← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελένη Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12760/12, 6/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελένη Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12760/12, 6/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12760/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον

  1. Μάριος Αντωνίου
  2. Νικόλας Μιχαήλ
  3. Κωνσταντίνος Αντωνίου
  4. Ηλιάνα Λαζάρου
  5. Παναγιώτης Αντωνίου
  6. Ελένη Δημητρίου Κατηγορουμένων ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6 Ιουνίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για την Κατηγορούμενη αρ. 6: κ. Ε. Ευσταθίου Κατηγορούμενη αρ. 6 παρούσα. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη αρ. 6 παραδέχτηκε το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (Πρώτος Πίνακας Μέρος II), 6(Ι)

(2), 30(Ι)
(2)
(3), 31, 31Α και το άρθρο 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος-Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (ΚΔΠ 139/79) όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 20(Ι)/92 και 91/03 και του Διατάγματος ΚΔΠ 4/96 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154., και ειδικότερα παραδέχτηκε ότι στις 23 Φεβρουαρίου 2012, στη Αγλαντζιά, της Επαρχίας Λευκωσίας είχε στην κατοχή της ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή 60 γραμμάρια κάνναβης. Παραδέκτηκε επίσης το αδίκημα της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (Πρώτος Πίνακας, Μέρος II), 10(α), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και τω άρθρω 10 του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (ΚΔΠ 139/79), όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 20
(1)/92 και του Διατάγματος ΚΔΠ 4/96, ότι δηλαδή κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρθηκε στην 5η κατηγορία, χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάπνισε ένα χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε κάνναβη, αρ. κατηγορίας
  1. Ως αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, στις 23.2.2012 η κατηγορουμένη 6 μαζί με άλλο πρόσωπο είχαν τεθεί σε παρακολούθηση από μέλη της ΥΚΑΝ. Ανακόπηκαν για να γίνει έρευνα, την ώρα της ανακοπής η κατηγορουμένη 6 θεάθηκε να ρίχνει στο έδαφος ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης που αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί ρητίνη βάρος 60 γραμμαρίων (αντικείμενο της 5ης κατηγορίας). Ακολούθως έγινε έρευνα σε όχημα κατοχής της κατηγορουμένης 6 εντός του οποίου βρέθηκε μισοκαπνισμένο χειροποίητο τσιγάρο (αντικείμενο της 8ης κατηγορίας). Η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε σε σχέση και με τις δύο ποσότητες που βρέθηκαν στην κατοχή της παραδέχτηκε και απολογήθηκε. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα ενώ τα τεκμήρια ζητήθηκε όπως παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας γιατί η υπόθεση εκκρεμεί για άλλο αριθμό κατηγορουμένων. Ο κ. Ευσταθίου σε εμπεριστατωμένη αγόρευση αναφέρθηκε στις δύσκολες προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης με λεπτομέρεια αφού δεν κατέστη δυνατό παρά τις οδηγίες του Δικαστηρίου να γίνει έκθεση από το Τμήμα Ευημερίας για την κατηγορουμένη
  2. Ο κ. Ευσταθίου δήλωσε στο Δικαστήριο ότι κατέχει όλες τις λεπτομέρειες σε σχέση με το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό της και ζήτησε από το Δικαστήριο να προχωρήσει και να επιβάλει ποινή στην κατηγορουμένη χωρίς να υπάρχει σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αφού δήλωσε ότι είναι σε θέση ο ίδιος να δώσει στο Δικαστήριο όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Ακολούθως ενδιέτριψε στο λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης 6 το νεαρό της ηλικίας της, την συνεργασία της με την Αστυνομία τόσον όσο αφορά την παραδοχή της αλλά και απεκάλυψε στοιχεία και πληροφορίες για τον προμηθευτή της και μάλιστα δήλωσε ότι η κατηγορουμένη 6 θέτει τον εαυτό της στη διάθεση των διωκτικών αρχών για οποιαδήποτε άλλη βοήθεια σε σχέση με την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης για τους άλλους κατηγορούμενους. Ο κ. Ευσταθίου ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την ηλικία της κατηγορουμένης τόσο κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος αλλά και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει σε αυτή ποινή αναφέροντας ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία οι νεαροί παραβάτες πρέπει να κρίνονται από τα Δικαστήρια με επιείκεια και πρέπει να επιβάλλονται σε αυτούς τέτοιες ποινές που να τους επιτρέπουν να αναμορφωθούν και να συνεχίσουν την ζωή τους κανονικά. Αναφέρθηκε επίσης στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο επεσυνέβηκαν τα αδικήματα, συγκεκριμένα Φεβρουάριο του 2012 και το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει έκτοτε, σχεδόν 2½ χρόνια, στο οποίο η έμπρακτη μεταμέλεια της κατηγορουμένης 6 διαφαίνεται πρώτα απ' όλα από το γεγονός ότι δεν έχει υποπέσει σε κανένα άλλο αδίκημα αλλά καίρια και καθοριστικά στο ότι σε αυτό το μεσοδιάστημα οι προσωπικές της περιστάσεις έχουν αλλάξει, έχει καταφέρει να απεξαρτηθεί και έχει αρραβωνιαστεί και προγραμματίζει να παντρευτεί σύντομα. Ο κ. Ευσταθίου ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εξαντλήσει όλη του την επιείκεια στο πρόσωπο της κατηγορουμένης 6 στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής και να της δώσει την ευκαιρία που έμπρακτα έχει αποδείξει ότι δικαιούται να κλείσει οριστικά το προβληματικό αυτό κεφάλαιο της ζωής της και να προσδοκεί σε ένα πιο καλό μέλλον. Ειδικότερα ζήτησε από το Δικαστήριο, εάν κρίνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης είναι αναπόφευκτη, να την αναστείλει. Οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, οι οποίες επαναλαμβάνω έχουν αναφερθεί στο Δικαστήριο από τον ευπαίδευτο συνήγορο της και δεν αντικρούστηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, μαρτυρούν ότι η κατηγορουμένη 6 είναι Ρουμανικής καταγωγής, μέλος 14μελούς ιδιαίτερα φτωχής οικογένειας η οποία πέρασε πολύ μεγάλες υλικές στερήσεις διαβιώνοντας με την οικογένεια της σε ένα χωριό της Ρουμανίας. Στην ηλικία των 7½ υιοθετήθηκε από Κύπριους γονείς και ήρθε στην Κύπρο ενώ άλλα αδέρφια της κατηγορούμενης αρ. 6 λόγω των πολύ δύσκολων οικογενειακών συνθηκών, κυρίως οικονομικών, έφυγαν από την οικογένεια και σκορπίστηκαν σε διάφορες χώρες. Μόλις ήρθε στην Κύπρο είχε να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες, την ξενοφοβία, το γεγονός ότι δεν γνώριζε την γλώσσα, κάτι που την οδήγησε ουσιαστικά σε απομόνωση και επίσης νοσταλγούσε την οικογένεια της στη Ρουμανία κάτι που της προκαλούσε ψυχική αναστάτωση. Κατάφερε να τελειώσει το Δημοτικό και το Γυμνάσιο ενώ διέκοψε την φοίτηση της στην Α' τάξη του Λυκείου και αποφάσισε να ασχοληθεί με την κομμωτική. Φοίτησε στην Κύπρο και την Θεσσαλονίκη και εργάστηκε σε διάφορα κομμωτήρια. Σταμάτησε να έχει οποιαδήποτε επαφή με την οικογένεια που την υιοθέτησε, αποφάσισε να εγγραφεί και κατάφερε να τελειώσει επιτυχώς το Εσπερινό Λύκειο και είχε στόχο να ακολουθήσει περαιτέρω σπουδές σε πανεπιστημιακό επίπεδο για να γίνει ψυχολόγος όμως κατά τη διάρκεια της φοίτησης της στο Νυχτερινό Λύκειο έμπλεξε με κακές παρέες και παρασύρθηκε στη χρήση ναρκωτικών. Κάτι που επιδείνωσε την ψυχολογική της κατάσταση και την ώθησε στη λανθασμένη επιλογή της χρήσης ναρκωτικών ήταν το γεγονός ότι έμαθε ότι πέθανε η μητέρα της και κάποια από τα αδέρφια της είχαν δοθεί σε Ορφανοτροφείο. Ευτυχώς όμως, όπως ανέφερε ο κ. Ευσταθίου, η διάπραξη των αδικημάτων υπό εξέταση και το γεγονός ότι η κατηγορουμένη 6 συνελήφθηκε από την Αστυνομία ήταν αυτό γεγονός που την αφύπνισε, την έκανε να αντιληφθεί το σοβαρό της λάθος και τους κινδύνους που εγκυμονούσαν από την χρήση ναρκωτικών ουσιών και πέραν της συνεργασίας της με την Αστυνομία που δείχνει και την έμπρακτη της μεταμέλεια κατάλαβε ότι ο δρόμος που είχε διαλέξει δεν την οδηγούσε κάπου καλά γι' αυτό και κατέβαλε γνήσιες, φιλότιμες και, ευτυχώς επιτυχείς, προσπάθειες απεξάρτησης. Έχει παρουσιάσει σχετικά εκθέσεις από το Κλινικό Παθολογικό Εργαστήριο MEDLAB LTD ημερ.18.4.12, δηλαδή δύο μήνες μετά τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, ακολούθως 5.7.2012 αλλά και πρόσφατες ημερ. 6.5.2014 σύμφωνα με τις οποίες η ανίχνευση σε οποιαδήποτε ναρκωτική ουσία ήταν αρνητική. Όπως έχει ήδη αναφέρει ο κ. Ευσταθίου η κατηγορουμένη 6 είναι πλέον αρραβωνιασμένη και σκοπεύει σύντομα να τελέσει τον γάμο και εν τω μεταξύ με την βοήθεια της τεχνολογίας κατάφερε να εντοπίσει μέλη της οικογένειας της και ειδικότερα κάποια από τα αδέρφια της με αποτέλεσμα να επικοινωνεί πλέον μαζί του και μάλιστα έχει στόχο μετά το πέρας της παρούσας υπόθεσης να ταξιδέψει και να τους συναντήσει. Το έργο του Δικαστηρίου όταν επιβάλει ποινή ιδιαίτερα σε πρόσωπα νεαρής ηλικίας είναι πολύ δύσκολο. Πρέπει να έχει κατά νου τους τρεις στόχους για τους οποίους επιβάλλεται μια ποινή, δηλαδή τιμωρία του παραβάτη, παραδειγματισμός τόσο του ίδιου όσο και των τρίτων προσώπων αλλά και η αποτροπή του αδικήματος υπό κρίση. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα τον στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχή παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou 22 CLR 147). Επομένως παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης αρ. 6 διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Οι επιπλοκές από την ανεξέλεγκτη χρήση ναρκωτικών ουσιών όπως έχει επανειλημμένα αναφερθεί στην νομολογία, οδηγεί στην κοινωνική αποσύνθεση της κοινωνίας και προκαλεί σοβαρά προβλήματα. Το Δικαστήριο δεν δύναται να μην περιφρουρήσει την κοινωνική ευημερία με αποτρεπτικής φύσεως ποινές ώστε να μην υπάρχει η πιθανότητα εξάπλωσης αυτού του κακού στο κοινωνικό σύνολο. Τα κακά από την εξάπλωση και την παράνομη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι δυσβάστακτα για την κοινωνία. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε στην υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6560 ημερ. 7.8.1998 ότι υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών όχι μόνο στους εμπόρους των ναρκωτικών αλλά και στους χρήστες ναρκωτικών διότι το πρόβλημα των ναρκωτικών έχει διεισδύσει πλέον βαθιά στην Κυπριακή Κοινωνία και έχει φέρει μαζί του το πρόβλημα σειρά από άλλα κοινωνικά προβλήματα. Τόνισε επίσης ότι η διάκριση όμως αυτή μεταξύ εμπόρων και χρηστών αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Παράλληλα όμως στην υπόθεση Mehdi Afroughi v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7036 ημερ. 26.3.2001 λέχθηκε από το Εφετείο ότι οι χρήστες ως θύματα των εμπόρων ναρκωτικών δεν πρέπει να τιμωρούνται με αποτρεπτικές ποινές της ίδιας έντασης μ' αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους. Βέβαια σε εκείνη την υπόθεση επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης στον παραβάτη που μειώθηκε από τρία έτη σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην υπόθεση Zoran Jovanovic ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 64/05 ημερομηνίας 21 Νοεμβρίου 2005 το Εφετείο έθεσε κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο προσέγγισης της επιβολής ποινής σε υποθέσεις παράνομης κατοχής των ναρκωτικών ουσιών. «Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Υπάρχει ανεξέλεγκτη χρήση και διάδοση των ναρκωτικών. Η έξαρση στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της κατηγορίας καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Επομένως όταν επιβάλλεται ποινή το Δικαστήριο πρέπει επιβάλλει ποινή που θα εφαρμόζει αποτελεσματικά τον νόμο και θα προστατεύει την κοινωνία από το κακό της εξάπλωσης των ναρκωτικών στον γενικό πληθυσμό και ιδιαίτερα στα νεαρά πρόσωπα». Στην υπόθεση Παυλίδης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6161, 6161 ημερομηνίας 15 Ιουλίου 1996 όπου τα γεγονότα προσομοιάζουν με τα δικά μας γεγονότα το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 9 μηνών σε πρόσωπο που κατείχε ποικίλα μορφής ναρκωτικών σε μεγάλες ποσότητες για δική του χρήση, και σε σχόλια το Εφετείο επεσήμανε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν θα πρέπει να θεωρούνται επιεικείς. Το σκεπτικό του Εφετείου ήταν ότι ο προορισμός των ναρκωτικών για προσωπική χρήση δεν εκτόπισε την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Η συχνότητα στη διάπραξη αδικημάτων αναφορικά με τα ναρκωτικά, δημιουργεί μεγάλη ανησυχία η οποία εκφράστηκε και από το νομοθέτη με την αύξηση ποινών την οποία επέφερε με τον Τροποποιητικό Νόμο 20
(1)/1992. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη. Λαμβάνοντας υπόψη μου την ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή της κατηγορουμένης 6, υπενθυμίζω ότι η πέμπτη κατηγορία που έχει παραδεχτεί αφορά ποσότητα 60 γραμμαρίων κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί ρητίνη, έχω τη θέση ότι η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι ποινή φυλάκισης. Τόσον η μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που βρεθήκε στην κατοχή της όπως και η συστηματική χρήση αυτών των ουσιών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπαγορεύουν την επιβολή αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής. Η συμπεριφορά της κατηγορουμένης 6 τη δεδομένη στιγμή ήταν τέτοια που συνέβαλε στο γενικό πρόβλημα εξάπλωσης των ναρκωτικών και εάν για τέτοια συμπεριφορά δεν επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας του ατόμου είναι ορατός ο κίνδυνος η παράνομη χρήση των ναρκωτικών να εδραιωθεί στην γενική κοινωνία ως κάτι το σύνηθες. Μόνο η ποινή φυλάκισης μεταδίδει τα ορθά μηνύματα στην κοινωνία ότι τα ναρκωτικά είναι ένα μεγάλο κακό, από τα μεγαλύτερα κακά της χώρας μας, και ως τέτοιο θα αντιμετωπίζεται με την ανάλογη σοβαρότητα από τα Δικαστήρια. Η κατηγορουμένη 6 είχε σοβαρό πρόβλημα αφού για κάποιο χρονικό διάστημα ήταν χρήστης ναρκωτικών. Η χρήση των ναρκωτικών είχε γίνει γι' αυτήν μέρος της ζωής της και κατ' επέκταση μέρος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας με την ανεξέλεγκτη εξάπλωση των ναρκωτικών. Πρόσωπα όπως την κατηγορουμένη 6 συμβάλλουν στο να συντηρούν τα πρόσωπα που σκορπούν τον θάνατο στη νεολαία της Κύπρου όπως πολύ απλά μπορεί να αποδοθεί αν δεν υπήρχαν οι χρήστες ναρκωτικών δεν θα υπήρχαν και οι έμποροι. Δεν το θεωρώ ορθό να επιβάλλω μία παρατεταμένη ποινή φυλάκισης που να σβήνει την ελπίδα ότι η κατηγορουμένη αρ. 6 θα μπορέσει να αφομοιωθεί μέσα στο κοινωνικό σύνολο σε κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα και με την βοήθεια του σωφρονιστικού συστήματος. Για την προσέγγιση αυτή ισχύει τη λογική που διατυπώθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Mortimer v. Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ 240
(1998)ότι δεν πρέπει να δοθεί αποκλειστική βαρύτητα στο στοιχείο της αποτροπής με αποτέλεσμα να μην ληφθούν υπόψη σειρά περιστάσεων που να δικαιολογούν πιο ήπια μεταχείριση του παραβάτη ο οποίος σπρώχθηκε ή οδηγήθηκε στην απεχθή συμπεριφορά. Συνεπώς αφού έχω λάβει υπόψη μου την παραδοχή της κατηγορουμένης αρ. 6, το λευκό ποινικό της μητρώο, την συνεργασία της με την Αστυνομία η οποία εκδηλώθηκε έμπρακτα με την παραδοχή της αλλά και το γεγονός ότι έδωσε πληροφορίες για τους προμηθευτές της και έθεσε τον εαυτό της στη διάθεση της Αστυνομίας για οποιαδήποτε περαιτέρω βοήθεια σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει σε αυτή ποινή και καίρια και καθοριστικά το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα αυτό δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα, τις δύσκολες προσωπικές της περιστάσεις και τα προβλήματα που βίωσε από πολύ νεαρή ηλικία αφενός αλλά και τη σοβαρότητα του αδικήματος, τα γεγονότα της υπόθεσης, και της επιβεβλημένης ανάγκης επιβολής αποτρεπτικής ποινής επιβάλλονται σ' αυτήν οι πιο κάτω ποινές: - Στην κατηγορία αρ. 5 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. - Στην κατηγορία αρ. 8 ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης 6 ζήτησε από το Δικαστήριο όπως σε περίπτωσης επιβολής ποινής φυλάκισης ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και διατάξει την αναστολή της εν όψει των προσωπικών περιστάσεων της κατηγορουμένης 6 και δη της τεράστιας προσπάθειας που έχει κάμει για την επανένταξη της στην κοινωνία αλλά και της γνήσιας και επιτυχούς προσπάθειας απεξάρτησης της αλλά και την μεταβολή των προσωπικών της συνθηκών. Στην υπόθεση Μιχάλης Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 7758, ημερ. 31.3.2005, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην προσπάθεια απεξάρτησης αποδίδουμε σημασία. Ανάλογα, βέβαια, πάντοτε με τις περιστάσεις. Στην Πέτρος Α. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 7487, ημερ. 27 Φεβρουαρίου 2004, είπαμε τα εξής: «Σε σχέση λοιπόν με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν είχε μόνο το αν ο εφεσείων τελικά πέτυχε ή όχι. Σημασία είχε και το αν προσπάθησε και πόσο. Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων "ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου" μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει». Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μια νέα κοπέλα με δύσκολα παιδικά χρόνια αλλά και νεανικά βιώματα, η οποία με την θέληση και την αποφασιστικότητα της έχει καταφέρει να απεξαρτοποιηθεί από τα ναρκωτικά, έχει αλλάξει τις συνήθειες ζωής της, έχει σταθερό δεσμό και πρόκειται να παντρευτεί. Από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που έχουν περάσει πέραν των δύο χρόνων η κατηγορουμένη 6 δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα κάτι που επιτρέπει στο Δικαστήριο να συμπεράνει ότι η παραβατική της συμπεριφορά αποτελεί παρελθόν. Θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν ορθό να ανακοπεί αυτή η πορεία της κατηγορουμένης 6, αντίθετα το Δικαστήριο και πρέπει να έρθει αρωγός σε αυτή την έντονη, συνεχή και γνήσια προσπάθεια της κατηγορουμένης και όχι τιμωρός. Έτσι, είναι η θέση μου ότι η παρούσα υπόθεση είναι η κατάλληλη περίπτωση για να ανασταλεί η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην κατηγορούμενη αρ. 6, η οποία αναστέλλεται για περίοδο 3 χρόνων από σήμερα. Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας μέχρι να διεκπεραιωθεί η υπόθεση και για τους άλλους κατηγορούμενους. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.