← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώργος Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 13257/12, 7/7/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώργος Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 13257/12, 7/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13257/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Γιώργος Νικολάου Κατηγορουμένου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7 Ιουλίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Ιωαννίδης Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 270(β) και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Συγκεκριμένα αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι μεταξύ των μηνών Αυγούστου 2009 και Ιουλίου 2010 στην Λευκωσία, ενώ ήταν λογιστής-ελεγκτής της εταιρείας με την ονομασία "Agathagelos M. Constantinou & Sons Ltd", έκλεψε το χρηματικό ποσό των €26.199,09 από τον Άγγελο Κωνσταντίνου από την Λακατάμεια, το οποίο του ενεπιστεύθη με σκοπό την διεκπεραίωση οφειλών προς Κυπριακή Δημοκρατία, πράγμα το οποίο αυτός δεν έπραξε και το οικειοποιήθηκε. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή και διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας. Τον εξεταστή της υπόθεσης Αστ. 3252 Βάκη Προδρόμου Μ.Κ.1, τον Χρίστο Στυλιανού Δράκο Μ.Κ.2, τον παραπονούμενο Αγαθάγγελο Κωνσταντίνου, Μ.Κ.3, και τον γιο του Φίλιππο Κωνσταντίνου Μ.Κ.
  2. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία αφού του εξήγησε τα δικαιώματα του και ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι την 1.6.2011 έλαβε γραπτό παράπονο από τον Άγγελο Κωνσταντίνου εναντίον του κατηγορούμενου-λογιστή του ότι είχε οικειοποιηθεί χρήματα που του παρέδιδε για να πληρώσει τις οφειλές της εταιρείας του σε διάφορα κυβερνητικά τμήματα. Ο παραπονούμενος του παρέδωσε και κάποια στοιχεία/έγγραφα σε σχέση με την καταγγελία την οποία υπέβαλε. Μεταξύ των εγγράφων που παρέλαβε ήταν καταστάσεις λογαριασμού, φωτοτυπίες αποδείξεων ανάληψης χρημάτων από τράπεζες και συνεργατικά ιδρύματα, αποδείξεις εισπράξεων από διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες, αλληλογραφία του παραπονούμενου με το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, την Υπηρεσία Φ.Π.Α και Φόρο Εισοδήματος και ένα κατηγορητήριο εναντίον του παραπονουμένου και της εταιρείας του Αgathagelos Μ. Constantinou & Sons Ltd που καταχωρήθηκε από τον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας στις 27.10.
  3. Στις 19.10.2011 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση, ακολούθως στις 2.2.2012 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του και στις 13.12.2009 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το παράπονο καταγγελία του παραπονουμένου έναντι του κατηγορούμενου ήταν ότι υπό την ιδιότητα του ως ο λογιστής της εταιρείας του τόσο ο ίδιος όσο και ο γιος του του παρέδωσαν μεγάλο ποσό χρημάτων για να πληρώνει τις οφειλές της εταιρείας στα διάφορα κυβερνητικά τμήματα και την συμφωνηθείσα αμοιβή του για τις υπηρεσίες που παρείχε, από το οποίο οικειοποιήθηκε το μεγαλύτερο ποσό χωρίς να το καταλάβει έναντι των οφειλών της εταιρείας και μάλιστα εκκρεμούν εναντίον της εταιρείας διάφορες δικαστικές διαδικασίες από διάφορα κυβερνητικά τμήματα. Δέχτηκε ότι μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου υπήρχε συμφωνία για παροχή υπηρεσιών λογιστή-ελεγκτή και στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο κατηγορούμενος θα λάμβανε από τον παραπονούμενο ποσά χρημάτων αναφορικά με την αμοιβή του για τις υπηρεσίες του και για την εκπλήρωση-πληρωμή των υποχρεώσεων της εταιρείας του παραπονουμένου. Ήταν η θέση του Μ.Κ.1 ότι, όπως του ανέφερε ο παραπονούμενος, είχε δώσει πολλά χρήματα στον κατηγορούμενο για να πληρώνει δήθεν υποχρεώσεις της εταιρείας του αλλά διαφάνηκε ότι πλήρωσε πολύ μικρό ποσό σε σχέση με τα ποσά που του δόθηκαν. Συμφώνησε ότι το ισχυριζόμενο έλλειμμα και ποσό το οποίο ανέφερε ο παραπονούμενος ήταν αποκλειστικά προερχόμενο από δικούς τους υπολογισμούς και δέχτηκε ότι ο ίδιος στηρίχτηκε στα όσα του ανέφερε ο παραπονούμενος. Ακολούθως προέβηκε σε κάποιους ελέγχους στα έγγραφα που του είχε δώσει ο παραπονούμενος και κατέληξε ότι ο παραπονούμενος είχε δώσει στον κατηγορούμενο συνολικό ποσό €30.925,90 από το οποίο ο κατηγορούμενος πλήρωσε έναντι των οφειλών της εταιρείας μόνο €8.060,
  4. Είπε ότι έγιναν κάποιες προσπάθειες για διευθέτηση αυτού του ελλείμματος που παρατηρήθηκε αλλά δεν έγινε κατορθωτό. Υπεβλήθηκε στον Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των €13.990,60 για πληρωμή υποχρεώσεων/οφειλών της εταιρείας του παραπονουμένου αλλά ο μάρτυρας δεν συμφώνησε επιμένοντας στο ποσό που ο ίδιος εντόπισε δηλαδή €8.060,
  5. Δεν γνώριζε την συνολική οφειλή της εταιρείας του παραπονούμενου ούτε στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ούτε στο Τμήμα Φ.Π.Α. Δεν γνώριζε επίσης τους ακριβείς όρους της συμφωνίας μεταξύ τους σε ότι αφορά την αμοιβή του κατηγορουμένου αλλά θεωρεί ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για τους όρους αμοιβής του είναι υπερβολικός αφού ο παραπονούμενος είπε ότι η συμφωνία τους ήταν για €450 πλέον Φ.Π.Α ανά τριμηνία ενώ η θέση του κατηγορούμενου είναι ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ήταν σε ότι αφορά την εργασία που έπρεπε να διεκπεραιώσει για τα περασμένα έτη υποχρεώσεων της εταιρείας που ήταν αρκετά ήταν €300 μηνιαίως και €400 μηνιαίως πλέον Φ.Π.Α για της τρέχουσες υποχρεώσεις της εταιρείας. Ο Μ.Κ.2 Χρίστος Στυλιανού Δράκος είναι ιδιοκτήτης ψαροταβέρνας που βρίσκεται στην Κοκκινοτριμιθιά. Ο κατηγορούμενος ήταν ο λογιστής της εταιρείας του και γνωρίζει ότι ήταν επίσης ο λογιστής του πελάτη του Άγγελου Κωνσταντίνου για την εταιρεία εισαγωγής τροφίμων που διατηρεί. Ήταν η θέση του ότι στις 16.4.2010 μετέβηκε μαζί με τον παραπονούμενο στο γραφείο του κατηγορουμένου. Εκεί ο ίδιος παρέδωσε στον παραπονούμενο χρηματικό ποσό €2.300 σε μετρητά το οποίο του χρωστούσε για διάφορα εμπορεύματα που αγόρασε και ο παραπονούμενος του έκδωσε απόδειξη για το αντίστοιχο ποσό. Την ίδια στιγμή ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €2.300 όπως το έλαβε από τον ίδιο για να εξοφληθούν, όπως αντιλήφθηκε, φόροι στο Τμήμα Φ.Π.Α. που όφειλε η εταιρεία του παραπονούμενου. Στις 21.7.2010 έδωσε στον παραπονούμενο επιταγή με ημερομηνία 21.7.2010 για €7.000 για διάφορα εμπορεύματα που επίσης του χρωστούσε και ο παραπονούμενος του έδωσε απόδειξη. Ο παραπονούμενος την επόμενη μέρα, δηλαδή 22.7.2010, εξαργύρωσε την επιταγή και την είσπραξε σε μετρητά τα οποία το απόγευμα της ίδιας ημέρας δηλαδή 22.7.2010 τα έδωσε στον κατηγορούμενο στην παρουσία του ο οποίος τα μέτρησε ενώπιον και των δύο. Όπως αντιλήφθηκε, ο λόγος που ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό αυτό ήταν και πάλιν για να πληρωθούν υποχρεώσεις της εταιρείας του παραπονούμενου στο Φ.Π.Α. Ήταν η θέση του ότι ήταν συνεχώς παρών και τις δύο φορές που δόθηκαν τα χρήματα στον κατηγορούμενο από τον παραπονούμενο κατά τις συναντήσεις τους ως ανωτέρω και άκουσε καθαρά και αντιλήφθηκε ότι ήταν για σκοπούς πληρωμής οφειλών της εταιρείας του παραπονούμενου στο Φ.Π.Α. Είπε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο τα τελευταία 13 χρόνια ήταν ο λογιστής των εταιρειών του από την ημερομηνία έναρξης των εργασιών τους μέχρι πριν από δύο χρόνια που έκαμε δικό του τμήμα λογιστηρίου στην εταιρεία του. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η σχέση του με τον παραπονούμενο είναι εμπορικής φύσης από το 2006 που ίδρυσε την ταβέρνα του στην Κοκκινοτριμιθιά. Υπήρχε μεταξύ τους ανοικτή κατάσταση λογαριασμού στην οποία γίνονται διάφορες χρεωπιστώσεις ανάλογα με τις μεταξύ τους δοσοληψίες. Ήταν η θέση του ότι στις 21.7.2010 ο παραπονούμενος μετέβηκε στην ψαροταβέρνα του αφού είχαν συνεννοηθεί από την προηγούμενη, του πήρε κάποια προϊόντα και ο ίδιος του παρέδωσε επιταγή της ημέρας κατόπιν δικής του επιθυμίας και όχι μεταχρονολογημένη όπως συνήθως έπραττε, για το ποσό των €7.
  6. Την επόμενη μέρα 22.7.2010 πήγαν μαζί με τον παραπονούμενο, με το ίδιο αυτοκίνητο στα γραφεία του κατηγορουμένου που ήταν ο λογιστής και των δύο γιατί είχαν και οι δύο να τακτοποιήσουν θέματα του Φ.Π.Α. Την επιταγή την εξέδωσε στις 20.7.2010 η ημερομηνία που τέθηκε ήταν για την επόμενη 21.7.2010 και στο γραφείο του κατηγορούμενου πήγαν μαζί στις 22.7.
  7. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν ήταν παρών στις 22.7.2010 όταν παραδόθηκε το ποσό των €7.000 στον κατηγορούμενο, ότι εκείνη την ημέρα ήταν ο παραπονούμενος με τον αδερφό του που είχαν πάει στο γραφείο του κατηγορούμενου και ότι ο ίδιος ουδέποτε μετέβηκε στο γραφείο του κατηγορουμένου εκείνη την ημέρα. Του υπεβλήθη επίσης ότι την προηγούμενη φορά που είπε ότι ήταν παρών όταν ο παραπονούμενος έδωσε το ποσό των €2.300 στον κατηγορούμενο, δηλαδή 16.4.2010 δεν ήταν συνεχώς παρών στη συνάντηση των δύο υποβολή με την οποία συμφώνησε αναφέροντας ότι μπορεί για σύντομο χρονικό διάστημα να βγήκε από τη συνάντηση και να πήγε σε κάποιο υπάλληλο του κατηγορούμενου για να του δώσει λεφτά για πληρωμές. Του υπεβλήθη ότι όντως το ποσό των €2.300 είχε αρχικά παραδοθεί στον κατηγορούμενο εκείνη την ημέρα αλλά ο παραπονούμενος ζήτησε και το έλαβε πίσω για δική του έκτακτη οφειλή που προέκυψε αλλά ανάφερε ότι δεν γνωρίζει κάτι σε σχέση με αυτό. Ο παραπονούμενος είναι ο ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας Αgathagelos Μ. Constantinou & Sons Ltd που ασχολείται με την εισαγωγή και διανομή χονδρικού εμπορίου τροφίμων, ποτών και καπνού, Από την ίδρυση της εταιρείας του 30.7.2003 μέχρι τον Ιούλιο του 2009 ο λογιστής της εταιρείας ήταν ο κ. Νίκος Μηνά ο οποίος αναγκάστηκε να τερματίσει τις υπηρεσίες του λόγω σοβαρού προσωπικού του προβλήματος. Με την αποχώρηση του υπήρχαν αρκετές εκκρεμότητες με τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας και τις διάφορες πληρωμές της και έτσι ο κατηγορούμενος τον Αύγουστο του 2009 ανέλαβε ως λογιστής και ελεγκτής της εταιρείας του κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ του και του κατηγορουμένου. Η συμφωνία ήταν ότι θα έλεγχε και να τακτοποιούσε τα διάφορα λογιστικά θέματα της εταιρείας και η αμοιβή του θα ήταν €450 πλέον Φ.Π.Α ανά τριμηνία. Ο κατηγορούμενος συγκεκριμένα ανέλαβε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες της εταιρείας του με το κλείσιμο των βιβλίων από τον Μάιο του 2005 μέχρι τον Ιούλιο του 2009 και θα τακτοποιούσε επίσης παλαιές οφειλές της εταιρείας προς τα διάφορα κυβερνητικά τμήματα για την ίδια χρονική περίοδο. Θα πληρωνόταν συνολικά το ποσό €8.280 (€7.200 συν €1.080 Φ.Π.Α) δηλαδή 16 τριμηνίες προς €450 έκαστη πλέον Φ.Π.Α. για την περίοδο Μαΐου 2005 και Ιουλίου
  8. Στις 19.10.2009 του πλήρωσε €1.000 με επιταγή ως προκαταβολή για έναρξη των υπηρεσιών του η οποία εξαργυρώθηκε και εισπράχθηκε. Στις 25.11.2009 έδωσε στον κατηγορούμενο στο γραφείο του ποσό €5.430,95 σε μετρητά για πληρωμή δύο παλαιών τριμήνων του Φ.Π.Α. και πληρωμή των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Οκτωβρίου 2009 στο Τ.Κ.Α. μετά από αίτημα του ιδίου. Το ποσό αυτό το είχε πάρει ο γιος του Φίλιππος Κωνσταντίνου από τον προσωπικό του λογαριασμό στη ΣΠΕ Λακατάμιας. Από το ποσό αυτό πληρώθηκαν €1.391,31 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για τους μήνες που αναφέρονται πιο πάνω, το υπόλοιπο όμως ποσό των €4.039,64 που θα πληρωνόταν στο Φ.Π.Α δεν πληρώθηκε. Από αυτό πληρώθηκε ποσό μόνο €650 στο Φ.Π.Α. στις 8.1.2010 ενώ ποσό €3.389,64 το οικειοποιήθηκε ο κατηγορούμενος. Στις 4.2.2010 ο γιος του Φίλιππος Κωνσταντίνου πήρε €15.000 σε μετρητά από τον προσωπικό του λογαριασμό στη ΣΠΕ Ορεινής και τα παρέδωσε κατόπιν οδηγιών του την ίδια μέρα στα γραφεία του κατηγορούμενου για σκοπούς πληρωμής και εξόφλησης ολόκληρου του υπολοίπου που όφειλε η εταιρεία του στο Φ.Π.Α. Ο κατηγορούμενος απουσίαζε από το γραφείο του και ο γιος του παρέδωσε τα χρήματα αυτά σε 30 χαρτονομίσματα των €500 έκαστο στην υπεύθυνη του τμήματος υποδοχής κα Μαρία η οποία τα μέτρησε στην παρουσία του γιου του και διαπίστωσε ότι το ποσό ήταν ορθό. Ανέφερε ότι η κα Μαρία παραδέχτηκε στις 10.5.2011 σε συνάντηση που είχε γίνει στην παρουσία του κατηγορουμένου, της κόρης του Ιωάννας, του ιδίου και του γιου του Φίλιππου ότι το ποσό αυτό το παρέδωσε στον κατηγορούμενο. Όπως ο ίδιος διαπίστωσε το ποσό αυτό δεν πληρώθηκε στο Φ.Π.Α. Από το ποσό αυτό πληρώθηκε μόνο ένα μικρό ποσό €330,38 και το υπόλοιπο €14.669,62 το οικειοποιήθηκε ο κατηγορούμενος. Στις 16.4.2010 μετέβηκε μαζί με τον Μ.Κ.2 στο γραφείο του κατηγορουμένου προς τον οποίο και έδωσε €2.300 σε μετρητά που παρέλαβε την ίδια στιγμή από τον Μ.Κ.2 και πάλι για να εξοφληθεί το Φ.Π. Α. λόγω επιπρόσθετων προστίμων και τόκων. Το ποσό αυτό δεν πληρώθηκε στο Φ.Π.Α. και ο κατηγορούμενος το οικειοποιήθηκε ολόκληρο. Στις 20.4.2010 παρέδωσε στον κατηγορούμενο €1.195 σε μετρητά για πληρωμή οφειλών στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, και πάλι δεν πληρώθηκε κανένα ποσό και κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε ολόκληρο το ποσό αυτό. Στις 22.7.2010 εξαργύρωσε σε μετρητά επιταγή ποσού €7.000 την οποία έλαβε από τον Μ.Κ.2 την προηγούμενη μέρα και παρέδωσε, στην παρουσία του Μ.Κ.2, ολόκληρο το ποσό στον κατηγορούμενο για να πληρωθεί το Φ.Π.Α. για την τρέχουσα χρονική περίοδο. Από αυτό όπως διαπίστωσε πληρώθηκε ποσό €3.000 στο Φ.Π.Α., €2.689,35 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για τους μήνες Μάρτιο μέχρι Ιούνιο του 2010 ενώ το υπόλοιπο εκ €1.310,65 το παρέλαβε ο ίδιος ως αμοιβή του. Άρχισε τότε να έχει διάφορες αμφιβολίες και υποψίες έναντι του κατηγορουμένου επειδή συνεχώς ο κατηγορούμενος του ζητούσε χρήματα για ποσά που υποτίθεται είχαν ήδη εξοφληθεί και ενώ ο ίδιος του ζητούσε επανειλημμένα αποδείξεις και τεκμηρίωση των πληρωμών αυτός απέφευγε να του τα δώσει. Στις 27.10.2010 έλαβε κατηγορητήριο από τον Έφορο Φ.Π.Α. εναντίον του και εναντίον της εταιρείας του, ποινική υπόθεση 11362/10, για καθυστερημένες οφειλές και επιβαρύνσεις και τόκους ύψους €19.520,
  9. Τότε ζήτησε χειρόγραφα από την υπηρεσία Φ.Π.Α. να του παραδοθεί κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας του η υπηρεσία Φ.Π.Α την 1.3.2011 του παρέδωσε την σχετική κατάσταση. Στις 16.3.2011 παρέλαβε από Λειτουργό του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών επιστολή που του ζητούσαν να παρουσιάσει έγγραφα για την εταιρεία του και στις 12.4.2011 έλαβε έντυπο υπενθύμισης από τον Φόρο Εισοδήματος για υποβολή φορολογικών δηλώσεων για τα έτη 2005 μέχρι
  10. Προσπάθησε να επικοινωνήσει σχετικά με τον παραπονούμενο χωρίς να λάβει απάντηση είτε σε επιστολές μέσω e-mail είτε στα τηλεφωνήματα του. Κατάφερε τελικά να κλείσει ραντεβού για τις 10.5.2011 όπου ο κατηγορούμενος αρνήθηκε αρχικά ότι παρέλαβε το ποσό των €15.000 στις 5.2.2010 από την κα Μαρία, μετά όμως που η κα Μαρία αναγνώρισε το γιο του Φίλιππο παραδέχτηκε ότι παρέλαβε το ποσό αυτό. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι έλαβε ως συνολική αμοιβή για τις υπηρεσίες το ποσό των €5.404,15 ενώ σύμφωνα με την συμφωνία τους έπρεπε να πληρωθεί €2.070 αφού είχε λάβει και αρχικά το ποσό των €1.000 ως προκαταβολή. Ακολούθως έδωσε οδηγίες σε νέο λογιστικό γραφείο, να προβούν σε ελέγχους και ο κατηγορούμενος αρνείτο να συνεργαστεί μαζί τους. Ήταν η θέση του ότι έδωσε συνολικά στον κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των €30.925,90 για να πληρώσει υποχρεώσεις της εταιρείας του απέναντι στο κράτος, αντί αυτού ο κατηγορούμενος πλήρωσε μόνο €8.060,96 και οικειοποιήθηκε χρηματικό ποσό €22.864,
  11. Επίσης αυθαίρετα και πέραν της συμφωνίας τους έλαβε επιπλέον ποσό €3.335,15 ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.3 παρέπεμψε και κατέθεσε ως τεκμήρια διάφορες επιστολές, αποδείξεις και καταστάσεις λογαριασμών. Σε σχέση με την συνάντηση που έγινε στις 10.5.2010 στο γραφείο του κατηγορούμενου ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος αρχικά αρνείτο την παραλαβή του ποσού των €15.000 μετά όμως που κλήθηκε η κα Μαρία τον θύμισε η ίδια ότι παρέλαβε τα χρήματα αναφέροντας και του τι ακριβώς είχε γίνει την επίδικη μέρα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι από την αρχή της έναρξης των εργασιών της εταιρείας του ο λογιστής του ήταν ο κ. Μηνά με συμφωνηθείσα αμοιβή €150 ανά τριμηνία. Επειδή είχε πολύ σοβαρό προσωπικό πρόβλημα και δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του γι' αυτό και αποτάθηκε στον κατηγορούμενο τον οποίο του συνέστησε ο Μ.Κ.
  12. Όταν αποτάθηκε στον κατηγορούμενο γνώριζε ότι η εταιρεία του είχε απλήρωτες οφειλές προς το κράτος σίγουρα σε ότι αφορά το Φ.Π.Α διότι λάμβανε συνεχώς καταστάσεις κάθε τρεις μήνες αλλά δεν ήξερε αν υπήρχαν και πόσες οφειλές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η συμφωνία του με τον κατηγορούμενο ήταν προφορική και του υπεβλήθη ότι ήταν για €300 μηνιαίως για τα παλιά χρόνια και €400 μηνιαίως για τα τρέχοντα, πλέον Φ.Π.Α. θέση την οποία δεν δέχτηκε αναφέροντας ότι δεν θα έφευγε από τον προηγούμενο λογιστή του που πλήρωνε €150 την τριμηνία για να πληρώσει τέτοιο μεγάλο ποσό σε νέο λογιστή αναφέροντας μάλιστα ότι με τους νέους λογιστές του Sermi Financial Services που διαδέχτηκαν τον κατηγορούμενο η συμφωνία του είναι για €250 ανά τριμηνία πλέον Φ.Π.Α. Είπε ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, του τηλεφωνούσαν από το γραφείο του κατηγορούμενου και του ζητούσαν μετρητά για τις πληρωμές. Το θέμα του Φ.Π.Α το χειριζόταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος ενώ τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις μια υπάλληλος του. Η συμφωνία ήταν ότι θα πληρωνόταν η οφειλή για τον κάθε τρέχοντα μήνα και δύο παλιούς. Δεν γνωρίζει πόσες ήταν οφειλές είτε στο Φ.Π.Α. είτε στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και αρνήθηκε την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε οικειοποιήθηκε τα ποσά που ανέφερε. Ειδικά για το θέμα των €15.000 του υπεβλήθη ότι η κα Μαρία αρχικά δεν θυμόταν να είχε παραλάβει οποιοδήποτε ποσό από τον Φίλιππο Κωνσταντίνου και ακολούθως θυμήθηκε ότι είχε παραλάβει το ποσό των €7.
  13. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε αυτές τις υποβολές και επέμενε ως η κατάθεση του. Σε ότι αφορά το ποσό των €2.300 που επήρε σε μετρητά από τον Μ.Κ.2 στις 16.4.2010 αρνήθηκε την υποβολή ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του το δώσει πίσω για έκτακτη ανάγκη του που προέκυψε επιμένοντας ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο ενώ σε ότι αφορά το ποσό των €7.000 που δόθηκε στις 21.7.2010 του υπεβλήθη ότι εκείνη την ημέρα όντως το έδωσε στον κατηγορούμενο αλλά όχι στην παρουσία του Μ.Κ.2 αλλά του αδερφού του που είχε έρθει από την Ελλάδα, θέση με την οποία δεν συμφώνησε ο παραπονούμενος. Του υπεβλήθη επίσης ότι η όλη διαφορά του με τον κατηγορούμενο είναι αστικής φύσης και αφορά την αμοιβή που συμφώνησαν και ειδικά σε ότι αφορά το κατ' ισχυρισμό ποσό των €15.000, μετά από την πίστωση του λογαριασμού του από τον κατηγορούμενο, η διαφορά είναι €7.000 θέση την οποία επίσης αρνήθηκε ο παραπονούμενος. Του υπεβλήθη ότι ο κατηγορούμενος πλήρωσε συνολικά σχεδόν €14.000 για οφειλές της εταιρείας του, €10.000 περίπου στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θέση με την οποία συμφώνησε, και ότι για το Φ.Π.Α. που η συνολική οφειλή ήταν περίπου €26.000 κατόπιν διαβουλεύσεων του κατηγορούμενου με το Τμήμα και τις σχετικές πληρωμές που έγιναν έχει μειωθεί στις €13.198,92 και ότι γι' αυτή αυτή του την εργασία ο κατηγορούμενος δικαιούται την συμφωνηθείσα αμοιβή που ήταν €12.024,15 που ο ίδιος την αρνείται για να απαντήσει ο κατηγορούμενος ότι ουδέποτε συμφώνησε αυτό το ποσό αμοιβής με τον κατηγορούμενο και ότι ο κατηγορούμενος δεν διεκπεραίωσε τις υποχρεώσεις του σε ότι αφορά τις υποχρεώσεις της εταιρείας του με το Τμήμα Φ.Π.Α. Του υπεβλήθη τελικά ότι ο μόνος σκοπός υποβολής του παραπόνου στην Αστυνομία που είχε ως αποτέλεσμα την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης ήταν για να εξαναγκάσει τον κατηγορούμενο σε συμβιβασμό για την μεταξύ τους εκκρεμότητα για την αμοιβή του θέση την οποία και πάλι αρνήθηκε ο παραπονούμενος. Ο Μ.Κ.4 Φίλιππος Κωνσταντίνου είναι ο γιος του παραπονούμενου. Ήταν η θέση του ότι στις 25.11.2009 παρέλαβε από τον προσωπικό τραπεζικό του λογαριασμό που διατηρεί στη ΣΠΕ Λακατάμιας υπ' αριθμό 3206023-2 το ποσό των €5.430,95 σε μετρητά. Είπε ότι στο εν λόγω λογαριασμό που ήταν προσωπικός του υπήρχαν κατατεθειμένα χρήματα της εταιρείας του πατέρα του. Ο λόγος που είχε αποσύρει αυτά τα χρήματα ήταν μετά από εντολή του πατέρα του για να τα παραδώσει στο λογιστή της εταιρείας Γιώργο Νικολάου για να πληρώσει οφειλές στο Φ.Π.Α. και το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το ποσό αυτό ο ίδιος το παρέδωσε στον πατέρα του ο οποίος την ίδια μέρα το παρέδωσε στον κατηγορούμενο. Στις 4.2.2010 παρέλαβε από τον προσωπικό τραπεζικό του λογαριασμό με αριθμό 4000309-4 στη ΣΠΕ Ορεινής στον οποίο είχε επίσης κατατεθειμένα χρήματα των εταιρειών του πατέρα του το χρηματικό ποσό των €15.000 σε χαρτονομίσματα των €500 για να τα μεταφέρει στον λογιστή της εταιρείας Γιώργο Νικολάου για να εξοφλήσει όλες τις οφειλές της εταιρείας του πατέρα του στο Φ.Π.Α. Ο ίδιος πήγε στα γραφεία του κατηγορούμενου γύρω στις 14:10 της ίδιας μέρας δηλαδή 4.2.2010, ο κατηγορούμενος απουσίαζε και συναντήθηκε με την υπεύθυνη του τμήματος υποδοχής κα Μαρία στην οποία και παρέδωσε το ποσό των €15.000 σε 30 χαρτονομίσματα των €500 τα οποία μέτρησε η κα Μαρία στην παρουσία του και τα παρέλαβε για να τα δώσει στον κατηγορούμενο. Στις 10.5.2011 μαζί με τον πατέρα του μετέβηκαν στο γραφείο του κατηγορούμενου όπου στην παρουσία του κατηγορούμενου και της κόρης του Ιωάννας ο κατηγορούμενος τον ρώτησε αν πράγματι παρέδωσε €15.000 στις 4.2.2010 στο γραφείο του. Ο ίδιος απάντησε καταφατικά αναφέροντας του ότι τα παρέδωσε στην κα Μαρία που είναι η κοπέλα που βρισκόταν και εκείνη τη στιγμή στο «reception» μόλις μπεις στο γραφείο. Ο κατηγορούμενος κάλεσε την κα Μαρία στη συνάντηση η οποία στην παρουσία όλων τον αναγνώρισε και παραδέχτηκε ότι παρέλαβε το ποσό των €15.000 σε χαρτονομίσματα των €500 στις 4.2.2010 και ότι τα παρέδωσε στον κατηγορούμενο στον οποίο τηλεφωνούσε επανειλημμένα μέχρι να τον εντοπίσει. Ο κατηγορούμενος έκανε ότι δεν θυμόταν για τα λεφτά και η κα Μαρία τον θύμισε ότι εκείνη την ημέρα ήταν στην Πάφο και ότι του τηλεφώνησε αρκετές φορές για να του πει ότι τον περιμένει στο γραφείο του γιατί δεν ήθελε να έχει την ευθύνη τέτοιου μεγάλου ποσού χρημάτων. Κατά την αντεξέταση του επιβεβαίωσε ότι στους δικούς του προσωπικούς λογαριασμούς υπήρχαν κατατεθειμένα χρήματα των εταιρειών του πατέρα του και ότι και άλλες φορές προχώρησε σε ανάληψη χρημάτων για υποχρεώσεις των εταιρειών. Το ποσό των €5.430,95 αφορούσε γραμμάτιο ενώ το ποσό των €15.000 ήταν ανάληψη από τον λογαριασμό του. Επέμενε ότι τα χρήματα και στις δύο περιπτώσεις του ζήτησε ο πατέρας του να τα αποσύρει για να πληρωθούν οι υποχρεώσεις της εταιρείας, το ποσό των €5.430,95 το παρέδωσε στον πατέρα του την ίδια ημέρα ανάληψης δηλαδή 25.11.09 και είναι σίγουρος ότι ο πατέρας του τα παρέδωσε στο κατηγορούμενο ενώ το ποσό των €15.000 ο ίδιος το πήρε στο γραφείο του κατηγορούμενου και το παρέδωσε στην κα Μαρία. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν πήρε απόδειξη η θέση του ήταν ότι τα χρήματα τα έδωσαν στο λογιστή της εταιρείας που του είχαν εμπιστοσύνη. Επιβεβαίωσε ότι έγινε η συνάντηση στο γραφείο του κατηγορούμενου στις 10.5.2011 για το θέμα των €15.000 και ότι η κα Μαρία όχι μόνο παραδέχτηκε ότι παρέλαβε τις €15.000 σε χαρτονομίσματα των €500 αλλά και προσπαθούσε να θυμίσει τον κατηγορούμενο ότι εκείνη την μέρα ο ίδιος ήταν στην Πάφο και ότι τον ανέμενε μέχρι να επιστρέψει και να του παραδώσει τα χρήματα. Δέχτηκε ότι μετά που αποχώρησε η κα Μαρία ο κατηγορούμενος τους είπε ότι θα εξετάσει το θέμα και θα επανέλθει και αρνήθηκε την υποβολή ότι τις €15.000 που αναφέρει τις χρησιμοποίησε ο ίδιος κάνοντας πληρωμές σε πρόσωπα που όφειλε η εταιρεία. Ο κατηγορούμενος όπως έχει ήδη αναφερθεί, μετά που κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ήταν η θέση του ότι μετά από προκαταρκτική συνάντηση που είχε με τον παραπονούμενο συναντήθηκε με τον παραπονούμενο στο γραφείο του για να συμφωνήσουν την αμοιβή του. Ο κατηγορούμενος είχε πάρει μαζί του κάποια files για να του δείξει τι αναμενόταν από τον ίδιο και επειδή κατάλαβε ότι ο όγκος εργασίας ήταν μεγάλος είχαν συμφωνήσει ποσό €400 πλέον Φ.Π.Α. μηνιαίως χωρίς τα ελεγκτικά για την περίοδο από 1.8.2009 και μετά ενώ για τα καθυστερημένα δηλαδή από 27.6.2005 μέχρι 31.7.2009 το ποσό θα ήταν €300 πλέον Φ.Π.Α. διότι ήταν μαζική η εργασία. Ο παραπονούμενος του έδωσε προκαταβολή €1.000 με επιταγή υπ' αριθμό 85997493 της Τράπεζας Κύπρου και ο ίδιος του εξέδωσε σχετικά απόδειξη που φέρει ημερ. 13.10.
  14. Στις 11.1.2010 πληρώθηκε η πρώτη τριμηνία του Φ.Π.Α. για περίοδο 1.8.2009 μέχρι 31.10.2009 που ήταν €533,46 πλέον πρόστιμα και τόκους και συνολικά πληρώθηκε το ποσό των €
  15. Η εταιρεία του παραπονούμενου είχε εκκρεμότητες και με το Φ.Π.Α. και με το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μάλιστα ο παραπονούμενος είχε λάβει κλήση για να παρουσιαστεί στις 19.10.2009 στη Λειτουργό Τ.Κ.Α. Φοίβη Γιαννάκη για να παρουσιάσει το βιβλίο αποδοχών των εργοδοτουμένων του από 1.1.2009 μέχρι 30.9.
  16. Ο ίδιος ανέλαβε να μεσολαβήσει με το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μετά από συζητήσεις αποφασίστηκε ότι θα γίνονται πληρωμές για δύο καθυστερημένους μήνες μαζί με κάθε τρέχον μήνα. Στις 2.12.2009 πληρώθηκε στο Τ.Κ.Α. το ποσό των €1.391,31 για τους μήνες 1/2009, 2/2009 και 10/
  17. Διαφάνηκε επίσης ότι υπήρχαν αρκετές δηλώσεις Φ.Π.Α. που ήταν καθυστερημένες αλλά και για αρκετές δηλώσεις στο Φ.Π.Α. ήταν ασυμπλήρωτες και συγκεκριμένα οι δηλώσεις για 1.8.2007 μέχρι 31.10.2007, 1.11.2007 μέχρι 31.1.2008 και 1.2.2008 μέχρι 30.4.2008 για συνολικό ποσό €9.676,87 πλέον πρόστιμα, επιβαρύνσεις και τόκους. Εκείνες οι δηλώσεις μέχρι σήμερα είναι καθυστερημένες. Ο ίδιος στις 5.8.2010 κατάθεσε στην υπηρεσία Φ.Π.Α τις φορολογικές δηλώσεις για περίοδο 1.5.2009 με 31.7.2009., 1.2.2009 με 30.4.2009, 1.11.2008-31.1.2009 και 1.8.2008 με 31.10.
  18. Διαφάνηκε ότι μέχρι 5.1.2010 η εταιρεία του παραπονούμενου όφειλε στο Φ.Π.Α το ποσό των €25.906,16 σημειώνοντας ότι μέχρι την εν λόγω ημερομηνία ήταν ο ίδιος ο παραπονούμενος που παραλάμβανε τις περιοδικές καταστάσεις λογαριασμού της εταιρείας του στο Φ.Π.Α και άρα γνώριζε επ' ακριβώς την οφειλή της εταιρείας του. Ήταν η θέση του ότι σε καμία περίπτωση το ποσό €5.430,95 που ως ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι έδωσε στις 25.11.2009 και το ποσό των €1.391,31 που έφερε στις 2.12.2009 δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν οφειλές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων που ήταν άνω των €9.676,87 πλέον επιβαρύνσεις και τόκους. Στις 13.5.2010 συμπληρώθηκαν φορολογικές δηλώσεις από τις οποίες προέκυπτε φορολογική υποχρέωση €2.664,
  19. Στις 21.7.2010 ο παραπονούμενος μαζί με τον αδερφό του τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του και του έφερε το ποσό των €7.000 για να πληρωθούν Κοινωνικές Ασφαλίσεις, Φ.Π.Α αλλά και να διευθετηθεί μέρος της αμοιβής του. Από το ποσό αυτό €3.000 πληρώθηκαν στο Φ.Π.Α. €2.689,35 στο Τ.Κ.Α. ενώ το υπόλοιπο €1.310,65 το έλαβε ο ίδιος ως αμοιβή και του εξέδωσε σχετικά απόδειξη την ίδια μέρα δηλαδή 21.7.
  20. Σε ότι το αφορά το ποσό των €15.000 που ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ο γιος του παρέδωσε την κα Μαρία ήταν η θέση του ότι δεν έχει παραλάβει τέτοια χρήματα. Ο ίδιος από τις έρευνες που έκαμε στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας του παραπονούμενου εντόπισε ότι η εταιρεία του παραπονούμενου πλήρωσε την ίδια μέρα €13.321,60 και εξόφλησε και ένα τιμολόγιο για το ποσό των €8.111,92 και διερωτάται πως γίνεται πέραν του ποσού αυτού των €21.433,52, το ποσό των €15.000 να έχει δοθεί προς το γραφείο του δηλαδή συνολικά πέραν των €36.000 σε μια μέρα τη στιγμή που ο παραπονούμενος αντιμετώπιζε πολλές οικονομικές δυσκολίες και για να ανταποκριθεί για πολύ μικρότερα ποσά έπρεπε να γίνονται επανειλημμένες εκκλήσεις και τηλεφωνήματα. Επειδή η κα Μαρία στη μαρτυρία της στην Αστυνομία δήλωσε ότι παρέλαβε €7.000 από τον Άγγελο Κωνσταντίνου και αν και ο ίδιος δεν αναγνωρίζει ότι παρέλαβε τέτοιο ποσό, εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου την απόδειξη με αριθμό 1123 ημερ. 11.5.2011 για ποσό €7.000 έναντι της οφειλής του για την αμοιβή του για να είναι εντάξει εφόσον υπήρχε αυτή η θέση της κας Μαρίας. Σημείωσε δε ότι το ποσό που ο παραπονούμενος του όφειλε για τις υπηρεσίες του μέχρι τότε σίγουρα υπερέβαινε το ποσό των €15.
  21. Σε ότι αφορά το ποσό των €2.300 που ο παραπονούμενος εισέπραξε κατά τους ισχυρισμούς του από τον κ. Χρίστο Στυλιανού και το έδωσε στον ίδιο για να πληρώσει Φ.Π.Α. και Κοινωνικές Ασφαλίσεις στις 16.4.2010, ανέφερε ότι το Φ.Π.Α. πληρώνεται μέχρι την 9η κάθε μήνα ενώ για το Τ.Κ.Α. το γραφείο του αρχίζει να τηλεφωνά μετά τις 20 κάθε μήνα άρα δεν ήταν δυνατό να είχε οχληθεί ο παραπονούμενος για να φέρει αυτό το ποσό χρημάτων για τις υπηρεσίες αυτές την εν λόγω ημερομηνία. Πέραν τούτου, όντως 16.4.2010 ο παραπονούμενος μαζί με τον Μ.Κ.2 τον είχαν επισκεφθεί στο γραφείο του για να φέρουν χρήματα έναντι των λογαριασμών των λογιστικών που είχαν για καθυστερημένη περίοδο. Ο κ. Δράκος παρέδωσε στον παραπονούμενο αυτό το ποσό και ακολούθως πήγε στην υπάλληλο του γραφείου του που ασχολείτο με θέματα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ενώ ο Μ.Κ.2 ήταν απών ο παραπονούμενος έλαβε κάποιο τηλεφώνημα και έντρομος του ανέφερε ότι προέκυψε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα και χρειάζεται τα χρήματα αμέσως γι' αυτό και ο ίδιος του τα επέστρεψε. Ήταν η θέση του ότι μετά που άκουσε στο Δικαστήριο την μαρτυρία του παραπονούμενου και του Μ.Κ.2 για το τι ισχυρίστηκαν ότι συνέβηκε στις 16.4.2010, βρήκε απόδειξη ημερ. 16.4.2010 που φαίνεται ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος πλήρωσε δικαστικό επιδότη για το ένταλμα 1070/10 αρ. αγωγής 905/10 το ποσό των €2.250 και κατέθεσε στο Δικαστήριο την απόδειξη αυτή, άρα, ήταν η θέση του, ότι με το ποσό των €2.300 το παραπονούμενος το πήρε πίσω την ίδια μέρα προφανώς εξόφλησε το ένταλμα που εκκρεμούσε εναντίον του. Ήταν επίσης η θέση του κατηγορούμενου ότι η συνεργασία του με τον παραπονούμενο δεν ήταν αρμονική, εκκρεμούσαν πολλές οφειλές της εταιρείας σε διάφορα κυβερνητικά τμήματα όπως επίσης και υπήρχαν σωρεία δηλώσεων του Φόρου Εισοδήματος που δεν είχαν κατατεθεί και δεν υπήρχε αντικειμενικά χρόνος και δυνατότητα να ετοιμαστούν όλα αυτά τα πράγματα στο χρονικό διάστημα της συνεργασίας του με τον παραπονούμενο. Μάλιστα ο ίδιος χαρακτήρισε την συνεργασία του με τον παραπονούμενο ως χαώδη, είπε ότι έπρεπε να τον ενοχλούν οι υπάλληλοι του επανειλημμένα για να περάσει και να αφήσει χρήματα για τις πληρωμές που έπρεπε να γίνουν για την εταιρεία του και ότι ουδέποτε πλήρωνε οτιδήποτε στην ώρα του συμπεριλαμβανομένης και της δικής του αμοιβής. Ανέφερε επίσης ότι η εταιρεία του παραπονούμενου είχε καταχωρηθεί στο ΚΑΠ από τις 16.8.2007 και ο παραπονούμενος δεν τον ενημέρωσε σχετικά αλλά και βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τα Δικαστήρια χωρίς επίσης ο ίδιος να το γνωρίζει. Σε ότι αφορά τις καθυστερημένες υποβολές αιτήσεων στο Φ.Π.Α. ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος και οι συνεργάτες του έκαναν ότι ήταν δυνατό να γίνει με αποτέλεσμα οι οφειλές που τα οποία ήταν συνολικού ύψους €26.616,37 να μειωθούν στο ποσό των €13.417,
  22. Σε ότι αφορά το Τ.Κ.Α. ήταν η θέση του ότι μέχρι τις 30.7.2010 το γραφείο του κατάφερε να έχει τακτοποιήσει και εξοφλησει όλες οι εκκρεμότητες της εταιρείας του παραπονουμένου μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Ήταν συνολικά η θέση του ότι σε καμία περίπτωση ο ίδιος δεν καταχράστηκε χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο παραπονούμενος ούτε και οικειοποιήθηκε κανένα ποσό για δικό του όφελος. Όλα τα ποσά που τυχόν έχει εισπράξει από τον παραπονούμενο ήταν είτε για πληρωμή των οφειλών των εταιρειών του προς τα διάφορα κυβερνητικά τμήματα και οι σχετικές πληρωμές είχαν γίνει κανονικά, είτε ήταν χρήματα που αφορούσαν την αμοιβή του σύμφωνα με το ότι είχαν μεταξύ τους προφορικά συμφωνήσει, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου. Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο μία πρόχειρη χειρογραφη κατάσταση λογαριασμού την οποία κατάρτισε ο ίδιος και φέρει ημερομηνία 30.9.2013 σύμφωνα με την οποία καθ' όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας του με τον παραπονούμενο πλήρωσε για λογαριασμό του στο Φ.Π.Α. συνολικό ποσό €3.980,38 στο Τ.Κ.Α. συνολικό ποσό €10.010,66 ενώ ποσό €12.024,15 αποτελούσαν μέρος της συμφωνηθείσας κατά τον ίδιο αμοιβής του για τις εργασίες που του προσέφερε. Το σύνολο δηλαδή των πληρωμών που έγιναν από την εταιρεία του παραπονούμενου προς τον ίδιο ήταν €26.015,
  23. Κατά την αντεξέταση του, του υπεβλήθη επανειλημμένα ότι εισέπραξε από τον παραπονούμενο ποσά πέραν των €30.000 και οι πληρωμές που έκανε στο Τ.Κ.Α. και στο Φ.Π.Α. ήταν συνολικά για ποσό περίπου €14.000 και οικειοποιήθηκε το υπόλοιπο ποσό, θέσεις με τις οποίες ο κατηγορούμενος διαφώνησε. Του υπεβλήθη επίσης ότι τα ποσά των €5.430,95 και €15.000 σε μετρητά του παραδόθηκαν από τον παραπονούμενο και τον γιο του Φίλιππο Κωνσταντίνου αντίστοιχα στις 25.11.2009 και 4.2.2010 και ο κατηγορούμενος επέμενε σε ότι αφορά το ποσό των €15.000 ότι δεν παρέλαβε κανένα τέτοιο ποσό και μόνο λόγω της μαρτυρίας της υπαλλήλου του Μαρίας Χαριδήμου με την οποία συνεργάζεται πέραν των 20 ετών η οποία δήλωσε ότι θυμόταν να είχε παραλάβει ποσό €7.000 εξέδωσε απόδειξη για το ποσό των €7.000 έναντι του ποσού που οφειλόταν στον ίδιο για τις υπηρεσίες του. Επέμενε επίσης στη δική του εκδοχή για το ποσό των €2.300 που του δόθηκαν σε μετρητά από τον κατηγορούμενο στις 16.4.2010 όταν τον επισκέφθηκε στο γραφείο του μαζί με τον Μ.Κ.
  24. Επέμενε ότι η προφορική συμφωνία του με τον παραπονούμενο για τη δική του αμοιβή ήταν όπως ο ίδιος την έχει δηλώσει στο Δικαστήριο και σε καμία περίπτωση όπως την έχει αναφέρει ο παραπονούμενος δηλώνοντας ότι για τον όγκο της δουλειάς που έπρεπε να διεκπεραιωθεί για τις οφειλές των εταιρειών του παραπονούμενου κανένας λογιστής δεν θα δεχόταν να αναλάβει με την αμοιβή που κατ' ισχυρισμόν του παραπονούμενου είχε συμφωνηθεί. Επέμενε σε όλες τις υποβολές που του είχαν τεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμος για να μπορέσουν να τακτοποιηθούν οι εκκρεμότητες που υπήρχαν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ότι έπρεπε να γίνονται επανειλημμένα τηλεφωνήματα από το γραφείο του για να πάρει χρήματα για τις οφειλές της εταιρείας του και ότι ο παραπονούμενος δεν έχει εξοφλήσει τον λογαριασμό του σε ότι αφορά την αμοιβή του για τις υπηρεσίες που του προσέφερε. Συμφώνησε ότι και με τον Μ.Κ.2 είχε προβλήματα στη συνεργασία του προς το τέλος και ότι πρόσφατα του είπε ότι θα τον καταγγείλει ότι οικειοποιήθηκε και από τον ίδιο χρήματα. Συμφώνησε επίσης ότι πριν να καταλήξει η παρούσα υπόθεση στο Δικαστήριο είχαν γίνει προσπάθειες εξώδικου συμβιβασμού οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν και ήταν η θέση του ότι η διαφορά του με τον παραπονούμενο είναι καθαρά αστικής φύσης σε σχέση με το υπόλοιπο της αμοιβής του αφού ο κάθε ένας από τους δύο δίδει την δική του εκδοχή για το ποιοι ήταν οι όροι που είχαν συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ τους σε σχέση με την αμοιβή του για τις λογιστικές του υπηρεσίες. Ήταν επίσης η θέση του κατηγορούμενου ότι υπάρχουν αποδείξεις και δικαιολογητικά για όλες τις πληρωμές που έκανε εκ μέρους της εταιρείας του παραπονουμένου για το χρονικό διάστημα που είχαν συνεργαστεί. Κατά την ακρόαση καταχωρήθηκε πληθώρα τεκμηρίων. Έχουν καταχωρηθεί και έχουν σημειωθεί ως τεκμήρια αποδείξεις εισπράξεων της εταιρείας του παραπονούμενου από την εταιρεία του Μ.Κ.2 για τα ποσά των €2.300 στις 16.4.2010 και €7.000 στις 21.7.2010, η απόδειξη από την ΣΠΕ Λακατάμιας για την ανάληψη του ποσού των €5.430,95 ημερ. 25.11.2009 στο όνομα του Μ.Κ.4 και η απόδειξη της ΣΠΕ Ορεινής για την ανάληψη του ποσού των €15.000 στο όνομα και πάλι του Μ.Κ.4 στις 4.2.
  25. Κατατέθηκε επίσης αλληλογραφία του παραπονούμενου με το Φ.Π.Α. και το Τ.Κ.Α. όπως επίσης και κατηγορητήριο εκ πλευράς του Φ.Π.Α. εναντίον του παραπονούμενου και της εταιρείας του. Τεκμήρια επίσης έγιναν διάφορες αποδείξεις εισπράξεων στο Τ.Κ.Α. αλλά και έγγραφα με τίτλο Περιοδική Κατάσταση Λογαριασμού που αποστάληκαν από την Υπηρεσία Φ.Π.Α. προς την εταιρεία του παραπονούμενου, το τελευταίο φέρει ημερομηνία 30.9.2010 όπου φαίνεται το υπόλοιπο που οφείλεται είναι €13.417,
  26. Κατατέθηκαν επίσης αριθμός φορολογικών δηλώσεων προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. αναφορικά με τις περιόδους από 1.8.2007 μέχρι και 31.10.2009 οι οποίες υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των δύο πλευρών. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
  27. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
  1. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες στο Δικαστήριο ενώ έδιδαν την μαρτυρία τους και παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους έχουν τεθεί όπως επίσης και την όλη στάση τους στη διαδικασία. Θεωρώ ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Ο Μ.Κ.1 που όπως έχει αναφερθεί ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης θεωρώ ότι με την μαρτυρία του δεν έχει βοηθήσει καθόλου το Δικαστήριο καθότι ουσιαστικά δεν έχει προβεί σε καμία ενδελεχή εξέταση της καταγγελίας του παραπονούμενου, απλά παρέλαβε από αυτόν τα διάφορα έγγραφα που ο παραπονούμενος του παρέδωσε και προχώρησε στην απαγγελία κατηγορίας χωρίς να τα έχει αντιπαραβάλει με όλα τα έγγραφα που ο κατηγορούμενος του παρέδωσε. Ο Μ.Κ.1 όπως ο ίδιος παραδέχτηκε δεν εξέτασε τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο κατηγορούμενος σε σχέση με το πραγματικό ύψος της αμοιβής του σύμφωνα με την προφορική συμφωνία που είχε με τον παραπονούμενο, επειδή όπως ανέφερε στο Δικαστήριο, δεν υπήρχε κάτι γραπτό. Κατά την άποψη μου αυτή η θέση δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει θέση εξεταστή της παρούσας υπόθεσης. Επίσης ενδεικτικό ότι ο Μ.Κ.1 δεν έχει προβεί σε ενδελεχή διερεύνηση και έλεγχο της καταγγελίας που υπέβαλε ο παραπονούμενος είναι το γεγονός ότι επέμενε ότι το συνολικό ποσό που ο κατηγορούμενος φαίνεται να πλήρωσε έναντι των οφειλών των εταιρειών του παραπονουμένου ήταν €8.060,96, σημειώνω ότι το εν λόγω ποσό ήταν αυτό που αρχικά ισχυριζόταν και ο παραπονούμενος ότι είχε πληρωθεί από τον κατηγορούμενο, αλλά διαφάνηκε ακολούθως ότι ο παραπονούμενος συμφώνησε και αποδέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος πλήρωσε συνολικά για σκοπούς της εταιρείας του μόνο στο Τ.Κ.Α. €10.010,66, ποσό μεγαλύτερο από το ποσό των €8.060,96 που προώθησε ο εξεταστής της υπόθεσης. Η θέση του Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο κατηγορούμενος ήταν αρνητικός και η ανακριτική κατάθεση του ημερ. 2.2.2012 την οποία έλαβε ο ίδιος περιορίστηκε στην απάντηση του κατηγορουμένου «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο» για να δεχτεί όμως κατά την αντεξέταση του ότι ο κατηγορούμενος συνεργάστηκε μαζί του αφού του έδωσε εξηγήσεις για τα χρήματα που έλαβε και τις πληρωμές που έκανε και μάλιστα του είχε παραδώσει αριθμό εγγράφων και διαφοροποίησε την θέση του και είπε ότι ήταν συνεργάσιμος ο κατηγορούμενος αλλά για τον ίδιο οι εξηγήσεις που έδιδε δεν ήταν πειστικές. Χωρίς να αποδίδεται οποιοδήποτε κίνητρο στο Μ.Κ.1 θεωρώ ότι οι ενέργειες του σε σχέση με πραγματική διερεύνηση της υπόθεσης ήταν επιπόλαιες, ουσιαστικά αρκέστηκε στο να λάβει το παράπονο του παραπονούμενου μαζί με τα έγγραφα που του είχε παραδώσει, να λάβει διάφορα έγγραφα από τον κατηγορούμενο τα οποία όμως δεν χρησιμοποίησε για να ερευνήσει σε βάθος και να τα αντιπαραβάλει με την θέση του κατηγορουμένου, και απλά έλαβε τις καταθέσεις από τους άλλους εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει κάτι στην μαρτυρία του που μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.2 δεν απέκρυψε την φιλική σχέση που έχει με τον παραπονούμενο αλλά δεν διέκρινα οποιαδήποτε εχθρική του στάση προς τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του ουσιαστικά ήταν για να επιβεβαιώσει ότι στην παρουσία του ο παραπονούμενος έδωσε σε δύο περιπτώσεις στον κατηγορούμενο ποσά χρημάτων σε μετρητά και ειδικότερα το ποσό των €2.300 στις 16.4.2010 και το ποσό των €7.000 στις 22.7.
  2. Κατά την κυρίως του εξέταση είχε αναφέρει ότι και στις δύο περιπτώσεις ήταν συνεχώς παρών κατά την συνάντηση του κατηγορουμένου με τον παραπονούμενο και ότι άκουσε ξεκάθαρα ότι ο λόγος που έδιδε τα χρήματα ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο ήταν για να πληρωθούν οφειλές της εταιρείας του παραπονούμενου στο Τ.Κ.Α. και το Φ.Π.Α. Σε ότι αφορά την συνάντηση 16.4.2010 κατά την αντεξέταση του δέχτηκε ότι μπορεί να μην ήταν συνεχώς παρών κατά την συνάντηση του κατηγορουμένου με τον παραπονούμενο και ότι μπορεί να βγήκε για λίγο έξω να συναντήσει την κοπέλα του γραφείου του κατηγορουμένου που ασχολείτο με τις πληρωμές του Τ.Κ.Α., ως είναι εξάλλου και η θέση του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον το ποσό των €2.300 που αρχικά ο παραπονούμενος παρέδωσε στον κατηγορούμενο του δόθηκε πίσω από τον κατηγορούμενο για να αντιμετωπίσει έκτακτη οφειλή. Σε ότι αφορά την συνάντηση ημερ. 22.7.2010 η εξήγηση που έδωσε γιατί μετέβηκε με τον κατηγορούμενο στην εν λόγω συνάντηση δεν ήταν πειστική και συγκεκριμένα η θέση ότι συναντήθηκε με τον παραπονούμενο στις 20.7.2010 προς τον οποίο έδωσε επιταγή της ίδιας ημέρας και όχι μεταχρονολογημένη ως συνηθιζόταν μεταξύ τους, κατ' απαίτηση του παραπονούμενου στις 21.7.2010 συναντήθηκε με τον παραπονούμενο για να του παραδώσει την επιταγή και ότι στις 22.7.2010 χωρίς να το γνωρίζει από πριν βρέθηκε να πηγαίνει μαζί με τον παραπονούμενο στο γραφείο του κατηγορουμένου. Ενόψει της διαφοροποίησης της θέσης του σε σχέση με την συνεχή παρουσία του για τη συνάντηση στις 16.4.2010 αλλά και το πως βρέθηκε τελικά στο γραφείο του κατηγορούμενου στις 22.7.2010 έχω ερωτηματικά σε σχέση με τα κίνητρα του για τα όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο επομένως θεωρώ ότι δεν μπορώ να στηριχτώ με ασφάλεια στα όσα έχει αναφέρει. Σε ότι αφορά τον Μ.Κ.4, γιο του παραπονούμενου, ουσιαστικά η μαρτυρία του ήταν σε σχέση με τα δύο ποσά που εισέπραξε από προσωπικούς του λογαριασμούς, αλλά για άγνωστο λόγο ήταν χρήματα της εταιρείας του πατέρα του, από την ΣΠΕ Λακατάμιας και ΣΠΕ Ορεινής κατ' εντολή του πατέρα του, τα οποία σε ότι αφορά το πρώτο ποσό ισχυρίστηκε ότι τα παρέδωσε στον πατέρα του και είχε την βεβαιότητα ότι ο πατέρας του τα παρέδωσε στον κατηγορούμενο χωρίς να ήταν παρών οποτεδήποτε ο ίδιος ενώ για το δεύτερο ποσό η θέση του ήταν ότι η κα Μαρία εισέπραξε από τον ίδιο €15.000 σε μετρητά τα οποία μέτρησε στην παρουσία του και μάλιστα είπε ότι η ίδια παραδέχτηκε ότι έτσι έγιναν τα πράγματα όταν κλήθηκε ενώπιον του, του πατέρα του, του κατηγορούμενου και της θυγατέρας του κατηγορούμενου στη συνάντηση που έγινε. Η κα Μαρία δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας, η εκδοχή που δόθηκε από πλευράς κατηγορουμένου ήταν διαφορετική για το τι ανέφερε η κα Μαρία που ήταν το ποσό των €7.000 εξ ου και εξέδωσε σχετικά απόδειξη για το ποσό των €7.000 προς όφελος του τον παραπονούμενου έναντι του λογαριασμού που υπήρχε για την αμοιβή του και που παρουσίαζε πολύ μεγαλύτερο υπόλοιπο μόνο και μόνο γιατί έχει εμπιστοσύνη στην κα Μαρία που είναι στη δούλεψη του εδώ και 20 χρόνια. Το πρώτο μου ερωτηματικό σε σχέση με την μαρτυρία του Μ.Κ.4 είναι γιατί δεν έλαβε κάποια απόδειξη για το ποσό των €15.000 που κατ' ισχυρισμό παρέδωσε στην κα Μαρία. Θεωρώ ότι το ποσό αυτό δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο και ειδικά αφού ως ισχυρίζεται ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών για να το παραδώσει στα χέρια του ως οι οδηγίες του πατέρα του, αρκέστηκε να το αφήσει στην υπάλληλο της υποδοχής την οποία έβλεπε για πρώτη φορά, χωρίς να πάρει απόδειξη. Στο Δικαστήριο επίσης δεν ήταν σε θέση να απαντήσει καμιά ερώτηση κατά την αντεξέταση του αν δεν διάβαζε προηγουμένως την κατάθεση του ούτε σε σχέση με τις ημερομηνίες που παρέλαβε τα χρήματα από τις ΣΠΕ Λακατάμιας και Ορεινής ως ισχυρίστηκε, ούτε και πότε του δόθηκαν οι οδηγίες από τον πατέρα του να παραλάβει τα χρήματα. Επίσης κατά την αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε αν είναι σίγουρος ότι το ποσό των €5.430,95 παραδόθηκε στον κατηγορούμενο ήταν η θέση του ότι αυτό του είπε ο πατέρας του και δεν το αμφισβητά. Κάτι άλλο που επίσης δημιουργεί κάποια ερωτηματικά στο μυαλό μου είναι η θέση του ότι ο πατέρας του τον είχε ενημερώσει για το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τις €15.000 μόλις στις 10.5.2011 όταν θα μετέβαιναν στο γραφείο του κατηγορούμενου για την συνάντηση και ότι μέσα στο αυτοκίνητο δεν συζήτησαν καθόλου του θέμα γιατί ο πατέρας του μιλούσε συνεχώς στο τηλέφωνο μέχρι την ώρα που στάθμευσαν. Δεν θυμόταν να πει στο Δικαστήριο τι ακριβώς είχε λεχθεί μεταξύ του πατέρα του και του κατηγορούμενου για το θέμα των €15.000 στη συνάντηση της 10.5.2011, αναφέροντας ότι έχουν παρέλθει 4 χρόνια από τότε αλλά το μόνο που θυμόταν ήταν ότι η κα Μαρία επιβεβαίωσε ότι έλαβε τις €15.000 από τον ίδιο και προσπαθούσε να θυμίσει στον κατηγορούμενο την περίπτωση. Ο Μ.Κ.4 δεν θυμόταν τι έγινε στη συνάντηση μετά που έφυγε η κα Μαρία, ούτε και τι λέχθηκε. Κρατώ επίσης από την μαρτυρία του την θέση του ότι ο κατηγορούμενος μετά από την συνάντηση τους είχε αναφέρει ότι θα εξετάσει το θέμα και θα επανέλθει και το γεγονός ότι από την δική του εμπειρία από την επαφή που είχε με τις δουλειές του πατέρα του έτυχε ξανά να κάμει πληρωμές για την εταιρεία αλλά για πολύ μικρότερα ποσά όχι όπως τα συγκεκριμένα και ειδικότερα για ποσά €300, €500 και €2.
  3. Είναι καταληκτικά η θέση μου λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό όφελος που έχει ο Μ.Κ.4 να δώσει τη συγκεκριμένη μαρτυρία ότι ούτε και στη δική του μαρτυρία δεν μπορώ να στηριχτώ με ασφάλεια. Σε ότι αφορά τον κυριότερο μάρτυρα κατηγορίας συγκεκριμένα τον Άγγελο Κωνσταντίνου, Μ.Κ.3 παρατηρώ τα ακόλουθα. Σίγουρα ο παραπονούμενος δεν γνώριζε ποιες ήταν οι πραγματικές οφειλές της εταιρείας του στα δημόσια ταμεία, ήταν ολοφάνερο ότι τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας επί σειρά ετών ήταν σε εκκρεμότητα αλλά επίσης και ότι η εταιρεία δεν υπέβαλε τις δηλώσεις που έπρεπε για σκοπούς φορολογίας. Για την χαώδη αυτή κατάσταση όμως ήταν πλήρως ενήμερος και ήταν όχι μόνο ανεκτή από τον ίδιο αλλά και συνέβαλε σε αυτή και αναφέρω ενδεικτικά το γεγονός ότι γνώριζε ότι για πολλά χρόνια ο προηγουμένως λογιστής του δεν είχε τακτοποιήσει καμία από τις υποχρεώσεις της εταιρείας του και ότι η διεύθυνση στην οποία αποστέλλοντο από το τμήμα Φ.Π.Α. αλλά και το Τ.Κ.Α. τα έντυπα και οι καταστάσεις για τα λεφτά που οφείλοντο ήταν η διεύθυνση της εταιρείας Δικαιοσύνης αρ. 9 Λακατάμια. Προκύπτει επίσης ότι θέματα με τις εκκρεμότητες του αυτές υπήρχαν πριν καν αποταθεί στον κατηγορούμενο για λογιστικές υπηρεσίες και αναφέρω ενδεικτικά ότι του είχε ζητηθεί από το Τ.Κ.Α να παρουσιάσει το βιβλίο των αποδοχών των εργοδοτουμένων του για την περίοδο 1.1.2009 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2009 ενώ ο κατηγορούμενος είχε μόλις αναλάβει τις υπηρεσίες λογιστή για την εταιρεία του παραπονουμένου τον Αύγουστο του
  4. Η θέση του για το ποσό της αμοιβής που είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο παρέμεινε μετέωρη πέραν του ότι ποσό €1.000 δόθηκε στον κατηγορούμενο στη πρώτη τους συνάντηση. Ως ισχυρίστηκε και ο ίδιος και ο κατηγορούμενος η συμφωνία ήταν προφορική αλλά δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να την επιβεβαιώνει εκτός του ότι τον Οκτώβριο του 2009, συγκεκριμένα 19.10.2009 ο κατηγορούμενος πλήρωσε τον παραπονούμενο το ποσό των €1.000 ως προκαταβολή για τις υπηρεσίες του. Διαφάνηκε δε από την μαρτυρία ότι το συνολικό ποσό που έχει πληρωθεί από τον κατηγορούμενο για εισφορές της εταιρείας του παραπονούμενου στο Τ.Κ.Α. δεν αμφισβητήθηκε τελικά παρά την αρχική του θέση ότι ο κατηγορούμενος είχε πληρώσει συνολικά για όλες τις οφειλές της εταιρείας του το ποσό των €8.060,96, αποδεχόμενος την θέση του παραπονουμένου το ποσό των €10.010,
  5. Από αυτό το σημείο και μόνο φαίνεται ότι η καταγγελία/παράπονο που υπέβαλε δεν ήταν για το ποσό το οποίο ισχυρίστηκε κάτι που κατά την άποψη μου σε συνδυασμό με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 που έγινε ανωτέρω, θέτει, σε μεγάλη αμφισβήτηση την ίδια την καταγγελία. Ο κατηγορούμενος τελικά συμφώνησε ότι και στο Φ.Π.Α. το συνολικό ποσό που έχει πληρωθεί είναι €3.980,38 το οποίο προέκυψε και πάλι από την αποδοχή εκ πλευράς παραπονούμενου της θέσης του κατηγορουμένου σχετικά. Εκείνο που ουσιαστικά είναι το παράπονο του παραπονούμενου είναι ότι ο κατηγορούμενος έλαβε μεγάλο ποσό χρημάτων που ο ίδιος του παρέδιδε, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, για να πληρώνει τις υποχρεώσεις της εταιρείας του, το οικειοποιήθηκε ως αμοιβή. Ο παραπονούμενος δεν είχε κανένα στοιχείο να στοιχειοθετήσει τα ποσά που κατά τους ισχυρισμούς του παρέδωσε στον κατηγορούμενο σε τακτά χρονικά διαστήματα και αναφέρω στο σημείο αυτό το γεγονός ότι ισχυρίζεται ότι έγιναν αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς του Μ.Κ.4 και προς τούτο έχουν κατατεθεί σχετικά τραπεζικά έντυπα ουδόλως αποδεικνύει και μάλιστα στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις ότι όντως τα χρήματα αυτά κατέληξαν στα χέρια του κατηγορούμενου. Με την εξαίρεση των ποσών που ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι έλαβε από τον παραπονούμενο τα ποσά που έχει ισχυριστεί ο παραπονούμενος ότι του παρέδωσε παρέμειναν παντελώς μετέωρα. Με εκπλήσσει η ευκολία με την οποία ένας επιχειρηματίας που ασχολείται με το εμπόριο εδώ και χρόνια εμπιστεύεται, πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ένα πρόσωπο το οποίο μόλις πρόσφατα είχε γνωρίσει με τεράστια ποσά χρημάτων χωρίς να απαιτά απόδειξη είτε των ποσών που έχει παραδώσει στον κατηγορούμενο είτε τις αποδείξεις για τις πληρωμές που όφειλε να κάμει ο κατηγορούμενος εκ μέρους του και αναφέρομαι ειδικά στα ποσά των €5.430,95 και €15.
  6. Περαιτέρω σε σχέση με το ποσό των €2.300 που δόθηκε σε μετρητά στον κατηγορούμενο στις 16.4.2010 σε συνάντηση μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονούμενου και Μ.Κ.2, προέκυψε από την αντεξέταση του Μ.Κ.2 διαφοροποίηση των γεγονότων σε σχέση με το πως τα παρουσίασε ο παραπονούμενος. Με την εξαίρεση του ποσού των €1.000 που παραδέχτηκε και ο κατηγορούμενος ότι του δόθηκε ως προκαταβολή για την αμοιβή του από τον παραπονούμενο στις 19.10.2009 και του ποσού των €7.000 που δόθηκε σε μετρητά από τον παραπονούμενο στον κατηγορούμενο στις 22.7.2010 και για τα οποία ο κατηγορούμενος εξήγησε πως διανεμήθηκαν, όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί του παραπονούμενου για τα ποσά χρημάτων που κατέβαλε έμειναν ατεκμηρίωτοι. Σύμφωνα με την μαρτυρία του παραπονούμενου παρέδωσε στον κατηγορούμενο συνολικά το ποσό των €31.925,95 το ποσό αυτό αφορά και τα ποσά που κατ' ισχυρισμόν δόθηκαν στον κατηγορούμενο για να πληρώσει τις διάφορες οφειλές της εταιρείας του παραπονούμενου και τα ποσά που κατά τον ισχυρισμό του αφορούσαν την αμοιβή του κατηγορουμένου. Το ποσό αυτό δηλαδή των €31.925,95 προκύπτει εάν προστεθούν όλα τα ποσά που ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε στον κατηγορούμενο δηλαδή €1.000 στις 19.10.2009, €5.430,95 στις 25.11.2009, €15.000 στις 14.2.2010, €2.300 στις 16.4.2010, €1.195 στις 20.4.2010 και €7.000 στις 21.7.
  7. Ακόμα και αν κάποιος κατάληγε σε ασφαλές συμπέρασμα ότι όντως το συνολικό ποσό αυτό έχει δοθεί όντως στον κατηγορούμενο, με δεδομένη τη θέση του παραπονούμενου ότι για την αμοιβή του ο κατηγορούμενος θα λάμβανε συνολικά το ποσό των €7.280 συγκεκριμένα 16 τριμηνίες προς €450 έκαστη, δηλαδή €7.200 συν €1.080 Φ.Π.Α. στο συντελεστή που ίσχυε τότε δηλαδή €8.
  8. Αν από το ποσό που κατ' ισχυρισμόν του παρέδωσε δηλαδή €31.925,95 αφαιρεθεί το ποσό των €8.280 το υπόλοιπο που παραμένει είναι €23.645,95 που δεν είναι το ποσό για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος εν πάση περιπτώσει. Βεβαίως όλα αυτά θα ίσχυαν σε περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχτεί η θέση του παραπονουμένου. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο έχει παραθέσει στο Δικαστήριο την δική του εκδοχή σε σχέση με τα ποσά που παρέλαβε από τον παραπονούμενο κατά την συνεργασία τους και το πως τα έχει διανείμει. Τα ποσά που πλήρωσε στο Τ.Κ.Α. δηλαδή συνολικό ποσό €10.010,66 και τα ποσά που πλήρωσε στο Φ.Π.Α. δηλαδή €3.980,38 τελικά συμφωνήθηκαν από τον κατηγορούμενο πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκαν από τον παραπονούμενο κατέθεσε σχετικά έγγραφα που να τα δικαιολογούν. Το ποσό το οποίο παραμένει υπό αμφισβήτηση είναι αυτό που ο κατηγορούμενος έλαβε ως αμοιβή αφού σύμφωνα με τον δικό του ισχυρισμό ο οποίος επίσης παρέμεινε ατεκμηρίωτος η αμοιβή του όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ του και του παραπονούμενου ήταν διαφορετική από αυτή που ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος. Έχω ήδη αναφέρει ότι δεν υπάρχει τίποτε γραπτό που να καθορίζει την εν λόγω συμφωνία. Η θέση του κατηγορούμενου ότι η εταιρεία του παραπονούμενου παρουσίαζε πολλές εκκρεμότητες και μεγάλες καθυστερήσεις σε ότι αφορά τις υποχρεώσεις της στο Τ.Κ.Α. και στο Τμήμα Τελωνείων-Φ.Π.Α. έχει αποδειχτεί. Η εκδοχή του για το που τελικά κατέληξε το ποσό των €2.300 που αρχικά ο παραπονούμενος είχε εισπράξει από τον Μ.Κ.2 και το παρέδωσε σε μετρητά στον ίδιο στις 16.4.2010 και ακολούθως το έδωσε πίσω στον παραπονούμενο για να αντιμετωπίσει έκτακτη ανάγκη του φαίνεται στηρίζεται από το Τεκμήριο 48 που είναι η απόδειξη του δικαστικού επιδότη για πληρωμή €2.250 δυνάμει εντάλματος κινητής περιουσίας με αρ. 1070/10 στην αγωγή 905/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σημειώνω επίσης την ενέργεια του κατηγορουμένου να πιστώσει τον λογαριασμό του παραπονούμενου με το ποσό των €7.000 που κατά τον ισχυρισμό του αναγνώρισε η κα Μαρία ως χρήματα που της παρέδωσε ο Μ.Κ.4 κάτι που δείχνει ότι τουλάχιστον για το εν λόγω ποσό χρημάτων ο κατηγορούμενος δεν είχε το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) της κλοπής. Η θέση του στο ότι οι συνολικές οφειλές της εταιρείας του παραπονουμένου στο Φ.Π.Α μειώθηκαν κατά την περίοδο της συνεργασίας του από το ποσό των €26.616,37 μειώθηκε στο ποσό των €13.415 υποστηρίζεται από συγκεκριμένα τεκμήρια που κατέθεσε αλλά και δεν αμφισβητήθηκε από τον παραπονούμενο ο οποίος δεν γνώριζε κάτι σε σχέση με την συγκεκριμένη οφειλή. Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι και από την μαρτυρία του κατηγορουμένου ειδωμένη στην ολότητα της επίσης παραμένουν ερωτηματικά στο μυαλό του Δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω πηγάζουν σαφώς οι πιο κάτω διαπιστώσεις: - Οι όροι της συμφωνίας για την αμοιβή του κατηγορουμένου που έγινε προφορικά μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου, δεν έχουν αποδειχθεί στο Δικαστήριο ούτε υπάρχει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να βοηθήσει το Δικαστήριο σε σχετική κατάληξη. - Το ποσό των χρημάτων που ο παραπονούμενος κατ' ισχυρισμό παρέδωσε στο κατηγορούμενο δεν έχει αποδειχτεί στο μέτρο που απαιτείται σε ποινική υπόθεση ως η παρούσα, ποιο ήταν συνολικά. - Από το συνδυασμό των δύο πιο πάνω αναφερομένων στοιχείων προκύπτει ότι το Δικαστήριο να προβεί το ίδιο σε ακροβατισμούς και μαθηματικές πράξεις για να αποφασίσει τυχόν υπόλοιπα που οφείλοντο και ή ποσά που παραδόθηκαν πράγμα και όπως αυτά έπρεπε να διατεθούν απαράδεκτο σε μια ποινική υπόθεση. - Έχω ήδη προβεί προηγουμένως σε μια μαθηματική πράξη με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του παραπονούμενου και τα όσα έχουν αποδειχτεί σε ότι αφορά τις πληρωμές που έγιναν από πλευράς κατηγορουμένου ότι το ποσό για το οποίο έγινε η καταγγελία σίγουρα δεν είναι αυτό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Ερχόμενη τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης αναφέρω τα ακόλουθα: Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι κατά παράβαση των άρθρων 270(β) και 29 του Ποινικού Κώδικα. Το ίδιο το άρθρο 270 παραπέμπει στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Το Άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα σε σχέση με την κλοπή: «255
(1). Όποιος κλέβει χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό. Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη». Επομένως από την ανάγνωση του άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι τα εξής: - κατοχή και αποκόμιση οτιδήποτε δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής - χωρίς τη συναίνεση του κυρίου - δόλια και χωρίς αξίωση δικαιώματος - με σκοπό κατά το χρόνο της κτήσης την αποστέρηση του κυρίου από αυτό μονίμως. Για να τεκμηριωθεί κατηγορία κλοπής θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε δολίως («fraudulently»] και χωρίς κανένα δικαίωμα με πρόθεση να αποστερήσει τελεσίδικα τον ιδιοκτήτη από το αντικείμενο το οποίο υπόκειται στην κλοπή. Το Άρθρο 270 (β) του Ποινικού Κώδικα με πλαγιότιτλο «Κλοπή από Αντιπρόσωπο» προνοεί τα ακόλουθα: «Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων». Επομένως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: - Η ιδιοκτησία κινητής ή ακίνητης περιουσίας από τον παραπονούμενο - η οποία έχει εμπιστευτεί στον κατηγορούμενο για ασφαλή φύλαξη, χρήση πληρωμή η παράδοση αυτής ή μέρους της για οποιοδήποτε σκοπό σε οποιοδήποτε πρόσωπο - δεν εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο εμπιστεύτηκε η περιουσία στον κατηγορούμενο. Έχω ήδη αναφέρει ότι έχουν γίνει πληρωμές από τον κατηγορούμενο σε διάφορα κυβερνητικά τμήματα εκ μέρους του παραπονουμένου, και οι πληρωμές αυτές έγιναν από χρήματα που ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο. Το ακριβές ποσό που ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο δεν έχει αποδειχτεί όπως επίσης δεν έχουν αποδειχτεί ούτε οι όροι της συμφωνίας παραπονουμένου κατηγορουμένου σε σχέση με την αμοιβή του κατηγορουμένου. Επομένως πέραν του ότι δεν έχει αποδειχτεί το όλο ποσό που έχει δοθεί από τον παραπονούμενο στον κατηγορούμενο, δεν έχει αποδειχτεί ούτε το πως το ποσό αυτό έπρεπε να διανεμηθεί από τον κατηγορούμενο δηλαδή ποιο ποσό προοριζόταν για πληρωμή των υποχρεώσεων της εταιρείας του παραπονουμένου και τι ποσό προοριζόταν για την αμοιβή του. Σύμφωνα με το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων 255
(1)και 270(β) ως και τη νομολογία όπως διαφαίνεται από τις αποφάσεις του Εφετείου Platritis v. Police
(1967)2 CLR 174, Zisimides v. R,
(1978)2 CLR 382, Azinas v. Police
(1981)2 CLR 7 και Γενικός Εισαγγελέας v. Κελβέρη
(1996)2 Α.Α.Δ 103. Στην υπόθεση Zisimides (ανωτέρω) αναφέρθηκε η υπόθεση Platritis (ανωτέρω) όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας του όρου «fraudulent». Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act 1968 της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Όπως το θέμα τέθηκε στην Azinas (ανωτέρω): «the word "fraudulently" means intentional and deliberate and not under the mistake that the property belonged to some other persons». Η φύση της σχέσης του κατηγορούμενου με τον παραπονούμενο δεν έχει αμφισβητηθεί και είναι παραδεκτή. Ο κατηγορούμενος είναι λογιστής-ελεγκτής στο επάγγελμα και προφορικά συμφώνησε με τον παραπονούμενο διευθυντή της εταιρεία "Agathagelos M. Constantinou & Sons Ltd" να παρέχει τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής. Αυτές περιλάμβαναν έλεγχο και συμπλήρωση των λογιστικών βιβλίων της εταιρείας, υποβολή των αιτήσεων στα διάφορα κυβερνητικά τμήματα προς τα οποία υπάρχει υποχρέωση πληρωμής όπως για παράδειγμα Τμήμα Τελωνείων Υπηρεσία Φ.Π.Α., Τ.Κ.Α. και Έφορο Φόρου Εισοδήματος αλλά και την από και εκ μέρους της εταιρείας του παραπονούμενου πληρωμή των διαφόρων ποσών που όφειλε η εταιρεία στα κυβερνητικά αυτά τμήματα αφού προηγουμένως εισέπραξαν και ή παραλάμβαναν τα ανάλογα ποσά χρημάτων από τον παραπονούμενο. Μπορεί δηλαδή από τα πιο πάνω με ασφάλεια να εξαχθεί ότι μεταξύ του παραπονουμένου και της εταιρείας του και του κατηγορουμένου υπήρχε σχέση αντιπροσώπευσης όπως αυτή ερμηνεύεται σχετικά στο άρθρο 142 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και εξηγείται περαιτέρω στα άρθρα 171 και 175 του ίδιου Νόμου Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι κατά την άποψη μου δεν έχει αποδειχθεί κλοπή τουλάχιστον του ποσού και της μορφής που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Προκύπτει σαφώς από την μαρτυρία ότι το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης αφορά την συμφωνία μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονούμενου σχετικά με τους όρους αμοιβής του η οποία ουδόλως ενδιαφέρει ένα Ποινικό Δικαστήριο και είναι κατά την άποψη μου άξιο απορίας πως η υπόθεση στη μορφή και έκταση τουλάχιστον που παρουσιάστηκε βρήκε το δρόμο μέχρι εδώ. Υπάρχει διαφορά μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονούμενου σε σχέση με την αμοιβή του. Η διαφορά αυτή κατά την άποψη μου είναι ξεκάθαρη ότι είναι μια αστικής φύσεως διαφορά και δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί η παρούσα ποινική διαδικασία ως μεθόδου επίλυσης της. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση τα γεγονότα που έχει ενώπιον του να προβεί κατά τρόπο καταλυτικό και αυθεντικό σε μαθηματικές ή ακόμα και σε λογιστικές πράξεις για να διαχωρίσει ποσά για να καταλήξει σε καταδίκη του κατηγορούμενου ιδιαίτερα ενόψει και του γεγονότος ότι η πίστωση του ποσού των €7.000 στο λογαριασμό του παραπονουμένου από τον κατηγορούμενο για την αμοιβή του και παρόλο που η θέση του είναι ότι το ποσό αυτό ουδέποτε το έχει εισπράξει καταρρίπτουν το στοιχείο εκείνο του αδικήματος που καταδεικνύει πρόθεση για μόνιμη αποστέρηση του κυρίου της περιουσίας από αυτόν. Σε κάθε περίπτωση η νομολογία μας είναι σαφέστατη. Το βάρος απόδειξης είναι στην κατηγορούσα αρχή και το επίπεδο απόδειξης αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σχετική είναι η υπόθεση Woolmington v. D.P.P
(1935)A.C. 462 που υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορούμενου τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και ν' απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ. Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 110 και Charalambous and another v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97). Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 363 και Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119). Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει ν'αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Στην υπόθεση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη". Στην δε υπόθεση Φλουρής ν. Αστυνομίας.
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Σε όλες ανεξαίρετα τις ποινικές υποθέσεις εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι όχι μόνο αξιόπιστη αλλά και σαφής, η οποία να περιλαμβάνει γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κάμει ασφαλή ευρήματα αναφορικά με όλα τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν την κατηγορία. Μαρτυρία που υστερεί είτε στον τομέα της αξιοπιστίας είτε στον τομέα της σαφήνειας είναι ανεπαρκής για να στηρίξει καταδίκη σε ποινικό αδίκημα". Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ..................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.