← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Zahoor Shoaib κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12631/14, 17/7/2014

Δημοκρατία ν. Zahoor Shoaib κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12631/14, 17/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:26 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ KΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12631/14 Δημοκρατία v.

  1. Zahoor Shoaib
  2. Mubeen Cheema
  3. Sajid Ali Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 17 Iουλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου, για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Χ. Χριστοδουλίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χ. Δημητρίου Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Το κατηγορητήριο στην παρούσα υπόθεση περιλαμβάνει συνολικά 92 κατηγορίες. Μετά την αναστολή κάποιων εξ αυτών και μόλις ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι άλλαξαν απάντηση και παραδέχθηκαν ενοχή. Όπως υποδηλοί η πλειονότητα των κατηγοριών, η υπόθεση κυρίως αφορά τη συνωμοσία μεταξύ των τριών Κατηγορουμένων για τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή την κατάρτιση πλαστών εγγράφων (πιστοποιητικών ελευθερίας και γάμου, ενόρκων δηλώσεων Δικαστηρίων και βεβαιώσεων γάμων από το Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης), με συνακόλουθη την πλαστογραφία και την κυκλοφορία τους από τους Κατηγορούμενους 1 και 3, με απώτερο στόχο την τέλεση εικονικών γάμων και την εξασφάλιση πιστοποιητικού γάμου και εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις. Σε αυτή την ενότητα κατηγοριών (1-87), οι Κατηγορούμενοι, με την παραδοχή τους, κρίνονται ένοχοι στις ακόλουθες κατηγορίες: 1) Και οι τρεις Κατηγορούμενοι στην κατηγορία 1 η οποία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι, μεταξύ του έτους 2010 και της 18ης Φεβρουαρίου 2014, στη Λευκωσία συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να καταρτίσουν πλαστά πιστοποιητικά ελευθερίας, πιστοποιητικά γάμου, ένορκες δηλώσεις Δικαστηρίων και βεβαιώσεις γάμων από το Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης. 2) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στις κατηγορίες 2-49, 54, 55, 57- 60, 70, 75 και 80 οι οποίες αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 335, 20 και 29 του Κεφ.
  5. Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 σε δύο περιπτώσεις μεταξύ του έτους 2010 και της 18ης Φεβρουαρίου 2014 (κατηγορίες 55 και 57), σε μία μεταξύ της 4ης Οκτωβρίου 2011 και της 18ης Φεβρουαρίου 2014 (κατηγορία 49) και στις υπόλοιπες μεταξύ του έτους 2013 και της 18ης Φεβρουαρίου 2014, με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή είτε να τελέσουν γάμο είτε να εξασφαλίσουν εγγραφή αλλοδαπού ως εξαρτωμένου Ευρωπαίου πολίτη ή άδεια παραμονής ή ακόμη και την παράνομη παραμονή στην Κύπρο, κατήρτισαν πλαστά έγγραφα, εν γνώσει τους ότι αυτά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, εμφανιζόμενα ως πιστοποιητικά γάμου, ως πιστοποιητικά ελευθερίας, ως μεταφράσεις ή επικυρώσεις πιστοποιητικών ελευθερίας, ως μεταφράσεις τέτοιων επικυρώσεων, ως πιστοποιητικά διαζυγίου, ως ένορκες δηλώσεις ελευθερίας και δυνατότητας σύναψης γάμου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Λεμεσού και Πάφου, Δικαστηρίου της Ινδίας με την επικύρωση στην αγγλική γλώσσα, και Δικαστηρίου του Πακιστάν με την επικύρωση στην αγγλική γλώσσα, ως άδειες προσωρινής παραμονής και ως δελτία διαμονής μέλους οικογένειας πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης. 3) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στις κατηγορίες 50, 52, 64, 66, 71, 73, 76, 78, 81 και 83 οι οποίες αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των πιο πάνω άρθρων του Κεφ. 154 και του άρθρου 339 του Κεφ.
  6. 4) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στις κατηγορίες 51, 65, 72, 77, και 82 οι οποίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού γάμου διά ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 305, 20 και 29 του Κεφ.
  7. 5) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στις κατηγορίες 53, 74, 79, και 84 οι οποίες αφορούν το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπών στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης διά ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των πιο πάνω άρθρων του Κεφ.
  8. 6) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στις κατηγορίες 67 και 85 οι οποίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης βεβαίωσης εγγραφής πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διά ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των ιδίων άρθρων του Κεφ.
  9. 7) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στην κατηγορία 68 η οποία αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης δελτίου διαμονής μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πρόσωπο που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους διά ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των ιδίων άρθρων του Κεφ.
  10. 8) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 στην κατηγορία 69 η οποία αφορά το αδίκημα της υποβοήθησης προσώπου υπηκόου τρίτης χώρας, με πρόθεση και σκοπό την αποκόμιση κέρδους, προκειμένου να διαμείνει στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19(Α)

(2)και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως έχει τροποποιηθεί. 9) Ο Κατηγορούμενος 3 στην κατηγορία 86 η οποία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας πιστοποιητικού ελευθερίας, κατά παράβαση των προαναφερθέντων άρθρων του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, την 25η Μαρτίου 2014, με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή να τελέσει γάμο κάποιο τρίτο πρόσωπο, ο Κατηγορούμενος 3 κατήρτισε πλαστό έγγραφο, εμφανιζόμενο ως πιστοποιητικό ελευθερίας στην αγγλική γλώσσα, εν γνώσει του ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. 10) Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 παραδέχθηκαν επίσης την 87η κατηγορία, η οποία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(ιιι)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν. 188(Ι)/07και του άρθρου 20 του Κεφ. 154. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, μεταξύ του έτους 2010 και της 18ης Φεβρουαρίου 2014, στη Λευκωσία, απέκτησαν το ποσό των €3.960, ενώ γνώριζαν ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων που αναφέρονται πιο πάνω. Η άλλη ενότητα κατηγοριών αφορά αδικήματα σχετιζόμενα με το καθεστώς διαμονής ή εισόδου των Κατηγορουμένων στην Κύπρο και σε μία περίπτωση το αδίκημα διγαμίας. Ειδικότερα: 11) Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή στην 88η κατηγορία, για το αδίκημα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(κ), 19
(1)(λ) και 20 του Κεφ. 105, όπως έχει τροποποιηθεί. 12) Ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ενοχή στην 89η κατηγορία, για το αδίκημα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού, κατά παράβαση των πιο πάνω άρθρων. 13) Ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε ενοχή στις 90η και 91η κατηγορίες, που αφορούν το αδίκημα της εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι και το αδίκημα της διαμονής στη Δημοκρατία χωρίς άδεια (απαγορευμένου μετανάστη), κατά παράβαση των άρθρων 2,3,12
(1)
(5)και 20, και 2,6
(1)(κ)
(2), 8 και 19
(2)του Κεφ. 105, όπως έχει τροποποιηθεί, αντίστοιχα. 14) Τέλος, ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε ενοχή στην 92η κατηγορία για το αδίκημα της διγαμίας, κατά παράβαση των άρθρων 179 και 29 του Κεφ.
  1. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος 1 κατάγεται από το Πακιστάν. Στις 8.1.12 υπέβαλε αίτηση για εξασφάλιση άδειας παραμονής ένεκα γάμου που τέλεσε με Ευρωπαία υπήκοο. Η αίτηση του απορρίφθηκε και αυτός ενημερώθηκε σχετικά στις 24.1.13 και το όνομα του τοποθετήθηκε στον κατάλογο των απαγορευμένων να εξέλθουν της Δημοκρατίας προσώπων. Στις 8.10.13 εκδόθηκαν εναντίον του από τη Λειτουργό Μετανάστευσης διατάγματα κράτησης και απέλασης, πλην όμως ήταν αδύνατος ο εντοπισμός του. Ο Κατηγορούμενος 2 κατάγεται επίσης από το Πακιστάν. Εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία από τα κατεχόμενα, υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο στις 20.7.06 η οποία απερρίφθη. Υπέβαλε εκ νέου αίτηση η οποία επίσης απερρίφθη και με επιστολή της ΥΑΜ ημερ. 10.3.09 ενημερώθηκε για την απόρριψη της αίτησης του και ότι θα έπρεπε να αναχωρήσει αμέσως. Το όνομα του τοποθετήθηκε στον κατάλογο των απαγορευμένων προσώπων από τις 13.3.
  2. Ενώ διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία, παντρεύτηκε με εικονικό γάμο στο Δημαρχείο Λύσης με Ευρωπαία πολίτη στις 7.5.
  3. Στις 27.5.09 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση άδειας παραμονής ως παντρεμένος με Ευρωπαία πολίτη. Η αίτηση απορρίφθηκε και στις 21.1.11 υπέβαλε νέα αίτηση. Εν όψει της εικονικότητας του γάμου, στις 4.3.14 εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Σε ανακριτική κατάθεση του ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι ο γάμος του ήταν εικονικός, ότι η σύζυγος του αναχώρησε από την Κύπρο το 2011, ότι δεν διατηρούν οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους και ότι ο λόγος που την παντρεύτηκε ήταν για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής. Ο Κατηγορούμενος 3 κατάγεται από το Πακιστάν. Στις 30.6.05 τέλεσε γάμο στο Δημαρχείο Αραδίππου με Λετονή πολίτη. Στις 8.5.08 υπέβαλε αίτηση για εξασφάλιση άδειας παραμονής ως σύζυγος Ευρωπαίας υπηκόου. Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι ο γάμος τους ήταν εικονικός και στις 8.6.09 απελάθηκε από τη Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης. Κατά το 2010 επέστρεψε στη Δημοκρατία παράνομα μέσω των κατεχομένων και στις 29.4.10 τέλεσε γάμο στο Δημαρχείο Λύσης με Κύπρια πολίτη, διαπράττοντας το αδίκημα της διγαμίας εφόσον ο πρώτος του γάμος ήταν ακόμα σε ισχύ. Στις 11.4.14 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κράτησης και απέλασης από τη Λειτουργό Μετανάστευσης. Η παρούσα υπόθεση εξιχνιάστηκε στις 18.2.14, κατόπιν πληροφορίας ότι ο Κατηγορούμενος 1 βρισκόταν σε συγκεκριμένο χώρο στη Λευκωσία. Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του ερευνήθηκε η κατοικία στην οποία διέμενε και εντοπίστηκαν έγγραφα και ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής. Αφού ενημερώθηκε για τα διατάγματα που εκκρεμούσαν εναντίον του ανέφερε ότι γνώριζε ότι είχε ακυρωθεί η άδεια παραμονής του (visa). Βρέθηκαν στην κατοχή του €3.960, για τα οποία πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι είναι προκαταβολές που έλαβε από αλλοδαπούς για διευθέτηση του γάμου τους. Το εν λόγω ποσό κατασχέθηκε. Από έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητο του, παραλήφθηκαν αριθμός εγγράφων και διαβατηρίων, για κάποια εκ των οποίων ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποιήθηκαν και άλλα θα χρησιμοποιούνταν για να διευθετήσει γάμους υπηκόων τρίτων χωρών με Ευρωπαίες. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «because I know that you were trying to catch me after my visa was canceled I want to say all the truth to you. These visas on my bag are fake.» Στα πλαίσια των ανακρίσεων ο Κατηγορούμενος 1 προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε ότι τα έγγραφα που κατείχε είναι πλαστά πιστοποιητικά γάμου, πλαστές άδειες παραμονής και πλαστά πιστοποιητικά ελευθερίας. Παραδέχθηκε επίσης την ανάμιξη του σε κύκλωμα εικονικών γάμων το οποίο δραστηριοποιείται στην Κύπρο. Εξήγησε ότι αλλοδαποί έρχονταν σε επαφή με τον ίδιο, του κατέβαλλαν το ποσό των €2.000 για την τέλεση του γάμου και την υποβολή αίτησης προς την ΥΑΜ, καθώς και το ποσό των €100 για κάθε αναγκαίο πλαστό έγγραφο. Ανέφερε ακόμα ότι συνεργάτες του είναι δύο Ελληνοκύπριοι, τους οποίους και κατονόμασε, λέγοντας ότι από το ποσό των €2000 ο ίδιος λάμβανε €700, ενώ οι δύο Ελληνοκύπριοι €1.100 και €200 αντίστοιχα. Ο Κατηγορούμενος επίσης κατονόμασε τους Κατηγορούμενους 2 και 3 και ακόμα ένα αλλοδαπό πρόσωπο ως τους προμηθευτές των πλαστών εγγράφων. Όσον αφορά τους Ελληνοκυπρίους, το ανακριτικό έργο βρίσκεται σε εξέλιξη και ο Κατηγορούμενος 1 εξέφρασε την πρόθεση του να δώσει και νέα κατάθεση υποβοηθώντας και αυτό το τμήμα της διερεύνησης. Ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθη στις 23.2.14 και ανέφερε ότι είναι παντρεμένος με Ευρωπαία πολίτη. Στα πλαίσια έρευνας κατασχέθηκε ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, τρία πιστοποιητικά ελευθερίας του Πακιστάν καθώς και άλλα έγγραφα και δύο διαβατήρια, τα οποία διαπιστώθηκε ότι είναι πλαστά. Στις 25.3.14 ο Κατηγορούμενος 3 συνελήφθη. Στα πλαίσια έρευνας στην κατοικία του βρέθηκε ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής που ήταν ενεργοποιημένος και συνδεδεμένος με εκτυπωτή, πάνω στον οποίο βρισκόταν ένα πιστοποιητικό ελευθερίας του Πακιστάν. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «it's fake. I make it for a friend who tell me to do it for the amount of €50.» Επίσης βρέθηκαν δύο usb, ένα Internet stick Vodafone, δύο ψηφιακοί δίσκοι, δύο κάρτες κινητού τηλεφώνου και δύο κάρτες μνήμης. Κατασχέθηκαν ακόμα διάφορα έγγραφα αλλοδαπών και σημειώσεις. Με τη σύλληψη του ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε ενοχή και ανέφερε ότι κατασκεύαζε πλαστά έγγραφα για φίλους του έτσι ώστε να μπορούν να τελούν γάμους. Οι Κατηγορούμενοι συνωμότησαν κατ' επανάληψη μεταξύ τους για τη δημιουργία και κυκλοφορία των πλαστών εγγράφων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση και περιγράφονται στο κατηγορητήριο, καθώς και την εξασφάλιση ή απόπειρα εξασφάλισης των προαναφερομένων πιστοποιητικών με ψευδείς παραστάσεις. Σε δύο δε περιπτώσεις ο Κατηγορούμενος 3 κατασκεύασε πλαστά έγγραφα και τα παρέδωσε στον Κατηγορούμενο
  4. Από τη δράση τους οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 εισέπρατταν διάφορα ποσά, μέρος των οποίων βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1 και είναι το ποσό των €3.960, αντικείμενο της 87ης κατηγορίας. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι και οι τρεις Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 3 αρχικά υιοθέτησε το περιεχόμενο των Εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές τους συνθήκες. Ειδικότερα, ο κ. Χριστοδουλίδης εστιάστηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 1 και στο γεγονός ότι αυτός είναι παντρεμένος με Ευρωπαία πολίτη με την οποία διαμένουν μαζί. Ο κ. Χριστοδουλίδης απέδωσε τη διάπραξη των αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο 1 στην αφέλεια του καθότι τον προσέγγισαν τρίτα πρόσωπα τα οποία γνώριζαν για τις ικανότητες του να χειρίζεται ηλεκτρονικούς υπολογιστές και του ζήτησαν να φτιάξει κάποια έγγραφα. Του έδιναν τα έγγραφα και του έδειχναν πώς να τα φτιάχνει και ο Κατηγορούμενος 1 το έκανε. Επίσης ο συνήγορος επικαλέστηκε την πλήρη αντίληψη του Κατηγορουμένου για τη σοβαρότητα των αξιόποινων πράξεων του η οποία καταδεικνύεται και έμπρακτα μέσα από την άμεση παραδοχή του τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακόμα ο κ. Χριστοδουλίδης έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος 1 εξακολουθεί να συνεργάζεται με την Αστυνομία καθότι πρόθεση του είναι η συμβολή του στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης και εξάρθρωση του όλου κυκλώματος που σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα. Τέλος, ο κ. Χριστοδουλίδης επεσήμανε και το γεγονός ότι επιθυμία του Κατηγορουμένου 1 είναι να επιστρέψει στη χώρα του μαζί με τη σύζυγο του με το πέρας της παρούσας υπόθεσης. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, ο συνήγορος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο αδίκημα της διγαμίας. Ήταν η εισήγηση του ότι βάσει του Ισλαμικού Νόμου, όταν το αντρόγυνο πει μεταξύ του 3 φορές ότι χωρίζει τότε ο γάμος θεωρείται ότι έληξε, και αυτό έχει γίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ο κ. Χριστοδουλίδης κατέθεσε σχετικό πιστοποιητικό από το Πακιστάν που καταδεικνύει τη διάλυση του πρώτου γάμου με τον προαναφερόμενο τρόπο - Τεκμήριο Α. Ο κ. Χριστοδουλίδης κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή ποινής στους Κατηγορούμενους 1 και
  5. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του τελευταίου για τη διάπραξη όλων των αδικημάτων, και τόνισε τον δευτερεύοντα και περιορισμένο ρόλο του στα αδικήματα της πλαστογραφίας καθότι ο ίδιος μόνο σε δύο περιπτώσεις προέβη στην πλαστογραφία εγγράφων τα οποία παρέδωσε στον Κατηγορούμενο
  6. Ο κ. Δημητρίου απέδωσε την εμπλοκή του Κατηγορουμένου 2 σε στιγμιαία αδυναμία, ενώ τόνισε ότι αυτός δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τις αξιόποινες ενέργειες του. Εν όψει της περιορισμένης συμμετοχής του Κατηγορουμένου 2 στην όλη υπόθεση αναφορικά με τη βασική ενότητα των κατηγοριών, ήταν η εισήγηση του κ. Δημητρίου ότι δικαιολογείται η διαφοροποίηση του τρόπου αντιμετώπισης αυτού με την επιβολή επιεικέστερης ποινής. Ο κ. Δημητρίου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 2, όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, με έμφαση στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Ειδικότερα ο κ Δημητρίου ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 εδώ και μερικά χρόνια πάσχει από μία πάθηση στο δεξί του αυτί και η ακοή του είναι μειωμένη, έχει ήδη υποβληθεί σε θεραπεία δύο φορές στο Νοσοκομείο, ενώ αναμένεται να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία καθότι θα χρειαστεί εγχείρηση. Τέλος, ο κ. Δημητρίου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 2, μεταφέροντας την απολογία και μεταμέλεια του για τη διάπραξη των αδικημάτων. Ήταν η εισήγηση του κ. Δημητρίου όπως ο Κατηγορούμενος 2 κριθεί με κάθε δυνατή επιείκεια. Κατά την επιβολή ποινής το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι το δημόσιο συμφέρον που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπουμε στο Σύγγραμμα του κ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, 2007, σελ. 5, και στην υπόθεση Republic v. Georghiou 22 C.L.R.
  7. Η προβλεπόμενη από το Νόμο μέγιστη ποινή για τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι ενδεικτική της σοβαρότητας αυτών, και αυτό είναι ένα στοιχείο που πάντοτε λαμβάνεται υπόψη αφού αποτελεί τη βάση για την επιμέτρηση της ποινής[1]. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (άρθρα 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) θεωρούνται κακουργήματα και επιφέρουν ποινή φυλάκισης 3 ετών. Εν όψει τούτου και το αδίκημα της συνωμοσίας κατάρτισης πλαστών εγγράφων επιφέρει επίσης ποινή 3 ετών, σύμφωνα με το άρθρο 371 του ΚΕΦ.
  8. Η ίδια ποινή προβλέπεται και για τα αδικήματα της εξασφάλισης ή απόπειρας εξασφάλισης πιστοποιητικού ή εγγραφής σύμφωνα με το άρθρο 305 του Κεφ.
  9. Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί, τα αδικήματα της πλαστογραφίας ενέχουν το στοιχείο της απάτης και είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Ως εκ τούτου πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές που είναι συνήθως ποινές φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Καλαθά v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 658 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 206. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση William v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 431, η οποία αφορούσε κυκλοφορία πλαστού διαβατηρίου που είχε αγοραστεί στις κατεχόμενες περιοχές. Σε αυτή τονίστηκε ότι πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές για να μην εμφανίζεται η Κύπρος ως χώρα μέσω της οποίας διακινούνται παρανόμως πρόσωπα, ιδιαίτερα προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όταν ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί με τρόπο ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κυρίαρχο στοιχείο αναφορικά με την πρώτη ενότητα κατηγοριών είναι ο πολύ μεγάλος αριθμός των αξιόποινων πράξεων των Κατηγορουμένων 1 και
  1. Ειδικότερα, μεταξύ του 2013 και της 18ης Φεβρουαρίου 2014, δηλαδή σε περίοδο λιγότερη των δύο ετών, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 πλαστογράφησαν συνολικά 54 έγγραφα, και ο Κατηγορούμενος 3 ακόμη ένα. Κυκλοφόρησαν δε 10 από τα εν λόγω έγγραφα και εξασφάλισαν σε 5 περιπτώσεις πιστοποιητικό γάμου, σε δύο βεβαίωση εγγραφής πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και σε μία δελτίο διαμονής. Αποπειράθηκαν περαιτέρω σε ακόμη 4 περιπτώσεις να εξασφαλίσουν βεβαίωση εγγραφής διά ψευδών παραστάσεων. Είναι πρόδηλο, όπως άλλωστε αποκάλυψε και ο Κατηγορούμενος 1 στην Αστυνομία μέσω της θεληματικής του κατάθεσης, ότι η διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους 1 και 3 προκύπτει μέσα από μία οργανωμένη (και των τριών Κατηγορουμένων) και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Πρόκειται δηλαδή για ένα κύκλωμα κατάρτισης πλαστών εγγράφων και κυκλοφορίας αυτών με στόχο τη νομιμοποίηση της παραμονής στην Κύπρο υπηκόων τρίτων χωρών κυρίως μέσω της τέλεσης εικονικών γάμων. Με αυτά τα δεδομένα, και παρόλο που η προβλεπόμενη ποινή δεν είναι ιδιαίτερα ψηλή, θεωρούμε ότι αυτή η υπόθεση είναι αρκετά σοβαρή λόγω ακριβώς του μεγάλου αριθμού των αδικημάτων που διαπράχθηκαν, εξ ου και αυτή καταχωρήθηκε ενώπιον Κακουργιοδικείου. Πέραν της οργάνωσης που απαιτεί η διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, ενώ βρίσκονταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία, όχι μόνο δεν υπάκουσαν στους νόμους της χώρας που τους φιλοξενεί αλλά ενεθάρρυναν άτομα τρίτων χωρών να έρθουν στην Κύπρο και μέσω της τέλεσης εικονικού γάμου να εξασφαλίσουν την παραμονή τους στη Δημοκρατία. Με αυτόν τον τρόπο ξεγέλασαν τις αρμόδιες αρχές για να πετύχουν τον στόχο τους. Αυτή η συμπεριφορά των Κατηγορουμένων 1 και 3 προσδίδει ιδιαίτερη σοβαρότητα στα αδικήματα που διέπραξαν, ιδιαίτερα εφόσον δείχνει τον συστηματικό τρόπο διάπραξης των αδικημάτων, που οδήγησε στην εξαπάτηση των αρμοδίων αρχών του Κράτους. Θεωρούμε ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές και ότι πρέπει να τιμωρηθούν με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές για να δοθεί το μήνυμα ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται παρανόμως από κυκλώματα ως σανίδα σωτηρίας και διευκόλυνσης για όσους πολίτες τρίτης χώρας επιθυμούν να παραμείνουν στην Κύπρο ή να εισέλθουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση παράνομα και δεν έχουν από μόνοι τους τη δυνατότητα να το πράξουν. Δεν διέλαθε της προσοχής μας, ωστόσο, το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι δεν ήταν οι ιθύνοντες αυτού του οργανωμένου σχεδίου αλλά βασικά αποτελούσαν τα εκτελεστικά όργανα της όλης κατάστασης. Έχοντας συνεκτιμήσει λοιπόν αυτή την παράμετρο ταυτόχρονα λάβαμε υπόψιν μας και το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 λάμβαναν και αμοιβή για τις υπηρεσίες τους για την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων και τη μετέπειτα χρήση τους για την επίτευξη του παράνομου σκοπού τους. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι ενώ και οι τρεις Κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους για τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, τελικώς είναι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 που είχαν τον κυρίαρχο ρόλο και τη βασική συμμετοχή, καθότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν αναμείχθηκε στην εκτέλεση της συμφωνίας πλην μόνο σε δύο περιπτώσεις στις οποίες ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο 3 τα πλαστά έγγραφα που ο τελευταίος κατασκεύασε (για τις οποίες ενέργειες του σημειώνουμε ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε κατηγορία). Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από την εν λόγω συμμετοχή σε αυτή την ομάδα των αδικημάτων, σε αντίθεση με τους Κατηγορούμενους 1 και
  2. Όπως έχει νομολογηθεί όπου ο ρόλος των παραβατών στη διάπραξη του εγκλήματος είναι διακριτός ώστε να παρέχεται η δυνατότητα διαβάθμισης του στοιχείου της εγκληματικότητας των πράξεων τους επιβάλλεται η διαφοροποίηση στην τιμωρία[2]. Όπως ήδη επισημάναμε πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε τις επαφές και στον ίδιο κατέληγε κάποιο ποσό που εισέπραττε ως αμοιβή. Το κύκλωμα χρέωνε για κάθε εικονικό γάμο που διευθετούσε €2.000 και €100 επιπλέον για κάθε πλαστό έγγραφο που απαιτείτο. Από αυτά στον Κατηγορούμενο 1 κατέληγαν €700 για κάθε περίπτωση. Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 διέπραξαν από κοινού 51 πλαστογραφίες, με σκοπό την τέλεση γάμου διαφόρων αναφερόμενων προσώπων από τρίτες χώρες (π.χ. Νεπάλ, Πακιστάν, Ινδία) με πρόσωπα από Ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Ρουμανία, Βουλγαρία). Ακόμα και χωρίς τον υπολογισμό των υπολοίπων πλαστών εγγράφων συνάγεται ότι για τους πιο πάνω γάμους το κύκλωμα θα πρέπει να εισέπραξε €102.000 εκ των οποίων €35.700 αναλογούσαν στους Κατηγορούμενους 1 και 3 (51χ700). Βεβαίως μόνο το ποσό των €3.960 βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορουμένου 1, εξ ου και η 87η κατηγορία την οποία παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και
  3. Η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων είναι φυλάκιση 14 ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι €500.000 (άρθρο 4
(1)του Ν.188(Ι)/07). Αυτή καταδεικνύει τη σοβαρότητα αυτής της αξιόποινης ενέργειας. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η πτυχή αυτή της υπόθεσης δεν πρέπει να παραγνωρίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, διότι δεν είναι καθόλου ασήμαντη. Το κύκλωμα στο οποίο μετείχαν και έδρασαν εν τέλει με πιο ενεργό τρόπο οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 (εν συγκρίσει με τον Κατηγορούμενο 2) δεν ενεργούσε από φιλάνθρωπα αισθήματα προς αλλοδαπούς πολίτες. Αντιθέτως βασικός στόχος της όλης κοινής δραστηριότητας ήταν, μέσω της εκμετάλλευσης προσώπων από τρίτες χώρες, η εξασφάλιση οικονομικού οφέλους για τα μέλη του κυκλώματος αυτού. Θα μπορούσε να λεχθεί πως πρόκειται για εμπορία υπηκοότητας και ελπίδας με παράνομο και ανήθικο τρόπο. Αυστηρή είναι και η αντιμετώπιση του αδικήματος της υποβοήθησης προσώπου υπηκόου τρίτης χώρας με πρόθεση και με σκοπό και πάλι την αποκόμιση κέρδους, που αφορά στην 69η κατηγορία. Το εν λόγω αδίκημα διαπράχθηκε και πάλι από τους Κατηγορούμενους 1 και 3 και τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 8 χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €34.172 (Λ.Κ.20.000) ή και τις δύο αυτές ποινές. Παραπέμπουμε στην υπόθεση Deveci v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 80, στην οποία το Εφετείο συμφώνησε ότι σε περιπτώσεις αυτής της φύσης επιβάλλεται να έχει η ποινή το στοιχείο της αποτροπής και επικύρωσε τη 2ετή φυλάκιση αφού έλαβε υπόψη τη μεγάλη δυσκολία εξιχνίασης, πράγμα το οποίο επίσης συνυπολογίζουμε. Όσον αφορά τα αδικήματα της παράνομης παραμονής, τα οποία διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αρχικά παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. σελ. 421[3], στην οποία τονίστηκε ότι τέτοια αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα». Ανασκόπηση της νομολογίας για τέτοιας φύσης αδίκημα καταδεικνύει ότι αυτό αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295, Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Soulimi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Al Jibouri κ.ά v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 143, οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη άδειας προσωρινής διαμονής αλλοδαπού και στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 5,3,4 και 1 μηνός αντίστοιχα. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το στάδιο επιβολής ποινής, λαμβάνουμε υπόψη το χρονικό διάστημα της παράνομης παραμονής τους καθενός των Κατηγορουμένων. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 1 παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία για ένα περίπου χρόνο, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 για 5 ολόκληρα χρόνια. Θεωρούμε ότι η χρονική αυτή διαφορά δικαιολογεί τη διαφοροποίηση της ποινής που θα τους επιβληθεί, με την επιβολή αυστηρότερης ποινής στον Κατηγορούμενο 2. Για το αδίκημα που αφορά στην 90η κατηγορία (είσοδος από μη εγκεκριμένο λιμάνι) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708 (Λ.Κ.1000) ή και οι δύο αυτές ποινές, ενώ για το αδίκημα που αφορά στην 91η κατηγορία (του απαγορευμένου μετανάστη), το άρθρο 19
(2)του Νόμου προνοεί ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €8.543 (Λ.Κ.5000) ή και τις δύο αυτές ποινές. Στην υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 524, ποινή φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε σε Ολλανδό πολίτη, Τουρκικής καταγωγής, που παραδέχθηκε ότι εισήλθε στην Κύπρο από το απαγορευμένο λιμάνι της Αμμοχώστου, ανατράπηκε από το Εφετείο με την άμεση αποφυλάκιση του λόγω σοβαρής επιδείνωσης της κατάστασης της κλονισμένης υγείας του. Το Εφετείο είπε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Ό,τι καθιστά σοβαρό το αδίκημα της εισόδου στη χώρα, από λιμάνια τα οποία ευρίσκονται σε περιοχές που τελούν υπό την κατοχή της Τουρκίας, είναι η ενίσχυση που παρέχεται, με τέτοιες πράξεις, στην κατοχή. Η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα πλήττει την ακεραιότητα της Κυπριακής Πολιτείας. Κατά συνέπεια, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι , ως θέμα αρχής, εσφαλμένη (Βουβλινόπουλος & Άλλος ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 59, Yasbek v. Aστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 282, Sari v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 78). Δεν μπορεί, όμως, η τιμωρία, ούτε σ' αυτό το πεδίο, να αποσυνδεθεί από το άτομο του παραβάτη και τις περιστάσεις του. Η εξατομίκευση της ποινής αποτελεί συνθετικό στοιχείο της τιμωρίας». Στις υποθέσεις Khlef κ.ά. v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 2 και 4 μηνών για τις κατηγορίες της παράνομης εισόδου και του απαγορευμένου μετανάστη αντίστοιχα. Οι εφεσείοντες μάλιστα παρουσιάστηκαν αυτόβουλα την επομένη της άφιξης τους σε αστυνομικό σταθμό. Το Εφετείο τόνισε ότι «το προεξάρχον καθοδηγητικό στοιχείο στις περιπτώσεις αυτές είναι η αποτροπή, που δικαιολογεί την επιβολή αυστηρών ποινών». Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η Κύπρος κατακλύζεται κυριολεκτικά από αλλοδαπούς που διεισδύουν με τον ίδιο τρόπο για να πετύχουν παραμονή και εξασφάλιση εργασίας. Παρόλη τη συμπάθεια που μπορεί να τρέφει κανείς για τα ελατήρια που ωθούν τους ανθρώπους αυτούς προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής εντούτοις το φαινόμενο, που δεν υποχωρεί, έχει δημιουργήσει ουσιαστικά προβλήματα. Μιλήσαμε γι' αυτά και στην απόφασης μας Mohamed El Feky κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166. Υιοθετούμε τα σχετικά σχόλια. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρ. 32) έχει προβλέψει ότι μπορεί να ρυθμισθεί με νόμο "οιονδήποτε θέμα σχετικόν προς τους αλλοδαπούς κατά τρόπον συνάδοντα προς το διεθνές δίκαιον". Πέρα από αυτό η Κύπρος είναι πατροπαράδοτα φιλόξενη χώρα. Η φιλοξενία της, ως συλλογική αρετή, εκτείνεται και σε όσους ξένους μας επισκέπτονται ή εργάζονται εδώ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση υπήρξε πλήρης περιφρόνηση των νόμων της Δημοκρατίας που απαγορεύουν είσοδο στη χώρα εκτός μέσω των αναγνωρισμένων λιμανιών της. Είναι το καθεστώς κάθε πολιτισμένης και ευνομούμενης χώρας». Τα σχόλια του Εφετείου στην υπόθεση Mohamed El Feky κ.ά. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166, είναι τα ακόλουθα: «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke "Introduction to International Law" 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων». Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Abdullah Al Najjar v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 132/12, ημερ. 30.11.12, τονίσθηκαν τα εξής σε σχέση με τη φύση και σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης εισόδου στην Κύπρο από απαγορευμένο μετανάστη: «Ως προς τη σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους αδικήματα δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία. Η έξαρση η οποία υπάρχει οπωσδήποτε δικαιολογεί τέτοια αντιμετώπιση αλλά και η ίδια η φύση των αδικημάτων τα οποία ουσιαστικά καταργούν την έννομη τάξη σε σχέση με τη διαρκή διάθεση της Δημοκρατίας να ελέγχει τους εισερχόμενους σε αυτή, είναι παράγοντες που κυριαρχούν στο μυαλό μας.» [4] Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 179 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, το αδίκημα της διγαμίας (92η κατηγορία) που διαπράχθηκε από τον Κατηγορούμενο 3 είναι κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 5 χρόνων. Πρόκειται για αδίκημα που προσβάλλει τα ήθη της χώρας μας, ενώ αποτελεί ουσιαστικά εξαπάτηση των αρχών και της νέας συζύγου. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Andreas Demetri Karanikki v. The Police
(1984)2 C.L.R.144 στην οποία ο Κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών για το αδίκημα της διγαμίας. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης αυτού του αδικήματος, λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι Κατηγορούμενος 3 είχε προβεί στη διαδικασία λύσης του πρώτου του γάμου με βάση τους κανόνες του θρησκευτικού δόγματος στο οποίο ανήκει, στις 11.1.10. Αυτό τον ώθησε να πιστεύει πως είχε λυθεί δεόντως ο εν λόγω γάμος. Εξ ου και ο ίδιος προχώρησε στην τέλεση του δεύτερου του γάμου. Όμως, είναι προφανές πως δεν έχει επέλθει νόμιμη λύση του πρώτου γάμου του βάσει των σχετικών προνοιών του περί Γάμου Ν. 104(Ι)/03(άρθρο 27). Ως ελαφρυντικούς παράγοντες και για τους τρεις Κατηγορούμενους λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή και συνεργασία τους με την Αστυνομία, καθώς επίσης την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αμέσως με την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Η παραδοχή τους διέσωσε χρόνο και έξοδα και τους δίδει το δικαίωμα για σχετική έκπτωση στην ποινή.[5] Ειδικότερα για τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνουμε υπόψη την πρόθεση του να συνεργαστεί περαιτέρω με την Αστυνομία για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης και την παρουσίαση όλων των εμπλεκομένων ενώπιον της Δικαιοσύνης. Αυτή η στάση του αποτελεί έμπρακτη αναγνώριση του δικού του λάθους (λόγω της εμπλοκής του στην υπόθεση) και της ετοιμότητας του να αντιμετωπίσει τη δική του τιμωρία για τις πράξεις του, αλλά ταυτόχρονα και της διάθεσης του για συνδρομή του στην εξάρθρωση όλου του κυκλώματος στη βάση του. Είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι ενόσω οι ιθύνοντες αυτού του οργανωμένου κυκλώματος δεν εντοπίζονται θα μπορούν να βρίσκουν εκτελεστικά όργανα προς υλοποίηση των παρανόμων σκοπών τους. Η σημασία και οι προεκτάσεις της συνεργασίας των ατόμων που εμπλέκονται σε εγκληματικές ενέργειες πιστεύουμε ότι τονίζεται ιδιαίτερα στο ακόλουθο απόσπασμα στην υπόθεση Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582: «Όμως η θεληματική ομολογία του εφεσείοντος μέσα στα πλαίσια της δήλωσης του για την απαρχή μιας νέας ζωής δεν μπορεί παρά να έχει τον ανάλογο αντίκτυπο στην έκταση της ποινής. Η ενθάρρυνση προσώπων που έχουν συμμετάσχει σε εγκληματικές πράξεις να προβαίνουν σε ομολογίες βοηθώντας την Αστυνομία στην εξιχνίαση εγκλημάτων, εμπίπτει μέσα στα πλαίσια του δημόσιου συμφέροντος. Έτσι μπορεί να λεχθεί ότι η επίδειξη επιείκειας αποτελεί μια πρακτική αμοιβή για την ενθάρρυνση αποκάλυψης πληροφοριών που οδηγούν στην εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων. (Βλ. "Sentencing in Cyprus" του Γ. Πική, σελ. 28).» Έχουμε επίσης υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο και των τριών Κατηγορουμένων, γεγονός που δείχνει την παλαιότερη στάση τους απέναντι στο Νόμο και τους δίδει το δικαίωμα να κριθούν με μεγαλύτερη επιείκεια[6]. Περαιτέρω για τον κάθε Κατηγορούμενο λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες όπως αυτές περιγράφονται στις αντίστοιχες Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Για τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνουμε ειδικά υπόψη ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 33 ετών και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Ο πατέρας του απεβίωσε πέρσι ενώ η μητέρα του αντιμετωπίζει μερική αναπηρία. Ο Κατηγορούμενος 1 αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του λόγω οικονομικής αδυναμίας της οικογένειας του. Λόγω οικονομικών δυσκολιών η σύζυγος του (με την οποία συμβίωνε πριν τη σύλληψη του) εγκατέλειψε το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν και φιλοξενείται σε μία φίλη της. Ο Κατηγορούμενος 2 επίσης είναι 33 ετών και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Ολοκλήρωσε τη φοίτηση του σε σχολείο και αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας και βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας του. Έφθασε στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων και υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Για κάποια χρονική περίοδο λάμβανε δημόσιο βοήθημα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Πριν τη σύλληψη του εργαζόταν περιστασιακά. Το 2009 τέλεσε γάμο με κοπέλα Βουλγάρικης καταγωγής η οποία τώρα βρίσκεται στη Βουλγαρία, όπου ο Κατηγορούμενος 2 σκοπεύει να μεταβεί με το πέρας της παρούσας υπόθεσης. Επίσης επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του γιατί οι γονείς του αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας. Τέλος, δεν μας διαφεύγει το πρόβλημα υγείας του Κατηγορουμένου 2. Όπως έχει μεταφερθεί από τον συνήγορο του, αυτός έχει μειωμένη ακοή στο δεξί αυτί εδώ και κάποια χρόνια, ενώ υποβάλλεται κατά καιρούς σε θεραπεία και τελικώς θα πρέπει να υποβληθεί σε επέμβαση για την αντιμετώπιση του. Δεν θεωρούμε ότι η κατάσταση της υγείας του είναι τέτοια που μπορεί να επηρεάσει την επιλογή του είδους της ποινής. Ο Κατηγορούμενος 3 είναι ηλικίας 29 ετών, διαζευγμένος. Ο πατέρας του είναι ανίκανος για εργασία λόγω προβλημάτων υγείας ενώ η μητέρα του τα τελευταία 18 χρόνια αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Λόγω οικονομικών δυσκολιών αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του εδώ και το 2005 υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Το 2006 τέλεσε γάμο με Λετονή, ενώ το 2008 πήραν διαζύγιο λόγω προβλημάτων στον γάμο τους. Απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες, όπως σε μηχανουργείο αυτοκινήτων και σε ιδιωτική εταιρεία εισαγωγής καθαριστικών ειδών. Το 2010 τέλεσε γάμο με Κύπρια και το 2012 πήρε διαζύγιο. Το 2013 επέστρεψε στη χώρα του όπου παρέμεινε για 5 μήνες, και ακολούθως, λόγω ανεργίας και οικονομικών δυσκολιών, επέστρεψε μέσω κατεχομένων. Πριν τη σύλληψη του εργαζόταν περιστασιακά και διέμενε σε ενοικιαζόμενη οικία με ομοεθνή του. Πριν προβούμε στην τελική μας κατάληξη με την επιβολή των ποινών, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι εφόσον τα γενεσιουργά αδικήματα που αφορούν την πρώτη ενότητα κατηγοριών (πλαστογραφία, κυκλοφορία κ.λ.π.) είναι όμοια και σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας που καλύπτει μία χρονική περίοδο λιγότερη των δύο ετών, θεωρούμε ορθό όπως επιβάλουμε συντρέχουσες ποινές. Σύμφωνα με τη νομολογία οι ποινές που επιβάλλονται πρέπει να συντρέχουν όταν τα αδικήματα εξάγονται από τα ίδια γεγονότα ή αποτελούν μέρος του ιδίου επεισοδίου.[7] Το θέμα της επιβολής διαδοχικών ποινών έχει εξετασθεί από το Εφετείο στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, με αναφορά στην πλούσια αγγλική νομολογία[8] που παρέχει και τις κατευθυντήριες γραμμές. Η βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για κατηγορίες που ουσιαστικά συνιστούν μια ενιαία συμπεριφορά αφού αυτό θα οδηγούσε σε υπερβολή την ουσιαστική ποινή για επιμέρους μικρότερης σοβαρότητας κατηγορίες. Παράλληλη αρχή είναι ότι εν πάση περιπτώσει το σύνολο των διαδοχικών ποινών που ενδεχομένως να επιβληθούν πρέπει να έχει αναλογία προς τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. Ο Δικαστής, όπως λέγεται, πρέπει να δει την υπόθεση από απόσταση και να αναρωτηθεί κατά πόσο η συνολική ποινή είναι αρμόζουσα προς τα δεδομένα της.[9] Το Δικαστήριο όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών θα πρέπει να έχει κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής (totality principle). Επίκεντρο της επιβολής ποινής είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του.[10] Στην πρώτη αυτή ενότητα οι ρόλοι των Κατηγορουμένων 1 και 3 συγκρινόμενοι μεταξύ τους δεν φαίνεται να έχουν σημαντική διαφοροποίηση. Λαμβάνουμε υπόψη την προθυμία του Κατηγορουμένου 1 να συνεργαστεί πλήρως με την Αστυνομία για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης, κάτι το οποίο δεν ισχύει και για τον Κατηγορούμενο 3. Αυτό, όπως μας αναφέρθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης τους, οφείλεται στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 3 δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε την άμεση επαφή με τους ιθύνοντες αυτού του κυκλώματος και επομένως δεν είχε γνώση σχετικών με εκείνους γεγονότων για να μπορεί να αποκαλύψει οτιδήποτε περαιτέρω στην Αστυνομία. Από αυτό διαφαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε μεν κάποια πιο ουσιώδη εμπλοκή στην υπόθεση όμως εν όψει της συνεργασίας του με τις διωκτικές αρχές και σ΄ αυτό το ειδικό αλλά σημαντικό θέμα, θεωρούμε ότι δικαιούται επιεικέστερης μεταχείρισης η οποία, στο τέλος της ημέρας, τον θέτει στην ίδια θέση με τον Κατηγορούμενο 3, του οποίου η συμμετοχή είναι κάπως πιο περιορισμένη, δεδομένου ότι εστιάζεται στη συνεργασία του με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1 μετά που έπαιρναν τις εντολές από τους ιθύνοντες. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, και κυρίως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση και τη διαπιστωθείσα ανάγκη αποτροπής, καταλήγουμε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης και στους τρεις Κατηγορούμενους προβάλλει ως αναπόφευκτη. Φυσικά, η έκταση αυτής θα αντανακλά όλους τους πιο πάνω παράγοντες που έχουμε παραθέσει. Ως εκ τούτου επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές:
(1)Για τη συνωμοσία στην κατηγορία 1 στον Κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Δεν κρίνουμε σκόπιμο να επιβάλουμε ποινή στους Κατηγορούμενους 1 και 3 σε αυτή την κατηγορία εν όψει του ότι σε αυτούς θα επιβληθούν ποινές στα ουσιαστικά αδικήματα.
(2)Για τις πλαστογραφίες στις κατηγορίες 2-49, 54, 55, 57-60, 70, 75 και 80 στους Κατηγορούμενους 1 και 3 ποινή φυλάκισης 2 ετών στον καθένα.
(3)Για τις κυκλοφορίες πλαστών εγγράφων στις κατηγορίες 50, 52, 64, 66, 71, 73, 76, 78, 81 και 83 στους Κατηγορούμενους 1 και 3 ποινή φυλάκισης 2 ετών στον καθένα.
(4)Για τις εξασφαλίσεις εγγράφων με ψευδείς παραστάσεις στις κατηγορίες 51, 53, 65, 67, 68, 72, 74, 77, 79, 82, 84 και 85 στους Κατηγορούμενους 1 και 3 ποινή φυλάκισης 2 ετών στον καθένα.
(5)Για την υποβοήθηση εισόδου υπηκόου τρίτης χώρας στην κατηγορία 69 στους Κατηγορούμενους 1 και 3 ποινή φυλάκισης 3 ετών στον καθένα.
(6)Για την πλαστογραφία στην κατηγορία 86 στον Κατηγορούμενο 3 ποινή φυλάκισης 2 ετών.
(7)Για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην κατηγορία 87 στους Κατηγορούμενους 1 και 3 ποινή φυλάκισης 4 ετών στον καθένα.
(8)Για την παράνομη παραμονή στην κατηγορία 88 στον Κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 4 μηνών.
(9)Για την παράνομη παραμονή στην κατηγορία 89 στον Κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 8 μηνών.
(10)Για την παράνομη είσοδο στην κατηγορία 90 στον Κατηγορούμενο 3 ποινή φυλάκισης 4 μηνών.
(11)Για τη διαμονή στη Δημοκρατία χωρίς άδεια (απαγορευμένου μετανάστη) στην κατηγορία 91 στον Κατηγορούμενο 3 ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
(12)Για τη διγαμία στην κατηγορία 92 στον Κατηγορούμενο 3 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης για τον κάθε Κατηγορούμενο να συντρέχουν και να αρχίζουν από τις 16.4.14 που τέθηκαν υπό κράτηση για σκοπούς εκδίκασης της υπόθεσης. Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας για σκοπούς ολοκλήρωσης των υποθέσεων που διερευνώνται ή έχουν καταχωρηθεί εναντίον άλλων προσώπων. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. (Υπ.) X. Χαραλάμπους, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εε C:my documents/assize/pines [1] Δέστε Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.A.Δ. 248. [2] Δέστε Δημήτρης Ηροδότου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 175. [3] Δέστε επίσης και Mohammad Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ.
  1. [4] Δέστε επίσης και Mohammad Ismail Mohammad Turk v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 210/11, ημερ. 25.6.
  2. [5] Δέστε Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28. [6] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252. [7] Δέστε Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Ιοannis Michael Pefkos and others v. The Republic
(1961)C.L.R. 340, Mikis Frixou alias Paraschos v. The Police
(1963)1 C.L.R. 83, Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R. 28, Diogenis Savva Karaviotis and others v. The Police
(1967)2 C.L.R. 286 και Katsaronas and others v. The Police
(1975)11 J.S.C. 1644. [8] Δέστε Britten
(1968)53 Cr.App.R. (S) 111, Prime
(1983)5 Cr.App.R. (S) 127, Cook
(1988)10 Cr.App.R. (S) 42, Attorney-General´s Reference No. 12
(1995)16 Cr.App.R.(S) 559 και R. v. Lawrence "The Times"
(1990)R.T.R. 45, ημερ. 21.12.1989. [9] Δέστε Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Tabrizi v. Aστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421, Παπασυμεού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 523 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433. [10] Δέστε Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, όπου εξετάσθηκε ειδικά η εφαρμογή του άρθρου 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, υπό το φως της αρχής της συνολικότητας της ποινής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.