γενικά σε αρκετές περιπτώσεις διαπιστώσαμε ότι ήταν επιφυλακτική και απρόθυμη προς την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής όταν η τελευταία της υπέβαλλε διάφορες ερωτήσεις που η Μ.Κ.27 ήταν φανερό ότι ήθελε να μην τις απαντήσει. Σε κάποιες στιγμές φαινόταν ιδιαίτερα ενοχλημένη από την υποβολή κάποιων ερωτήσεων και μάλιστα το έδειχνε αυτό λέγοντας στην εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής φράσεις όπως «σας απάντησα τρεις φορές ότι δεν θυμάμαι», «ερχόμαστε στο ίδιο θέμα ότι αναφέρετε μου λόγια του δικηγόρου μου», «στην αρχή που με ξαναρωτήσετε την κάνατε με διαφορετικό τρόπο αυτή την ερώτηση πριν νομίζω», «προσπαθείτε να με παγιδεύσετε τώρα με μια ερώτηση;», «πάει προς παγίδευση αυτή η ερώτηση απέναντι μου», «εγώ το παίρνω ότι είναι παγίδευση η ερώτηση» κ.λ.π. Διαπιστώσαμε δε ότι η υποβολή και μόνο από την Κατηγορούσα Αρχή ερωτήσεων στα πλαίσια της επιδίωξης της να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των απαντήσεων της Μ.Κ.27 όλα τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα εισπράττετο και εκλαμβάνετο από πλευράς της μάρτυρος ως ένα είδος ανάκρισης της ιδίας. Διακρίναμε από μέρους της και μια καχυποψία για κάθε ερώτημα που της ετίθετο δίδοντας την εντύπωση κάποιου προσώπου το οποίο ανακρίνεται από την Αστυνομία και προσπαθεί να είναι προσεκτικό στις απαντήσεις του και λέει όσο το δυνατό λιγότερα πράγματα. Σίγουρα ένας μάρτυρας ο οποίος προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να καταθέσει τα πραγματικά γεγονότα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την υποβολή σ΄ αυτόν ερωτήσεων με αυτή την προσέγγιση. Αντίθετα θεωρεί ότι μέσω αυτών των ερωτήσεων του δίδεται η ευχέρεια και ότι μάλιστα διευκολύνεται ώστε να καταθέσει αυτά που γνωρίζει. Πάντως η εικόνα που έδιδε καθ΄ όλη τη διάρκεια που κατέθετε ως μάρτυρας δεν ήταν ενός ατόμου που έρχεται στο Δικαστήριο με σκοπό να πει όλα όσα γνωρίζει σχετικά με την υπόθεση αλλά ενός ατόμου που ήλθε στο Δικαστήριο να πει αυτά που η ίδια ήθελε θέλοντας πάση θυσία κάποια πράγματα να τα κρατήσει μόνο για τον εαυτό της. Μάλιστα διακρίναμε κάποια φοβία από μέρους της να μην της ξεφύγει και πει κάποια πράγματα περισσότερα. Στην προκείμενη περίπτωση έχουμε ενώπιον μας δύο διαφορετικές εκδοχές από μέρους της Μ.Κ.
- Αφενός την εκδοχή που καταγράφεται στο Τεκμήριο 52 και αφετέρου την εκδοχή που καταγράφεται στα Τεκμήρια 56 και
- Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών εκδοχών της είναι ότι με την πρώτη και αρχική της εκδοχή εμπλέκει τόσο τον εαυτό της όσο και τον Κατηγορούμενο στη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων, ενώ στη δεύτερη εκδοχή της ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη και η ίδια ουδεμία γνώση για το περιεχόμενο των επιδίκων εξώστ. Σημαντικό στοιχείο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της M.K.27 και της εκδοχής που προώθησε στο Δικαστήριο είναι και το γεγονός ότι η Υπεράσπιση δεν την αντεξέτασε σε σχέση με την κατάθεση της Τεκμήριο
- Τούτο δε το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα να μην αμφισβητηθούν οι συνθήκες λήψης της κατάθεσης. Επισημαίνουμε επίσης ότι οι συνθήκες λήψης της κατάθεσης της - Τεκμήριο 52 - δεν έτυχαν γενικώς από την Υπεράσπιση οποιασδήποτε αμφισβήτησης εφόσον τα όσα σχετικά κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας που είχαν ανάμιξη και εμπλοκή σε αυτό το θέμα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Κ.27, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται αναγκαία η ειδική ενασχόληση μας με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Μ.Κ.27 προέβη στις αρχικές της δηλώσεις περί της εμπλοκής του αδελφού της, Κατηγορουμένου, στην παρούσα υπόθεση. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, μετά την ανακοπή και σύλληψη της Μ.Κ.27 (στις 16:45), ήτοι κατά τη μεταφορά της στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λευκωσίας, ο ίδιος της ανέφερε ότι είχε πληροφορία ότι αυτή και ο αδελφός της κάνουν αυτή τη δουλειά (δηλ. εισαγωγή ναρκωτικών) εδώ και ένα χρόνο. Ο Μ.Κ.3 ήταν σαφής ότι η Μ.Κ.27 ήταν αρκετά αγχωμένη και πανικοβλημένη και τον ρωτούσε συνεχώς «Τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πάω φυλακή τωρά, δεν θα πάω;». Ακολούθως ρωτούσε για τα παιδιά «Τι γίνεται, θα τα βλέπω;». Ο Μ.Κ.3 προσπάθησε να την καθησυχάσει και της είπε «Τα παιδιά όπως και να έχει ότι και να γίνει σίγουρα θα έχεις επαφή είσαι μάνα» προσθέτοντας ότι «Τα ρίσκα κάνοντας αυτές τις δουλειές δεν τα γνώριζες;». Τότε η Μ.Κ.27 του ανέφερε ότι αυτή τη δουλειά την έκανε ακόμα μία φορά με ένα χάρτινο κασόνι το οποίο ξεφόρτωσε στο γκαράζ και πάλι για λογαριασμό του αδελφού της. Σημειώνουμε ότι η πιο πάνω αναφορά του εν λόγω μάρτυρος ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του. Στις 17:00, της ίδιας μέρας και ενώ ο Μ.Κ.23 βρισκόταν στο γραφείο του στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας και χωρίς ο ίδιος να έχει οποιαδήποτε προγενέστερη ανάμιξη στην παρούσα υπόθεση, η Μ.Κ.27 οδηγήθηκε στο γραφείο του από άλλους συναδέλφους. Ο Μ.Κ.23 δεν γνώριζε λεπτομέρειες για τον λόγο της σύλληψης της παρά μόνο τη συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αυτή εξέφρασε την επιθυμία της να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Τότε ο Μ.Κ.23 της εξήγησε τα δικαιώματα της και της έδωσε το Έντυπο Δικαιωμάτων Επικοινωνίας Κρατουμένων, το οποίο η ίδια διάβασε και υπέγραψε - Τεκμήριο
- Ακολούθως η ίδια επανέλαβε την επιθυμία της να προβεί σε θεληματική κατάθεση και ο Μ.Κ.23 της εξήγησε ότι μπορούσε να τη γράψει μόνη της αλλά αυτή προτίμησε όπως η κατάθεση της καταγραφεί από τον Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.23 επιβεβαίωσε ότι κατέγραψε όσα του είχε πει η Μ.Κ.27 και περιέχονται στο Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον Μ.Κ.23, κατά τη λήψη της κατάθεσης της η Μ.Κ.27 φαινόταν αγχωμένη. Και πάλι οι πιο πάνω αναφορές του μάρτυρος δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από πλευράς Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.
- Ο συνήγορος Υπεράσπισης περιορίστηκε στο να ρωτήσει κατά πόσο ο Μ.Κ.23 γνωρίζει τι έγινε πριν η Μ.Κ.27 οδηγηθεί στο γραφείο του για να της ληφθεί κατάθεση, και ειδικότερα με ποιους η ίδια είχε επαφή και αν της είχαν υποσχεθεί οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.23 απάντησε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε γι΄ αυτά τα θέματα. Θεωρούμε όμως ότι αυτή η θέση του μάρτυρος δεν επηρεάζει τη δική του περιγραφή των γεγονότων. Βασικά, πέραν της διαπίστωσης ότι τα λεγόμενα του Μ.Κ.23 παρέμειναν ουσιαστικά αναντίλεκτα, επισημαίνουμε ότι καμία μαρτυρία τελικώς δεν προέκυψε που να σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με τις εν λόγω ερωτήσεις της Υπεράσπισης. Ούτε και η ίδια η Μ.Κ.27 κατά την προφορική της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προέβη σε οποιαδήποτε σχετική αναφορά. Αργότερα την ίδια μέρα γύρω στις 20:00, ο Μ.Κ.26 πήγε στα γραφεία της ΥΚΑΝ και εκεί συνάντησε τη Μ.Κ.
- Της συστήθηκε και της ζήτησε να του αναφέρει την εμπλοκή της στην όλη υπόθεση. Η Μ.Κ.27 του είπε ότι είχε ήδη δώσει κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε την ανάμιξη της στην υπόθεση καθώς επίσης την εμπλοκή του αδελφού της, του κουμπάρου της και της συζύγου του τελευταίου. Επίσης η ίδια του ανέφερε ότι «εγώ ό,τι ήξερα επαραδέκτηκα το». Ακολούθως η Μ.Κ.27 του ζήτησε να της επιτρέψει να τηλεφωνήσει στην πρώην νύφη της για να μιλήσει με τα παιδιά της και να διευθετήσει τη φροντίδα τους. Ο Μ.Κ.26 της ανέφερε ότι είχε ενημερωθεί από τον Μ.Κ.2 ότι ενώ η Μ.Κ.27 έδινε την κατάθεση της την ζήτησε κάποιος δικηγόρος με το όνομα Δήμος και αν ήθελε να του μιλήσει. Η Μ.Κ.27 ζήτησε να επικοινωνήσει μαζί του, κάτι το οποίο έγινε στην παρουσία του μάρτυρος. Αφού έκλεισε το τηλέφωνο, η Μ.Κ.27 είπε στον Μ.Κ.26 ότι μόλις είπε στον δικηγόρο ότι έδωσε κατάθεση και παραδέχθηκε εμπλοκή, εκείνος διερωτήθηκε τότε τι να κάνει τον δικηγόρο και της έκλεισε το τηλέφωνο. Ακολούθως ο Μ.Κ.26 της επέτρεψε να μιλήσει με την πρώην νύφη της και συνομίλησε μαζί της για τη φροντίδα των παιδιών της και με τα ίδια τα παιδιά της. Στη συνέχεια της επιτράπηκε να δει για λίγο τη μητέρα της. Η Υπεράσπιση ουδόλως αμφισβήτησε τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.26, τα οποία σημειώνουμε ότι περιέχονται στην κατάθεση του, Έγγραφο 23, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Επομένως, η περιγραφή του όλου πλαισίου της στάσης και συμπεριφοράς της Μ.Κ.27 από την ώρα της ανακοπής και σύλληψης της μέχρι και το βράδυ της ίδιας μέρας μετά τη θεληματική της κατάθεση, Τεκμήριο 52, παρέμεινε αναντίλεκτη. Πέραν της εντύπωσης που αποκομίσαμε για την ειλικρίνεια και αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων, θεωρούμε ότι αυτή η περιγραφή αποδίδει με ακρίβεια τα όσα εκτυλίχθησαν κατ΄ εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.27 αναγνώρισε τόσο το Τεκμήριο 56 όσο και το Τεκμήριο 59, υποστηρίζοντας ότι σε αυτά περιέχεται η όλη αλήθεια. Με αυτή τη θέση της, θεωρούμε ότι ουσιαστικά το περιεχόμενο των 2 αυτών Τεκμηρίων κατέστη μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.27 και χρήζει αξιολόγησης. Στο Τεκμήριο 59 στην ερώτηση 8 η Μ.Κ.27 ερωτάται για την αλλαγή της στάσης της από την πρώτη της κατάθεση, Τεκμήριο 52, την οποία έδωσε χωρίς να δηλώσει επιθυμία να συμβουλευτεί δικηγόρο και στην οποία παραδέχθηκε την εμπλοκή της και των υπολοίπων προσώπων περιλαμβανομένου του αδελφού της. Η ίδια έδωσε την απάντηση ότι «ήμουν σοκαρισμένη για τα όσα έγιναν και έμπλεξα άλλα άτομα που δεν ενέχονται στην υπόθεση». Σε μεταγενέστερη ερώτηση, την 19, τής λέχθηκε ότι είναι ξεκάθαρο ότι δεν λέει την αλήθεια για να ενοχοποιηθεί μόνο ο Αγαθοκλέους και να ξεκαθαρίσει τη θέση της, του αδελφού της και της συζύγου του. Η ίδια απάντησε ότι αυτά που λέει πιο πάνω είναι αλήθεια και ότι «την πρώτη κατάθεση την είχα δώσει υπό το κράτος ψυχολογικής βίας και άσχημης ψυχολογικής κατάστασης πιεσμένη για τα μωρά μου και την οικογένεια μου χωρίς την συμβουλή του δικηγόρου μου». Στην εν λόγω κατάθεση της η Μ.Κ.27 προβάλλει κάποιους ισχυρισμούς για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ίδια προέβη στην πρώτη της κατάθεση και τον λόγο για τον οποίο ενέπλεξε τον αδελφό της. Η πρώτη θέση της για το ότι ήταν σοκαρισμένη δεν μας δημιουργεί ιδιαίτερη εντύπωση καθότι και οι προαναφερόμενοι μάρτυρες κατηγορίας περιέγραψαν τη Μ.Κ.27 ότι ήταν αγχωμένη, πανικοβλημένη και ιδιαίτερα προβληματισμένη για τα παιδιά της. Ομολογουμένως αδυνατούμε να αντιληφθούμε όμως ότι αυτή η κατάσταση της την οδήγησε όχι μόνο να παραδεχθεί τη δική της εμπλοκή στην υπόθεση αλλά και να εμπλέξει και 'αθώα' πρόσωπα, και κυρίως στενά και αγαπημένα της, όπως τον ίδιο τον αδελφό της. Ούτε η μεταγενέστερη δικαιολογία που προβάλλει ενισχύει το βάσιμο των θέσεων της. Η Μ.Κ.27 επικαλείται ψυχολογική βία. Με όλα τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μας, και κυρίως την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Μ.Κ.27, είτε προφορικώς, είτε γραπτώς στη θεληματική της κατάθεση, εμπλέκει τόσο τον εαυτό της όσο και τον αδελφό της, αδυνατούμε να αντιληφθούμε σε τι πιθανώς να συνίστατο τέτοια ισχυριζόμενη βία. Καταλήγουμε ότι τέτοια θέση είναι παντελώς αβάσιμη και προφανώς αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της Μ.Κ.27 για να δικαιολογήσει τη στάση της και την αναφορά της στον αδελφό της. Η Μ.Κ.27 αναφέρει επίσης την άσχημη ψυχολογική της κατάσταση και την πίεση που ένιωθε για τα μωρά και την οικογένεια της. Έχουμε ήδη δεχθεί ότι η Μ.Κ.27 βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και αγωνία. Ήταν καθόλα λογικό λόγω ακριβώς του ότι συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης και τις συνέπειες των πράξεων της. Η Μ.Κ.27 είχε εμπλακεί σε σοβαρές εγκληματικές πράξεις διακίνησης ναρκωτικών. Κάθε εμπλεκόμενος σε σοβαρό έγκλημα πιστεύει ή ελπίζει ότι δεν θα εντοπιστεί. Όταν όμως διαψευστεί και στη συνέχεια συλληφθεί είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο να καταλαμβάνεται από άγχος και αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι. Εν όψει της κατάστασης στην οποία η Μ.Κ.27 βρέθηκε, το θεωρούμε εύλογο και αναμενόμενο όπως η άμεση και αυθόρμητη σκέψη και αντίδραση της ήταν η ομολογία και συνεργασία της με την Αστυνομία για να βοηθήσει και ελαφρύνει όσο το δυνατό τη θέση της. Αυτό έπραξε με το Τεκμήριο
- Ομολόγησε όσα γνώριζε. Στα πλαίσια αυτά ήταν που ανεφέρθη και σε άλλα πρόσωπα. Δεν πρόκειται για περίπτωση στην οποία κάποιος συλληφθείς επιρρίπτει απλώς την ευθύνη σε άλλους απεμπλέκοντας τον εαυτό του. Περιέγραψε δε τα γεγονότα και την εμπλοκή καθενός με ικανοποιητική λεπτομέρεια και κατά τρόπον που όχι μόνον έχουν λογική συνοχή, αλλά περαιτέρω συνάδουν και με το υπόλοιπο πλέγμα γεγονότων από άλλες αξιόπιστες πηγές. Με τη μεταγενέστερη δήλωση της στο Τεκμήριο 59, η Μ.Κ.27 βασικά πρ