Δημοκρατία ν. Danail Naydenov, Αρ. Υπόθεσης: 23076/13, 3/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
(2000)2 Α.Α.Δ 628 το πιο πάνω απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης (ανωτέρω) αντανακλά τη σωστή προσέγγιση επί του υπό εξέταση θέματος. Όπως υπεδείχθη δε στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπα (ανωτέρω) στη σελ. 651: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας.» Το Δικαστήριο, λοιπόν, ως ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων έχει ευχέρεια να αποτιμήσει τις αντιφάσεις ως στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Τα κριτήρια για τέτοια αποτίμηση σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδήγησαν στην προβολή διϊσταμένων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος[5]. Τελικό κριτήριο αποτελεί η προσήλωση του μάρτυρος στην αλήθεια. Ενώ η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αξιολογήσει ελεύθερα τη μαρτυρία είναι δεδομένη δεν διαφεύγει και παράλληλα την προσοχή μας ότι αναντίλεκτα η ύπαρξη αντιφατικών καταθέσεων εγείρει ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία ενός μάρτυρος και επιβάλλει την προσέγγιση της μαρτυρίας του με τη δέουσα προσοχή. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Παραπονούμενης λέμε ότι μας άφησε γενικά θετική εικόνα όσον αφορά την επιθυμία της να πει στο Δικαστήριο τα αληθή γεγονότα που είχαν σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ενώ στην αρχή της μαρτυρίας της στις απαντήσεις που έδιδε δεν ήταν ιδιαίτερα άνετη και επεξηγηματική, εντούτοις στην εξέλιξη της διαδικασίας διαπιστώσαμε ότι εξοικειώθηκε περισσότερο με το περιβάλλον της αίθουσας του Δικαστηρίου και στις απαντήσεις της υπήρξε περισσότερη αμεσότητα και εκτενέστερη αναφορά στα σχετικά γεγονότα. Από την αρχή ξεκαθάρισε ότι η πρώτη της κατάθεση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μάλιστα, εξήγησε τον λόγο που προέβη σε αναληθή κατάθεση λέγοντας ότι ήταν η Draga (M.Υ.3) που την είχε ωθήσει να πει ψέματα. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι σε σχέση με αυτή της την αναφορά η Μ.Κ.8 παρέμεινε σταθερή και συνεπής στην εκδοχή της καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας. Σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο ότι και από πλευράς χρόνου και από πλευράς χώρου η Draga είχε αυτή την ευκαιρία, αμέσως μετά τη σύλληψη τους. Όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, υπήρχε και πασιφανές κίνητρο της Draga να πιέσει και εκφοβίσει την Silviya να μην αποκαλύψει γεγονότα που θα ενέπλεκαν τον Κατηγορούμενο. Το ζήτημα δε αυτό κατέστη καλύτερα αντιληπτό με τα όσα περαιτέρω ανέφερε κυρίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Θα επανέλθουμε στο θέμα αυτό στη συνέχεια. Σε σχέση με τη δεύτερη κατάθεση διαπιστώσαμε ότι στο στάδιο της κυρίως εξέτασης η Μ.Κ.8 ισχυρίστηκε ότι σ' αυτήν δεν είπε ψέματα. Ήταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης που διαφοροποίησε τη θέση της, λέγοντας ότι στη δεύτερη κατάθεση της δεν είπε την αλήθεια. Διευκρίνισε στη συνέχεια ότι κάποια πράγματα που αναφέρονται στην εν λόγω κατάθεση ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και κάποια όχι. Μάλιστα είχε την ευκαιρία μέσω σχετικών ερωτήσεων του συνηγόρου Υπεράσπισης να εξειδικεύσει επακριβώς εκείνες τις αναφορές από την εν λόγω κατάθεση που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς επίσης και εκείνες που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το πιο σημαντικό, κατά την άποψη μας, είναι όμως το γεγονός ότι η όλη εκδοχή που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου και στην οποία, όπως θα εξηγήσουμε εκτενέστερα στη συνέχεια παρέμεινε σταθερή και συνεπής, όντως δεν συνάδει με το περιεχόμενο της δεύτερης της κατάθεσης. Κατά συνέπεια η φραστική, όπως τελικά προέκυψε, αναφορά της στην αρχή της μαρτυρίας, ότι δηλαδή δεν είπε ψέματα στη δεύτερη της κατάθεση, δεν μπορεί να έχει τη σημασία που εκ πρώτης όψεως μπορεί να δημιουργεί και πάντως σίγουρα από μόνη της δεν πλήττει την αξιοπιστία της. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, όταν στο στάδιο της αντεξέτασης ρωτήθηκε ειδικά για τη δεύτερη κατάθεσή της και το περιεχόμενο αυτής, έδωσε πλήρεις εξηγήσεις για τον λόγο που είπε ψέματα σ' αυτή την κατάθεση. Συγκεκριμένα επανέλαβε αυτά που είχε από την αρχή ισχυριστεί αναφορικά με την Draga και τον ρόλο που αυτή είχε στο τι θα έλεγε η Μ.Κ.8 στην Αστυνομία και όχι μόνο. Επεκτάθηκε στον ρόλο και των υπολοίπων ατόμων που τής προκαλούσαν φόβο και καταπίεση και που στο τέλος της ημέρας είχαν να κάνουν με την ίδια την ασφάλεια των παιδιών της. Γι' αυτή, όπως διεφάνη ξεκάθαρα, το ζητούμενο, όχι μόνο για τη στάση της αυτή απέναντι στην Αστυνομία και για το τι κατάθεση θα έδιδε, αλλά και γενικότερα για την όλη συμπεριφορά και τρόπο ζωής, ήταν η ασφάλεια και ευημερία των παιδιών της. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζουμε και την αναφορά της Παραπονούμενης στη δεύτερη της κατάθεση όπου ζητά συγνώμη από την Αστυνομία για τα ψέματα που είχε πει στην πρώτη κατάθεση, ενώ ταυτοχρόνως εξακολουθεί να μην αποκαλύπτει την αλήθεια και σ΄ αυτή την κατάθεση. Ένα θέμα που εντοπίσαμε κατά το στάδιο της αντεξέτασης ήταν τα όσα ανέφερε όταν ρωτήθηκε σχετικά με την πορνεία που ασκούσε στη Βουλγαρία και το στάδιο που είχε γνωρίσει κάποιο Τούρκο με το όνομα Menderes. Εν πρώτοις διαπιστώνουμε συνέπεια στα λεγόμενα της μάρτυρος σε σχέση με το πότε γνώρισε τον Menderes και το πότε ξεκίνησε να δουλεύει ως πόρνη. Συγκεκριμένα, από τα όσα είπε σε σχετικές προφορικές απαντήσεις της και από όσα είπε στην κατάθεση της, προκύπτει ξεκάθαρα ότι ενώ βρισκόταν στη Ruse αναγκάσθηκε μία νύκτα να δουλέψει ως πόρνη στον δρόμο και τη δεύτερη νύκτα γνώρισε τον Menderes ο οποίος της πρότεινε να διαμένει στο σπίτι του και να συνεχίσει να εργάζεται ως πόρνη. Είναι μέσα σ' αυτό το πλαίσιο που πρέπει να ιδωθεί η απάντηση που έδωσε στον συνήγορο Υπεράσπισης όταν την ρώτησε κατά πόσο ήταν με δική της πρωτοβουλία που δούλεψε ως πόρνη στον δρόμο ή αν την υποχρέωσε άλλος. Με άλλα λόγια η απάντηση της ότι ο Menderes της είπε να δουλέψει ως πόρνη δεν έρχεται σε αντίθεση με τα όσα είπε στην κατάθεση της. Ούτε στην απάντηση της ότι ο Menderes την ανάγκαζε να είναι πόρνη στην πόλη Ruse διακρίναμε οποιαδήποτε διαφοροποίηση της εκδοχής της. Είναι προφανές ότι ο Menderes την εξωθούσε να συνεχίσει αυτό που είχε από μόνη της αρχίσει - την πορνεία - το προηγούμενο βράδυ της γνωριμίας τους. Πολύς λόγος έγινε για τις αναφορές της Παραπονούμενης για το πού έδινε τις εισπράξεις από την άσκηση πορνείας στη Γαλλία και πού αυτές κατέληγαν. Τόσο από την 3η γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 17Β) - την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως την ορθή εκδοχή των γεγονότων της υπόθεσης - όσο και από την ένορκη της μαρτυρία προέκυψε ότι ενόσω ευρίσκετο ο Κατηγορούμενος στη Γαλλία τα χρήματα από την άσκηση πορνείας δίδονταν από την Παραπονούμενη και τις άλλες κοπέλλες στην Gulyar η οποία με τη σειρά της τα έδινε στον Κατηγορούμενο. Μάλιστα η Μ.Κ.8 έδωσε και περαιτέρω λεπτομέρειες για το ζήτημα αυτό. Βασικά εξήγησε τη θέση της λέγοντας ότι έβλεπε με τα μάτια της την Gulyar να δίδει τα λεφτά στον Κατηγορούμενο και μάλιστα είπε χαρακτηριστικά ότι αυτός «κρατούσε μια σακούλα χρώματος καφέ και άρχισε να μετρά τα λεφτά και είπε «μπράβο κοπέλες, βγάλατε 200, θα τα στείλω στη Βουλγαρία. Εμείς με τον αδελφό μου θα τα κανονίσουμε».[6] Όταν δε ο Κατηγορούμενος είχε αναχωρήσει από τη Γαλλία η Gulyar έστελλε τα χρήματα στον αδελφό του Κατηγορουμένου και μάλιστα με τραπεζικό έμβασμα σε λογαριασμό του στη Βουλγαρία. Πρέπει να επισημάνουμε ότι τα πιο πάνω προκύπτουν όχι ως αποτέλεσμα μιας αποσπασματικής παραπομπής σε κάποια απάντηση της μάρτυρος αλλά με βάση το σύνολο των λεχθέντων της επί του θέματος. Και στο τέλος διαπιστώνεται ότι αυτά τα οποία είπε ενόρκως συμβαδίζουν και με τα όσα αναφέρονται στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 17Β). Όπως ήταν λογικό ως αποτέλεσμα της υποβολής αρκετών ερωτήσεων στην αντεξέταση της η μάρτυρας, συμπληρώνοντας, έδωσε περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες. Πέραν δηλαδή εκείνων που είχε πει στην κατάθεσή της χωρίς, ωστόσο, στο τέλος της ημέρας να προκύπτει οποιαδήποτε αντιφατική εκδοχή για το θέμα αυτό. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.8 ρωτήθηκε για την αναφορά της στον Ιordan και τον Angel στην κατάθεση της, Τεκμήριο 17Β. Στην εν λόγω κατάθεση η Μ.Κ.8 ανέφερε ότι ο Ιordan την αγόρασε από τον άντρα της ξαδέλφης της, τον Angel, ο οποίος είχε πεθάνει, έναντι του ποσού των €1000, και ότι μεταγενέστερα ο Ιordan την πούλησε στον Said και αργότερα στον Savet. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.8 είπε ότι ο Angel την πούλησε στον Said και τον Savet. Βεβαίως αυτή η απάντηση θα πρέπει να ιδωθεί μέσα στο όλο πλαίσιο των ερωτήσεων που της είχαν τεθεί για το συγκεκριμένο θέμα από τον συνήγορο Υπεράσπισης, ο οποίος ξεκίνησε τις σχετικές ερωτήσεις με παραπομπή στην πιο πάνω αναφορά της Μ.Κ.8 στην κατάθεση της, στο ότι δηλαδή ο Ιordan την αγόρασε από τον άντρα της ξαδέλφης της έναντι του ποσού των €
- Η Μ.Κ.8 κλήθηκε να αναγνωρίσει και επεξηγήσει την εν λόγω αναφορά χωρίς να διαφοροποιηθεί από αυτή τη θέση της, και ακολούθησαν άλλες ερωτήσεις με κατάληξη την απάντηση της μάρτυρος με κάποια γενικότητα ότι ο Said την είχε πουλήσει στα άλλα δύο πρόσωπα. Δεν διαπιστώνουμε την ύπαρξη ουσιαστικής αντίφασης μεταξύ των εκδοχών της Μ.Κ.8 επί του θέματος, τέτοιας που να επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της. Θεωρούμε κατάλληλο σημείο εδώ να σχολιάσουμε τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης κατά την αγόρευση του ότι σε σχέση με τη Μ.Κ.8 «όλες οι καταθέσεις της και όλες οι αναφορές της αναφέρουν ότι η ίδια ήταν πόρνη από τα 20 της».[7] Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Κ.8 επί του θέματος, όπως προκύπτει μέσα από την κατάθεση της (Τεκμήριο 17Β) και την προφορική της μαρτυρία, στις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω, αδυνατούμε να προβούμε στην ίδια διαπίστωση. Αντιθέτως, η Μ.Κ.8 ήταν ιδιαίτερα σαφής και ξεκάθαρη ότι, γύρω στα 20 της, άσκησε πορνεία για περίοδο μόνο 2 μηνών στη Γερμανία και ακολούθως, στα 30 της, επανήλθε στην εκπόρνευση της στη Βουλγαρία, μη έχοντας άλλους πόρους διαβίωσης, εκεί γνώρισε τον Menderes, μετά τον Sharik και τον Κατηγορούμενο και έκτοτε οι 2 τελευταίοι την εξανάγκαζαν να ασκεί πορνεία στη Γαλλία και μετέπειτα στην Κύπρο. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας η αναφορά στην Έκθεση της Μ.Κ.9 ότι «η S.B. από τα είκοσι της χρόνια εργάζεται ως πόρνη στη Βουλγαρία και κατά καιρούς ταξίδευε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (όπως Γερμανία και Γαλλία) για τον ίδιο λόγο»[8]. Θεωρούμε ότι αυτή η αναφορά συνάδει με την πιο πάνω θέση της Μ.Κ.8 η οποία επέμεινε σε αυτή και προς τη Μ.Κ.
- Αυτό που εξάγεται από τα γραφόμενα της Μ.Κ.9 είναι ότι η Μ.Κ.8 άσκησε για πρώτη φορά πορνεία στα 20 της, ενώ κατά καιρούς ταξίδεψε στις 2 άλλες χώρες όπου έκανε το ίδιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η άσκηση της πορνείας γινόταν συστηματικά και απρόσκοπτα από τη Μ.Κ.
- Αντιθέτως υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες η Μ.Κ.8 παρέμεινε μακριά από την πορνεία. Ένα σημαντικό ζήτημα στην παρούσα υπόθεση το οποίο άπτεται της αξιολόγησης της αξιοπιστίας της Παραπονούμενης είναι εκείνο που αφορά προηγούμενες αντιφατικές της καταθέσεις. Βασικά, όπως προέκυψε, δίδοντας η Παραπονούμενη την αρχική πρώτη κατάθεσή της έδωσε μία εκδοχή την οποία αναγνώρισε ενώπιον μας ως μη αληθή. Στη δεύτερη δε κατάθεση της αποκάλυψε μερικώς την αλήθεια, ενώ εξακολουθούσε να προβαίνει σε αναληθείς ισχυρισμούς. Μόλις στην τρίτη και τελευταία κατάθεση της αποφάσισε πλέον να πει όλη την αλήθεια και να προωθήσει την εκδοχή που προώθησε ενώπιον μας. Ήδη αναφερθήκαμε στις εξηγήσεις που έδωσε η ίδια η Παραπονούμενη για τον λόγο που δεν απεκάλυψε εξαρχής τα πραγματικά γεγονότα. Αυτές, όπως ήδη επισημάναμε, ήταν σταθερές και συνεπείς σ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης ενώ ταυτόχρονα κρίνονται και λογικές. Το όλο όμως ζήτημα διαφωτίζεται περισσότερο και εντάσσεται στο σωστό του πλαίσιο υπό το φως της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από τα άτομα που έλαβαν από τη μάρτυρα τις καταθέσεις, αλλά και από αυτά που είχαν επαφή μαζί της στον ουσιώδη χρόνο τόσο πριν όσο και μετά τη λήψη των σχετικών καταθέσεων. Ιδιαίτερα κατατοπιστική ήταν η μαρτυρία του Μ.Κ.5 για το ό,τι προηγήθηκε της λήψης της τρίτης και τελευταίας κατάθεσης που έδωσε η Παραπονούμενη. Ήταν το άτομο που είχε μαζί της σειρά συνεντεύξεων (συνολικά 3) με στόχο τη διερεύνηση κατά πόσο αυτή μπορούσε να θεωρηθεί θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Μας μετέφερε δε το κλίμα που επικρατεί σε τέτοιες περιπτώσεις και την προσπάθεια που καταβάλλεται για την αποστασιοποίηση του θύματος από τη θυματοποίηση του, ούτως ώστε στο τέλος αυτό να αισθανθεί ασφάλεια και να κατορθώσει να εκφραστεί ελεύθερα. Αφού, λοιπόν, οι ανακριτές είχαν χειριστεί την Παραπονούμενη με βάση την διεθνώς αναγνωρισμένη και ενδεδειγμένη διαδικασία όπως την επεξήγησε και η Μ.Κ.7, η Παραπονούμενη προέβη τελικώς στην πλήρη αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων. Δεν είναι, πιστεύουμε, άνευ σημασίας το γεγονός ότι η Μ.Κ.7 είχε μια πρώτη επαφή με την Παραπονούμενη κατά την οποία της επεξήγησε τα δικαιώματα της γενικά στη ζωή και τους κινδύνους που ελλόχευαν από την άσκηση της πορνείας. Μετά από αυτό διεφάνη ότι για πρώτη φορά η Παραπονούμενη αντιλαμβανόταν αυτά τα δεδομένα για τα οποία κανείς προηγουμένως δεν της είχε μιλήσει. Μέσω των συνεντεύξεων που είχε με τον Μ.Κ.5 διαφαίνεται ότι εξελικτικά η Παραπονούμενη άρχισε να αποκαλύπτει τα σχετικά γεγονότα, δηλώνοντας ρητά ότι επιθυμούσε την τιμωρία του εκμεταλλευτή της. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι με δεδομένη την όλη πορεία της Παραπονούμενης στα προηγούμενα έτη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, μας φαίνεται φυσιολογικό και αναμενόμενο να απαιτείτο κάποιος χρόνος ανάκτησης εμπιστοσύνης και αποκάλυψης των πραγματικών γεγονότων. Υπό τις περιστάσεις της όλης κατάστασης της Παραπονούμενης δεν θεωρούμε ότι η μη αποκάλυψη εξαρχής της αλήθειας ενέχει οποιεσδήποτε επιπτώσεις στην αξιοπιστία της. Αντιθέτως, θεωρούμε ότι υπάρχουν πειστικές εξηγήσεις γιατί συμπεριφέρθηκε με αυτό τον τρόπο. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας επιβεβαιώνονται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.9 η οποία μετέφερε το προφίλ της Παραπονούμενης και τα ιδιαίτερα της χαρακτηριστικά. Από αυτό είναι έκδηλη η εξάρτηση της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο, κάτι το οποίο διαπίστωσε και η Μ.Κ.7 στα πλαίσια της επαφής που είχε με την Παραπονούμενη. Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που ο Μ.Κ.5 χειρίστηκε την Παραπονούμενη μέσω σειράς συνεντεύξεων, οι οποίες κατέληξαν στην αποστασιοποίηση της Παραπονούμενης από την κατάσταση της εξάρτησης και εκμετάλλευσης και διατράνωσαν την ετοιμότητα της πλέον να αποκαλύψει την αλήθεια. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου δεν μας προξενεί οποιαδήποτε αρνητική εντύπωση η όλη στάση της Παραπονούμενης και το γεγονός ότι έδωσε αντιφατικές εκδοχές μη αποκαλύπτοντας όλα τα γεγονότα στις πρώτες της καταθέσεις. Αντιθέτως όλα αυτά μας δίνουν πλήρως ικανοποιητικές εξηγήσεις και δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι τόσο στην τρίτη της κατάθεση όσο και στην προφορική της μαρτυρία ενώπιον μας είπε όλη την αλήθεια. Διαπιστώσαμε επίσης ότι αυτή την εκδοχή η Παραπονούμενη, αισθανόμενη πλέον ασφαλής, την υποστήριξε ενώπιον μας με σθένος και απόλυτη σταθερότητα μέχρι τέλους, δείχνοντας αποφασισμένη να απελευθερωθεί από τον Κατηγορούμενο και την εξάρτηση που την κρατούσε προηγουμένως. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένου Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου η θέση μας είναι σαφής και ανενδοίαστη. Πέραν της φτωχής εντύπωσης που σχηματίσαμε για την αξιοπιστία του διαπιστώσαμε ότι σε διάφορες πτυχές της εκδοχής του υπήρξαν αντιφάσεις, ανακολουθίες και παλινδρομήσεις. Το κυριότερο, ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, ήταν ότι η όλη εκδοχή του χαρακτηρίζεται από παραδοξότητα και παντελή έλλειψη λογικοφάνειας και αληθοφάνειας. Σε αρκετές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν διαπιστώσαμε ότι ο ίδιος στις απαντήσεις του τόνιζε φορτικά, χωρίς να είναι αυτό το ζητούμενο στις ερωτήσεις, την εκδοχή ότι η Draga - η γυναίκα του - και η Silviya με τις οποίες είχε έλθει στην Κύπρο στις 27.11.13 είχαν από μόνες τους αποφασίσει «να βγουν έξω στον δρόμο και να δουλεύουν αυτή τη δουλειά» - εννοώντας, όπως προέκυψε, - την πορνεία. Για παράδειγμα, όταν τού υπεβλήθη ευθύς εξαρχής στην κυρίως εξέταση το απλό ερώτημα πώς βρέθηκε στην Κύπρο, ο Κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε σ΄ αυτό, αλλά από μόνος του ανέφερε ότι η Draga και η Silviya «αποφάσισαν να βγουν έξω στον δρόμο και να δουλεύουν αυτή τη δουλειά». Παρομοίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης και αφού προηγήθηκε η απάντηση του ότι είχε έλθει στην Κύπρο για να βρει δουλειά, όταν ρωτήθηκε γιατί τότε ήλθαν στην Κύπρο και οι τρεις μαζί, αφού πρόσθεσε ότι ήλθε και ο ίδιος αλλά και η γυναίκα του για σκοπούς εξεύρεσης εργασίας, συνέχισε λέγοντας ότι μετά «αυτές από μόνες τους» - εννοώντας τη Draga και τη Silviya - «πήραν απόφαση να βγουν και να εκπορνεύονται» και ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να τις σταματήσει γιατί αυτή ήταν η δική τους επιθυμία. Σε άλλη δε ερώτηση, πάλι κατά το στάδιο της αντεξέτασης, όταν ρωτήθηκε να πει πού και πότε είχε ψάξει για δουλειά ο Κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε σ΄ αυτό το πολύ συγκεκριμένο ερώτημα. Πρόσθεσε ξανά χωρίς να ρωτηθεί γι΄ αυτό ότι «αυτές από μόνες τους οι δύο συμφώνησαν να βγουν και να κάνουν τις πόρνες». Ήταν φανερό ότι ο Κατηγορούμενος ήταν προετοιμασμένος και προσπαθούσε μ΄ ένα αφύσικο και επιτηδευμένο τρόπο να προωθήσει την εκδοχή ότι οι δύο κοπέλες είχαν από μόνες τους και χωρίς συνεννόηση μαζί του αποφασίσει να εκπορνευθούν ούτως ώστε να δείξει ότι δεν είχε ούτε διατάξει, ούτε εξαναγκάσει την Παραπονούμενη να κάνει κάτι τέτοιο. Βεβαίως η εκδοχή αυτή είναι πλήρης παραδοξοτήτων, οι οποίες διεφάνησαν στα πλαίσια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης στο απλό ερώτημα τι δουλειά κάνει η γυναίκα του ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε μια άμεση και σαφή απάντηση. Αντιθέτως επέδειξε μια εμφανή δυσκολία να απαντήσει. Στα πλαίσια αυτά αφού διερωτήθηκε κατά πόσο ερωτάτο για την Κύπρο, πάλι επανέλαβε την προσφιλή εκδοχή που συνεχώς αναμασούσε ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι «εδώ στην Κύπρο αυτές αποφάσισαν από μόνες τους». Πρώτα απ΄ όλα δεν μπόρεσε σε καμιά περίπτωση να εξηγήσει επαρκώς και πειστικά τον λόγο της καθόδου της Silviya στην Κύπρο. Υποτίθεται ότι ο Κατηγορούμενος είχε έλθει για να βρει ο ίδιος εργασία εδώ. Σε κατοπινό στάδιο και αφού μεσολάβησαν αρκετές ερωτήσεις ανέφερε ότι αυτός ο σκοπός ίσχυε και στην περίπτωση της γυναίκας του, της Draga. Επισημαίνουμε ότι δεν ήταν όμως αυτή η εκδοχή του ευθύς εξ αρχής. Δηλαδή δεν είχε αναφέρει στην αρχή ότι και η Draga επιθυμούσε να βρει και εκείνη εργασία στην Κύπρο. Μάλιστα ήταν εμφανής η αμηχανία του όταν ρωτήθηκε για το ποιος είχε αγοράσει τα εισιτήρια. Αφού στην αρχή απλώς επανέλαβε στον εαυτό του το ερώτημα που του ετέθη - «γιατί εγώ αγόρασα εισιτήριο της Σύλβιας;» - ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που αγόρασε τα εισιτήρια. Όταν ρωτήθηκε ειδικά για τη Silviya και για τον λόγο που αυτός αγόρασε και το δικό της εισιτήριο η πρώτη αντίδραση του ήταν να πει ότι ο λόγος ήταν επειδή εκείνη δεν ήξερε πού βρίσκεται η εταιρεία που πουλά τα εισιτήρια χωρίς, ωστόσο, σ΄ εκείνο το στάδιο να διευκρινίζει ότι δεν είχε ο ίδιος πληρώσει το εισιτήριο της από δικά του χρήματα. Χρειάστηκε να του υποβληθεί νέα ερώτηση για να παραδεχθεί ότι ήταν ο αδελφός του που του είχε δώσει τα χρήματα για το εισιτήριο της Silviya. Έπειτα εντελώς παράλογη και απίστευτη ήταν η εκδοχή του ότι η γυναίκα του ενόσω ευρίσκετο στη Γαλλία μαζί με την Παραπονούμενη εκπορνεύετο χωρίς, ωστόσο, να το διακηρύττει αυτό με βεβαιότητα. Είπε ότι δεν είχε δει τι δουλειά έκανε και ότι είχε μάθει ότι εκπορνεύετο χωρίς, ωστόσο, ο ίδιος να τη δει. Ούτε λίγο ούτε πολύ προσπάθησε να μας παρουσιάσει ότι η γυναίκα του, με την οποία μάλιστα είχαν ένα μικρό κοριτσάκι δύο χρονών στη Βουλγαρία, αποφάσισε από μόνη της να πάει στη Γαλλία για να δουλεύει εκπορνεύοντας τον εαυτό της για να μπορεί στη συνέχεια να στέλλει λεφτά στη Βουλγαρία για τις ανάγκες του παιδιού τους. Μάλιστα, όταν ρωτήθηκε πώς επέτρεπε στη γυναίκα του να δουλεύει ως πόρνη, ο Κατηγορούμενος μ΄ ένα παράδοξο τρόπο διερωτήθηκε πώς εκείνος θα την σταματούσε εφόσον η ίδια έτσι είχε αποφασίσει. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης του, ωστόσο, προφασίστηκε ότι δεν ήξερε τι δουλειά έκαμνε στη Γαλλία η γυναίκα του και ότι μπορεί να ήταν πόρνη αλλά και να μην ήταν. Εντελώς δε παράδοξος ήταν και ο ισχυρισμός του όταν σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι είχε έλθει με τη γυναίκα του στην Κύπρο για δουλειά και ότι αυτή δεν του είχε πει τι δουλειά θα έκανε εδώ. Και ότι μάλιστα, χωρίς να λεχθεί οτιδήποτε μεταξύ τους και χωρίς να τον ενημερώσουν, η γυναίκα του και η Silviya πήγαν με πελάτες και εκπορνεύοντο ενόσω ήταν στην Κύπρο. Βεβαίως η εκδοχή όπως διαμορφώθηκε στη συνέχεια δηλαδή ότι είχε έλθει στην Κύπρο με τη γυναίκα του για να βρουν δουλειά χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει ο ίδιος τι δουλειά θα έκανε στην Κύπρο η γυναίκα του, δεν κρίνεται διόλου πειστική. Φαντάζει εντελώς εξωπραγματικό και παράλογο ένα αντρόγυνο να μπαίνει στη διαδικασία και αναπόφευκτα στα αναμενόμενα έξοδα διαμονής και εισιτηρίου, να έρχεται στην Κύπρο για εργασία αφήνοντας το μικρό παιδί του στη χώρα του και ο Κατηγορούμενος να μην γνωρίζει καν τι εργασία θα έψαχνε η σύζυγος του να βρει εδώ στην Κύπρο. Αφήνουμε κατά μέρος το ότι ακόμα και αν τύγχαινε ποτέ κάτι τέτοιο θα ανέμενε κάθε φυσιολογικός άνθρωπος έστω μια κάποια αντίδραση για την εκπόρνευση αντί για τη φροντίδα διατροφής της εκδιδόμενης συζύγου. Ένα άλλο ζήτημα που αποκαλύπτει την ποιότητα της μαρτυρίας που ο Κατηγορούμενος πρόσφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι και η απάντηση του στην ερώτηση γιατί δεν είχε απαντήσει στην Αστυνομία στο ερώτημα που του είχε υποβληθεί για το πότε πήγε στη Γαλλία και για το πόσο καιρό διέμενε εκεί. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν τον είχαν ρωτήσει. Αμέσως προέκυψε ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Βασικά τού υπεδείχθη και το δέχθηκε ότι στην κατάθεση του ημερ. 3.12.13 (Τεκμήριο 5Β) είχε ρωτηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ταξιδέψει στη Γαλλία και για πόσο χρονικό διάστημα είχε παραμείνει εκεί. Αντί άλλης απάντησης γραπτώς είχε δηλώσει ότι δεν θα απαντούσε στην ερώτηση αυτή, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε σχέση με την υπόθεση που η Αστυνομία διερευνούσε. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια γιατί δεν είχε δώσει εξηγήσεις, απάντησε ότι δεν ήθελε να εξηγήσει. Ακολούθως του τέθηκε ότι στο Δικαστήριο είχε ισχυριστεί ότι είχε πάει για να πιάσει την Draga πράγμα που το αποδέχθηκε. Όταν λοιπόν ρωτήθηκε να πει ποιο ήταν το πρόβλημα του να αναφέρει αυτό το γεγονός στην Αστυνομία, ισχυρίστηκε ότι δεν απάντησε στην ερώτηση του Αστυνομικού γιατί επιθυμούσε να τηλεφωνήσει στους δικούς του και ο Αστυνομικός του είχε πει ότι δεν είχε δικαίωμα να τηλεφωνήσει. Ωστόσο στη συνέχεια δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί στα άλλα ερωτήματα του Αστυνομικού απάντησε. Μη έχοντας οτιδήποτε καλύτερο να προβάλει είπε τώρα ότι δεν θυμάται και ότι πέρασαν 4 μήνες. Όταν ακολούθως του τέθηκε εκ νέου το ερώτημα γιατί δεν απάντησε στην Αστυνομία τη συγκεκριμένη ερώτηση προέβαλε ξανά την μία από τις διάφορες εκδοχές του - αυτήν που καταγράφεται στην ίδια την κατάθεση του - ότι δεν ήθελε να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση γιατί δεν είχε να κάνει κάτι με την υπόθεση. Αμέσως μετά προφασίστηκε κάτι διαφορετικό. Ότι ήθελε να έχει δικηγόρο, ότι η Αστυνομία του είχε πει ότι θα μπορούσε να έχει δικηγόρο αν είχε χρήματα και ότι δεν ήξερε τα δικαιώματα του. Διαφοροποίησε δηλαδή ακόμη μία φορά την αλλοπρόσαλλη και ανακόλουθη εκδοχή που προέβαλε για το συγκεκριμένο ζήτημα. Δεν έμεινε, όμως, ο Κατηγορούμενος, μόνο μέχρι εκεί. Προέβαλε και άλλες εκδοχές στη συνέχεια. Ότι δεν ήθελε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον Αστυνομικό και ότι η Αστυνομία του είχε πει πως οτιδήποτε έλεγε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο Δικαστήριο εις βάρος του. Τελικώς, ισχυρίστηκε ότι τρόμαξε επειδή του είχαν υποβληθεί πολλές ερωτήσεις και του είχαν δείξει κάποιες φωτογραφίες άλλων κοπέλλων. Δεν χρειάζεται, πιστεύουμε, υπό το φως όλων των πιο πάνω να πούμε ότι οι εν λόγω απαντήσεις του Κατηγορουμένου αποκαλύπτουν και αποδεικνύουν το πόσο ασυνάρτητοι και αλλοπρόσαλλοι ήταν οι διάφοροι ισχυρισμοί που αυτός προέβαλε στη μαρτυρία του μη έχοντας μια σαφή και ξεκάθαρη τοποθέτηση. Και τούτο μέσα στα πλαίσια της όλης πρόθεσης και διάθεσης του να μην αποκαλύψει την αλήθεια και την όλη ανάμιξή του στην παρούσα υπόθεση. Αλλοπρόσαλλος και αντιφατικός ήταν και σε σχέση με την εκδοχή του για το πώς γνώριζε πού να βρει τη γυναίκα του και τη Silviya όταν του ζήτησαν και αυτός πήγε να τους πάρει σάντουϊτς. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι την πρώτη βραδιά που αφίχθηκαν στην Κύπρο (στις 27.11.13), μετά που όλοι είχαν πάει στο Λούνα Παρκ και η σύζυγός του και η Silviya αγόρασαν στη συνέχεια προφυλακτικά από ένα περίπτερο αυτές βγήκαν από μόνες τους στον δρόμο για σκοπούς πορνείας χωρίς, ωστόσο, να ισχυρίζεται ότι πήγε και αυτός μαζί τους. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι την πρώτη βραδιά πήγε μαζί τους και ότι τη δεύτερη βραδιά οι κοπέλες πήγαν μόνες τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που προέβαλε αυτό τον ισχυρισμό μεταγενέστερα. Ο λόγος, όπως προέκυψε, ήταν γιατί ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση να πει πώς ήξερε πού θα πήγαινε να τις βρει τη δεύτερη βραδιά. Αυτό είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα της τάσης και ικανότητας του να ελίσσεται κατά το δοκούν απαντώντας στις διάφορες ερωτήσεις. Ουδόλως πειστική ήταν και η απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε πού και πότε έψαξε για δουλειά εφόσον η εκδοχή του ήταν ότι είχε έρθει στην Κύπρο για να βρει δουλειά. Χωρίς να εξηγεί είπε ότι την επομένη της άφιξής του στην Κύπρο δεν ήταν σε θέση να αναζητήσει εργασία και ότι μάλιστα δεν είχε χρόνο. Ισχυρισμός ακατανόητος και αβάσιμος αφού σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η δεύτερη μέρα αναλώθηκε σε καφέ, εστιατόριο, επιστροφή στο ξενοδοχείο και ξεκούραση. Δραστηριότητες που θυμίζουν περισσότερο τον τρόπο που περνά τον χρόνο του ένας όταν πάει σε μια ξένη χώρα για τουρισμό και διασκέδαση και οι οποίες πάντως καταδεικνύουν την ύπαρξη άπλετου χρόνου για αναζήτηση εργασίας αν αυτός ήταν ο στόχος (που δεν ήταν). Δεν διαφεύγει την προσοχή μας το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε σε κάποιο βαθμό αντιφατικός μεταξύ της κατάθεσης του Τεκμήριο 5Α και 5Β και της προφορικής του μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, ενώ ενώπιον μας ισχυρίσθηκε ότι ο αδελφός του πλήρωσε τα εισιτήρια της Silviya για την Κύπρο στην κατάθεση του είχε αναφέρει ότι ήταν ο ίδιος που το πλήρωσε (Απάντηση 22). Περαιτέρω ενώ στην κατάθεση του αναφέρθηκε ότι ήταν αυτός που έπεισε τη Silviya να έλθει μαζί του στην Κύπρο στην ένορκη μαρτυρία του ανέφερε ότι αυτή ήθελε να έλθει μαζί τους στην Κύπρο. Ολοκληρώνοντας επιθυμούμε να επισημάνουμε ότι τα πιο πάνω αποτελούν ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα της αναξιοπιστίας της όλης μαρτυρίας του Κατηγορουμένου χωρίς να έχει διενεργηθεί εξαντλητική παράθεση όλων των σχετικών περιπτώσεων. Εν κατακλείδι έχοντας με πολλή προσοχή εξετάσει τη μαρτυρία του στο σύνολο της και αξιολογώντας τη σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε με ανυπόστατους ισχυρισμούς να προωθήσει μια εκδοχή που θα τον βοηθούσε να απεμπλακεί από τις επίδικες κατηγορίες. Μέσα στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας δεν είχε οποιονδήποτε ενδοιασμό να προβεί σε παντελώς αναληθείς ισχυρισμούς, ενώ κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του αρκετά από τα σημεία της μαρτυρίας του κλονίστηκαν και διεφάνησαν ουσιώδεις αντιφάσεις. Σε άλλες δε περιπτώσεις οι εξηγήσεις που έδωσε κάλλιστα μπορούν να χαρακτηριστούν ως παράδοξες και εντελώς απίστευτες. Ως αποτέλεσμα επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης ζητημάτων η μαρτυρία του Κατηγορουμένου απορρίπτεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ως παντελώς αναξιόπιστη και ανειλικρινής. Είναι προφανές πως τόσον η ουσία των θέσεων του όσον και ο τρόπος με τον οποίον τις προέβαλε αποσκοπούσαν επιτηδευμένα να αποκλείσουν την εξαγωγή τυχόν συμπεράσματος για την ύπαρξη γνώσης και συμμετοχής του στα προηγηθέντα γεγονότα σε Βουλγαρία, Γαλλία και Κύπρο. Εκ των υστέρων, ενώπιον μας κατέστη πλήρως αντιληπτό ότι αυτός ήταν και ο λόγος που γραπτώς αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις για τα γεγονότα στη Γαλλία προβάλλοντας την αβάσιμη δικαιολογία ότι ήταν άσχετα. Σχηματίσαμε την εικόνα ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πολύ περισσότερα από όσα ήταν διατεθειμένος να αποκαλύψει ενώπιον μας. Αποκλειστικός λόγος που δεν τα ανέφερε ήταν διότι ακριβώς θα αναδύετο η εικόνα μιας συνεχούς και λογικής σειράς των εξελίξεων, η οποία θα επιβεβαίωνε την Silviya. Αξιολόγηση Μ.Υ.1,2 και 3 Η γενική εικόνα που σχηματίσαμε για τη Μ.Υ.1 δεν είναι θετική. Καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της ήταν εμφανής η μανιώδης πρόθεση της να πλήξει τη Μ.Κ.8 και η σφοδρή επιθυμία της να δώσει μία άψογη εικόνα για τον Κατηγορούμενο. Αυτό φάνηκε τόσο μέσα από την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρος όσο και από τον τρόπο που έδινε τις απαντήσεις της. Ακόμα κάποιες από τις θέσεις της δεν συνάδουν με τη λογική και άλλες είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Η Μ.Υ.1 βεβαίως δεν έκρυψε την πολύ καλή γνωριμία της με τη μητέρα του Κατηγορουμένου, το ότι ο Κατηγορούμενος εργαζόταν παλαιότερα στον σύζυγο της, και ότι γι΄ αυτό ήθελε και ήρθε να καταθέσει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, η Μ.Υ.1 καθόρισε τον χρόνο γνωριμίας της με τον Κατηγορούμενο στα προηγηθέντα 10 περίπου χρόνια για να φθάσει να πει ότι τον γνωρίζει ίσως και
- Παρόλο που αυτό το θέμα από μόνο του μπορεί να μην έχει ιδιαίτερη σημασία, εν τούτοις όταν αυτό συνεκτιμηθεί στο σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Υ.1, φανερώνει την τάση της μάρτυρος να προστατεύσει και βοηθήσει όσο και όπως μπορεί τον Κατηγορούμενο. Είναι ενδεικτικό των ως άνω προθέσεων της ότι η Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στην προσωπική ζωή της Μ.Κ.8 χωρίς να τη γνωρίζει προσωπικά και με βάση όσα της είπε η γυναίκα που φροντίζει την κόρη της. Συγκεκριμένα η Μ.Υ.1 αναφέρθηκε σε μία σχέση της Μ.Κ.8 με ένα άντρα που είχε ήδη οικογένεια, με αποτέλεσμα να διαλύσει τον γάμο του, και από τη σχέση τους απέκτησαν αυτή την κόρη. Η Μ.Κ.8 δεν ήθελε να αναλάβει τη φροντίδα αυτού του παιδιού το οποίο μεγαλώνει με τη θεία του. Ακολούθως η Μ.Κ.8 συνήψε άλλους δεσμούς και έχει 2 κόρες από διαφορετικούς δεσμούς και ακόμα απέκτησε 1 αγοράκι το οποίο εγκατέλειψε στη Δανία. Η ίδια ανέφερε ότι πιθανόν η Μ.Κ.8 να έχει 3 κόρες και ότι και η τρίτη κόρη βρίσκεται στη Βουλγαρία. Αυτά προέρχονται από την ανάδοχη μητέρα της κόρης της Μ.Κ.8, η οποία, σύμφωνα με την ίδια τη Μ.Υ.1, δεν είναι βέβαιη για όλες αυτές τις πληροφορίες, εξ ου και η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί με σιγουριά στο όλο θέμα. Θεωρούμε ότι αυτή η μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, καθότι είναι πολύ γενική, αόριστη και αβέβαιη. Από τη στιγμή που η Μ.Υ.1 ήρθε ειδικά από τη Βουλγαρία για να δώσει μαρτυρία, θεωρούμε ότι όφειλε να δώσει μία πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα του προφίλ της Μ.Κ.8 με συγκεκριμένες αναφορές και πιθανόν στοιχεία, όπου αυτό ήταν εφικτό, για να επιβεβαιώσει τις θέσεις της. Αυτή η παρατήρηση του Δικαστηρίου ισχύει και για την αδυναμία της μάρτυρος να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που να καταδεικνύει τη δική της ιδιότητα. Δεν μας πείθει το γεγονός ότι ταξίδεψε τόση απόσταση για να καταθέσει στο Δικαστήριο χωρίς να βεβαιωθεί ότι είχε μαζί της όλα τα απαραίτητα έγγραφα για να καταδείξει την αλήθεια των θέσεων της. Αρκέστηκε στο να πει ότι μπορεί να τα παρουσιάσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Εκείνο που σφράγισε την αρνητική εντύπωση που σχηματίσαμε για τη μάρτυρα είναι το γεγονός ότι ενώ ο συνήγορος Υπεράσπισης τελείωσε την κυρίως εξέταση της μάρτυρος λέγοντας μάλιστα ότι δεν έχει άλλες ερωτήσεις, από μόνη της η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ήθελε να πει κάτι για τον Κατηγορούμενο. Διεφάνη ότι με πασιφανή αγωγία ήθελε να επιβεβαιώσει ότι πρόκειται για ένα πολύ καλό και καλόψυχο άνθρωπο. Αυτή η στάση της καταδεικνύει το επιτηδευμένο και στοχευμένο της όλης της μαρτυρίας. Όπως ήδη αναφέραμε, η μάρτυρας αυτή ήρθε με μοναδικό σκοπό να κακολογήσει τη Μ.Κ.8 και εκθειάσει τον Κατηγορούμενο, χωρίς όμως να μας πείσει για την αλήθεια των όσων έλεγε. Όταν αντιλήφθηκε ότι οι ερωτήσεις του συνηγόρου του Κατηγορουμένου έφθασαν στο τέλος τους και αυτή δεν μίλησε για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, που ήταν προφανώς ένα από τα ζητούμενα, τότε από μόνη της απεκάλυψε πλέον το τι ήθελε να πει για τον Κατηγορούμενο. Μάλιστα μας προκάλεσε εντύπωση η απάντηση της ότι γνωρίζει τη μητέρα του Κατηγορουμένου από παλιά στην υποβολή της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η αναφορά της στον καλό χαρακτήρα του Κατηγορουμένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ακριβώς ποια η σχέση της γνωριμίας της μάρτυρος με τη μητέρα του Κατηγορουμένου και των όσων αυτή ανέφερε για τον καλό χαρακτήρα του. Θεωρούμε ότι ακριβώς η μάρτυρας, λόγω της στενής σχέσης της με τη μητέρα του Κατηγορουμένου, ήρθε στην Κύπρο και στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την πλευρά της Υπεράσπισης χωρίς όμως αυτά που είπε να είναι αληθή. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαστε ότι η μάρτυρας ήταν αξιόπιστη και δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της. Ούτε και ο Μ.Υ.2 δημιούργησε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανής εξ αρχής η σχέση του με τον Κατηγορούμενο και ο σκοπός του να βοηθήσει την υπεράσπιση του. Σε αυτό το πλαίσιο ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι ο ίδιος ρώτησε τη Μ.Υ.3 για τον Κατηγορούμενο και αυτή του είπε ότι είναι κατηγορούμενος στην Κύπρο για υπόθεση πορνείας. Μάλιστα το μόνο που η Μ.Υ.3 πρόσθεσε επί του θέματος είναι ότι είχαν κρατήσει και την ίδια, ότι την ανάγκασαν να δώσει κάποιες καταθέσεις και ότι ένας αστυνομικός της δάγκωσε το χέρι. Η αναφορά του Μ.Υ.2 στο ότι ο αστυνομικός δάγκωσε το χέρι της Μ.Υ.3 δεν συνάδει ούτε με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής (η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης επί τούτου) αλλά ούτε και με τις αναφορές τόσο του Κατηγορουμένου όσο και της Μ.Υ.
- Επίσης είναι πράγματι άξιο απορίας πώς η Μ.Υ.3 δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο εν λόγω γεγονός και κυρίως να αποκαλύψει στον μάρτυρα ότι και η ίδια κρατείτο στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης. Θεωρούμε ότι αυτή η θέση του μάρτυρος δεν συνάδει με τη λογική και αποκαλύπτει μία σκοπίμως αποσπασματική παρουσίαση των γεγονότων στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο αναφορικά με τα όσα ανέφερε. Το θεωρούμε εντελώς αφύσικο και παράλογο ο Μ.Υ.2 να πληροφορείται από την ίδια τη Μ.Υ.3 ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει υπόθεση για πορνεία και ότι η ίδια επίσης συνελήφθη αλλά να μην γνωρίζει τον λόγο της σύλληψης της τελευταίας. Ιδιαίτερη έκπληξη προκάλεσε η θέση του Μ.Υ.2 ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει αδελφό, από τη στιγμή που γνωρίζονται εδώ και 1 ½ - 2 χρόνια, εργάζονταν μαζί, διαμένουν στην ίδια μικρή πόλη Ruse, και γνωρίζει για τη συμβία του. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι έχει αδελφό, ο οποίος μάλιστα του έδωσε τα χρήματα για το αεροπορικό εισιτήριο της Μ.Κ.8 για την Κύπρο. Ο Μ.Υ.2 περιέπεσε σε μία σημαντική αντίφαση. Αυτή αφορά το πώς ο ίδιος γνωρίζει τη Μ.Κ.
- Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τη γνωρίζει επειδή διαμένουν στην ίδια συνοικία, «τα Τρία Περιστέρια», στην πόλη Ruse, κατά την αντεξέταση του είπε ότι η Μ.Κ.8 δεν διαμένει στην πόλη αλλά σε ένα χωριό εκτός πόλης, και ο ίδιος την έβλεπε όταν πήγαινε με τη σύζυγο του στην εν λόγω συνοικία για να επισκεφθούν την οικογένεια της τελευταίας. Αρνήθηκε δε ότι ο ίδιος διαμένει στην ίδια συνοικία. Θεωρούμε ότι αυτή η αντίφαση είναι τέτοιας φύσης που όχι μόνο δημιουργεί αμφιβολίες αναφορικά με τον τρόπο γνωριμίας του μάρτυρος με τη Μ.Κ.8, αλλά καταδεικνύει την ετοιμότητα του να αναφέρει οτιδήποτε έκρινε ότι θα ήταν βοηθητικό για τον Κατηγορούμενο. Η συνέχεια δε της εκδοχής του μάρτυρος πλήττει καίρια την όλη αξιοπιστία του. Ειδικότερα, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η Μ.Κ.8 ήταν παντρεμένη με τον Dancho, με τον οποίο απέκτησε ένα μωρό και ότι ακολούθως τον εγκατέλειψε και μετακόμισε στον Χρίστο ο οποίος είναι γείτονας της γυναίκας του και έτσι τη γνωρίζει και από εκεί. Αυτή κάνει σχέσεις με άντρες, τους εγκαταλείπει και αν κάποιος δε συμφωνεί μαζί της του κάνει αντίποινα και θέλει να τον τιμωρήσει. Την είδε δε πολλές φορές να εκπορνεύεται στη Βουλγαρία και γνωρίζει πολλά πράγματα γι΄ αυτή. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι επισκέφθηκε την εν λόγω συνοικία πριν από ένα χρόνο και τότε δεν είδε τη Μ.Κ.8 εκεί. Είδε όμως τον Dancho ο οποίος του είπε ότι η Μ.Κ.8 τον εγκατέλειψε και του άφησε ένα μωρό, ενώ έμαθε από γείτονες για τη σχέση της με τον Χρίστο και από εκεί και πέρα άφησε να νοηθεί ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο. Οι θέσεις που πρόβαλε στην κυρίως εξέταση και στην αντεξέταση του είναι άκρως αντιφατικές και ως τέτοιες πλήρως αναξιόπιστες. Έχουμε την άποψη ότι ο μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο όχι με σκοπό να πει την αλήθεια αλλά να παρουσιάσει μία εκδοχή η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα για να βοηθήσει (ανεπιτυχώς) τον Κατηγορούμενο. Άλλο παράδειγμα αυτής της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου είναι το γεγονός ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του περιορίστηκε στο ότι είδε τη Μ.Κ.8 να εκπορνεύεται στην πόλη Ruse, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την είδε να εκπορνεύεται και στην πόλη Μπιάλα, που απέχει 50 χλμ. από τη Ruse. Είναι πρόδηλο από όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι ο Μ.Υ.2 δεν έδωσε μία σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων, φανερώνοντας έτσι τη διάθεση του να πει οτιδήποτε μπορούσε να σκεφτεί με γνώμονα να πλήξει τη Μ.Κ.8 και να υποστηρίξει τον Κατηγορούμενο. Θεωρούμε ότι ο Μ.Υ.2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Η Μ.Υ.3 είναι η σύντροφος του Κατηγορουμένου με τον οποίο έχουν και ένα παιδί. Η σχέση της με τον Κατηγορούμενο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Αρχικά επισημαίνουμε ότι η Μ.Υ.3 αρνήθηκε ότι ανέφερε όσα καταγράφονται στις 2 καταθέσεις που της λήφθηκαν από την Αστυνομία, Τεκμήρια 1Α και Β και 4Α και Β, οι οποίες κατατέθηκαν από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής για τον περιορισμένο σκοπό της λήψης τους. Κατά την προφορική της μαρτυρία προώθησε την εκδοχή ότι ήρθε μαζί με τον Κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.8 στην Κύπρο για να ψάξουν εργασία. Η Μ.Κ.8 της είπε να εργαστούν ως πόρνες ενώ ο Κατηγορούμενος δεν είχε ιδέα γι΄ αυτό. Το μόνο που έκανε ήταν να τηλεφωνήσει στον Κατηγορούμενο τη δεύτερη νύκτα για να τους πάρει φαγητό, όπως και έγινε. Η εκδοχή της Μ.Υ.3 αναφορικά με το τι έκανε ο Κατηγορούμενος στην Κύπρο έρχεται σε αντίθεση με όσα είπε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα η Μ.Υ.3 είπε ότι την πρώτη νύκτα ο Κατηγορούμενος πήγε να κοιμηθεί ενώ τη δεύτερη νύκτα βγήκε ψάχνοντας για εργασία. Ο Κατηγορούμενος όμως είπε ότι την πρώτη νύκτα διασκέδασαν στο Λούνα Παρκ ενώ τη δεύτερη είχαν βγει για φαγητό και ο ίδιος δεν είχε ακόμη αρχίσει να αναζητεί εργασία. Ακόμη η θέση της για το τι έγινε στη Γαλλία παρουσιάζει αντιφάσεις μεταξύ της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης της. Κατά την κυρίως εξέταση της η Μ.Υ.3 είπε ότι γνώρισε τη Μ.Κ.8 στη Γαλλία σε μία καφετέρια, αλλά δεν ήταν μαζί της. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι της είχαν προτείνει κάποιες φίλες της που έμεναν τότε στη Γαλλία να πάει εκεί για να φροντίζει μία ηλικιωμένη. Αργότερα, είπε ότι πήγε μαζί με αυτές τις φίλες της από τη Βουλγαρία και μετά γνώρισε τη Μ.Κ.8 και έμειναν οι δύο τους. Κατά την κυρίως εξέταση η Μ.Υ.3 είπε ότι όταν ο Κατηγορούμενος πήγε στη Γαλλία για να τη συνοδεύσει πίσω στη Βουλγαρία, η Μ.Κ.8 επέστρεψε μαζί τους αλλά με την άφιξη τους στο αεροδρόμιο αυτή πήγε αλλού. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι βρέθηκαν για καφέ στη Βουλγαρία και η Μ.Κ.8 της είπε να έρθουν στην Κύπρο για να βρουν εργασία, η ίδια νόμιζε ότι επρόκειτο για μια κανονική εργασία όμως τελικώς την πρώτη νύκτα η Μ.Κ.8 την οδήγησε στον δρόμο και την ανάγκασε στην εκπόρνευση, και αυτή ως πιο μικρή την άκουγε. Αναφορικά με το τι έκαναν η Μ.Υ.3 και η Μ.Κ.8 στη Γαλλία, παρουσιάζεται μία σημαντική διαφορά μεταξύ της εκδοχής της Μ.Υ.3 και του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, η Μ.Υ.3 είπε ότι αυτή φρόντιζε μία ηλικιωμένη γυναίκα εκεί ενώ η Μ.Κ.8 της είπε ότι εργαζόταν ως καθαρίστρια. Ο Κατηγορούμενος όμως, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι έμαθε ότι και οι δύο εκπορνεύονταν στη Γαλλία για να πει λίγο αργότερα στη μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε τι εργασία έκανε εκεί η Μ.Υ.
- Γενικώς η Μ.Υ.3 δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς και συνεπείς απαντήσεις, και ακόμα κάποιες από αυτές δεν συνάδουν με τη λογική. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς η Μ.Κ.8 ανάγκασε τη Μ.Υ.3 να εκπορνευθεί για πρώτη φορά στην Κύπρο, με την απλή δικαιολογία ότι ως πιο μικρή της η Μ.Υ.3 την άκουγε, και ειδικότερα πώς κατάφερε να την αναγκάσει σε κάτι τέτοιο εφόσον ο Κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί τους, δεν συμφωνούσε με αυτό και θα μπορούσε να την προστατεύσει. Δεν θεωρούμε ότι οι θέσεις της Μ.Υ.3 είναι πειστικές και βάσιμες. Τέλος, η Μ.Υ.3 δεν πρόβαλε ξεκάθαρες και σταθερές θέσεις για το θέμα των απολαβών της και κυρίως για το εισόδημα και τις αποταμιεύσεις της έτσι ώστε οι θέσεις της να προβάλλουν λογικές. Με βάση τα όσα ανέφερε, το εισόδημα τόσο της ίδιας όσο και της γιαγιάς της τής παρέχουν τη δυνατότητα να φυλάττει χρήματα ενώ ταυτόχρονα ήθελε περισσότερα και γι΄ αυτό ξενιτεύτηκε στη Γαλλία και ακολούθως στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας. Από την άλλη αναγνώρισε ότι τελικώς είχε ανάγκη από χρήματα και γι΄ αυτό ήρθε στην Κύπρο, καταδεικνύοντας ότι αυτά που είχε δεν ήταν αρκετά. Θεωρούμε ότι η όλη συμπεριφορά και στάση της μάρτυρος είχε μοναδικό σκοπό να υποστηρίξει τον Κατηγορούμενο και να τον αποσυνδέσει από οτιδήποτε αφορά πορνεία. Και αυτό ξεκάθαρα αποδίδεται στη σχέση τους. Γι αυτό δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Υ.3 ως αξιόπιστη και έτσι την απορρίπτουμε. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρούμε στη συνέχεια στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η Παραπονούμενη κατάγεται από τη Βουλγαρία και έχει δύο κοριτσάκια την Esmeralda και Mariana ηλικίας 8 και 9 ετών αντίστοιχα. Από τη νεαρή της ηλικία στο στάδιο ενηλικίωσης της η Παραπονούμενη συζούσε κατά καιρούς με διάφορους άνδρες οι οποίοι την αγόρασαν καταβάλλοντας κάποιο χρηματικό ποσό και τους οποίους η ίδια θεωρούσε ως συζύγους της. Η Παραπονούμενη δεν τύγχανε εξώθησης στην πορνεία ενόσω ήταν με αυτούς τους άνδρες. Κατ΄ εκείνο το χρονικό διάστημα ευρισκόταν στη Γαλλία και στο Ρόττερνταμ και τελικώς επέστρεψε στη Βουλγαρία στην πόλη Ruse όπου δεν είχε εργασία και έπαιρνε βοήθεια από την κυβέρνηση. Σε ηλικία περίπου 20 χρονών ο ξάδερφος του τελευταίου άνδρα με τον οποίο συζούσε, ο Stanko, την πήρε στη Γερμανία και την εξώθησε στην πορνεία. Εκεί άσκησε το επάγγελμα της πόρνης για δύο μήνες ενώ ο Stanko είχε επιστρέψει στη Βουλγαρία. Μετά την επιστροφή της από τη Γερμανία στη Βουλγαρία γέννησε την πρώτη της κόρη το
- Ακολούθως πήγε στη Δανία όπου έμεινε για περίοδο 5 μηνών. Εκεί έμεινε έγκυος και παρέμεινε μέχρι που γέννησε τη δεύτερη της κόρη τον Σεπτέμβριο του
- Μετά από λίγες μέρες η Αστυνομία της Δανίας την έστειλε πίσω στη Βουλγαρία μαζί με την κόρη της. Διέμενε στην πόλη Ruse για 2 χρόνια δηλαδή μέχρι το 2007 περίπου και στη συνέχεια πήγε στους γονείς της στην πόλη Pleven όπου έμεινε για 5 χρόνια. Στο διάστημα αυτό δεν ασκούσε οποιοδήποτε επάγγελμα. Μετά την πάροδο των 5 ετών - δηλαδή περίπου τo 2012 - πήγε στην πόλη Ruse όπου έμεινε σε ένα ξενοδοχείο για μια νύχτα. Λόγω του ότι δεν είχε χρήματα, την έδιωξαν από το ξενοδοχείο και έτσι αναγκάστηκε να δουλέψει ως πόρνη στον δρόμο. Τη δεύτερη νύχτα ενώ ασκούσε πορνεία τη συνάντησε ο Menderes και της προσέφερε στέγη στο σπίτι του. Έμεινε μαζί του για ένα μήνα και στο διάστημα αυτό ασκούσε πορνεία. Στη συνέχεια ο Menderes την πήρε στον Sharik ο οποίος την αγόρασε. Αρχικά ο Sharik ήταν ευγενικός μαζί της και της υποσχέθηκε ότι αν πήγαινε στο εξωτερικό να δουλέψει ως πόρνη ο ίδιος θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα που αυτή θα κέρδιζε για να εξασφαλίσει σπίτι στην Παραπονούμενη, στο οποίο αυτή θα διέμενε με την κόρη της Esmeralda, που τότε ευρίσκετο σε κρατική στέγη για παιδιά. Αμέσως, περί τα τέλη Αυγούστου 2013, ο Sharik τη γνώρισε στον αδελφό του, τον Κατηγορούμενο. Ο Sharik και ο Κατηγορούμενος την πήραν στη Σόφια και εν συνεχεία με ακόμη μία κοπέλα (την Sebat) πήγαν στο Βουκουρέστι. Απ' εκεί ο Κατηγορούμενος, η Sebat και η Παραπονούμενη πήγαν αεροπορικώς στη Γαλλία, στις Κάννες. Τα αεροπορικά εισιτήρια τα είχαν αγοράσει ο Sharik και ο Κατηγορούμενος. Στις Κάννες τους περίμενε η Draga και η Gulyar. Εκεί έμειναν όλοι τους σε ξενοδοχείο. Την επόμενη μέρα η Gulyar πήρε την Παραπονούμενη και την Sebat σ' ένα χώρο κοντά στο ξενοδοχείο για να εργαστούν ως πόρνες στον δρόμο. Και οι 3 εκπορνεύονταν εισπράττοντας αρκετά χρήματα. Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στις Κάννες για περίοδο περίπου 10 ημερών και μετά αναχώρησε για τη Βουλγαρία. Την περίοδο που ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στις Κάννες όσα χρήματα εισέπρατταν οι 3 κοπέλες από την πορνεία τα έδιναν στην Gulyar η οποία με τη σειρά της τα έδινε στον Κατηγορούμενο. Μετά που αυτός έφυγε οι κοπέλες έδιναν πάλι τα χρήματα στην Gulyar η οποία τα έστελνε με τραπεζικό έμβασμα στο λογαριασμό του Sharik στη Βουλγαρία. Όταν ο Κατηγορούμενος έφυγε οι 3 κοπέλες έμειναν μαζί στο ίδιο δωμάτιο στο ξενοδοχείο. Στο διάστημα αυτό ο Sharik απειλούσε την Παραπονούμενη σε σχέση με τις εισπράξεις που έκαμνε και διέταξε μέσω βιντεόκλησης (Skype) την Gulyar να κτυπήσει την Παραπονούμενη στο πρόσωπο, όπως και έγινε. Κατόπιν και πάλι διαταγών του Sharik μια βδομάδα αργότρα η Gulyar, η Draga και η Sebat