← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Danail Naydenov, Αρ. Υπόθεσης: 23076/13, 3/7/2014

Δημοκρατία ν. Danail Naydenov, Αρ. Υπόθεσης: 23076/13, 3/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:24 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23076/13 Δημοκρατία v. Danail Naydenov, από τη Βουλγαρία Κατηγορουμένου -------------------------------- Ημερομηνία: 3 Ιουλίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τη Δημοκρατία: κα Έλλη Φλωρέντζου, για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Καρεκλάς Κατηγορούμενος παρών -------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 4 κατηγορίες, ήτοι μία για εμπορία ενήλικου προσώπου κατά παράβαση του Ν.87(Ι)/07 (Κατηγορία 1), δύο για σεξουαλική εκμετάλλευση ενήλικου προσώπου κατά παράβαση του ίδιου Νόμου (Κατηγορίες 2 και 3) και μια για εκμετάλλευση πόρνης, κατά παράβαση του άρθρου 164 του Ποινικού Κώδικα (Κατηγορία 4). Τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ 27 έως 29 Νοεμβρίου 2013 και το θύμα φέρεται να είναι η Silviya Blazheva από τη Βουλγαρία (εφεξής «η Silviya»). Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής (Μ.Κ.1-7) - Αξιολόγηση και Ευρήματα Αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν τον εντοπισμό και τη σύλληψη του Κατηγορουμένου, καθώς επίσης τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου για την Κατηγορούσα Αρχή συνολικά 7 μάρτυρες-αστυνομικοί. Κάθε ένας από τους εν λόγω μάρτυρες υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, η οποία βασικά αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του (πλην της Μ.Κ.7 η οποία δεν προέβη σε γραπτή κατάθεση). Σε αυτές δίνεται μια περιγραφή της όλης εξέλιξης των γεγονότων και της πορείας των ερευνών της Αστυνομίας με θετικό τρόπο και οι εκδοχές όλων αυτών των μαρτύρων συνάδουν απόλυτα μεταξύ τους. Η Μ.Κ.7, ως εκ της ιδιότητας και θέσης της στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (εφεξής «ΓΚΕΠ»), αναφέρθηκε γενικά στον ρόλο του Γραφείου τους, στον τρόπο αναγνώρισης θυμάτων εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης και στη συμπεριφορά τέτοιων θυμάτων μέχρι να ξεπεράσουν τις ανησυχίες και τον φόβο τους και να μπορέσουν να αποκαλύψουν την αλήθεια στην Αστυνομία. Η αντεξέταση όλων των εν λόγω μαρτύρων ήταν πολύ περιορισμένη και αποσκοπούσε στη διευκρίνιση κάποιων θέσεων των μαρτύρων. Οι θέσεις τους ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά της Υπεράσπισης, πλην των σχετικών με το τι ανέφερε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς ο Κατηγορούμενος στην Αστυνομία, καθώς επίσης και με τις συνθήκες λήψης της δεύτερης και της τρίτης κατάθεσης της Silviya. Ειδικότερα, ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε είπε ό,τι εκείνη τού καταλογίζει προφορικά, αλλά και στη γραπτή του κατάθεση ο Μ.Κ.4, ότι η δεύτερη κατάθεση της Silviya περιέχει αναλήθειες, όπως επίσης και η τρίτη κατάθεση της η οποία λήφθηκε κατόπιν πίεσης από πλευράς Αστυνομίας. Αυτά τα θέματα θα αποτελέσουν ξεχωριστό αντικείμενο ενασχόλησης από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο. Στο παρόν στάδιο περιοριζόμαστε στο μέρος της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων το οποίο ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτο. Επί τούτου όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν με αμεσότητα και συνέπεια. Επομένως η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της και υιοθετείται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Περαιτέρω κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα από τις δύο πλευρές, τα οποία έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου. Αυτά δεσμεύουν τόσο τις δύο πλευρές, όσο και το Δικαστήριο και επομένως αποτελούν επίσης ευρήματα του Δικαστηρίου. Με βάση το σύνολο της εν λόγω μαρτυρίας, το Δικαστήριο προβαίνει στα ανάλογα ευρήματα αναφορικά με το σύνολο των ενεργειών της Αστυνομίας για την παρούσα υπόθεση. Αυτά είναι τα ακόλουθα: Στις 28.11.13 και ώρα 20:00 λήφθηκε πληροφορία στον ΟΠΕ Λευκωσίας ότι στη Λεωφ. Λάρνακος στη Λευκωσία, έξω από τα γραφεία της εταιρείας «Πηλακούτας», υπήρχαν δύο νεαρές γυναίκες, πιθανόν αλλοδαπές, οι οποίες ήταν ντυμένες προκλητικά και πιθανόν να επιδίδονταν σε πορνεία. Προς διερεύνηση της εν λόγω πληροφορίας, στις 20:15 της ίδιας μέρας ο Α/Αστ. 1182 Ιωάννης Βιολάρης του ΟΠΕ Λευκωσίας, Μ.Κ.4, μετέβη στο σημείο με το υπηρεσιακό όχημα υπ' αριθμό εγγραφής KYY 225, χωρίς διακριτικά της Αστυνομίας, και με συνοδηγό τη Γ/Αστ. 3227 Λουίζα Φίσιερ, επίσης του ΟΠΕ, Μ.Κ.1. Αφού εντόπισαν τις δύο αλλοδαπές έθεσαν την περιοχή υπό παρακολούθηση σταθμεύοντας περί τα 200 μέτρα μακριά τους, διατηρώντας οπτική επαφή μαζί τους. Ταυτόχρονα για τον ίδιο λόγο μετέβη στο σημείο και ο Αστ. 4886 Γιάννης Παντελή, και πάλι του ΟΠΕ Λευκωσίας, Μ.Κ.2, ο οποίος οδηγούσε το υπηρεσιακό όχημα με αριθμό εγγραφής KΕΧ 225, επίσης χωρίς διακριτικά της Αστυνομίας, και στάθμευσε σε απόσταση 150 μέτρων από τις κοπέλες. Και οι 3 αστυνομικοί είδαν δύο νεαρές κοπέλες, μία ξανθή και μία μελαχρινή, προκλητικά ντυμένες με μίνι φούστες και ζαρτιέρες, να στέκονται στο πεζοδρόμιο το οποίο φωτιζόταν από ηλεκτρικούς πασσάλους έξω ακριβώς από το κτίριο «Πηλακούτας». Οι αστυνομικοί παρέμειναν εκεί μέχρι τις 01:00 της 29ης Νοεμβρίου 2013. Κατά την παρακολούθηση οι μάρτυρες είδαν τις δύο κοπέλες να κάνουν σήμα με το χέρι τους στα διερχόμενα αυτοκίνητα, αρκετά από τα οποία σταματούσαν, αυτές πήγαιναν κοντά, έγερναν το μισό κορμί τους από το παράθυρο εντός του αυτοκινήτου και συζητούσαν με τους οδηγούς. Οι κοπέλες μπήκαν σε περίπου 5 αυτοκίνητα η καθεμιά, πήγαιναν σε άγνωστο σημείο και επέστρεφαν σε περίπου 10-15 λεπτά. Περί ώρα 00:50 ο Μ.Κ.2 είδε έναν άντρα με μαύρα ρούχα να περπατά στην απέναντι πλευρά του δρόμου, να κρατά μία νάιλον τσάντα και να σταματά πίσω από τη στάση του λεωφορείου. Αμέσως η ξανθή κοπέλα τον πλησίασε και αυτός τής έδωσε τη τσάντα και απομακρύνθηκε από το σημείο οδεύοντας προς την Πύλη Αμμοχώστου. Τότε ο Μ.Κ.2 ειδοποίησε μέσω ασυρμάτου τη Μ.Κ.1 ότι το πρόσωπο με τα μαύρα ρούχα που πήγαινε πεζό προς το μέρος τους ήταν ύποπτο, και να το ελέγξουν και εξακριβώσουν τον λόγο της παρουσίας του εκεί. Ο Μ.Κ.4 ανέκοψε το εν λόγω πρόσωπο και αφού του επέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον Danail Nayedenov (Κατηγορούμενος) από τη Βουλγαρία, ο οποίος μιλούσε την ελληνική γλώσσα. Αφού τον ρώτησε για τον λόγο της παρουσίας του εκεί, ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι ήθελε να κάνει σεξ με τις κοπέλες, τις οποίες και του υπέδειξε, προσθέτοντας πως λόγω του ότι ήθελαν πολλά χρήματα δεν πήγε μαζί τους. Επειδή ήταν συμπατριώτισσες του και τις λυπήθηκε, τους έδωσε δύο σάντουιτς που είχε μαζί του. Ταυτόχρονα ο Μ.Κ.2 πέρασε με το αυτοκίνητο του από το μέρος όπου στέκονταν οι κοπέλες και εκείνες του έκαναν σήμα. Αυτός σταμάτησε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο, και αυτές του είπαν στα Αγγλικά να διαλέξει κοπέλα για να κάνει σεξ μαζί της στην τιμή των €50. Αμέσως ο Μ.Κ.2 τους επέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τις πληροφόρησε στα Αγγλικά για το αδίκημα που διέπρατταν, τους επέστησε την προσοχή στο Νόμο χωρίς να απαντήσουν οτιδήποτε, και τις συνέλαβε. Η μία κοπέλα του επιτέθηκε δαγκώνοντας τον στο χέρι και άρχισε να τρέχει. Η Μ.Κ.1 η οποία βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση, έτρεξε και την σταμάτησε. Τη μετέφερε πίσω όπου ο Μ.Κ.2 της επέστησε την προσοχή στο Νόμο για το αδίκημα της επίθεσης και αυτή δεν έδωσε απάντηση. Στη συνέχεια τις οδήγησαν στον αστυνομικό σταθμό Ομορφίτας, όπου διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τις Blazheva Silviya και Metodieva Draga (εφεξής «η Draga») από τη Βουλγαρία. Διαπιστώθηκε εκεί ότι αυτή που δάγκωσε τον Μ.Κ.2 ήταν η Draga. Εν τω μεταξύ, επειδή οι εξηγήσεις που ο Κατηγορούμενος έδωσε στον Μ.Κ.4 ήταν ελλιπείς, ο Μ.Κ.4 του ζήτησε να προσέλθει στον σταθμό Ομορφίτας το οποίο και έπραξε χωρίς αντίσταση. Όταν έφθασαν εκεί, γύρω στη 01:15, οι άλλοι δύο αστυνομικοί μαζί με τις κοπέλες ήταν ήδη στον Σταθμό. Στις 01:30 ο Μ.Κ.4 διενήργησε σωματικό έλεγχο στον Κατηγορούμενο αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Βρήκε στην κατοχή του 4 κάρτες κινητού τηλεφώνου (Τεκμήριο 9), το χρηματικό ποσό των €210 (Τεκμήριο 8) και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Nokia χρώματος μαύρου εντός του οποίου υπήρχε κάρτα τηλεφώνου (Τεκμήριο 7). Αφού ο Μ.Κ.4 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος του είπε «Εντάξει θα σου πω όλη την αλήθεια». Ακολούθως ο Μ.Κ.4 παρέλαβε και σφράγισε τα τεκμήρια. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.4 κατέγραψε κατάθεση του Κατηγορουμένου, με τη βοήθεια της διερμηνέως Μαργαρίτας Κονσταντίνοβα. Ο Κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται και μιλά την ελληνική γλώσσα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου στα Βουλγάρικα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16Α και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16Β. Η πιστότητα της μετάφρασης αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Λόγω του ότι δημιουργήθηκε εκδορά στο χέρι του Μ.Κ.2, αυτός μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, μαζί με τη Μ.Κ.1, καθώς επίσης τη Draga. Η τελευταία είχε δώσει γραπτή συγκατάθεση, με τη βοήθεια της διερμηνέως Μαργαρίτας Κονσταντίνοβα, για τη λήψη αίματος για να της γίνουν εξετάσεις μεταδοτικών ασθενειών. Στη συνέχεια μετέφεραν τη Draga στον Σταθμό. Η Μ.Κ.1 διενήργησε έρευνα σε αυτή και παρέλαβε ως τεκμήρια το χρηματικό ποσό των €230 (Τεκμήριο 13), 3 προφυλακτικά αχρησιμοποίητα, ένα hands free, ένα κουτί υγρομάντηλα (Τεκμήριο 14), και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Nokia X2 χρώματος μαύρου με κόκκινες γραμμές (Τεκμήριο 15). Σε σωματική έρευνα που έγινε στη Silviya η Μ.Κ.1 παρέλαβε ως τεκμήρια το χρηματικό ποσό των €190 (Τεκμήριο 10), 10 συσκευασμένα προφυλακτικά, ένα κουτί υγρομάντηλα (Τεκμήριο 11) και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung χρώματος άσπρου (Τεκμήριο 12). Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι στις 02:20 και 02:25 η διερμηνέας Μαργαρίτα Κονσταντίνοβα εξήγησε τα δικαιώματα στις Draga και Silviya αντίστοιχα στη μητρική τους γλώσσα και αυτές υπέγραψαν τα σχετικά έντυπα. Γύρω στις 05:00 οι Μ.Κ.1 και 4 παρέδωσαν τα τεκμήρια στον Αστ. 4858 του ΤΑΕ Λευκωσίας ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Στις 29.11.13 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ο Αστ. 4644 Μ. Καννάουρος του ΤΑΕ Λευκωσίας, με τη βοήθεια της διερμηνέως Μπιλιάνας Κότσεβα, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο και τις δύο κοπέλες. Αφού επιστήθηκε η προσοχή τους στο Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε «είχα ανάγκη», η Silviya «Τίποτα» και η Draga «Ό,τι είχα να πω το είπα.». Στη συνέχεια τους ενημέρωσε για τα δικαιώματα επικοινωνίας τους, τα οποία δεν επιθυμούσαν να ασκήσουν. Εναντίον και των 3 εκδόθηκε διάταγμα οκταήμερης προσωποκράτησης τους. Αργότερα την ίδια μέρα έγινε έρευνα στον τόπο διαμονής του Κατηγορουμένου στο ξενοδοχείο «Δελφοί», διαμ.1, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι στο εν λόγω διαμέρισμα διέμεναν τόσο ο Κατηγορούμενος, όσο και οι δύο κοπέλες από την άφιξη τους στην Κύπρο μέχρι και τη σύλληψη τους. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι την ίδια μέρα και ώρα 07:00 τα Τεκμήρια 7-15 παραδόθηκαν από τον Αστ. 4858 στη Γ/Αστ. 1912 Μ. Ξενή, του ΤΑΕ Λευκωσίας, Μ.Κ.3, η οποία τα είχε στην κατοχή και ασφαλή φύλαξη της μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Είναι παραδεκτό επίσης ότι τα εν λόγω Τεκμήρια διακινήθηκαν νομότυπα και δεν έγινε οποιαδήποτε επέμβαση σε αυτά από την παραλαβή τους μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Την 1.12.13 στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Δομετίου η Μ.Κ.3, με τη βοήθεια της διερμηνέως Μαργαρίτας Κονσταντίνοβα, έλαβε θεληματική κατάθεση από τη Draga. Η κατάθεση στα Βουλγάρικα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1Α και η μετάφραση αυτής στα Ελληνικά (που όσον αφορά την πιστότητα αποτελεί παραδεκτό γεγονός) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1Β. Την ίδια μέρα στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου η Μ.Κ.3, με τη βοήθεια της διερμηνέως Μαργαρίτας Κονσταντίνοβα, έλαβε θεληματική κατάθεση από τη Silviya. Η κατάθεση στα Βουλγάρικα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2Α και η μετάφραση αυτής στα Ελληνικά (που όσον αφορά την πιστότητα αποτελεί παραδεκτό γεγονός) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2Β. Την επομένη στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου η Μ.Κ.3, με τη βοήθεια της διερμηνέως Μαργαρίτας Κονσταντίνοβα, έλαβε συμπληρωματική θεληματική κατάθεση από τη Silviya. Η κατάθεση στα Βουλγάρικα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3Α και η μετάφραση αυτής στα Ελληνικά (που όσον αφορά την πιστότητα αποτελεί παραδεκτό γεγονός) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3Β. Την ίδια μέρα στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Δομετίου η Μ.Κ.3, με τη βοήθεια της διερμηνέως Μαργαρίτας Κονσταντίνοβα, έλαβε συμπληρωματική θεληματική κατάθεση από τη Draga Metodieva. Η κατάθεση στα Βουλγάρικα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4Α και η μετάφραση αυτής στα Ελληνικά (που όσον αφορά την πιστότητα αποτελεί παραδεκτό γεγονός) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4Β. Στις 3.12.13 στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας η Μ.Κ.3, με τη βοήθεια της διερμηνέως Μαργαρίτας Κονσταντίνοβα, έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Η κατάθεση στα Βουλγάρικα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5Α και η μετάφραση αυτής στα Ελληνικά (που όσον αφορά την πιστότητα αποτελεί παραδεκτό γεγονός) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5Β. Όπως ο Μ.Κ.4 εξήγησε στην κατάθεση του, στον Σταθμό Ομορφίτας και πριν τη λήψη της θεληματικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου, ανέκρινε προφορικά τον Κατηγορούμενο. Σ' αυτήν ο τελευταίος ανέφερε ότι η μία κοπέλα, η Draga, είναι η γυναίκα του, και η άλλη, η Silviya, είναι ξαδέλφη της. Ανέφερε επίσης ότι ήρθαν και οι 3 στην Κύπρο 2 μέρες προηγουμένως και μέχρι να βρουν δουλειά συμφώνησαν όπως οι γυναίκες κάνουν σεξ με περαστικούς για να βγάζουν τα έξοδα τους. Αμέσως ο Μ.Κ.4 τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε, δηλαδή αποζείν από κέρδη πορνείας και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν ήξερα ότι στην Κύπρο αυτό είναι παράνομο. Κάνουμε σεξ για να έχουμε λεφτά μέχρι να βρούμε δουλειά.» Ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε ανέφερε προφορικά στον μάρτυρα ότι οι κοπέλες στην Κύπρο κάνουν σεξ για να βρουν χρήματα, όπως επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν είπε στην κατάθεση του ότι όσα χρήματα θα έβγαζαν η γυναίκα του και η Silviya θα τα έστελναν στη Βουλγαρία στα παιδιά τους, και ότι θα πλήρωναν τη διαμονή και τη διατροφή τους. Ο Μ.Κ.4 ήταν κατηγορηματικός ότι ο ίδιος συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο και άκουσε όλα αυτά που του είπε και μάλιστα, μετά το πέρας της κατάθεσης του ο Κατηγορούμενος του έλεγε συνεχώς ότι το έκανε για τα παιδιά του και για να τους στείλουν χρήματα. Ο Μ.Κ.4 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και επέμενε με χαρακτηριστικό τρόπο σε αυτές. Δεν διαφάνηκε ότι ο Μ.Κ.4 είχε οποιονδήποτε λόγο να μην αναφέρει τα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα και κυρίως τα όσα ο Κατηγορούμενος του είπε είτε κατά την ανάκριση του είτε κατά τη λήψη της κατάθεσης του. Γενικά η εντύπωση που αποκομίσαμε από τον εν λόγω μάρτυρα είναι ότι αυτός κατέθεσε με ειλικρίνεια, αλλά και αντικειμενικότητα. Επομένως αποδεχόμαστε και υιοθετούμε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επίσης η Μ.Κ.3 εξήγησε τον λόγο για τον οποίο έλαβε και δεύτερη κατάθεση από τις δύο κοπέλες. Ουσιαστικά είπε ότι αρχικά οι κοπέλες εξέφρασαν την επιθυμία να δώσουν κατάθεση και έτσι λήφθηκαν οι θεληματικές τους καταθέσεις. Την επόμενη μέρα, από περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης μέσω του συστήματος της Αστυνομίας και άλλων υποθέσεων στις οποίες εμπλεκόταν ο Κατηγορούμενος, η ίδια έμαθε και άλλες πληροφορίες τις οποίες οι κοπέλες δεν τής είχαν αναφέρει και θεώρησε σωστό να τις ρωτήσει γι΄ αυτές. Η Μ.Κ.3 εξέφρασε τη θέση ότι η δεύτερη κατάθεση της Silviya είναι αληθής, και ότι από τη μέρα της σύλληψης τους είχε ενημερωθεί το ΓΚΕΠ και μέλη του είχαν συνεντεύξεις με τις κοπέλες. Μάλιστα αυτές έδωσαν καταθέσεις στα μέλη του ΓΚΕΠ. Εκείνο που κατά κανόνα συμβαίνει σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι ότι στην αρχή οι κοπέλες δεν λένε ποτέ την αλήθεια και προσπαθούν να καλύψουν τους θύτες τους, ενώ μετά από λίγες μέρες στα κρατητήρια σκέφτονται και λογικεύονται και αποφασίζουν να δώσουν περισσότερες πληροφορίες. Ακόμα ο συνήγορος Υπεράσπισης έθεσε στη μάρτυρα ότι αυτή προσπαθούσε να υποβάλει στον Κατηγορούμενο ερωτήσεις για κάποια Gulyar, ενώ ο Κατηγορούμενος αρνείτο ότι τη γνώριζε. Η Μ.Κ.3 είπε ότι αυτό το θέμα προέκυψε από τις καταθέσεις των δύο κοπέλων. Και αυτή η μάρτυρας κατέθεσε με ευθύτητα, σταθερότητα και συνέπεια. Ήταν σε θέση να δώσει όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις στον συνήγορο Υπεράσπισης τόσο για την ενέργεια της να λάβει δεύτερες καταθέσεις από τις δύο κοπέλες, όσο και για την υποβολή ερωτήσεων προς τον Κατηγορούμενο για τη Gulyar. Θεωρούμε ότι οι απαντήσεις, αλλά και οι ενέργειες της μάρτυρος είναι απόλυτα λογικές και έτσι αποδεχόμαστε το σύνολο της μαρτυρίας της ως αξιόπιστη. Αναφορικά με τη θέση της Μ.Κ.3 για την αλήθεια των ισχυρισμών της Silviya στη δεύτερη της κατάθεση, παρέλκει να πούμε ότι αυτή παραμένει απλώς η άποψη της μάρτυρος και ότι το θέμα της αξιοπιστίας της Silviya είναι κάτι το οποίο βεβαίως θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Έχοντας αποδεχθεί το σύνολο της μαρτυρίας των Μ.Κ.3 και 4 ως πλήρως αξιόπιστη, δεν διατηρούμε αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 16Α αποτελεί την θεληματική κατάθεση του Κατηγορουμένου καθώς επίσης ότι ο Κατηγορούμενος προέβη προφορικά στους εν λόγω ισχυρισμούς προς τον Μ.Κ.4. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για την ακρίβεια των όσων ο Κατηγορούμενος ανέφερε στη συμπληρωματική κατάθεση του - Τεκμήριο 5Α. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Κατόπιν οδηγιών της Υπεύθυνης του ΓΚΕΠ Υπ/μου Ρίτας Σούπερμαν, Μ.Κ.7, οι Αστ. 1131 Άγγελος Κωνσταντίνου και Λοχ. 1458 Κατερίνα Χείλη του ΓΚΕΠ, Μ.Κ.5 και 6 αντίστοιχα έλαβαν αριθμό συνεντεύξεων από τις δύο κοπέλες. Συγκεκριμένα, στις 29.11.13 ο Μ.Κ.5 μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Ομορφίτας και έλαβε δύο συνεντεύξεις από τη Silviya με τη βοήθεια της διερμηνέως Αιμιλίας Στυλιανού. Στις 3.12.13, στο ΓΚΕΠ, έλαβε εκ νέου συνέντευξη από την ίδια κοπέλα με τη βοήθεια της διερμηνέως Τζίνας Χαραλάμπους. Από το σύνολο των συνεντεύξεων η Silviya χαρακτηρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Στις 29.11.13 επίσης στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου η Μ.Κ.6 έλαβε δύο συνεντεύξεις από τη Draga με τη βοήθεια της διερμηνέως Τζίνας Χαραλάμπους. Στις 4.12.13, στο ΓΚΕΠ, έλαβε εκ νέου συνέντευξη από την ίδια κοπέλα. Από το σύνολο των συνεντεύξεων δεν υπήρχαν ενδείξεις για αναγνώριση της ως θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Στις 5.12.13, στο ΓΚΕΠ, ο Μ.Κ.5, στην παρουσία της Μ.Κ.6 και με τη βοήθεια της διερμηνέως Αιμιλίας Στυλιανού, έλαβε κατάθεση από τη Silviya. Η κατάθεση διακόπηκε στις 18:00 της ίδιας μέρας λόγω του ότι η καταθέτουσα δεν μπορούσε να συνεχίσει γιατί είχε κουραστεί. Η λήψη της κατάθεσης της συνεχίστηκε την επομένη μέρα στις 08:55 κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Η εν λόγω κατάθεση στα Βουλγάρικα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17Α και η μετάφραση αυτής στα Ελληνικά (που όσον αφορά την πιστότητα αποτελεί παραδεκτό γεγονός) κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17Β. Ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η Silviya κουράστηκε όταν έδινε κατάθεση λόγω των μεγάλων πιέσεων του μάρτυρος σε αυτή για να προβεί στην εν λόγω κατάθεση. Ο Μ.Κ.5 αρνήθηκε αυτή τη θέση και ανέφερε ότι πριν την κατάθεση της είχαν προηγηθεί αριθμός συνεντεύξεων στις οποίες το εν λόγω άτομο δήλωσε ρητά ότι ήθελε να τιμωρηθεί ο εκμεταλλευτής της - ο Κατηγορούμενος. Τόνισε ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε κατόπιν πίεσης ή ασφυκτικού πλαισίου, αλλά ότι το Γραφείο τους λαμβάνει αριθμό συνεντεύξεων για να βεβαιωθεί ότι το θύμα έχει δημιουργήσει μία απόσταση από την περιβάλλουσα κατάσταση στην οποία βρίσκεται, δηλαδή της εκμετάλλευσης, και κατόπιν αυτής το θύμα εμπιστεύεται τα μέλη του Γραφείου και εκφράζεται ελεύθερα. Έτσι είναι πιο έτοιμο, και με καθαρό μυαλό, να αναφέρει τα γεγονότα ως έχουν. Μάλιστα ο Μ.Κ.5 αναφέρθηκε στο Σύνδρομο της Στοκχόλμης προς επιβεβαίωση της πρακτικής που ακολουθείται στο ΓΚΕΠ. Παρέπεμψε επίσης στην κατάθεση του θύματος για να καταδείξει ότι υπάρχουν όλα τα συστατικά του αδικήματος της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας προσώπων. Τη θέση της Υπεράσπισης περί πίεσης στη λήψη της κατάθεσης από τη Silviya απέρριψε κατηγορηματικά και η Μ.Κ.6. Εξήγησε δε ότι η αφήγηση του όλου ιστορικού των γεγονότων για να διαφανεί η πιθανή διάπραξη του αδικήματος απαιτεί πολύωρη αφήγηση γεγονότων και γι΄ αυτό και η Silviya κουράστηκε την πρώτη μέρα που έδινε την κατάθεση της. Τέλος, η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό κατά το οποίο η Silviya πήγε περίπατο εκτός του καταφυγίου με την κα Γκόσια, μέλος Μη Κυβερνητικού Οργανισμού που ασχολείται με την εμπορία προσώπων. Συγκεκριμένα πήγαν στη Λήδρας - Ονασαγόρου μέσα στα Χριστούγεννα και αντιλήφθηκαν δύο άτομα που τις παρακολουθούσαν. Φοβήθηκαν πάρα πολύ και προσπάθησαν να ξεφύγουν. Η Silviya ένιωσε τρομοκρατημένη γιατί δεν τους ήξερε, ενώ αυτοί την αναγνώρισαν και την ακολουθούσαν. Διεφάνη ότι ο ένας από αυτούς εμπλέκεται στην άλλη υπόθεση παρόμοιας φύσης που εξετάζεται. Επί του συγκεκριμένου θέματος των συνθηκών λήψης της κατάθεσης από τη Silviya, αναφέρουμε ότι ο Μ.Κ.5 παρέμεινε σταθερός και κατηγορηματικός στη θέση του ότι καμία πίεση δεν ασκήθηκε στο θύμα για να προβεί στην εν λόγω κατάθεση. Ο Μ.Κ.5 έδωσε ταυτόχρονα και όλες τις λεπτομέρειες για τους λόγους που οδήγησαν το θύμα να το πράξει. Επίσης και η Μ.Κ.6 παρέμεινε σταθερή στην ίδια θέση κατά τη δική της αντεξέταση δίνοντας και αυτή με τη σειρά της την εκδοχή της επί τούτου. Άλλωστε σημειώνουμε ότι μόνο η μια κοπέλα αναγνωρίστηκε ως θύμα, ενώ η άλλη όχι. Θεωρούμε πολύ λογική την απάντηση της μάρτυρος ότι αν η Silviya έδωσε την κατάθεση της υπό πίεση από την Αστυνομία, αυτό θα αποκαλυπτόταν σε κάποιο στάδιο. Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η Silviya κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και έτσι θα τύχει της ανάλογης αξιολόγησης. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι οι Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 έδωσαν σαφή και πειστική μαρτυρία επί του θέματος και επομένως, αποδεχόμαστε χωρίς καμία επιφύλαξη τη μαρτυρία τους. Αυτή υιοθετείται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ταυτόχρονα δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν υπέβαλε την εν λόγω εκδοχή περί πιέσεων στη Silviya κατά την αντεξέταση της. Πέραν της θετικής εντύπωσης που αποκομίσαμε για τους δύο αυτούς μάρτυρες, θεωρούμε ότι αυτή η παράλειψη επηρεάζει τη βασιμότητα της θέσης της Υπεράσπισης η οποία και δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Η Μ.Κ.7 ανέφερε τα προσόντα, τα καθήκοντα και τις ιδιότητες της και ακολούθως επεξήγησε τον ρόλο του ΓΚΕΠ, που είναι ο συντονισμός όλων των τμημάτων της Αστυνομίας για οτιδήποτε αφορά το θέμα της εμπορίας προσώπων, με κύριο στόχο τον χειρισμό και την αναγνώριση των θυμάτων εμπορίας προσώπων. Η αναγνώριση γίνεται με βάση το Εγχειρίδιο Αναγνώρισης, το οποίο καταρτίστηκε από το ΓΚΕΠ και εγκρίθηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Αυτό βασίζεται σε διεθνείς αποδεκτές ενδείξεις αναγνώρισης διεθνών οργανισμών, όπως η Ιντερπόλ, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας και τα Ηνωμένα έθνη. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.7, η αναγνώριση αρχίζει με τον εντοπισμό του πιθανού θύματος. Όταν εντοπιστεί τέτοιο πρόσωπο το πρώτο καθήκον του ΓΚΕΠ είναι η προστασία του και η εξασφάλιση των δικαιωμάτων του όσον αφορά άμεσες ανάγκες διαμονής και διατροφής. Σε αυτό αναλαμβάνει ρόλο το Γραφείο Ευημερίας, το οποίο ενημερώνεται άμεσα. Το πιθανό θύμα μεταφέρεται σε καταφύγιο του Γραφείου Ευημερίας με σκοπό να ξεφύγει από την επιρροή των δραστών και να είναι σε θέση να πάρει συνειδητή απόφαση κατά πόσο επιθυμεί να συνεργαστεί σε ενδεχόμενη ποινική διαδικασία. Τα μέλη του ΓΚΕΠ, τα οποία είναι εξειδικευμένα και εκπαιδευμένα, προβαίνουν σε συνεντεύξεις, με άμεσο στόχο να κτιστεί η εμπιστοσύνη με το άτομο αυτό και για περαιτέρω στήριξη και υποστήριξη του ατόμου και κατά δεύτερο λόγο για να επιτευχθεί η συνεργασία του μαζί τους. Η Μ.Κ.7 πρόσθεσε ότι τα θύματα συνήθως είναι άτομα τα οποία φέρουν μετατραυματικό σύνδρομο, δηλαδή είναι άτομα τα οποία έχουν άσχημες εμπειρίες, είτε από την προηγούμενη τους ζωή είτε από την εκμετάλλευση ή σε συνδυασμό των δύο. Δηλαδή, συνήθως πρόκειται για άτομα τα οποία έχουν περάσει γεγονότα βίας στην οικογένεια ή σεξουαλικής κακοποίησης ή έχουν μεγαλώσει σε ορφανοτροφεία στις χώρες καταγωγής τους, δεν έχουν αυτοεκτίμηση και είναι ευάλωτα σε οποιουδήποτε είδους εκμετάλλευση. Όσον αφορά στην συγκεκριμένη υπόθεση, η Μ.Κ.7 είχε μια πρώτη επαφή με τη Silviya στο γραφείο της στις 29.11.13. Η Silviya ήταν ένα άτομο εξαρτημένο από τον Κατηγορούμενο, πίστευε ότι δεν είχε άλλη επιλογή εκτός από την πορνεία, ούτε και άλλη διέξοδο για τη ζωή της και ήταν ένα άτομο με πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση. Μιλώντας της ανέφερε ότι έχει μια κόρη για την οποία δεν θα επιθυμούσε η ίδια να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο με την μητέρα της, αλλά ούτε και ήθελε η κόρη της να μάθει ότι η μητέρα της εξασκούσε πορνεία. Η Μ.Κ.7 της είπε ότι έχει δικαιώματα σε αυτή τη ζωή, ότι είναι νέα γυναίκα, ότι μπορεί να κάνει άλλα πράγματα εκτός από την πορνεία και της ανέφερε ότι οι γυναίκες που βρίσκονται στην πορνεία βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο, είτε από μολυσματικές ασθένειες, είτε από τους διακινητές τους, είτε από τους ίδιους τους πελάτες. Φάνηκε ότι η κοπέλα δεν γνώριζε αυτά τα πράγματα και η αντίδραση της προς αυτά που της είχε πει ήταν «ποτέ κανένας δεν μου μίλησε με αυτό τον τρόπο». Αυτή ήταν η μόνη επαφή που είχε με τη Silviya, καθότι η μάρτυρας στις επόμενες μέρες είχε φύγει σε ταξίδι στο εξωτερικό. Την υπόθεση ανέλαβε το γραφείο και συγκεκριμένα η Μ.Κ.6 με την οποία η μάρτυρας βρισκόταν σε συνεχή τηλεφωνική επαφή. Κατά την αντεξέταση ο συνήγορος Υπεράσπισης ρώτησε κατά πόσον όταν ένα ύποπτο θύμα παρουσιαστεί στο Γραφείο και ζητήσει τις υπηρεσίες δικηγόρου, τότε το Γραφείο του παρέχει αυτό το δικαίωμα. Η Μ.Κ.7 απάντησε αρχικά ότι κανένα θύμα δεν είναι ύποπτο, ούτε και παρουσιάζεται στο Γραφείο από μόνο του. Είναι ευθύνη των αρχών της Δημοκρατίας, της Αστυνομίας, των μη κυβερνητικών οργανισμών, ή και άλλων τμημάτων της Δημοκρατίας να εντοπίσουν το θύμα. Από την εμπειρία της μάρτυρος στα 9 χρόνια που βρίσκεται στο Γραφείο αυτό, τα θύματα από μόνα τους δεν ζητούν δικηγόρο. Παρόλα αυτά δικηγόροι των Κατηγορουμένων παρουσιάζονται και ισχυρίζονται ότι είναι δικηγόροι των θυμάτων, τα θύματα ρωτούνται αν έχουν ή αν θέλουν δικηγόρο αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει συμβεί κάποιο θύμα να ζητήσει δικηγόρο. Τόνισε ότι ο ρόλος του Γραφείου είναι υποστηρικτικός. Ικανοποιούμαστε ότι η Μ.Κ.7 κατέχει τα προσόντα και την πείρα για να είναι σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τον ρόλο του ΓΚΕΠ αλλά και τη συνήθη πρακτική που ακολουθούν καθώς και τα κριτήρια για την αναγνώριση θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας προσώπων. Η μάρτυρας ήταν ιδιαίτερα σαφής και συνεπής στις θέσεις της και αυτή έδωσε τις απαντήσεις της κατά την αντεξέταση της με πληρότητα με βάση την εμπειρία της στο Γραφείο. Οι θέσεις της ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν ούτε και αντικρούστηκαν από την Υπεράσπιση. Επομένως, κρίνουμε ότι η μάρτυρας ήταν απολύτως ειλικρινής και αξιόπιστη. Το σύνολο της μαρτυρίας της αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Μαρτυρία Silviya (M.K.8) H M.K.8 γεννήθηκε στην πόλη Pleven της Βουλγαρίας. Εν πρώτοις, όταν της τέθηκε υπόψη η πρώτη κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία ημερ. 1.12.13 (Τεκμήρια 2Α και 2Β), ανέφερε ότι δεν υιοθετούσε το περιεχόμενο της, εξηγώντας ότι είχε ωθηθεί από την Draga να πει ψέματα στην Αστυνομία. Όπως προέκυψε στη συνέχεια από τη μαρτυρία της Silviya, η Draga ήταν άτομο που δούλευε για τον Κατηγορούμενο ως πόρνη και ήταν επίσης αυτή που είχε έλθει μαζί της και με τον Κατηγορούμενο στην Κύπρο. Υιοθέτησε, ωστόσο, τις άλλες δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Πρόκειται για την κατάθεση ημερ. 2.12.13 (Τεκμήρια 3Α και 3Β) και την κατάθεση ημερ. 5.12.13 (Τεκμήρια 17Α και 17Β). Στην δεύτερη κατάθεση της, όπως μπορούμε να συνοψίσουμε, λέει τα εξής: Μεγάλωσε στη Βουλγαρία και από 20 χρόνων δουλεύει ως πόρνη και κατά καιρούς είχε διάφορους μαστροπούς. Συγκεκριμένα έκανε σεξ με πελάτες και όταν την πλήρωναν αυτή έδινε τα λεφτά στον μαστροπό της. Τα τελευταία χρόνια σταμάτησε να εργάζεται ως πόρνη. Όμως επειδή είχε ανάγκη από λεφτά αναγκάστηκε να αρχίσει πάλι. Έτσι από το καλοκαίρι του 2013 δούλευε ως πόρνη στη Βουλγαρία και μέχρι ένα μήνα προηγουμένως - δηλαδή από τον μήνα Δεκέμβριο 2013 - στη Γαλλία. Από το καλοκαίρι του 2013 μαστροπός της ήταν ο Sherik, ο οποίος είχε διευθετήσει να πάει να δουλέψει γι΄ αυτόν στη Γαλλία. Για τον σκοπό αυτό της αγόρασε εισιτήριο και την έστειλε στη Γαλλία για να βρει την Gulyar, η οποία ήταν ήδη εκεί και δούλευε ως πόρνη. Ο Sherik έμεινε στη Βουλγαρία. Η συμφωνία ήταν τα λεφτά που θα έπαιρνε η Παραπονούμενη από τους πελάτες να τα δίνει στην Gulyar και αυτή στη συνέχεια θα τα έστελλε στο όνομα του Sherik. Στη Γαλλία η Παραπονούμενη ήταν μαζί με την Draga η οποία δούλευε ως πόρνη για τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος ήταν μαζί τους στη Γαλλία. Σε κάποιο στάδιο ο Κατηγορούμενος και ο Sherik - ο οποίος ήταν αδελφός του Κατηγορούμενου - αποφάσισαν να στείλουν την Παραπονούμενη και την Draga στην Κύπρο για να δουλέψουν ως πόρνες. Έτσι έφυγαν από την Γαλλία η Παραπονούμενη, η Draga και ο Κατηγορούμενος και πήγαν στη Βουλγαρία όπου βρήκαν τον Sherik. Εκεί τα δύο αδέλφια διευθέτησαν τα ταξιδιωτικά εισιτήρια και ήλθαν στην Κύπρο, ενώ ο Sherik έμεινε στη Βουλγαρία. Μόλις έφτασαν στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος κάλεσε ταξί και πήγαν στο ξενοδοχείο «Δελφοί» όπου θα διέμεναν. Η συμφωνία ήταν να πηγαίνουν με πελάτες, να κάνουν σεξ και όλες τους τις εισπράξεις να τις δίνουν στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος δεν τις είχε ποτέ πιέσει για οτιδήποτε. Αυτές έκαμναν τη δουλειά τους. Ο Κατηγορούμενος θα έστελλε τα λεφτά στον Sherik. Από την πρώτη μέρα που ήλθαν στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος τους αγόρασε προφυλακτικά και τους ζήτησε να τον ενημερώνουν για κάθε πελάτη που θα είχαν. Η Παραπονούμενη υιοθέτησε και την 3η κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία (Τεκμήρια 17Α και 17Β). Σ΄αυτή αναφέρει τα ακόλουθα: Έχει δύο κοριτσάκια ηλικίας 8 και 9 ετών. Με τον πατέρα του ενός κοριτσιού συζούσε όταν ήταν 18 μέχρι τα 23 της. Την είχε αγοράσει από τον άνδρα της ξαδέλφης της, ονόματι Jordan, για €1.000. Στη συνέχεια της είχε πει ότι θα την έπαιρνε εκδρομή στη Γαλλία. Εκεί πήγαν σε ένα μπαρ του οποίου ιδιοκτήτης ήταν κάποιος ονόματι Said. Ο Said αγόρασε τότε την Παραπονούμενη για €11.000, τα οποία πήρε ο Jordan και έφυγε για τη Βουλγαρία. Η Παραπονούμενη διέμενε σ΄ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου που ενοικίαζε ο Said. Ένα βράδυ ήλθαν 2 Γάλλοι, ένας άνδρας και μια γυναίκα, και κάθισαν μαζί με την Παραπονούμενη και τον Said και της πρόσφεραν ένα αναψυκτικό. Μαζί βγήκαν έξω για περίπατο και η Παραπονούμενη δεν θυμάται τι έγινε. Πρέπει να είχαν βάλει κάτι στο ποτό της. Όταν ξύπνησε βρισκόταν στο Ρόττερνταμ μόνη της σ΄ ένα μπαρ. Βγήκε στους δρόμους να ψάξει τα άτομα που την είχαν φέρει αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κατέληξε στον Ερυθρό Σταυρό όπου έμεινε για 10 μέρες. Στο Ρόττερνταμ έμεινε τελικώς λίγες μέρες μέχρι που με τη βοήθεια της Αστυνομίας διευθετήθηκε η έκδοση των εγγράφων της και επέστρεψε στη Βουλγαρία στην πόλη Ruse όπου έμεινε σε ένα ξενοδοχείο. Στη Βουλγαρία δεν είχε δουλειά και λάμβανε βοήθεια από την κυβέρνηση. Σε κάποια στιγμή την βρήκε ο ξάδερφος του άντρα της Stanko και την πήρε στη Γερμανία για να εργαστεί ως πόρνη στον δρόμο. Εκεί η Παραπονούμενη δούλεψε για δύο μήνες. Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία τη βρήκε ο Jordan ο οποίος φρόντιζε τη μία κόρη της και για να ζήσουν το παιδί τους πήγαν στη Δανία. Εκεί ο Jordan πούλησε τη Μ.Κ.8 σε κάποιο ονόματι Savet για €1000. Η Παραπονούμενη έμεινε στη Δανία για 5 μήνες μέχρι που την συνέλαβε η Αστυνομία γιατί δεν είχε άδεια να μείνει εκεί. Παρέμεινε στον Ερυθρό Σταυρό μέχρι να γεννήσει τη δεύτερη της κόρη τον Σεπτέμβριο 2005 και στη συνέχεια την έστειλε η Αστυνομία πίσω στη Βουλγαρία με το μωρό της. Αρχικά έμενε με ένα γνωστό της (τον Choko) για 2 χρόνια και μετά στους γονείς της στην πόλη Pleven για 5 χρόνια. Επειδή δεν δούλευε, το Κράτος τής πήρε το μικρό της και το έβαλε σε στέγη. Μετά η Παραπονούμενη πήγε στην πόλη Ruse όπου αναγκάστηκε να δουλέψει ως πόρνη στον δρόμο. Εκεί συνάντησε τον Menderes με τον οποίο έμενε μαζί του για ένα μήνα. Ενώ δούλευε στον δρόμο γνώρισε ένα τσιγγάνο πελάτη ο οποίος την πήρε στον Sharik. Αυτός την αγόρασε. Της υποσχέθηκε ότι από τα λεφτά που θα έπαιρνε από τη δουλειά θα τα χρησιμοποιούσε για να βγάλει την κόρη της από τη στέγη και θα της έδινε το παλιό σπίτι του στη Βουλγαρία για να ζήσει με την κόρη της. Τον Αύγουστο του 2013 ο Sharik της γνώρισε τον αδελφό του τον Danail (δηλ. τον Κατηγορούμενο). Πήγαν οι τρεις τους στη Σόφια για να πάρουν ακόμα μια κοπέλα (την Sebat) και μετά στο Βουκουρέστι και από εκεί στη Γαλλία στις Κάννες. Εκεί τους περίμενε η Draga και η Gulyar. Στις Κάννες δούλεψε η Παραπονούμενη μαζί με την Gulyar και τη Sebat ως πόρνες στον δρόμο. Όλα τα λεφτά που έβγαζαν και οι τρεις την πρώτη βδομάδα τα μάζευε η Gulyar και τα έβαζε στην Τράπεζα σε λογαριασμό του Sharik. Λόγω του ότι η Sebat και η Gulyar δεν έβγαζαν όσα λεφτά έβγαζε η Παραπονούμενη της δημιούργησαν πρόβλημα και είπαν ψέματα στον Sharik με αποτέλεσμα εκείνος να διατάξει την Gulyar να την κτυπήσει κάτι που επαναλήφθηκε και σε άλλη περίπτωση. Παρόλα όσα έγιναν η Παραπονούμενη συνέχισε να δουλεύει μαζί με τις άλλες κοπέλες και ο Κατηγορούμενος όταν ήρθε στη Γαλλία κτύπησε τη Μ.Κ.8 για τον λόγο ότι η Παραπονούμενη δεν είχε σ΄ εκείνο το στάδιο πολλή δουλειά. Ο Κατηγορούμενος έμεινε λίγες μέρες στη Γαλλία και μετά πήγε στη Βουλγαρία. Συνέχισε η Παραπονούμενη να δουλεύει μαζί με τις άλλες κοπέλες και όσα λεφτά έβγαζαν τα έδιναν στην Gulyar. Αν η Παραπονούμενη δεν έδινε τα λεφτά στην Gulyar η τελευταία είχε οδηγίες από το Sharik και τον Κατηγορούμενο να την κτυπά. Σε κάποιο στάδιο η Gulyar και η Sebat έφυγαν. Εν τω μεταξύ είχαν έλθει στην Γαλλία ο Sharik και ο Κατηγορούμενος. Ακολούθησε σε κάποιο στάδιο η αναχώρηση του Κατηγορουμένου, του Sharik, της Draga και της Παραπονούμενης για το Βουκουρέστι και στη συνέχεια στη Βουλγαρία στην πόλη Ruse. Στις 27.11.13 ήλθε η Παραπονούμενη μαζί με τον Κατηγορούμενο και την Draga στην Κύπρο. Όταν έφτασαν στο αεροδρόμιο ο Κατηγορούμενος διευθέτησε και πήραν ταξί για να καταλήξουν στο ξενοδοχείο «Δελφοί» όπου και θα διέμεναν. Το ίδιο βράδυ ο Κατηγορούμενος τους αγόρασε προφυλακτικά από ένα περίπτερο, τους έδωσε από ένα τηλέφωνο και τους έβαλε μέσα από μία κάρτα τηλεφώνου που είχε αγοράσει από το περίπτερο. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος τους υπέδειξε ένα δρόμο λέγοντας τους ότι εκεί θα δούλευαν. Πρόκειται για τον χώρο όπου τελικώς τους συνέλαβε η Αστυνομία την επόμενη μέρα. Τους είχε δε δώσει οδηγίες να μένουν περίπου 15 λεπτά με τον κάθε πελάτη και να του τηλεφωνούν κάθε φορά που θα άρχιζαν και όταν τέλειωναν. Επίσης τους είχε πει να ζητούν €30 για στοματικό σεξ και €50 για σεξ. Ακόμη τους έδειξε ένα χώρο στάθμευσης για να πηγαίνουν με τους πελάτες και να κάνουν σέξ μέσα στα αυτοκίνητα τους. Εκείνο το βράδυ η Παραπονούμενη είχε πάει με 6 πελάτες και είσπραξε €210. Όταν επέστρεψαν στο ξενοδοχείο έδωσε στον Κατηγορούμενο όλα τα λεφτά και εκείνος τηλεφώνησε στον Sharik και ο τελευταίος διέταξε την Παραπονούμενη να εργάζεται κάθε νύκτα ως πόρνη στον δρόμο και τα λεφτά που θα είσπραττε να τα δίδει στον Κατηγορούμενο. Στις 28.11.13 πήγαν ξανά η Παραπονούμενη και η Draga στον ίδιο δρόμο για δουλειά. Πήγε με πέντε πελάτες και σε κάποια στιγμή ήλθε ο Κατηγορούμενος και τους έφερε σάντουϊτς. Στη συνέχεια είδαν ένα αυτοκίνητο που τις προσέγγισε και αυτές το πλησίασαν. Κατέβηκε από αυτό ένας άνδρας και τις έπιασε από το χέρι οπόταν η Draga του δάγκωσε το χέρι και αμέσως ήλθαν και άλλα άτομα τα οποία τους είπαν ότι ήταν αστυνομικοί. Πρόκειται βεβαίως για το στάδιο της σύλληψης της Παραπονούμενης η οποία στη συνέχεια οδηγήθηκε μαζί με την Draga σε Αστυνομικό Σταθμό. Στη συνέχεια της μαρτυρίας της η Παραπονούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: ü Τα ποσά που έπαιρνε από τους πελάτες ήταν σύμφωνα με το τι της έλεγαν ο Κατηγορούμενος και ο Sharik. Η ίδια δεν κρατούσε για τον εαυτό της ούτε ένα σεντ. ü Έπρεπε να τελειώνει γρήγορα με τους πελάτες διότι αν καθυστερούσε θα είχε πρόβλημα με τον Κατηγορούμενο και τον Sharik. ü Την ανάγκαζαν ακόμη και όταν ήταν με την έμμηνο ρύση της να δουλεύει ως πόρνη. ü Ο Κατηγορούμενος έτυχε να την κτυπήσει με γροθιές στο πρόσωπο όταν ευρισκόταν στη Γαλλία. ü Επιθυμεί πάρα πολύ να αλλάξει τη ζωή της. Η δουλειά της είναι απαίσια και χυδαία. Έτσι το έφερε η ζωή της και συνάντησε αυτούς τους ανθρώπους. Θέλει να δουλέψει μια κανονική ζωή για να ζήσει τα παιδιά της. Στην αντεξέταση της η Παραπονούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Sharik και ο Κατηγορούμενος την ανάγκασαν να γίνει πόρνη. Συγκεκριμένα ήταν ο Sharik που την αγόρασε, της έκανε τα έγγραφα, την πήρε στη Γαλλία αλλά εμπλέκεται και ο αδελφός του γιατί τα λεφτά τα εισέπρατταν και τα 2 αδέρφια. Κληθείσα να σχολιάσει την αναφορά της στην κατάθεσή της ημερ. 2.12.13 (Τεκμήριο 3Α) ότι από 20 χρόνων δουλεύει ως πόρνη και ότι είχε κατά καιρούς διάφορους μαστροπούς ανέφερε ότι αυτά είναι λάθος και ότι τότε ήταν στη Γερμανία για δύο μήνες πόρνη και μετά σταμάτησε αυτή τη δουλειά. Σήμερα δε είναι 30 ετών και στα 10 χρόνια που μεσολάβησαν από τότε εργαζόταν μια «κανονική» δουλειά - όπως το έθεσε - και συγκεκριμένα ήταν καθαρίστρια. Τον Sharik και τον Κατηγορούμενο τους γνώρισε τον Σεπτέμβριο 2013. Ερωτηθείσα σε σχέση με κάποιες αναφορές της στην κατάθεσή της ημερ. 5.12.13 (Τεκμήρια 17Α και 17Β) εξήγησε ότι ο Angel δεν την προωθούσε στην πορνεία αλλά την πωλούσε για να πάρει λεφτά. Την πώλησε δε μια φορά στον Said στη Γαλλία και μια φορά στον Savet. Αυτοί δε που την αγόραζαν την παντρεύονταν αλλά δεν την ωθούσαν στην πορνεία. Πρόσθεσε ότι ο Said ήθελε όπως η Παραπονούμενη δουλέψει ως πόρνη αλλά η ίδια αρνήθηκε να το πράξει. Διευκρίνισε ότι όταν έλεγε ότι κάποιοι άνδρες που την αγόρασαν την παντρεύτηκαν δεν εννοούσε ότι είχε μεσολαβήσει πράξη γάμου. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι δεν θυμάται πότε ήταν χρονικά που ο Stanco της πρότεινε να την πάρει στη Γερμανία για να εργαστεί ως πόρνη στον δρόμο. Σε κατοπινό στάδιο όταν γνώρισε η Παραπονούμενη τον Sharik αυτός της είχε πει ότι είναι συγγενής με τον Stanco. Στην ερώτηση κατά πόσο ήταν ήδη πόρνη και σε παραπλήσια υποβολή ότι δεν την είχαν καταστήσει πόρνη ο Κατηγορούμενος και ο Sharik, η Παραπονούμενη αναφέρθηκε στην άσχημη εμπειρία που είχε μαζί τους στη Γαλλία. Ειδικότερα στο ότι την πήραν, την έβαλαν στην πορνεία, τής έπαιρναν όλα τα λεφτά, καθώς και στο ότι την απειλούσαν και την τρομοκρατούσαν ότι δεν θα έβλεπε ποτέ τα παιδιά της και ότι θα έπρεπε να κάνει το καλύτερο για να μην τα χάσει. Γι΄ αυτό, πρόσθεσε, εργαζόταν ως πόρνη. Ανέφερε δε ότι την κτυπούσαν για τα λεφτά, δεν τους ενδιέφερε η ζωή της αλλά μόνο το χρήμα. Σε άλλο σημείο τόνισε ότι αν δεν είχε τέτοιους μαστροπούς όπως τον Sharik και τον Κατηγορούμενο δεν θα έκαμνε τέτοια δουλειά. Ανέφερε ακόμα και το ότι ο Sharik της είχε πει ότι θα έπρεπε να πάει να δουλέψει στην Κύπρο για να βγάλει λεφτά για την πρωτοχρονιά και τότε όταν θα επέστρεφε θα έβλεπε το παιδί της. Ισχυρίστηκε σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης της ότι ο Κατηγορούμενος και ο Sharik έβαζαν τις άλλες κοπέλες που ήταν μαζί της να τη δέρνουν άσχημα, ενώ αναφέρθηκε εκ νέου στο ότι την είχε κτυπήσει και ο Κατηγορούμενος και ότι μάλιστα την απειλούσε ότι θα την κτυπήσει ξανά. Την ανάγκαζε δε να φορά ψηλά παπούτσια και της καθόριζε το ποσό των χρημάτων που θα έπαιρνε από τους πελάτες ανάλογα με το είδος του σεξουαλικών υπηρεσιών που θα τους πρόσφερε. Διευκρίνισε ότι στη Δανία δεν εργαζόταν. Εκεί ήταν παντρεμένη με τον Savet. Με αυτόν δεν είχε προβλήματα. Σ΄ άλλη ερώτηση ανέφερε ότι μετά την παραμονή της στην Δανία επέστρεψε στη Βουλγαρία όπου παρέμεινε με τους γονείς της για 5 χρόνια. Δέχθηκε ότι μαζί πήγαν στην πόλη Ruse όπου αναγκάστηκε να δουλέψει ως πόρνη στον δρόμο και ότι μετά την βρήκε ο Menderes ο οποίος την ανάγκαζε να είναι πόρνη. Απ΄ εκεί δε συνάντησε ένα τσιγγάνο ο οποίος την πήρε σπίτι του και στη συνέχεια την πώλησε στον Sharik όπως είχε η ίδια μάθει αργότερα από τον ίδιο. Ο Sharik την είχε αγοράσει ως πόρνη, όχι για να την παντρευτεί. Τον Κατηγορούμενο τον γνώρισε τότε που την πήρε ο Sharik και συγκεκριμένα στις 9.9.13. Ο λόγος που θυμάται την ημερομηνία ήταν επειδή στις 12.9.13 είχαν πάει να της ετοιμάσουν τα έγγραφα της. Για το ταξίδι τους στη Γαλλία ανέφερε ότι τα εισιτήρια τα πλήρωσαν τόσο ο Sharik όσο και ο Κατηγορούμενος. Εκεί έμεινε για μια βδομάδα ο Κατηγορούμενος και ακολούθως έφυγε για τη Βουλγαρία. Ενόσω αυτός ευρισκόταν στη Γαλλία η Παραπονούμενη έδινε σ΄ αυτόν τα λεφτά που έβγαζε από τη πορνεία. Συγκεκριμένα τα έδινε στον Κατηγορούμενο. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος τα μάζευε και τα έδινε στον αδελφό του. Διευκρίνισε ότι ενόσω ο Κατηγορούμενος ήταν στη Γαλλία η Gulyar έδινε τα λεφτά στον Κατηγορούμενο. Όταν αυτός έφυγε για Βουλγαρία τα έδινε στον αδελφό του. Συγκεκριμένα η Gulyar με τραπεζικό έμβασμα τα έστειλε στη Βουλγαρία. Μάλιστα στη συνέχεια και αφού ρωτήθηκε εκ νέου για το ίδιο ζήτημα πρόσθεσε ότι τόσο η ίδια όσο και η Sebat έδιδαν τα λεφτά τους στην Gulyar και στη συνέχεια έβλεπε η Παραπονούμενη ότι η Gulyar έδινε τα λεφτά στον Κατηγορούμενο ο οποίος κρατούσε μια σακούλα χρώματος καφέ και τα μετρούσε λέγοντας τους «μπράβο» γι΄ αυτά που είχαν εισπράξει, ότι θα τα έστελλε στη Βουλγαρία και ότι εκείνος με τον αδελφό του θα τα κανόνιζαν. Όταν δε αυτός έφυγε για Βουλγαρία η Gulyar έστελλε τα λεφτά στον Sharik. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης της διευκρίνισε ότι πρώτα είχαν έλθει ο Κατηγορούμενος και ο Sharik στη Γαλλία και μετά ήλθαν στην Κύπρο η ίδια, η Draga και ο Κατηγορούμενος ενώ ο Sharik είχε μείνει στη Βουλγαρία. Ερωτηθείσα γιατί όταν πρώτα πήγε στη Βουλγαρία δεν έφυγε και ήρθε στη συνέχεια στην Κύπρο, η Παραπονούμενη απάντησε ότι είχε ρωτήσει τον Sharik αν μπορούσε να φύγει και αυτός της είχε πει ότι μόνο νεκρή θα έφευγε από το σπίτι του. Τόνισε ότι στην Κύπρο δεν ήλθε με τη θέληση της και ότι φοβόταν μην κάνουν κακό στα παιδιά της. Σ΄ ό,τι αφορά το πρώτο βράδυ στην Κύπρο ανέφερε ότι από τους πελάτες που είχε εισέπραξε €210 τα οποία έδωσε στον Κατηγορούμενο. Μάλιστα πρόσθεσε ότι στο τηλέφωνο ο Sharik της είπε ότι θα έπρεπε όλη τη βραδιά να δουλεύει κάτι που είχε ακούσει και ο Κατηγορούμενος και ο οποίος στη συνέχεια της είπε να πράξει ότι της είχε λεχθεί από τον αδελφό του. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της τόνισε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας μαστροπός και ότι καταθέτει αυτά που είπε στο Δικαστήριο αρνούμενη ότι της τα έχουν διδάξει αυτά που λέει, και ότι θέλει να πει την αλήθεια για να μην χρησιμοποιήσουν άλλες κοπέλες με τον ίδιο τρόπο όπως την ίδια δηλ. να εκμεταλλεύονται τα σώματα τους για να βγάζουν οι ίδιοι λεφτά. Διευκρίνισε ότι όσα είπε στην τρίτη κατάθεση της είναι η αλήθεια ενώ καθόσον αφορά την πρώτη και δεύτερη κατάθεση της αυτές δεν περιέχουν την αλήθεια διευκρινίζοντας ότι κάποια πράγματα που αναφέρει και τα οποία στη συνέχεια εξειδίκευσε στη δεύτερη κατάθεση είναι η πραγματικότητα. Ο λόγος που είπε ψέματα ήταν ο φόβος να μην κάνουν κακό στα παιδιά της στη Βουλγαρία εξηγώντας ότι ο ένας είναι εδώ - εννοώντας προφανώς τον Κατηγορούμενο - και ο άλλος - εννοώντας προφανώς τον Sharik - είναι στη Βουλγαρία. Η Draga της είχε πει να πει ψέματα. Μαρτυρία Κλινικής Ψυχολόγου Φωτούλας Λεοντίου Μ.Κ.9 Η Μ.Κ.9 είναι κλινική ψυχολόγος. Έχει εξετάσει τη Silviya κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας για διερεύνηση της ψυχολογικής της κατάστασης και την πιθανή παρουσία συμπτωμάτων μετατραυματικού συνδρόμου ένεκα της θυματοποίησης της. Για τον σκοπό αυτό ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο 7). Η εξέταση της στηρίχθηκε στη ψυχοδιαγνωστική κλινική συνέντευξη και στα αποτελέσματά του ψυχομετρικού εργαλείου Raven Progressive Matrices. Μέσω του ψυχομετρικού αυτού εργαλείου διερευνήθηκε το νοητικό της επίπεδο και διεπιστώθη ότι η Silviya έχει ελαφρά νοητική υστέρηση. Ανέφερε ότι λόγω της ελαφράς νοητικής υστέρησης και της έλλειψης διαπαιδαγώγησης της αυτή είναι υποβόλιμο άτομο. Δηλαδή πολύ εύκολα καθοδηγείται αν της προσφερθεί συναισθηματική προστασία και μέσα διαβίωσης και εύκολα έγινε θύμα εμπορίας διότι η ίδια θεωρεί πως είναι ο μοναδικός τρόπος να πετύχει τον στόχο της που είναι να έχει ένα σπίτι και τα παιδιά της. Εξήγησε ότι το νοητικό επίπεδο της Silviya στο οποίο λειτουργεί από μόνη της την καθιστά ευάλωτο ατόμο. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είναι αναλφάβητη και άρα όχι εκπαιδεύσιμη συνεπάγεται ότι δεν έχει καθόλου εφόδια για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στη ζωή της. Όπως τόνισε, η Silviya διαθέτει το προφίλ ενός ατόμου που μπορείς να χειριστείς προσφέροντάς της κάτι το οποίο θέλει. Όπως εξήγησε, η διαφορά της με ένα άτομο με φυσιολογικό νοητικό επίπεδο είναι ότι εκείνο θα απαιτούσε να έχει μία απόδειξη γι αυτό που του υπόσχεσαι ενώ στην περίπτωση του ατόμου με νοητική στέρηση του φτάνουν τα λόγια και οι υποσχέσεις. Η Μ.Κ.9 επεσήμανε ότι αυτή τη στιγμή η Silviya δεν έχει συμπτώματα μετατραυματικού συνδρόμου ένεκα της θυματοποίησης της. Πρόσθεσε δε ότι δεν έχει οποιαδήποτε επαφή με αυτό που συνέβη διότι στο μυαλό της το έχει ως δουλειά χωρίς να έχει μέσα της τις πληροφορίες του τι συνέβαινε κάθε μέρα με το σώμα της. Το θεωρεί δε ως μια δουλειά η οποία θα έχει ως κατάληξη την απόκτηση ενός σπιτιού με τα παιδιά της. Η Μ.Κ.9 εξέφρασε την εκτίμηση ότι αν η Silviya τύχει φροντίδας τότε θα μπορέσει να έχει επαφή με τα συναισθήματά της και είναι σε εκείνο το στάδιο που θα αναπτύξει ψυχιατρικά συμπτώματα. Εξήγησε σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης της ότι στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η Silviya αν δεν δεχτεί καθοδήγηση θα επαναλάβει αυτό που έκαμνε μέχρι σήμερα επισημαίνοντας ότι το μόνο που γνωρίζει είναι να χρησιμοποιεί το σώμα της για να μπορεί να έχει συνθήκες διαβίωσης. Εξηγώντας την απουσία συναισθημάτων από τη Silviya κατά το στάδιο που περιέγραψε το τι της συνέβηκε ανέφερε ότι αυτό δείχνει ένα μηχανισμό που ονομάζεται αποπροσωποποίηση όπου την ώρα που το άτομο προσφέρει το σώμα του αποκόπτεται νοητικά από αυτό ωσάν αυτό το γεγονός να μην είχε συμβεί. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.9 αναγνώρισε ότι στις περισσότερες δοκιμασίες που μετρώνται με αριθμούς (ψυχομετρικά τεστ) θα πρέπει να υπάρχει μία σύγκριση με νόρμες του πληθυσμού από τον οποίο προέρχεται ο εξεταζόμενος. Εξήγησε δε ότι το Raven Progressive Matrices αναπτύχθηκε για να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό - δηλαδή ατόμου από άλλη κουλτούρα - και ότι βρέθηκε το αποτέλεσμα του να κατηγοριοποιεί ορθά τη γενική κατηγορία νοητικού επιπέδου χωρίς να τίθεται θέμα σύγκρισης με νόρμα κάποιου συγκεκριμένου πληθυσμού. Εξήγησε δε ότι το τεστ αυτό ασχολείται με τον συλλογισμό, δηλαδή αν κάποιος μπορεί να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά και να καταλήξει σε ένα αποτέλεσμα. Αναγνώρισε ωστόσο ότι αν έψαχναν να δουν τη μνήμη, την κατανόηση και την κάθε γνωστική δυσλειτουργία ξεχωριστά τότε θα χρειάζονταν οπωσδήποτε νόρμες του συγκεκριμένου πληθυσμού στο οποίο ενέπιπτε η εξεταζόμενη. Πρόσθεσε ακόμη ότι το Raven Progressive Matrices δίνει ένα πηλίκο νοητικού επιπέδου, επισημαίνοντας ότι δεν μπορούμε να μιλούμε για κάποιον άνθρωπο με βάση το αποτέλεσμα ενός τεστ, γιατί το αποτέλεσμα αυτό θα πρέπει να συνάδει με τη συμπεριφορά και τον τρόπο που οργανώνει τη ζωή του ένας άνθρωπος. Για να καταλήξουν ωστόσο στην ύπαρξη νοητικής υστέρησης ενός ατόμου και όχι στο νοητικό πηλίκο υπάρχουν παγκόσμια κριτήρια του DSM και του ICD με αποτέλεσμα το νοητικό πηλίκο να είναι ένα από τα τρία κριτήρια. Ερωτηθείσα πώς μπόρεσε να αξιολογήσει η Μ.Κ.9 τα προβλήματα νοημοσύνης της παιδικής ηλικίας της Silviya, απάντησε ότι αυτό έγινε μέσω της ψυχοδιαγνωστικής κλινικής συνέντευξης από την οποία λήφθηκαν οι πληροφορίες για την παιδική ζωή της. Κληθείσα να εξηγήσει τον λόγο που η Silviya αποκαλούσε τα διάφορα άτομα που την αγόραζαν ως συζύγους της, αφού επεσήμανε ότι άτομα με ελαφριά νοητική υστέρηση έχουν μια ηλικία των 9 - 12 ετών όσον αφορά τη νοητική κατανόηση, ανάφερε ότι η Silviya αναζητούσε συνεχώς έναν άνθρωπο που θα ένιωθε ότι την προστατεύει και θα τη βοηθούσε να τα βγάζει πέρα με την επιβίωσή της. Γι αυτό, πρόσθεσε, πολύ γρήγορα θεωρούσε το άτομο που ήταν δίπλα της ως κάτι καλό οπόταν, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το ονόμαζε σύζυγο. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.9 δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία. Προτού διατυπώσουμε την εντύπωση που αποκομίσαμε από τη μάρτυρα αυτή επισημαίνουμε ότι η Υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει την ειδικότητα της ως κλινικής ψυχολόγου και τη θέση που κατέχει στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας ως Κλινική Ψυχολόγος Α'. Κατά συνέπεια προκύπτει ότι είναι εμπειρογνώμονας στην ειδικότητα της Κλινικής Ψυχολόγου και υπό αυτήν την ιδιότητα θα προσεγγισθεί η μαρτυρία της[1]. Πολύ καλά γνωστές είναι οι αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μιας τέτοιας μαρτυρίας χωρίς να χρειάζεται να γίνει επανάληψη τους. Είναι αρκετό πιστεύουμε να επισημάνουμε ότι ο ρόλος ενός εμπειρογνώμονα είναι να προσφέρει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία έτσι ώστε το Δικαστήριο να προβεί σε έλεγχο της ορθότητας των συμπερασμάτων του και όχι να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου. Για να μπορέσει δε το Δικαστήριο να εξαγάγει τη δική του ανεξάρτητη κρίση θα πρέπει ο εμπειρογνώμονας να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και να παρουσιάσει τη βάση επί της οποίας εργάστηκε[2]. Καταρχάς έχουμε ικανοποιηθεί πλήρως ότι η Μ.Κ.9 προέβη σε μια ολοκληρωμένη εξέταση της Silviya και ότι στα πλαίσια αυτής χρησιμοποίησε με κάθε δυνατό επαγγελματισμό διεθνώς αναγνωρισμένες μεθόδους και επιστημονικά εργαλεία διερεύνησης της ψυχολογικής κατάστασης. Περαιτέρω η Μ.Κ.9 μας έκανε πολύ καλή εντύπωση τόσο για την επιστημονική προσέγγιση που είχε στη διατύπωση των θέσεων της όσο και για τον απλό και κατανοητό τρόπο με τον οποίο μετέφερε στο Δικαστήριο τις θέσεις της δίδοντας, εκεί όπου χρειαζόταν, την αναγκαία τεκμηρίωση και επεξήγηση. Με σαφήνεια αναφέρθηκε στο είδος της αξιολόγησης της ψυχολογικής κατάστασης της Παραπονούμενης και στα μέσα που χρησιμοποίησε για τον σκοπό αυτό ήτοι τη ψυχοδιαγνωστική κλινική συνέντευξη και τα αποτελέσματα του ψυχομετρικού εργαλείου Raven Progressive Matrices. Ήταν πλήρως επεξηγηματική στην περιγραφή του προφίλ της Παραπονούμενης το οποίο την καθιστούσε ένα ιδιαίτερα ευάλωτο και υποβόλιμο άτομο που μπορούσε ένας τρίτος να τη χειριστεί. Το ίδιο επεξηγηματική ήταν και σε σχέση με τη διαπίστωση της ότι σε αυτό το στάδιο η Παραπονούμενη δεν έχει συμπτώματα μετατραυματικού συνδρόμου ένεκα της θυματοποίησης της, ξεκαθαρίζοντας ότι ψυχιατρικά συμπτώματα θα αναπτυχθούν όταν αυτή μπορέσει να έχει επαφή με τα συναισθήματα της. Ταυτόχρονα υπήρξε πλήρως κατατοπιστική για τη διαπίστωση της περί απουσίας συναισθημάτων από την Παραπονούμενη κατά το στάδιο που η τελευταία περιέγραψε αυτά που της συνέβηκαν. Εξήγησε δε, ότι αυτό οφείλετο στο μηχανισμό της αποπροσωποποίησης. Η μαρτυρία της Μ.Κ.9 δεν έχει αμφισβητηθεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης από την Υπεράσπιση. Σ΄ αυτό το στάδιο η Υπεράσπιση επεδίωξε μόνο να εξασφαλίσει κάποιες περαιτέρω διευκρινήσεις τις οποίες η Μ.Κ.9 έδωσε καταθέτοντας με την ίδια σαφήνεια και θετικότητα που χαρακτήριζε τη μαρτυρία της και κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η μαρτυρία της γίνεται εξ ολοκλήρου αποδεκτή. Μαρτυρία Υπεράσπισης Μαρτυρία Κατηγορουμένου Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, κάλεσε αυτόν σε απολογία και του εξήγησε τα δικαιώματα του. Αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και να καλέσει και μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ήλθε στην Κύπρο μαζί με την Παραπονούμενη και τη Draga από τη Βουλγαρία με σκοπό ο ίδιος να βρει δουλειά. Το επάγγελμα του είναι πογιατζής και κάνει υδρομονώσεις. Είναι αυτός που πλήρωσε για τα εισιτήρια και των τριών, όπως επίσης και για τα δωμάτια τους σε ξενοδοχείο για δύο μέρες. Τα χρήματα για τα εισιτήριο της Παραπονούμενης του τα είχε δώσει ο αδελφός του. Όταν ήλθαν στην Κύπρο είχε στην κατοχή του €450 από τα οποία πλήρωσε €50 για ταξί και €130 για τη διαμονή δύο ημερών στο ξενοδοχείο. Η Draga και η Παραπονούμενη από μόνες τους αποφάσισαν να βγουν έξω στον δρόμο και να κάνουν σεξ χωρίς, όμως, να το γνωρίζει ο ίδιος διότι δεν ήταν μαζί τους. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι είχε υποχρεώσει ο ίδιος την Παραπονούμενη να κάνει έρωτα έναντι αμοιβής, όπως και το ότι έπαιρνε χρήματα από αυτή. Ουδέποτε δε την κτύπησε ή την κακοποίησε και διερωτήθηκε για τον ισχυρισμό της ότι τον φοβάται. Στις 29.11.13 βρέθηκε στην περιοχή, που οι δύο κοπέλες συνελήφθησαν από την Αστυνομία, για τον λόγο ότι είχε πάει για να τους δώσει σάντουϊτς, τα οποία τους είχε αγοράσει μετά που του το είχαν ζητήσει η Draga και η Παραπονούμενη μέσω τηλεφώνου. Την Παραπονούμενη την γνωρίζει επειδή αυτή ήταν παντρεμένη στην πόλη Ruse πριν χρόνια και η μικρή του κόρη πηγαίνει στο ίδιο σχολείο με την κόρη της, την οποία η Παραπονούμενη άφησε να την προσέχει κάποια γυναίκα. Αρνήθηκε τη θέση ότι αυτός και ο αδελφός του κατέστησαν την Παραπονούμενη πόρνη, προσθέτοντας ότι η Παραπονούμενη ήταν πόρνη πριν ο ίδιος την γνωρίσει. Ουδέποτε την έστειλε σε οποιαδήποτε χώρα για να εργαστεί ως πόρνη, ούτε ποτέ πήρε λεφτά από την ίδια τα οποία να ήταν προϊόν πορνείας. Στην αντεξέταση του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η Draga είναι γυναίκα του, αν και δεν έχουν συνάψει πολιτικό γάμο. Έχουν δε μαζί ένα κοριτσάκι 3 ετών. Στη Βουλγαρία ήταν άνεργη. Είναι ο ίδιος που εργάζεται. Νομίζει ότι όταν ευρίσκονταν στη Γαλλία η Draga μαζί με την Παραπονούμενη αυτές εκπορνεύονταν. Ο ίδιος δεν ήταν μαζί τους στη Γαλλία, παρά μόνο στις 22.12.13 οπόταν και επέστρεψαν απ' εκεί στη Βουλγαρία και εν συνεχεία ήλθαν στην Κύπρο στις 28.12.13. Ερωτηθείς αν η γυναίκα του εκπορνεύετο απάντησε ότι δεν είδε τι δουλειά έκαμνε αλλά έμαθε ότι εκπορνεύετο. Υποστήριξε ότι από μόνη της είχε αποφασίσει να πάει στη Γαλλία. Αρνήθηκε ότι εκπόρνευε την Draga, λέγοντας ταυτόχρονα ότι δεν μπορούσε να την σταματήσει από του να δουλεύει ως πόρνη. Ερωτηθείς αν όταν ήλθε στην Κύπρο είχε εισιτήριο με επιστροφή, απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι αν δεν εύρισκε δουλειά τότε θα εξασφάλιζε εισιτήριο. Ερωτηθείς, σε σχέση με τη γραπτή αναφορά του ότι η Παραπονούμενη είναι ξαδέλφη της γυναίκας του, είπε ότι έτσι του είχαν πει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι την Παραπονούμενη την ξέρει γιατί ήταν παντρεμένη με ένα γείτονα του στη Βουλγαρία και η κόρη της πηγαίνει στο ίδιο σχολείο με την κόρη του. Πρόσθεσε ακόμη ότι η γειτόνισσα του προσέχει το μωρό της Παραπονούμενης και ότι ο αδελφός της (γειτόνισσας του) ήταν παντρεμένος με την Παραπονούμενη. Αρνήθηκε ότι η Παραπονούμενη τού έδωσε χρήματα ενόσω ήταν στην Κύπρο. Σε ερώτηση για το πώς πέρασαν την επόμενη της αφίξεως τους στην Κύπρο ανέφερε ότι είχαν πάει για βόλτα, στη συνέχεια για καφέ και φαγητό και ακολούθως στο ξενοδοχείο για ξεκούραση. Ανέφερε ότι οι δύο κοπέλες το βράδυ είχαν βγει έξω και τις έπιασε η Αστυνομία. Σ΄ άλλο σημείο ανέφερε ότι το βράδυ της αφίξεως τους στην Κύπρο είχαν πάει στο Λούνα Παρκ και διασκέδασαν. Αρνήθηκε ότι είχαν έλθει στην Κύπρο για διακοπές και όχι για δουλειά. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι την πρώτη νύκτα οι δύο κοπέλες είχαν βγει στον δρόμο και ότι η Draga είχε πάρει €30 από πελάτη, ενώ δεν γνωρίζει για την Παραπονούμενη. Ανέφερε ακόμη ότι του είχαν ζητήσει €10 και τους τα έδωσε και αυτές αγόρασαν προφυλακτικά και μωρομάντηλα. Πρόσθεσε ότι το πρώτο βράδυ που ήλθαν στην Κύπρο, μετά το Λούνα Παρκ, πέρασαν από ένα περίπτερο και οι δύο κοπέλες αγόρασαν τα προφυλακτικά και τα μωρομάντηλα και στη συνέχεια βγήκαν έξω. Την επόμενη μέρα πάλι οι κοπέλες πήγαν στον δρόμο και γύρω στις 11 το βράδυ του τηλεφώνησαν να τους πάρει κάτι να φάνε και πράγματι τους πήρε δύο σάντουϊτς. Στον Αστυνομικό που τους συνέλαβε ντράπηκε να του πει ότι η Draga είναι γυναίκα του. Γι΄ αυτό του είπε ότι είχε πάει ο ίδιος να κάνει σεξ μαζί τους και ότι τις λυπήθηκε και τους έδωσε δύο σάντουϊτς, προσθέτοντας ότι μετά στην Αστυνομία είχε πει την αλήθεια. Σ΄ άλλο σημείο ανέφερε ότι ο λόγος που δούλευε η Draga ήταν για να στέλλει λεφτά στο παιδί της στη Βουλγαρία. Ερωτηθείς κατά πόσο αποδέχετο να στείλει λεφτά μέσω της πορνείας απάντησε ότι όλοι μας παλεύουμε για τα παιδιά μας και ότι ο κάθε άνθρωπος δουλεύει γι΄ αυτά. Σε ερώτηση γιατί στην Αστυνομία δεν απάντησε στην ερώτηση που του έκαναν για το πότε είχε πάει και πόσο καιρό παρέμειναν στη Γαλλία απάντησε αρχικά ότι δεν είχε ερωτηθεί. Στη συνέχεια όταν του τέθηκε ότι είχε πει πως δεν θα απαντήσει στην ερώτηση αυτή (Τεκμήριο 5Β) δέχθηκε ότι το είπε. Πρόσθεσε ότι ο λόγος που δεν απάντησε ήταν γιατί ενώ ήθελε να τηλεφωνήσει στους δικούς του, ο αστυνομικός του είχε πει ότι δεν είχε δικαίωμα να τηλεφωνήσει. Ερωτηθείς απλώς γιατί απάντησε τα άλλα ερωτήματα είπε ότι ο αστυνομικός τον ρωτούσε πολλά πράγματα αλλά δεν θυμάται. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν ήξερε τα δικαιώματα του. Σημειώνεται εδώ ότι αναγνώρισε στο Τεκμήριο 24, που αποτελεί έντυπο δικαιωμάτων και επεξήγησης δικαιωμάτων, την υπογραφή του. Ισχυρίστηκε ότι η απάντηση του στην ερώτηση 23 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αρνούμενος ότι είχε πει ότι την απόφαση για να έλθουν στην Κύπρο την είχε πάρει ο ίδιος και ότι είχε πείσει τη Παραπονούμενη και την Draga να έλθουν εδώ να δουλέψουν επειδή ήσαν άνεργοι. Προσέθεσε ότι ο ίδιος ήλθε για να βρει δουλειά στην Κύπρο και ότι οι δύο κοπέλες από μόνες τους αποφάσισαν να βγουν στους δρόμους. Εν συνεχεία ανέφερε ότι ο ίδιος και η γυναίκα του είχαν έλθει για να βρουν δουλειά και ότι από μόνες τους αποφάσισαν να εκπορνεύονται. Ερωτηθείς τι δουλειά θα έκαμνε η γυναίκα του στην Κύπρο είπε ότι δεν του είχε πει και ότι αποφάσισαν να έλθουν για ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ανήκει σε κύκλωμα στο οποίο ανήκει και ο αδελφός του καθώς και ότι πωλούν και εκπορνεύονται γυναίκες. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι όταν πήγε στη Γαλλία για να πάρει την Draga απλώς επέστρεψε μαζί τους και η Παραπονούμενη. Ο λόγος δε που είχε πάει στη Γαλλία ήταν γιατί φοβόταν η Draga να ταξιδέψει μόνη της στο αεροπλάνο. Αρνήθηκε ότι στρατολόγησε την Παραπονούμενη και ότι πλήρωσε το εισιτήριο της για να την φέρει στην Κύπρο. Αρνήθηκε ακόμη ότι εξανάγκασε την Παραπονούμενη να έλθει στην Κύπρο και να κάμνει την πόρνη διότι της υποσχέθηκε ότι θα έχει σπίτι και ότι θα πάρει τα παιδιά της. Αρνήθηκε επίσης ότι απειλούσε την Παραπονούμενη ότι θα την σκότωνε αν δεν συνέχιζε να εργάζεται ως πόρνη. Μαρτυρία Μαρτύρων Υπεράσπισης (Μ.Υ.1 και 2) Η πρώτη μάρτυρας Υπεράσπισης ήταν η Καμέλια Άντοβα, η οποία κατάγεται από την πόλη Ruse της Βουλγαρίας και γνωρίζει τον Κατηγορούμενο εδώ και πολλά χρόνια. Ήρθε στην Κύπρο για να καταθέσει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης όταν έμαθε γι΄ αυτή από τη μητέρα του Κατηγορουμένου, με την οποία είναι καλές φίλες. Η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εργαζόταν ως εργάτης στις οικοδομές και ως μπογιατζής. Η ίδια εργάζεται στο Γραφείο Ευημερίας στη Βουλγαρία και ανατρέφει δύο παιδιά ως επαγγελματίας ανάδοχη οικογένεια. Δεν γνωρίζει προσωπικά τη Μ.Κ.8, όμως γνωρίζει την κόρη της και τη γυναίκα που τη φροντίζει. Ανήκουν και οι δύο στη μειονότητα των Τσιγγάνων στη Βουλγαρία, η οποία δεν είναι πολύ μεγάλη και έτσι όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Από όσα της έχει πει η γυναίκα που φροντίζει το παιδί της Μ.Κ.8, η μάρτυρας γνωρίζει ότι αυτή έχει 2 κόρες και ακόμα ένα γιο στη Δανία, και ίσως έχει και τρίτη κόρη στη Βουλγαρία. Η Μ.Κ.8 χάλασε ένα σπίτι, δηλαδή συνήψε δεσμό με τον σύζυγο, και ακολούθως χάλασε και άλλο σπίτι και απέκτησε την κόρη της από αυτόν τον δεσμό. Μετά έκανε άλλη σχέση και απέκτησε άλλο παιδί το οποίο φροντίζει ο πατέρας του. Η μάρτυρας γνωρίζει ακόμη ότι η Μ.Κ.8 δεν διατηρεί σχέση με την κόρη της. Τέλος η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο από παλιά, όταν αυτή φρόντιζε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων κοντά στο σπίτι του Κατηγορουμένου, και ότι αυτός τους βοηθούσε με προθυμία χωρίς να ζητά αμοιβή και είναι πολύ καλού χαρακτήρα. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι εργάστηκε στον Κοινωνικό Τομέα για 6 χρόνια, και ότι από το 2010 είναι επαγγελματίας ανάδοχη μητέρα. Στο παρόν στάδιο είναι άνεργη και κάνει όποια δουλειά προκύψει με σύμβαση με το Γραφείο Ευημερίας. Ο Κατηγορούμενος εργάστηκε στον σύζυγο της μάρτυρος, ο οποίος ασχολείτο με την αγορά και πώληση παλιών σιδερικών. Αγόρασε η ίδια το εισιτήριο της για να έρθει στην Κύπρο και φιλοξενείται σε φίλους της στη Λεμεσό. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι άνθρωποι του Κατηγορουμένου της πλήρωσαν το εισιτήριο για να έρθει να καταθέσει υπέρ του, ότι η ίδια δεν έχει σχέση με την κόρη της Μ.Κ.8 και ότι όσα ανέφερε για την τελευταία είναι δικά της λόγια. Ο Stancho Sandev, Μ.Υ.2, επίσης από τη Ruse, ήταν ο επόμενος μάρτυρας. Αυτός γνωρίζει τον Κατηγορούμενο τα τελευταία δύο χρόνια, καθότι ο τελευταίος εργαζόταν στην εταιρεία του μάρτυρος. Η εταιρεία του ασχολείται με τσιμέντο. Ο Μ.Υ.2 ήρθε στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, όταν η Draga του είπε ότι κράτησαν τον Κατηγορούμενο εδώ για υπόθεση πορνείας ενώ υποχρέωσαν την ίδια να πει ψέματα σε κατάθεση της, ότι ένας αστυνομικός της δάγκωσε το χέρι και ότι της είχαν υποσχεθεί να της βρουν σπίτι και να τη φροντίζουν αν κατέθετε εναντίον του Κατηγορουμένου. Η ίδια όμως θέλει την επιστροφή του συζύγου της στη Βουλγαρία καθότι έχουν και ένα παιδί μαζί. Ο Μ.Υ.2 γνωρίζει τη Μ.Κ.8 καθότι διαμένουν στην ίδια συνοικία, και επίσης γνωρίζει ότι αυτή κάνει σχέσεις με άντρες και μετά τους εγκαταλείπει, ενώ την είδε να εκπορνεύεται. Δεν γνωρίζει κατά πόσο η Μ.Κ.8 έφυγε εκτός Βουλγαρίας και δεν είδε τον Κατηγορούμενο να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί της. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο για ένα καλύτερο μέλλον και για να εργαστεί στις οικοδομές επειδή εδώ πληρώνουν καλύτερα, με σκοπό να μπορεί να συντηρεί την οικογένεια του. Δεν ήρθε για να ασχοληθεί με την πορνεία. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ο Μ.Υ.2 είπε ότι η Draga του ανέφερε μόνο όσα είχε πει κατά την κυρίως εξέταση του. Φάνηκε στον ίδιο πολύ παράξενο που κράτησαν τον Κατηγορούμενο για υπόθεση πορνείας. Ο ίδιος είπε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει αδελφό και δεν διέμενε στη Ruse πριν τον γνωρίσει ο μάρτυρας. Αυτός πλήρωσε για το εισιτήριο του για να έρθει στην Κύπρο. Ένας συγγενής έκανε τις διευθετήσεις για να ταξιδέψουν μαζί με τη Μ.Υ.1. Η εταιρεία του μάρτυρος έχει πτωχεύσει και λαμβάνει επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας, ενώ πλήρωσε για το εισιτήριο του από αποταμιεύσεις του. Ο Μ.Υ.2 διευκρίνισε ότι δεν διαμένει στην ίδια συνοικία με τη Μ.Κ.8, αλλά ότι αυτή διαμένει στη συνοικία όπου μένουν οι συγγενείς της συζύγου του, και γι΄ αυτό γνωρίζει τη Μ.Κ.8. Την είδε πολλές φορές (πριν δύο χρόνια) στους δρόμους να εκπορνεύεται μαζί με 2-3 άλλες κοπέλες. Γνωρίζει ότι είχε δεσμό με ένα άντρα με τον οποίο έκανε παιδί, τους εγκατέλειψε, ενώ έμαθε ότι μετά αυτή είχε δεσμό με τον Χρίστο. Ο Μ.Υ.2 αρνήθηκε ότι το κύκλωμα που προωθεί γυναίκες σε πορνεία του πλήρωσε το εισιτήριο για να έρθει να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο, ότι το επάγγελμα του Κατηγορουμένου είναι η προώθηση γυναικών στην πορνεία, και ότι ο τελευταίος εκμεταλλευόταν σεξουαλικά τόσο τη Draga όσο και τη Μ.Κ.8. Τέλος, ανέφερε ότι ίδιος είναι πτωχεύσας από το 2004 και δουλεύει σε μικροδουλειές. Μαρτυρία Draga (Μ.Υ.3) Η Μ.Υ.3, καταθέτοντας, εν πρώτοις ανέφερε ότι με τον Κατηγορούμενο είναι σαν αντρόγυνο παρά το ότι δεν έχουν παντρευτεί. Ανέφερε ότι είχαν έλθει μαζί με τον Κατηγορούμενο και τη Silviya στην Κύπρο για να βρουν εργασία. Διέμεναν δε σε ξενοδοχείο. Η ίδια και η Silviya κατόπιν πρωτοβουλίας της Silviya δούλεψαν ως πόρνες για δύο βράδια. Ο Κατηγορούμενος δεν είχε ιδέα για το γεγονός αυτό. Τον δρόμο όπου πήγαν και δούλεψαν ως πόρνες τον βρήκε η Silviya. Προηγουμένως εξασφάλισαν δύο κουτιά προφυλακτικά και μωρομάντηλα. Τον Κατηγορούμενο η Μ.Υ.3 τον γνωρίζει εδώ και 3 χρόνια. Μαζί του έχει αποκτήσει ένα κοριτσάκι. Στη Βουλγαρία ο Κατηγορούμενος εργάζετο στις οικοδομές. Αναφερόμενη στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία είπε ότι στην αρχή οι Αστυνομικοί που την ανέκριναν της συμπεριφέρθηκαν καλά, αλλά στη συνέχεια άρχισαν να την μπερδεύουν και να της λένε ότι θα της έφερναν το παιδί της και θα της έδιναν σπίτι αν έλεγε ότι ο Κατηγορούμενος την έδερνε και ότι έπαιρνε τα λεφτά από την πορνεία που η ίδια έκανε. Τότε αυτή τους είπε ότι ο Κατηγορούμενος είναι αθώος και ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με αυτά. Μάλιστα, ενώπιον μας ισχυρίσθηκε ότι οι Αστυνομικοί την απειλούσαν πως αν δεν τους βοηθούσε θα την έβαζαν φυλακή 8 μήνες και ότι ένας Αστυνομικός της είχε πει ότι αν δεν κατέθετε εναντίον του Κατηγορουμένου θα είχε αυτή προβλήματα και θα την έδερνε. Ερωτηθείσα κατά πόσο στις καταθέσεις που έδωσε υπάρχει κάτι που είναι αλήθεια, ισχυρίσθηκε ότι όλα όσα είπε είναι ψέματα. Σε ερώτηση κατά πόσο γνωρίζει να διαβάζει απάντησε αρνητικά. Όσον αφορά δε την πιστοποίηση που υπάρχει στο τέλος της πρώτης της κατάθεσης (Τεκμήριο 1Α) στην οποία αναφέρεται ότι μπορεί να διαβάζει, διευκρίνισε ότι δεν μπορεί να τα διαβάζει όλα και πως ό,τι έγραψε εκεί το έγραψε μόνο και μόνο για να την αφήσουν ήσυχη διότι την απειλούσαν πάρα πολύ. Όταν της υπεδείχθη η παρόμοια πιστοποίηση στο τέλος της κατάθεσης Τεκμήριο 4Α, όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι γνωρίζει πολύ καλά να διαβάζει, ισχυρίσθηκε ότι δεν είπε κάτι τέτοιο γιατί ξέρει να διαβάζει πολύ λίγο. Αναγνώρισε ωστόσο τις υπογραφές της στην εν λόγω κατάθεση εξηγώντας ότι ο λόγος που υπέγραψε ήταν επειδή την είχαν αναγκάσει να το κάνει. Ανέφερε ότι οι Αστυνομικοί έγραψαν περισσότερα που ήταν δικά τους λόγια και όταν αυτή διερωτήθηκε γι΄ αυτό εκείνοι της είπαν ότι γράφουν αυτά που τους λέει. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ήθελε να προσπαθήσει να διαβάσει τα γραφόμενα, αλλά εκείνοι δεν της την έδωσαν και απλώς τής είπαν να υπογράψει. Ερωτηθείσα εκ νέου κατά πόσο στις πιο πάνω καταθέσεις της υπάρχει οτιδήποτε που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα απάντησε ξανά ότι αυτά που είπε τα είπε επειδή την απειλούσαν και ήταν μπερδεμένη. Σε ερώτηση κατά πόσο η περιγραφή που έδωσε αναφορικά με την προσωπική της ζωή ανταποκρίνεται στην αλήθεια ανέφερε ότι δεν την ρώτησαν γι΄ αυτό το ζήτημα και ότι την ρωτούσαν μόνο για τον Κατηγορούμενο. Αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος κτύπησε οποιαδήποτε φορά την ίδια ή την Silviya. Σ΄ άλλο σημείο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι γνώρισε τη Silviya σε μια καφετέρια στη Γαλλία. Η Silviya τής είχε πει ότι εργαζόταν εκεί ως καθαρίστρια. Στη Γαλλία ήλθε και ο Κατηγορούμενος γιατί τον είχε παρακαλέσει η Μ.Υ.3 να έλθει να την πάρει πίσω διότι φοβόταν να ταξιδέψει μόνη της. Όταν δε, άκουσε η Silviya ότι επρόκειτο οι δύο τους να πάνε πίσω στη Βουλγαρία ζήτησε να έλθει μαζί τους και τής είπαν να πληρώσει το εισιτήριο της. Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι είναι ψέματα ότι ο Κατηγορούμενος στρατολόγησε τη Silviya ως πόρνη και επανέλαβε ότι αυτός είναι αθώος. Όσον αφορά τον εαυτό της η Draga ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ποτέ δεν την ανάγκασε να κάνει πορνεία, ούτε έπαιρνε λεφτά από την ίδια από την πορνεία που έκανε στην Κύπρο. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι για να έλθει στην Κύπρο έδωσε συνολικά €380, ποσό €180 για το εισιτήριο της και ποσό €200 ως εγγύηση. Επίσης για τη διαμονή της σε ξενοδοχείο κατέβαλε άλλα €40. Ερωτηθείσα δε ποιος της έδωσε αυτά τα λεφτά απάντησε ότι τα παίρνει από το επίδομα μητρότητας που ανέρχεται σε €175 μηνιαίως και ότι και η γιαγιά της - με την οποία μένει το παιδί της στη Βουλγαρία - παίρνει σύνταξη την οποία στη συνέχεια καθόρισε στο ποσό των €130 μηνιαίως, με αποτέλεσμα να αλληλοβοηθούνται και η ίδια να έχει αυτά τα λεφτά. Αρνήθηκε δε ότι αυτά που πλήρωσε για να έρθει στην Κύπρο τής τα έδωσε κάποιος από κύκλωμα πορνείας στο οποίο ανήκει η ίδια. Μάλιστα στη συνέχεια πρόσθεσε ότι υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων εξοικονομεί η ίδια κάθε μήνα 50-60 λέβα με αποτέλεσμα να έχει πάντα λεφτά. Ερωτηθείσα πώς λοιπόν δούλευε ως πόρνη εφόσον η οικονομική της κατάσταση ήταν καλή ώστε να φυλάει κάθε μήνα λεφτά, απάντησε ότι αυτό γινόταν γιατί η Silviya την ανάγκαζε και ότι η ίδια ούσα πιο μικρή από τη Silviya την άκουε. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι στη Γαλλία πήγε για να εργαστεί ως φροντίστρια μιας ηλικιωμένης επειδή ήθελε να παίρνει περισσότερα λεφτά. Αυτή τη δουλειά της την είχαν βρει κάποιες φίλες της. Αρνήθηκε δε ότι στη Γαλλία είχε πάει με τη Silviya για να κάμνουν τις πόρνες, καθώς και ότι ο Κατηγορούμενος το ήξερε. Σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι τώρα που ήλθε στην Κύπρο - για να καταθέσει ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση - ήλθε μαζί με την πεθερά της, τής οποίας το εισιτήριο πλήρωσε η ίδια (η Μ.Υ.3.) Ο λόγος που ήλθε μαζί με την πεθερά της ήταν επειδή δεν γνωρίζει η Μ.Υ.3 τη γλώσσα και για να μην είναι μόνη της. Ερωτηθείσα κατά πόσο την προηγούμενη μέρα της σύλληψης της ήταν η πρώτη φορά που έκανε την πόρνη, απάντησε καταφατικά. Όταν ερωτήθηκε πώς αισθάνθηκε γι΄ αυτό το γεγονός είπε ότι από τη μια ήταν πολύ άσχημο, ενώ από την άλλη έπαιρνε λεφτά. Όταν της τέθηκε ότι δεν είχε ανάγκη από λεφτά απάντησε ότι είχε. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι όταν είδε ότι υπήρχαν προβλήματα με την Αστυνομία δεν ήθελε να εκπορνεύεται. Αρνήθηκε ότι ασκούσε το επάγγελμα της πόρνης με τη γνώση και παρότρυνση του Κατηγορουμένου, λέγοντας ότι ήταν η ίδια που το αποφάσισε μόνη της και ότι την ανάγκασε και η Silviya. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος είχε έλθει για να βρει κανονική δουλειά και όχι να την πουλά ως πόρνη. Σε άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι την πρώτη βραδιά στην Κύπρο όταν βγήκαν έξω και η Silviya την οδήγησε σε ένα δρόμο όπου θα δούλευαν, νόμιζε ότι θα εύρισκαν μια κανονική δουλειά. Η Silviya δε, της είχε πει ότι αν δεν εύρισκαν εκείνο το βράδυ πελάτες, τότε θα έψαχναν για μια κανονική δουλειά. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, καθοδηγούμενοι από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Να πούμε ακόμη ότι τη μαρτυρία την έχουμε αξιολογήσει στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και σε καμία περίπτωση μικροσκοπικά ή αποσπασματικά[3]. Προτού προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα, επιθυμούμε να τονίσουμε ότι η αξιολόγηση μας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχουμε συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[4]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε έχοντας υπόψη όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για την Υπεράσπιση αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Silviya (Παραπονούμενης) Όπως είναι φυσικό η πιο σημαντική μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση είναι αυτή της Παραπονούμενης. Από το αποτέλεσμα δε της αξιολόγησης της οποίας θα τύχει η εν λόγω μαρτυρία θα εξαρτηθεί και η έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Θα προσεγγίσουμε τη μαρτυρία της Silviya με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή και θα την αξιολογήσουμε κατάλληλα έχοντας υπόψη μας τα πιο κάτω: (
  2. i)Έδωσε στην Αστυνομία 3 συνολικά καταθέσεις. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 2Α και 2Β, 3Α και 3Β και 17Α και 17Β. (
  3. ii)Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο της πρώτης κατάθεσης που έδωσε ημερ. 1.12.13 (Τεκμήρια 2Α και 2Β). Σ' αυτήν την κατάθεση βασικά ισχυρίζεται ότι ήρθε στην Κύπρο για να δουλέψει ως πόρνη μαζί με την Draga και ότι τα λεφτά που εισέπρατταν από τους πελάτες στα πλαίσια της πορνείας τα κρατούσε η καθεμία για τον εαυτό της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε ζήτησε λεφτά απ' αυτές και ότι μάλιστα αυτός είχε θυμώσει για το γεγονός ότι εκπορνεύονταν. Όπως ήδη αναφέραμε ενώπιον του Δικαστηρίου η Παραπονούμενη δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο της πιο πάνω κατάθεσης αναφέροντας ότι αυτό είναι ψευδές. (iii) Όσον αφορά τη δεύτερη κατάθεση που έδωσε στις 2.12.13 (Τεκμήρια 3Α και 3Β), αν και αρχικώς ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της ότι υιοθετούσε το περιεχόμενο της, στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της ισχυρίστηκε ότι και αυτή δεν περιέχει την αλήθεια, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι κάποια πράγματα που αναφέρει σ' αυτή - και τα οποία εξειδίκευσε - ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επισημαίνεται ότι μεταξύ άλλων στην πιο πάνω κατάθεση αναφέρεται από την Παραπονούμενη ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε τις πίεσε για οτιδήποτε γιατί αυτό που έκαναν οι κοπέλες, δηλαδή η πορνεία, ήταν η δουλειά τους. Όμως ταυτόχρονα ισχυρίστηκε ότι όλα τα κέρδη από την πορνεία τα έδιναν στον Κατηγορούμενο. (
  4. iv)Ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της τρίτης κατάθεσης της ημερ. 5.12.13 (Τεκμήρια 17Α και 17Β). Σ' αυτή βασικά εμπλέκει τον Κατηγορούμενο από τον Αύγουστο του 2013 όπου βρέθηκε η Παραπονούμενη στη Γαλλία να εκπορνεύεται και στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι αυτός τη συνόδευσε αεροπορικώς στη Βουλγαρία και μετά στην Κύπρο όπου συνεχίστηκε η εκπόρνευση με μαστροπό τον ίδιο. Τα κέρδη δε από την πορνεία, με βάση τα όσα αναφέρει στην εν λόγω κατάθεση της, δίδονταν στον Κατηγορούμενο. Ο οποίος και έδινε τις σχετικές οδηγίες τόσο για τη διάρκεια της επαφής που θα είχαν αυτή και η Draga με τον κάθε πελάτη όσο και για την αμοιβή που θα εισέπρατταν ανάλογα με το είδος της «υπηρεσίας» που θα πρόσφεραν. Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Παραπονούμενη αποτελεί περίπτωση μάρτυρος η οποία έχει προβεί προηγουμένως, εκτός Δικαστηρίου, σε αντιφατικές καταθέσεις (previous inconsistent statements). Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης κρίνουμε σκόπιμο να θέσουμε το νομικό πλαίσιο το οποίο καθορίζει τον τρόπο που τα Δικαστήρια προσεγγίζουν την κατάθεση μαρτύρων οι οποίοι προβαίνουν σε αντιφατικές καταθέσεις εκτός Δικαστηρίου. Λέμε ευθύς εξαρχής ότι δεν υπάρχει αρχή δικαίου η οποία εμποδίζει εκ προοιμίου το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρος ο οποίος σε προηγούμενη κατάθεσή του προς την Αστυνομία έδωσε μια εντελώς αντίθετη εκδοχή. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 172 στην οποία λέχθηκαν στη σελ. 197 τα εξής: «Η αρμοδιότητα του πρωτόδικου δικαστηρίου ως του κριτή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, δε μπορεί να συμβιβαστεί με οποιαδήποτε αρχή η οποία περιορίζει εκ προοιμίου την ευχέρειά του να αξιολογήσει κατά τον τρόπο που το ίδιο το Δικαστήριο κρίνει επιβεβλημένο τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα που καταθέτει ενώπιόν του. Τούτο θα ήταν δυνατό μόνο αν ίσχυε αποδεικτικός κανόνας αποκλεισμού της μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι έχουν προβεί σε αντιφατικές καταθέσεις.» Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ 628 το πιο πάνω απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης (ανωτέρω) αντανακλά τη σωστή προσέγγιση επί του υπό εξέταση θέματος. Όπως υπεδείχθη δε στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπα (ανωτέρω) στη σελ. 651: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας.» Το Δικαστήριο, λοιπόν, ως ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων έχει ευχέρεια να αποτιμήσει τις αντιφάσεις ως στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Τα κριτήρια για τέτοια αποτίμηση σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδήγησαν στην προβολή διϊσταμένων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος[5]. Τελικό κριτήριο αποτελεί η προσήλωση του μάρτυρος στην αλήθεια. Ενώ η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αξιολογήσει ελεύθερα τη μαρτυρία είναι δεδομένη δεν διαφεύγει και παράλληλα την προσοχή μας ότι αναντίλεκτα η ύπαρξη αντιφατικών καταθέσεων εγείρει ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία ενός μάρτυρος και επιβάλλει την προσέγγιση της μαρτυρίας του με τη δέουσα προσοχή. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Παραπονούμενης λέμε ότι μας άφησε γενικά θετική εικόνα όσον αφορά την επιθυμία της να πει στο Δικαστήριο τα αληθή γεγονότα που είχαν σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ενώ στην αρχή της μαρτυρίας της στις απαντήσεις που έδιδε δεν ήταν ιδιαίτερα άνετη και επεξηγηματική, εντούτοις στην εξέλιξη της διαδικασίας διαπιστώσαμε ότι εξοικειώθηκε περισσότερο με το περιβάλλον της αίθουσας του Δικαστηρίου και στις απαντήσεις της υπήρξε περισσότερη αμεσότητα και εκτενέστερη αναφορά στα σχετικά γεγονότα. Από την αρχή ξεκαθάρισε ότι η πρώτη της κατάθεση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μάλιστα, εξήγησε τον λόγο που προέβη σε αναληθή κατάθεση λέγοντας ότι ήταν η Draga (M.Υ.3) που την είχε ωθήσει να πει ψέματα. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι σε σχέση με αυτή της την αναφορά η Μ.Κ.8 παρέμεινε σταθερή και συνεπής στην εκδοχή της καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας. Σημειώνουμε πως δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο ότι και από πλευράς χρόνου και από πλευράς χώρου η Draga είχε αυτή την ευκαιρία, αμέσως μετά τη σύλληψη τους. Όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, υπήρχε και πασιφανές κίνητρο της Draga να πιέσει και εκφοβίσει την Silviya να μην αποκαλύψει γεγονότα που θα ενέπλεκαν τον Κατηγορούμενο. Το ζήτημα δε αυτό κατέστη καλύτερα αντιληπτό με τα όσα περαιτέρω ανέφερε κυρίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Θα επανέλθουμε στο θέμα αυτό στη συνέχεια. Σε σχέση με τη δεύτερη κατάθεση διαπιστώσαμε ότι στο στάδιο της κυρίως εξέτασης η Μ.Κ.8 ισχυρίστηκε ότι σ' αυτήν δεν είπε ψέματα. Ήταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης που διαφοροποίησε τη θέση της, λέγοντας ότι στη δεύτερη κατάθεση της δεν είπε την αλήθεια. Διευκρίνισε στη συνέχεια ότι κάποια πράγματα που αναφέρονται στην εν λόγω κατάθεση ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και κάποια όχι. Μάλιστα είχε την ευκαιρία μέσω σχετικών ερωτήσεων του συνηγόρου Υπεράσπισης να εξειδικεύσει επακριβώς εκείνες τις αναφορές από την εν λόγω κατάθεση που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς επίσης και εκείνες που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το πιο σημαντικό, κατά την άποψη μας, είναι όμως το γεγονός ότι η όλη εκδοχή που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου και στην οποία, όπως θα εξηγήσουμε εκτενέστερα στη συνέχεια παρέμεινε σταθερή και συνεπής, όντως δεν συνάδει με το περιεχόμενο της δεύτερης της κατάθεσης. Κατά συνέπεια η φραστική, όπως τελικά προέκυψε, αναφορά της στην αρχή της μαρτυρίας, ότι δηλαδή δεν είπε ψέματα στη δεύτερη της κατάθεση, δεν μπορεί να έχει τη σημασία που εκ πρώτης όψεως μπορεί να δημιουργεί και πάντως σίγουρα από μόνη της δεν πλήττει την αξιοπιστία της. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, όταν στο στάδιο της αντεξέτασης ρωτήθηκε ειδικά για τη δεύτερη κατάθεσή της και το περιεχόμενο αυτής, έδωσε πλήρεις εξηγήσεις για τον λόγο που είπε ψέματα σ' αυτή την κατάθεση. Συγκεκριμένα επανέλαβε αυτά που είχε από την αρχή ισχυριστεί αναφορικά με την Draga και τον ρόλο που αυτή είχε στο τι θα έλεγε η Μ.Κ.8 στην Αστυνομία και όχι μόνο. Επεκτάθηκε στον ρόλο και των υπολοίπων ατόμων που τής προκαλούσαν φόβο και καταπίεση και που στο τέλος της ημέρας είχαν να κάνουν με την ίδια την ασφάλεια των παιδιών της. Γι' αυτή, όπως διεφάνη ξεκάθαρα, το ζητούμενο, όχι μόνο για τη στάση της αυτή απέναντι στην Αστυνομία και για το τι κατάθεση θα έδιδε, αλλά και γενικότερα για την όλη συμπεριφορά και τρόπο ζωής, ήταν η ασφάλεια και ευημερία των παιδιών της. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζουμε και την αναφορά της Παραπονούμενης στη δεύτερη της κατάθεση όπου ζητά συγνώμη από την Αστυνομία για τα ψέματα που είχε πει στην πρώτη κατάθεση, ενώ ταυτοχρόνως εξακολουθεί να μην αποκαλύπτει την αλήθεια και σ΄ αυτή την κατάθεση. Ένα θέμα που εντοπίσαμε κατά το στάδιο της αντεξέτασης ήταν τα όσα ανέφερε όταν ρωτήθηκε σχετικά με την πορνεία που ασκούσε στη Βουλγαρία και το στάδιο που είχε γνωρίσει κάποιο Τούρκο με το όνομα Menderes. Εν πρώτοις διαπιστώνουμε συνέπεια στα λεγόμενα της μάρτυρος σε σχέση με το πότε γνώρισε τον Menderes και το πότε ξεκίνησε να δουλεύει ως πόρνη. Συγκεκριμένα, από τα όσα είπε σε σχετικές προφορικές απαντήσεις της και από όσα είπε στην κατάθεση της, προκύπτει ξεκάθαρα ότι ενώ βρισκόταν στη Ruse αναγκάσθηκε μία νύκτα να δουλέψει ως πόρνη στον δρόμο και τη δεύτερη νύκτα γνώρισε τον Menderes ο οποίος της πρότεινε να διαμένει στο σπίτι του και να συνεχίσει να εργάζεται ως πόρνη. Είναι μέσα σ' αυτό το πλαίσιο που πρέπει να ιδωθεί η απάντηση που έδωσε στον συνήγορο Υπεράσπισης όταν την ρώτησε κατά πόσο ήταν με δική της πρωτοβουλία που δούλεψε ως πόρνη στον δρόμο ή αν την υποχρέωσε άλλος. Με άλλα λόγια η απάντηση της ότι ο Menderes της είπε να δουλέψει ως πόρνη δεν έρχεται σε αντίθεση με τα όσα είπε στην κατάθεση της. Ούτε στην απάντηση της ότι ο Menderes την ανάγκαζε να είναι πόρνη στην πόλη Ruse διακρίναμε οποιαδήποτε διαφοροποίηση της εκδοχής της. Είναι προφανές ότι ο Menderes την εξωθούσε να συνεχίσει αυτό που είχε από μόνη της αρχίσει - την πορνεία - το προηγούμενο βράδυ της γνωριμίας τους. Πολύς λόγος έγινε για τις αναφορές της Παραπονούμενης για το πού έδινε τις εισπράξεις από την άσκηση πορνείας στη Γαλλία και πού αυτές κατέληγαν. Τόσο από την 3η γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 17Β) - την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως την ορθή εκδοχή των γεγονότων της υπόθεσης - όσο και από την ένορκη της μαρτυρία προέκυψε ότι ενόσω ευρίσκετο ο Κατηγορούμενος στη Γαλλία τα χρήματα από την άσκηση πορνείας δίδονταν από την Παραπονούμενη και τις άλλες κοπέλλες στην Gulyar η οποία με τη σειρά της τα έδινε στον Κατηγορούμενο. Μάλιστα η Μ.Κ.8 έδωσε και περαιτέρω λεπτομέρειες για το ζήτημα αυτό. Βασικά εξήγησε τη θέση της λέγοντας ότι έβλεπε με τα μάτια της την Gulyar να δίδει τα λεφτά στον Κατηγορούμενο και μάλιστα είπε χαρακτηριστικά ότι αυτός «κρατούσε μια σακούλα χρώματος καφέ και άρχισε να μετρά τα λεφτά και είπε «μπράβο κοπέλες, βγάλατε 200, θα τα στείλω στη Βουλγαρία. Εμείς με τον αδελφό μου θα τα κανονίσουμε».[6] Όταν δε ο Κατηγορούμενος είχε αναχωρήσει από τη Γαλλία η Gulyar έστελλε τα χρήματα στον αδελφό του Κατηγορουμένου και μάλιστα με τραπεζικό έμβασμα σε λογαριασμό του στη Βουλγαρία. Πρέπει να επισημάνουμε ότι τα πιο πάνω προκύπτουν όχι ως αποτέλεσμα μιας αποσπασματικής παραπομπής σε κάποια απάντηση της μάρτυρος αλλά με βάση το σύνολο των λεχθέντων της επί του θέματος. Και στο τέλος διαπιστώνεται ότι αυτά τα οποία είπε ενόρκως συμβαδίζουν και με τα όσα αναφέρονται στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 17Β). Όπως ήταν λογικό ως αποτέλεσμα της υποβολής αρκετών ερωτήσεων στην αντεξέταση της η μάρτυρας, συμπληρώνοντας, έδωσε περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες. Πέραν δηλαδή εκείνων που είχε πει στην κατάθεσή της χωρίς, ωστόσο, στο τέλος της ημέρας να προκύπτει οποιαδήποτε αντιφατική εκδοχή για το θέμα αυτό. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.8 ρωτήθηκε για την αναφορά της στον Ιordan και τον Angel στην κατάθεση της, Τεκμήριο 17Β. Στην εν λόγω κατάθεση η Μ.Κ.8 ανέφερε ότι ο Ιordan την αγόρασε από τον άντρα της ξαδέλφης της, τον Angel, ο οποίος είχε πεθάνει, έναντι του ποσού των €1000, και ότι μεταγενέστερα ο Ιordan την πούλησε στον Said και αργότερα στον Savet. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.8 είπε ότι ο Angel την πούλησε στον Said και τον Savet. Βεβαίως αυτή η απάντηση θα πρέπει να ιδωθεί μέσα στο όλο πλαίσιο των ερωτήσεων που της είχαν τεθεί για το συγκεκριμένο θέμα από τον συνήγορο Υπεράσπισης, ο οποίος ξεκίνησε τις σχετικές ερωτήσεις με παραπομπή στην πιο πάνω αναφορά της Μ.Κ.8 στην κατάθεση της, στο ότι δηλαδή ο Ιordan την αγόρασε από τον άντρα της ξαδέλφης της έναντι του ποσού των €
  1. Η Μ.Κ.8 κλήθηκε να αναγνωρίσει και επεξηγήσει την εν λόγω αναφορά χωρίς να διαφοροποιηθεί από αυτή τη θέση της, και ακολούθησαν άλλες ερωτήσεις με κατάληξη την απάντηση της μάρτυρος με κάποια γενικότητα ότι ο Said την είχε πουλήσει στα άλλα δύο πρόσωπα. Δεν διαπιστώνουμε την ύπαρξη ουσιαστικής αντίφασης μεταξύ των εκδοχών της Μ.Κ.8 επί του θέματος, τέτοιας που να επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της. Θεωρούμε κατάλληλο σημείο εδώ να σχολιάσουμε τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης κατά την αγόρευση του ότι σε σχέση με τη Μ.Κ.8 «όλες οι καταθέσεις της και όλες οι αναφορές της αναφέρουν ότι η ίδια ήταν πόρνη από τα 20 της».[7] Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Κ.8 επί του θέματος, όπως προκύπτει μέσα από την κατάθεση της (Τεκμήριο 17Β) και την προφορική της μαρτυρία, στις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω, αδυνατούμε να προβούμε στην ίδια διαπίστωση. Αντιθέτως, η Μ.Κ.8 ήταν ιδιαίτερα σαφής και ξεκάθαρη ότι, γύρω στα 20 της, άσκησε πορνεία για περίοδο μόνο 2 μηνών στη Γερμανία και ακολούθως, στα 30 της, επανήλθε στην εκπόρνευση της στη Βουλγαρία, μη έχοντας άλλους πόρους διαβίωσης, εκεί γνώρισε τον Menderes, μετά τον Sharik και τον Κατηγορούμενο και έκτοτε οι 2 τελευταίοι την εξανάγκαζαν να ασκεί πορνεία στη Γαλλία και μετέπειτα στην Κύπρο. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας η αναφορά στην Έκθεση της Μ.Κ.9 ότι «η S.B. από τα είκοσι της χρόνια εργάζεται ως πόρνη στη Βουλγαρία και κατά καιρούς ταξίδευε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (όπως Γερμανία και Γαλλία) για τον ίδιο λόγο»[8]. Θεωρούμε ότι αυτή η αναφορά συνάδει με την πιο πάνω θέση της Μ.Κ.8 η οποία επέμεινε σε αυτή και προς τη Μ.Κ.
  2. Αυτό που εξάγεται από τα γραφόμενα της Μ.Κ.9 είναι ότι η Μ.Κ.8 άσκησε για πρώτη φορά πορνεία στα 20 της, ενώ κατά καιρούς ταξίδεψε στις 2 άλλες χώρες όπου έκανε το ίδιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η άσκηση της πορνείας γινόταν συστηματικά και απρόσκοπτα από τη Μ.Κ.
  3. Αντιθέτως υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες η Μ.Κ.8 παρέμεινε μακριά από την πορνεία. Ένα σημαντικό ζήτημα στην παρούσα υπόθεση το οποίο άπτεται της αξιολόγησης της αξιοπιστίας της Παραπονούμενης είναι εκείνο που αφορά προηγούμενες αντιφατικές της καταθέσεις. Βασικά, όπως προέκυψε, δίδοντας η Παραπονούμενη την αρχική πρώτη κατάθεσή της έδωσε μία εκδοχή την οποία αναγνώρισε ενώπιον μας ως μη αληθή. Στη δεύτερη δε κατάθεση της αποκάλυψε μερικώς την αλήθεια, ενώ εξακολουθούσε να προβαίνει σε αναληθείς ισχυρισμούς. Μόλις στην τρίτη και τελευταία κατάθεση της αποφάσισε πλέον να πει όλη την αλήθεια και να προωθήσει την εκδοχή που προώθησε ενώπιον μας. Ήδη αναφερθήκαμε στις εξηγήσεις που έδωσε η ίδια η Παραπονούμενη για τον λόγο που δεν απεκάλυψε εξαρχής τα πραγματικά γεγονότα. Αυτές, όπως ήδη επισημάναμε, ήταν σταθερές και συνεπείς σ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης ενώ ταυτόχρονα κρίνονται και λογικές. Το όλο όμως ζήτημα διαφωτίζεται περισσότερο και εντάσσεται στο σωστό του πλαίσιο υπό το φως της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από τα άτομα που έλαβαν από τη μάρτυρα τις καταθέσεις, αλλά και από αυτά που είχαν επαφή μαζί της στον ουσιώδη χρόνο τόσο πριν όσο και μετά τη λήψη των σχετικών καταθέσεων. Ιδιαίτερα κατατοπιστική ήταν η μαρτυρία του Μ.Κ.5 για το ό,τι προηγήθηκε της λήψης της τρίτης και τελευταίας κατάθεσης που έδωσε η Παραπονούμενη. Ήταν το άτομο που είχε μαζί της σειρά συνεντεύξεων (συνολικά 3) με στόχο τη διερεύνηση κατά πόσο αυτή μπορούσε να θεωρηθεί θύμα εμπορίας προσώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Μας μετέφερε δε το κλίμα που επικρατεί σε τέτοιες περιπτώσεις και την προσπάθεια που καταβάλλεται για την αποστασιοποίηση του θύματος από τη θυματοποίηση του, ούτως ώστε στο τέλος αυτό να αισθανθεί ασφάλεια και να κατορθώσει να εκφραστεί ελεύθερα. Αφού, λοιπόν, οι ανακριτές είχαν χειριστεί την Παραπονούμενη με βάση την διεθνώς αναγνωρισμένη και ενδεδειγμένη διαδικασία όπως την επεξήγησε και η Μ.Κ.7, η Παραπονούμενη προέβη τελικώς στην πλήρη αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων. Δεν είναι, πιστεύουμε, άνευ σημασίας το γεγονός ότι η Μ.Κ.7 είχε μια πρώτη επαφή με την Παραπονούμενη κατά την οποία της επεξήγησε τα δικαιώματα της γενικά στη ζωή και τους κινδύνους που ελλόχευαν από την άσκηση της πορνείας. Μετά από αυτό διεφάνη ότι για πρώτη φορά η Παραπονούμενη αντιλαμβανόταν αυτά τα δεδομένα για τα οποία κανείς προηγουμένως δεν της είχε μιλήσει. Μέσω των συνεντεύξεων που είχε με τον Μ.Κ.5 διαφαίνεται ότι εξελικτικά η Παραπονούμενη άρχισε να αποκαλύπτει τα σχετικά γεγονότα, δηλώνοντας ρητά ότι επιθυμούσε την τιμωρία του εκμεταλλευτή της. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι με δεδομένη την όλη πορεία της Παραπονούμενης στα προηγούμενα έτη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, μας φαίνεται φυσιολογικό και αναμενόμενο να απαιτείτο κάποιος χρόνος ανάκτησης εμπιστοσύνης και αποκάλυψης των πραγματικών γεγονότων. Υπό τις περιστάσεις της όλης κατάστασης της Παραπονούμενης δεν θεωρούμε ότι η μη αποκάλυψη εξαρχής της αλήθειας ενέχει οποιεσδήποτε επιπτώσεις στην αξιοπιστία της. Αντιθέτως, θεωρούμε ότι υπάρχουν πειστικές εξηγήσεις γιατί συμπεριφέρθηκε με αυτό τον τρόπο. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας επιβεβαιώνονται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.9 η οποία μετέφερε το προφίλ της Παραπονούμενης και τα ιδιαίτερα της χαρακτηριστικά. Από αυτό είναι έκδηλη η εξάρτηση της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο, κάτι το οποίο διαπίστωσε και η Μ.Κ.7 στα πλαίσια της επαφής που είχε με την Παραπονούμενη. Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που ο Μ.Κ.5 χειρίστηκε την Παραπονούμενη μέσω σειράς συνεντεύξεων, οι οποίες κατέληξαν στην αποστασιοποίηση της Παραπονούμενης από την κατάσταση της εξάρτησης και εκμετάλλευσης και διατράνωσαν την ετοιμότητα της πλέον να αποκαλύψει την αλήθεια. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου δεν μας προξενεί οποιαδήποτε αρνητική εντύπωση η όλη στάση της Παραπονούμενης και το γεγονός ότι έδωσε αντιφατικές εκδοχές μη αποκαλύπτοντας όλα τα γεγονότα στις πρώτες της καταθέσεις. Αντιθέτως όλα αυτά μας δίνουν πλήρως ικανοποιητικές εξηγήσεις και δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι τόσο στην τρίτη της κατάθεση όσο και στην προφορική της μαρτυρία ενώπιον μας είπε όλη την αλήθεια. Διαπιστώσαμε επίσης ότι αυτή την εκδοχή η Παραπονούμενη, αισθανόμενη πλέον ασφαλής, την υποστήριξε ενώπιον μας με σθένος και απόλυτη σταθερότητα μέχρι τέλους, δείχνοντας αποφασισμένη να απελευθερωθεί από τον Κατηγορούμενο και την εξάρτηση που την κρατούσε προηγουμένως. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατηγορουμένου Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου η θέση μας είναι σαφής και ανενδοίαστη. Πέραν της φτωχής εντύπωσης που σχηματίσαμε για την αξιοπιστία του διαπιστώσαμε ότι σε διάφορες πτυχές της εκδοχής του υπήρξαν αντιφάσεις, ανακολουθίες και παλινδρομήσεις. Το κυριότερο, ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, ήταν ότι η όλη εκδοχή του χαρακτηρίζεται από παραδοξότητα και παντελή έλλειψη λογικοφάνειας και αληθοφάνειας. Σε αρκετές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν διαπιστώσαμε ότι ο ίδιος στις απαντήσεις του τόνιζε φορτικά, χωρίς να είναι αυτό το ζητούμενο στις ερωτήσεις, την εκδοχή ότι η Draga - η γυναίκα του - και η Silviya με τις οποίες είχε έλθει στην Κύπρο στις 27.11.13 είχαν από μόνες τους αποφασίσει «να βγουν έξω στον δρόμο και να δουλεύουν αυτή τη δουλειά» - εννοώντας, όπως προέκυψε, - την πορνεία. Για παράδειγμα, όταν τού υπεβλήθη ευθύς εξαρχής στην κυρίως εξέταση το απλό ερώτημα πώς βρέθηκε στην Κύπρο, ο Κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε σ΄ αυτό, αλλά από μόνος του ανέφερε ότι η Draga και η Silviya «αποφάσισαν να βγουν έξω στον δρόμο και να δουλεύουν αυτή τη δουλειά». Παρομοίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης και αφού προηγήθηκε η απάντηση του ότι είχε έλθει στην Κύπρο για να βρει δουλειά, όταν ρωτήθηκε γιατί τότε ήλθαν στην Κύπρο και οι τρεις μαζί, αφού πρόσθεσε ότι ήλθε και ο ίδιος αλλά και η γυναίκα του για σκοπούς εξεύρεσης εργασίας, συνέχισε λέγοντας ότι μετά «αυτές από μόνες τους» - εννοώντας τη Draga και τη Silviya - «πήραν απόφαση να βγουν και να εκπορνεύονται» και ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να τις σταματήσει γιατί αυτή ήταν η δική τους επιθυμία. Σε άλλη δε ερώτηση, πάλι κατά το στάδιο της αντεξέτασης, όταν ρωτήθηκε να πει πού και πότε είχε ψάξει για δουλειά ο Κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε σ΄ αυτό το πολύ συγκεκριμένο ερώτημα. Πρόσθεσε ξανά χωρίς να ρωτηθεί γι΄ αυτό ότι «αυτές από μόνες τους οι δύο συμφώνησαν να βγουν και να κάνουν τις πόρνες». Ήταν φανερό ότι ο Κατηγορούμενος ήταν προετοιμασμένος και προσπαθούσε μ΄ ένα αφύσικο και επιτηδευμένο τρόπο να προωθήσει την εκδοχή ότι οι δύο κοπέλες είχαν από μόνες τους και χωρίς συνεννόηση μαζί του αποφασίσει να εκπορνευθούν ούτως ώστε να δείξει ότι δεν είχε ούτε διατάξει, ούτε εξαναγκάσει την Παραπονούμενη να κάνει κάτι τέτοιο. Βεβαίως η εκδοχή αυτή είναι πλήρης παραδοξοτήτων, οι οποίες διεφάνησαν στα πλαίσια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης στο απλό ερώτημα τι δουλειά κάνει η γυναίκα του ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε μια άμεση και σαφή απάντηση. Αντιθέτως επέδειξε μια εμφανή δυσκολία να απαντήσει. Στα πλαίσια αυτά αφού διερωτήθηκε κατά πόσο ερωτάτο για την Κύπρο, πάλι επανέλαβε την προσφιλή εκδοχή που συνεχώς αναμασούσε ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι «εδώ στην Κύπρο αυτές αποφάσισαν από μόνες τους». Πρώτα απ΄ όλα δεν μπόρεσε σε καμιά περίπτωση να εξηγήσει επαρκώς και πειστικά τον λόγο της καθόδου της Silviya στην Κύπρο. Υποτίθεται ότι ο Κατηγορούμενος είχε έλθει για να βρει ο ίδιος εργασία εδώ. Σε κατοπινό στάδιο και αφού μεσολάβησαν αρκετές ερωτήσεις ανέφερε ότι αυτός ο σκοπός ίσχυε και στην περίπτωση της γυναίκας του, της Draga. Επισημαίνουμε ότι δεν ήταν όμως αυτή η εκδοχή του ευθύς εξ αρχής. Δηλαδή δεν είχε αναφέρει στην αρχή ότι και η Draga επιθυμούσε να βρει και εκείνη εργασία στην Κύπρο. Μάλιστα ήταν εμφανής η αμηχανία του όταν ρωτήθηκε για το ποιος είχε αγοράσει τα εισιτήρια. Αφού στην αρχή απλώς επανέλαβε στον εαυτό του το ερώτημα που του ετέθη - «γιατί εγώ αγόρασα εισιτήριο της Σύλβιας;» - ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που αγόρασε τα εισιτήρια. Όταν ρωτήθηκε ειδικά για τη Silviya και για τον λόγο που αυτός αγόρασε και το δικό της εισιτήριο η πρώτη αντίδραση του ήταν να πει ότι ο λόγος ήταν επειδή εκείνη δεν ήξερε πού βρίσκεται η εταιρεία που πουλά τα εισιτήρια χωρίς, ωστόσο, σ΄ εκείνο το στάδιο να διευκρινίζει ότι δεν είχε ο ίδιος πληρώσει το εισιτήριο της από δικά του χρήματα. Χρειάστηκε να του υποβληθεί νέα ερώτηση για να παραδεχθεί ότι ήταν ο αδελφός του που του είχε δώσει τα χρήματα για το εισιτήριο της Silviya. Έπειτα εντελώς παράλογη και απίστευτη ήταν η εκδοχή του ότι η γυναίκα του ενόσω ευρίσκετο στη Γαλλία μαζί με την Παραπονούμενη εκπορνεύετο χωρίς, ωστόσο, να το διακηρύττει αυτό με βεβαιότητα. Είπε ότι δεν είχε δει τι δουλειά έκανε και ότι είχε μάθει ότι εκπορνεύετο χωρίς, ωστόσο, ο ίδιος να τη δει. Ούτε λίγο ούτε πολύ προσπάθησε να μας παρουσιάσει ότι η γυναίκα του, με την οποία μάλιστα είχαν ένα μικρό κοριτσάκι δύο χρονών στη Βουλγαρία, αποφάσισε από μόνη της να πάει στη Γαλλία για να δουλεύει εκπορνεύοντας τον εαυτό της για να μπορεί στη συνέχεια να στέλλει λεφτά στη Βουλγαρία για τις ανάγκες του παιδιού τους. Μάλιστα, όταν ρωτήθηκε πώς επέτρεπε στη γυναίκα του να δουλεύει ως πόρνη, ο Κατηγορούμενος μ΄ ένα παράδοξο τρόπο διερωτήθηκε πώς εκείνος θα την σταματούσε εφόσον η ίδια έτσι είχε αποφασίσει. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης του, ωστόσο, προφασίστηκε ότι δεν ήξερε τι δουλειά έκαμνε στη Γαλλία η γυναίκα του και ότι μπορεί να ήταν πόρνη αλλά και να μην ήταν. Εντελώς δε παράδοξος ήταν και ο ισχυρισμός του όταν σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι είχε έλθει με τη γυναίκα του στην Κύπρο για δουλειά και ότι αυτή δεν του είχε πει τι δουλειά θα έκανε εδώ. Και ότι μάλιστα, χωρίς να λεχθεί οτιδήποτε μεταξύ τους και χωρίς να τον ενημερώσουν, η γυναίκα του και η Silviya πήγαν με πελάτες και εκπορνεύοντο ενόσω ήταν στην Κύπρο. Βεβαίως η εκδοχή όπως διαμορφώθηκε στη συνέχεια δηλαδή ότι είχε έλθει στην Κύπρο με τη γυναίκα του για να βρουν δουλειά χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει ο ίδιος τι δουλειά θα έκανε στην Κύπρο η γυναίκα του, δεν κρίνεται διόλου πειστική. Φαντάζει εντελώς εξωπραγματικό και παράλογο ένα αντρόγυνο να μπαίνει στη διαδικασία και αναπόφευκτα στα αναμενόμενα έξοδα διαμονής και εισιτηρίου, να έρχεται στην Κύπρο για εργασία αφήνοντας το μικρό παιδί του στη χώρα του και ο Κατηγορούμενος να μην γνωρίζει καν τι εργασία θα έψαχνε η σύζυγος του να βρει εδώ στην Κύπρο. Αφήνουμε κατά μέρος το ότι ακόμα και αν τύγχαινε ποτέ κάτι τέτοιο θα ανέμενε κάθε φυσιολογικός άνθρωπος έστω μια κάποια αντίδραση για την εκπόρνευση αντί για τη φροντίδα διατροφής της εκδιδόμενης συζύγου. Ένα άλλο ζήτημα που αποκαλύπτει την ποιότητα της μαρτυρίας που ο Κατηγορούμενος πρόσφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι και η απάντηση του στην ερώτηση γιατί δεν είχε απαντήσει στην Αστυνομία στο ερώτημα που του είχε υποβληθεί για το πότε πήγε στη Γαλλία και για το πόσο καιρό διέμενε εκεί. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν τον είχαν ρωτήσει. Αμέσως προέκυψε ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Βασικά τού υπεδείχθη και το δέχθηκε ότι στην κατάθεση του ημερ. 3.12.13 (Τεκμήριο 5Β) είχε ρωτηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ταξιδέψει στη Γαλλία και για πόσο χρονικό διάστημα είχε παραμείνει εκεί. Αντί άλλης απάντησης γραπτώς είχε δηλώσει ότι δεν θα απαντούσε στην ερώτηση αυτή, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε σχέση με την υπόθεση που η Αστυνομία διερευνούσε. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια γιατί δεν είχε δώσει εξηγήσεις, απάντησε ότι δεν ήθελε να εξηγήσει. Ακολούθως του τέθηκε ότι στο Δικαστήριο είχε ισχυριστεί ότι είχε πάει για να πιάσει την Draga πράγμα που το αποδέχθηκε. Όταν λοιπόν ρωτήθηκε να πει ποιο ήταν το πρόβλημα του να αναφέρει αυτό το γεγονός στην Αστυνομία, ισχυρίστηκε ότι δεν απάντησε στην ερώτηση του Αστυνομικού γιατί επιθυμούσε να τηλεφωνήσει στους δικούς του και ο Αστυνομικός του είχε πει ότι δεν είχε δικαίωμα να τηλεφωνήσει. Ωστόσο στη συνέχεια δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί στα άλλα ερωτήματα του Αστυνομικού απάντησε. Μη έχοντας οτιδήποτε καλύτερο να προβάλει είπε τώρα ότι δεν θυμάται και ότι πέρασαν 4 μήνες. Όταν ακολούθως του τέθηκε εκ νέου το ερώτημα γιατί δεν απάντησε στην Αστυνομία τη συγκεκριμένη ερώτηση προέβαλε ξανά την μία από τις διάφορες εκδοχές του - αυτήν που καταγράφεται στην ίδια την κατάθεση του - ότι δεν ήθελε να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση γιατί δεν είχε να κάνει κάτι με την υπόθεση. Αμέσως μετά προφασίστηκε κάτι διαφορετικό. Ότι ήθελε να έχει δικηγόρο, ότι η Αστυνομία του είχε πει ότι θα μπορούσε να έχει δικηγόρο αν είχε χρήματα και ότι δεν ήξερε τα δικαιώματα του. Διαφοροποίησε δηλαδή ακόμη μία φορά την αλλοπρόσαλλη και ανακόλουθη εκδοχή που προέβαλε για το συγκεκριμένο ζήτημα. Δεν έμεινε, όμως, ο Κατηγορούμενος, μόνο μέχρι εκεί. Προέβαλε και άλλες εκδοχές στη συνέχεια. Ότι δεν ήθελε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον Αστυνομικό και ότι η Αστυνομία του είχε πει πως οτιδήποτε έλεγε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο Δικαστήριο εις βάρος του. Τελικώς, ισχυρίστηκε ότι τρόμαξε επειδή του είχαν υποβληθεί πολλές ερωτήσεις και του είχαν δείξει κάποιες φωτογραφίες άλλων κοπέλλων. Δεν χρειάζεται, πιστεύουμε, υπό το φως όλων των πιο πάνω να πούμε ότι οι εν λόγω απαντήσεις του Κατηγορουμένου αποκαλύπτουν και αποδεικνύουν το πόσο ασυνάρτητοι και αλλοπρόσαλλοι ήταν οι διάφοροι ισχυρισμοί που αυτός προέβαλε στη μαρτυρία του μη έχοντας μια σαφή και ξεκάθαρη τοποθέτηση. Και τούτο μέσα στα πλαίσια της όλης πρόθεσης και διάθεσης του να μην αποκαλύψει την αλήθεια και την όλη ανάμιξή του στην παρούσα υπόθεση. Αλλοπρόσαλλος και αντιφατικός ήταν και σε σχέση με την εκδοχή του για το πώς γνώριζε πού να βρει τη γυναίκα του και τη Silviya όταν του ζήτησαν και αυτός πήγε να τους πάρει σάντουϊτς. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι την πρώτη βραδιά που αφίχθηκαν στην Κύπρο (στις 27.11.13), μετά που όλοι είχαν πάει στο Λούνα Παρκ και η σύζυγός του και η Silviya αγόρασαν στη συνέχεια προφυλακτικά από ένα περίπτερο αυτές βγήκαν από μόνες τους στον δρόμο για σκοπούς πορνείας χωρίς, ωστόσο, να ισχυρίζεται ότι πήγε και αυτός μαζί τους. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι την πρώτη βραδιά πήγε μαζί τους και ότι τη δεύτερη βραδιά οι κοπέλες πήγαν μόνες τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που προέβαλε αυτό τον ισχυρισμό μεταγενέστερα. Ο λόγος, όπως προέκυψε, ήταν γιατί ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση να πει πώς ήξερε πού θα πήγαινε να τις βρει τη δεύτερη βραδιά. Αυτό είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα της τάσης και ικανότητας του να ελίσσεται κατά το δοκούν απαντώντας στις διάφορες ερωτήσεις. Ουδόλως πειστική ήταν και η απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε πού και πότε έψαξε για δουλειά εφόσον η εκδοχή του ήταν ότι είχε έρθει στην Κύπρο για να βρει δουλειά. Χωρίς να εξηγεί είπε ότι την επομένη της άφιξής του στην Κύπρο δεν ήταν σε θέση να αναζητήσει εργασία και ότι μάλιστα δεν είχε χρόνο. Ισχυρισμός ακατανόητος και αβάσιμος αφού σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η δεύτερη μέρα αναλώθηκε σε καφέ, εστιατόριο, επιστροφή στο ξενοδοχείο και ξεκούραση. Δραστηριότητες που θυμίζουν περισσότερο τον τρόπο που περνά τον χρόνο του ένας όταν πάει σε μια ξένη χώρα για τουρισμό και διασκέδαση και οι οποίες πάντως καταδεικνύουν την ύπαρξη άπλετου χρόνου για αναζήτηση εργασίας αν αυτός ήταν ο στόχος (που δεν ήταν). Δεν διαφεύγει την προσοχή μας το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε σε κάποιο βαθμό αντιφατικός μεταξύ της κατάθεσης του Τεκμήριο 5Α και 5Β και της προφορικής του μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, ενώ ενώπιον μας ισχυρίσθηκε ότι ο αδελφός του πλήρωσε τα εισιτήρια της Silviya για την Κύπρο στην κατάθεση του είχε αναφέρει ότι ήταν ο ίδιος που το πλήρωσε (Απάντηση 22). Περαιτέρω ενώ στην κατάθεση του αναφέρθηκε ότι ήταν αυτός που έπεισε τη Silviya να έλθει μαζί του στην Κύπρο στην ένορκη μαρτυρία του ανέφερε ότι αυτή ήθελε να έλθει μαζί τους στην Κύπρο. Ολοκληρώνοντας επιθυμούμε να επισημάνουμε ότι τα πιο πάνω αποτελούν ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα της αναξιοπιστίας της όλης μαρτυρίας του Κατηγορουμένου χωρίς να έχει διενεργηθεί εξαντλητική παράθεση όλων των σχετικών περιπτώσεων. Εν κατακλείδι έχοντας με πολλή προσοχή εξετάσει τη μαρτυρία του στο σύνολο της και αξιολογώντας τη σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε με ανυπόστατους ισχυρισμούς να προωθήσει μια εκδοχή που θα τον βοηθούσε να απεμπλακεί από τις επίδικες κατηγορίες. Μέσα στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας δεν είχε οποιονδήποτε ενδοιασμό να προβεί σε παντελώς αναληθείς ισχυρισμούς, ενώ κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του αρκετά από τα σημεία της μαρτυρίας του κλονίστηκαν και διεφάνησαν ουσιώδεις αντιφάσεις. Σε άλλες δε περιπτώσεις οι εξηγήσεις που έδωσε κάλλιστα μπορούν να χαρακτηριστούν ως παράδοξες και εντελώς απίστευτες. Ως αποτέλεσμα επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης ζητημάτων η μαρτυρία του Κατηγορουμένου απορρίπτεται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ως παντελώς αναξιόπιστη και ανειλικρινής. Είναι προφανές πως τόσον η ουσία των θέσεων του όσον και ο τρόπος με τον οποίον τις προέβαλε αποσκοπούσαν επιτηδευμένα να αποκλείσουν την εξαγωγή τυχόν συμπεράσματος για την ύπαρξη γνώσης και συμμετοχής του στα προηγηθέντα γεγονότα σε Βουλγαρία, Γαλλία και Κύπρο. Εκ των υστέρων, ενώπιον μας κατέστη πλήρως αντιληπτό ότι αυτός ήταν και ο λόγος που γραπτώς αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις για τα γεγονότα στη Γαλλία προβάλλοντας την αβάσιμη δικαιολογία ότι ήταν άσχετα. Σχηματίσαμε την εικόνα ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πολύ περισσότερα από όσα ήταν διατεθειμένος να αποκαλύψει ενώπιον μας. Αποκλειστικός λόγος που δεν τα ανέφερε ήταν διότι ακριβώς θα αναδύετο η εικόνα μιας συνεχούς και λογικής σειράς των εξελίξεων, η οποία θα επιβεβαίωνε την Silviya. Αξιολόγηση Μ.Υ.1,2 και 3 Η γενική εικόνα που σχηματίσαμε για τη Μ.Υ.1 δεν είναι θετική. Καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της ήταν εμφανής η μανιώδης πρόθεση της να πλήξει τη Μ.Κ.8 και η σφοδρή επιθυμία της να δώσει μία άψογη εικόνα για τον Κατηγορούμενο. Αυτό φάνηκε τόσο μέσα από την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρος όσο και από τον τρόπο που έδινε τις απαντήσεις της. Ακόμα κάποιες από τις θέσεις της δεν συνάδουν με τη λογική και άλλες είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Η Μ.Υ.1 βεβαίως δεν έκρυψε την πολύ καλή γνωριμία της με τη μητέρα του Κατηγορουμένου, το ότι ο Κατηγορούμενος εργαζόταν παλαιότερα στον σύζυγο της, και ότι γι΄ αυτό ήθελε και ήρθε να καταθέσει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, η Μ.Υ.1 καθόρισε τον χρόνο γνωριμίας της με τον Κατηγορούμενο στα προηγηθέντα 10 περίπου χρόνια για να φθάσει να πει ότι τον γνωρίζει ίσως και
  4. Παρόλο που αυτό το θέμα από μόνο του μπορεί να μην έχει ιδιαίτερη σημασία, εν τούτοις όταν αυτό συνεκτιμηθεί στο σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Υ.1, φανερώνει την τάση της μάρτυρος να προστατεύσει και βοηθήσει όσο και όπως μπορεί τον Κατηγορούμενο. Είναι ενδεικτικό των ως άνω προθέσεων της ότι η Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στην προσωπική ζωή της Μ.Κ.8 χωρίς να τη γνωρίζει προσωπικά και με βάση όσα της είπε η γυναίκα που φροντίζει την κόρη της. Συγκεκριμένα η Μ.Υ.1 αναφέρθηκε σε μία σχέση της Μ.Κ.8 με ένα άντρα που είχε ήδη οικογένεια, με αποτέλεσμα να διαλύσει τον γάμο του, και από τη σχέση τους απέκτησαν αυτή την κόρη. Η Μ.Κ.8 δεν ήθελε να αναλάβει τη φροντίδα αυτού του παιδιού το οποίο μεγαλώνει με τη θεία του. Ακολούθως η Μ.Κ.8 συνήψε άλλους δεσμούς και έχει 2 κόρες από διαφορετικούς δεσμούς και ακόμα απέκτησε 1 αγοράκι το οποίο εγκατέλειψε στη Δανία. Η ίδια ανέφερε ότι πιθανόν η Μ.Κ.8 να έχει 3 κόρες και ότι και η τρίτη κόρη βρίσκεται στη Βουλγαρία. Αυτά προέρχονται από την ανάδοχη μητέρα της κόρης της Μ.Κ.8, η οποία, σύμφωνα με την ίδια τη Μ.Υ.1, δεν είναι βέβαιη για όλες αυτές τις πληροφορίες, εξ ου και η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί με σιγουριά στο όλο θέμα. Θεωρούμε ότι αυτή η μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, καθότι είναι πολύ γενική, αόριστη και αβέβαιη. Από τη στιγμή που η Μ.Υ.1 ήρθε ειδικά από τη Βουλγαρία για να δώσει μαρτυρία, θεωρούμε ότι όφειλε να δώσει μία πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα του προφίλ της Μ.Κ.8 με συγκεκριμένες αναφορές και πιθανόν στοιχεία, όπου αυτό ήταν εφικτό, για να επιβεβαιώσει τις θέσεις της. Αυτή η παρατήρηση του Δικαστηρίου ισχύει και για την αδυναμία της μάρτυρος να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο που να καταδεικνύει τη δική της ιδιότητα. Δεν μας πείθει το γεγονός ότι ταξίδεψε τόση απόσταση για να καταθέσει στο Δικαστήριο χωρίς να βεβαιωθεί ότι είχε μαζί της όλα τα απαραίτητα έγγραφα για να καταδείξει την αλήθεια των θέσεων της. Αρκέστηκε στο να πει ότι μπορεί να τα παρουσιάσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Εκείνο που σφράγισε την αρνητική εντύπωση που σχηματίσαμε για τη μάρτυρα είναι το γεγονός ότι ενώ ο συνήγορος Υπεράσπισης τελείωσε την κυρίως εξέταση της μάρτυρος λέγοντας μάλιστα ότι δεν έχει άλλες ερωτήσεις, από μόνη της η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ήθελε να πει κάτι για τον Κατηγορούμενο. Διεφάνη ότι με πασιφανή αγωγία ήθελε να επιβεβαιώσει ότι πρόκειται για ένα πολύ καλό και καλόψυχο άνθρωπο. Αυτή η στάση της καταδεικνύει το επιτηδευμένο και στοχευμένο της όλης της μαρτυρίας. Όπως ήδη αναφέραμε, η μάρτυρας αυτή ήρθε με μοναδικό σκοπό να κακολογήσει τη Μ.Κ.8 και εκθειάσει τον Κατηγορούμενο, χωρίς όμως να μας πείσει για την αλήθεια των όσων έλεγε. Όταν αντιλήφθηκε ότι οι ερωτήσεις του συνηγόρου του Κατηγορουμένου έφθασαν στο τέλος τους και αυτή δεν μίλησε για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, που ήταν προφανώς ένα από τα ζητούμενα, τότε από μόνη της απεκάλυψε πλέον το τι ήθελε να πει για τον Κατηγορούμενο. Μάλιστα μας προκάλεσε εντύπωση η απάντηση της ότι γνωρίζει τη μητέρα του Κατηγορουμένου από παλιά στην υποβολή της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η αναφορά της στον καλό χαρακτήρα του Κατηγορουμένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ακριβώς ποια η σχέση της γνωριμίας της μάρτυρος με τη μητέρα του Κατηγορουμένου και των όσων αυτή ανέφερε για τον καλό χαρακτήρα του. Θεωρούμε ότι ακριβώς η μάρτυρας, λόγω της στενής σχέσης της με τη μητέρα του Κατηγορουμένου, ήρθε στην Κύπρο και στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την πλευρά της Υπεράσπισης χωρίς όμως αυτά που είπε να είναι αληθή. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαστε ότι η μάρτυρας ήταν αξιόπιστη και δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της. Ούτε και ο Μ.Υ.2 δημιούργησε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανής εξ αρχής η σχέση του με τον Κατηγορούμενο και ο σκοπός του να βοηθήσει την υπεράσπιση του. Σε αυτό το πλαίσιο ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι ο ίδιος ρώτησε τη Μ.Υ.3 για τον Κατηγορούμενο και αυτή του είπε ότι είναι κατηγορούμενος στην Κύπρο για υπόθεση πορνείας. Μάλιστα το μόνο που η Μ.Υ.3 πρόσθεσε επί του θέματος είναι ότι είχαν κρατήσει και την ίδια, ότι την ανάγκασαν να δώσει κάποιες καταθέσεις και ότι ένας αστυνομικός της δάγκωσε το χέρι. Η αναφορά του Μ.Υ.2 στο ότι ο αστυνομικός δάγκωσε το χέρι της Μ.Υ.3 δεν συνάδει ούτε με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής (η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης επί τούτου) αλλά ούτε και με τις αναφορές τόσο του Κατηγορουμένου όσο και της Μ.Υ.
  5. Επίσης είναι πράγματι άξιο απορίας πώς η Μ.Υ.3 δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο εν λόγω γεγονός και κυρίως να αποκαλύψει στον μάρτυρα ότι και η ίδια κρατείτο στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης. Θεωρούμε ότι αυτή η θέση του μάρτυρος δεν συνάδει με τη λογική και αποκαλύπτει μία σκοπίμως αποσπασματική παρουσίαση των γεγονότων στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο αναφορικά με τα όσα ανέφερε. Το θεωρούμε εντελώς αφύσικο και παράλογο ο Μ.Υ.2 να πληροφορείται από την ίδια τη Μ.Υ.3 ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει υπόθεση για πορνεία και ότι η ίδια επίσης συνελήφθη αλλά να μην γνωρίζει τον λόγο της σύλληψης της τελευταίας. Ιδιαίτερη έκπληξη προκάλεσε η θέση του Μ.Υ.2 ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει αδελφό, από τη στιγμή που γνωρίζονται εδώ και 1 ½ - 2 χρόνια, εργάζονταν μαζί, διαμένουν στην ίδια μικρή πόλη Ruse, και γνωρίζει για τη συμβία του. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι έχει αδελφό, ο οποίος μάλιστα του έδωσε τα χρήματα για το αεροπορικό εισιτήριο της Μ.Κ.8 για την Κύπρο. Ο Μ.Υ.2 περιέπεσε σε μία σημαντική αντίφαση. Αυτή αφορά το πώς ο ίδιος γνωρίζει τη Μ.Κ.
  6. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τη γνωρίζει επειδή διαμένουν στην ίδια συνοικία, «τα Τρία Περιστέρια», στην πόλη Ruse, κατά την αντεξέταση του είπε ότι η Μ.Κ.8 δεν διαμένει στην πόλη αλλά σε ένα χωριό εκτός πόλης, και ο ίδιος την έβλεπε όταν πήγαινε με τη σύζυγο του στην εν λόγω συνοικία για να επισκεφθούν την οικογένεια της τελευταίας. Αρνήθηκε δε ότι ο ίδιος διαμένει στην ίδια συνοικία. Θεωρούμε ότι αυτή η αντίφαση είναι τέτοιας φύσης που όχι μόνο δημιουργεί αμφιβολίες αναφορικά με τον τρόπο γνωριμίας του μάρτυρος με τη Μ.Κ.8, αλλά καταδεικνύει την ετοιμότητα του να αναφέρει οτιδήποτε έκρινε ότι θα ήταν βοηθητικό για τον Κατηγορούμενο. Η συνέχεια δε της εκδοχής του μάρτυρος πλήττει καίρια την όλη αξιοπιστία του. Ειδικότερα, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η Μ.Κ.8 ήταν παντρεμένη με τον Dancho, με τον οποίο απέκτησε ένα μωρό και ότι ακολούθως τον εγκατέλειψε και μετακόμισε στον Χρίστο ο οποίος είναι γείτονας της γυναίκας του και έτσι τη γνωρίζει και από εκεί. Αυτή κάνει σχέσεις με άντρες, τους εγκαταλείπει και αν κάποιος δε συμφωνεί μαζί της του κάνει αντίποινα και θέλει να τον τιμωρήσει. Την είδε δε πολλές φορές να εκπορνεύεται στη Βουλγαρία και γνωρίζει πολλά πράγματα γι΄ αυτή. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι επισκέφθηκε την εν λόγω συνοικία πριν από ένα χρόνο και τότε δεν είδε τη Μ.Κ.8 εκεί. Είδε όμως τον Dancho ο οποίος του είπε ότι η Μ.Κ.8 τον εγκατέλειψε και του άφησε ένα μωρό, ενώ έμαθε από γείτονες για τη σχέση της με τον Χρίστο και από εκεί και πέρα άφησε να νοηθεί ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο. Οι θέσεις που πρόβαλε στην κυρίως εξέταση και στην αντεξέταση του είναι άκρως αντιφατικές και ως τέτοιες πλήρως αναξιόπιστες. Έχουμε την άποψη ότι ο μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο όχι με σκοπό να πει την αλήθεια αλλά να παρουσιάσει μία εκδοχή η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα για να βοηθήσει (ανεπιτυχώς) τον Κατηγορούμενο. Άλλο παράδειγμα αυτής της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου είναι το γεγονός ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του περιορίστηκε στο ότι είδε τη Μ.Κ.8 να εκπορνεύεται στην πόλη Ruse, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την είδε να εκπορνεύεται και στην πόλη Μπιάλα, που απέχει 50 χλμ. από τη Ruse. Είναι πρόδηλο από όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι ο Μ.Υ.2 δεν έδωσε μία σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων, φανερώνοντας έτσι τη διάθεση του να πει οτιδήποτε μπορούσε να σκεφτεί με γνώμονα να πλήξει τη Μ.Κ.8 και να υποστηρίξει τον Κατηγορούμενο. Θεωρούμε ότι ο Μ.Υ.2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Η Μ.Υ.3 είναι η σύντροφος του Κατηγορουμένου με τον οποίο έχουν και ένα παιδί. Η σχέση της με τον Κατηγορούμενο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Αρχικά επισημαίνουμε ότι η Μ.Υ.3 αρνήθηκε ότι ανέφερε όσα καταγράφονται στις 2 καταθέσεις που της λήφθηκαν από την Αστυνομία, Τεκμήρια 1Α και Β και 4Α και Β, οι οποίες κατατέθηκαν από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής για τον περιορισμένο σκοπό της λήψης τους. Κατά την προφορική της μαρτυρία προώθησε την εκδοχή ότι ήρθε μαζί με τον Κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.8 στην Κύπρο για να ψάξουν εργασία. Η Μ.Κ.8 της είπε να εργαστούν ως πόρνες ενώ ο Κατηγορούμενος δεν είχε ιδέα γι΄ αυτό. Το μόνο που έκανε ήταν να τηλεφωνήσει στον Κατηγορούμενο τη δεύτερη νύκτα για να τους πάρει φαγητό, όπως και έγινε. Η εκδοχή της Μ.Υ.3 αναφορικά με το τι έκανε ο Κατηγορούμενος στην Κύπρο έρχεται σε αντίθεση με όσα είπε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα η Μ.Υ.3 είπε ότι την πρώτη νύκτα ο Κατηγορούμενος πήγε να κοιμηθεί ενώ τη δεύτερη νύκτα βγήκε ψάχνοντας για εργασία. Ο Κατηγορούμενος όμως είπε ότι την πρώτη νύκτα διασκέδασαν στο Λούνα Παρκ ενώ τη δεύτερη είχαν βγει για φαγητό και ο ίδιος δεν είχε ακόμη αρχίσει να αναζητεί εργασία. Ακόμη η θέση της για το τι έγινε στη Γαλλία παρουσιάζει αντιφάσεις μεταξύ της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης της. Κατά την κυρίως εξέταση της η Μ.Υ.3 είπε ότι γνώρισε τη Μ.Κ.8 στη Γαλλία σε μία καφετέρια, αλλά δεν ήταν μαζί της. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι της είχαν προτείνει κάποιες φίλες της που έμεναν τότε στη Γαλλία να πάει εκεί για να φροντίζει μία ηλικιωμένη. Αργότερα, είπε ότι πήγε μαζί με αυτές τις φίλες της από τη Βουλγαρία και μετά γνώρισε τη Μ.Κ.8 και έμειναν οι δύο τους. Κατά την κυρίως εξέταση η Μ.Υ.3 είπε ότι όταν ο Κατηγορούμενος πήγε στη Γαλλία για να τη συνοδεύσει πίσω στη Βουλγαρία, η Μ.Κ.8 επέστρεψε μαζί τους αλλά με την άφιξη τους στο αεροδρόμιο αυτή πήγε αλλού. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι βρέθηκαν για καφέ στη Βουλγαρία και η Μ.Κ.8 της είπε να έρθουν στην Κύπρο για να βρουν εργασία, η ίδια νόμιζε ότι επρόκειτο για μια κανονική εργασία όμως τελικώς την πρώτη νύκτα η Μ.Κ.8 την οδήγησε στον δρόμο και την ανάγκασε στην εκπόρνευση, και αυτή ως πιο μικρή την άκουγε. Αναφορικά με το τι έκαναν η Μ.Υ.3 και η Μ.Κ.8 στη Γαλλία, παρουσιάζεται μία σημαντική διαφορά μεταξύ της εκδοχής της Μ.Υ.3 και του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, η Μ.Υ.3 είπε ότι αυτή φρόντιζε μία ηλικιωμένη γυναίκα εκεί ενώ η Μ.Κ.8 της είπε ότι εργαζόταν ως καθαρίστρια. Ο Κατηγορούμενος όμως, κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι έμαθε ότι και οι δύο εκπορνεύονταν στη Γαλλία για να πει λίγο αργότερα στη μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε τι εργασία έκανε εκεί η Μ.Υ.
  7. Γενικώς η Μ.Υ.3 δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς και συνεπείς απαντήσεις, και ακόμα κάποιες από αυτές δεν συνάδουν με τη λογική. Αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς η Μ.Κ.8 ανάγκασε τη Μ.Υ.3 να εκπορνευθεί για πρώτη φορά στην Κύπρο, με την απλή δικαιολογία ότι ως πιο μικρή της η Μ.Υ.3 την άκουγε, και ειδικότερα πώς κατάφερε να την αναγκάσει σε κάτι τέτοιο εφόσον ο Κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί τους, δεν συμφωνούσε με αυτό και θα μπορούσε να την προστατεύσει. Δεν θεωρούμε ότι οι θέσεις της Μ.Υ.3 είναι πειστικές και βάσιμες. Τέλος, η Μ.Υ.3 δεν πρόβαλε ξεκάθαρες και σταθερές θέσεις για το θέμα των απολαβών της και κυρίως για το εισόδημα και τις αποταμιεύσεις της έτσι ώστε οι θέσεις της να προβάλλουν λογικές. Με βάση τα όσα ανέφερε, το εισόδημα τόσο της ίδιας όσο και της γιαγιάς της τής παρέχουν τη δυνατότητα να φυλάττει χρήματα ενώ ταυτόχρονα ήθελε περισσότερα και γι΄ αυτό ξενιτεύτηκε στη Γαλλία και ακολούθως στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας. Από την άλλη αναγνώρισε ότι τελικώς είχε ανάγκη από χρήματα και γι΄ αυτό ήρθε στην Κύπρο, καταδεικνύοντας ότι αυτά που είχε δεν ήταν αρκετά. Θεωρούμε ότι η όλη συμπεριφορά και στάση της μάρτυρος είχε μοναδικό σκοπό να υποστηρίξει τον Κατηγορούμενο και να τον αποσυνδέσει από οτιδήποτε αφορά πορνεία. Και αυτό ξεκάθαρα αποδίδεται στη σχέση τους. Γι αυτό δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της Μ.Υ.3 ως αξιόπιστη και έτσι την απορρίπτουμε. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρούμε στη συνέχεια στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η Παραπονούμενη κατάγεται από τη Βουλγαρία και έχει δύο κοριτσάκια την Esmeralda και Mariana ηλικίας 8 και 9 ετών αντίστοιχα. Από τη νεαρή της ηλικία στο στάδιο ενηλικίωσης της η Παραπονούμενη συζούσε κατά καιρούς με διάφορους άνδρες οι οποίοι την αγόρασαν καταβάλλοντας κάποιο χρηματικό ποσό και τους οποίους η ίδια θεωρούσε ως συζύγους της. Η Παραπονούμενη δεν τύγχανε εξώθησης στην πορνεία ενόσω ήταν με αυτούς τους άνδρες. Κατ΄ εκείνο το χρονικό διάστημα ευρισκόταν στη Γαλλία και στο Ρόττερνταμ και τελικώς επέστρεψε στη Βουλγαρία στην πόλη Ruse όπου δεν είχε εργασία και έπαιρνε βοήθεια από την κυβέρνηση. Σε ηλικία περίπου 20 χρονών ο ξάδερφος του τελευταίου άνδρα με τον οποίο συζούσε, ο Stanko, την πήρε στη Γερμανία και την εξώθησε στην πορνεία. Εκεί άσκησε το επάγγελμα της πόρνης για δύο μήνες ενώ ο Stanko είχε επιστρέψει στη Βουλγαρία. Μετά την επιστροφή της από τη Γερμανία στη Βουλγαρία γέννησε την πρώτη της κόρη το
  8. Ακολούθως πήγε στη Δανία όπου έμεινε για περίοδο 5 μηνών. Εκεί έμεινε έγκυος και παρέμεινε μέχρι που γέννησε τη δεύτερη της κόρη τον Σεπτέμβριο του
  9. Μετά από λίγες μέρες η Αστυνομία της Δανίας την έστειλε πίσω στη Βουλγαρία μαζί με την κόρη της. Διέμενε στην πόλη Ruse για 2 χρόνια δηλαδή μέχρι το 2007 περίπου και στη συνέχεια πήγε στους γονείς της στην πόλη Pleven όπου έμεινε για 5 χρόνια. Στο διάστημα αυτό δεν ασκούσε οποιοδήποτε επάγγελμα. Μετά την πάροδο των 5 ετών - δηλαδή περίπου τo 2012 - πήγε στην πόλη Ruse όπου έμεινε σε ένα ξενοδοχείο για μια νύχτα. Λόγω του ότι δεν είχε χρήματα, την έδιωξαν από το ξενοδοχείο και έτσι αναγκάστηκε να δουλέψει ως πόρνη στον δρόμο. Τη δεύτερη νύχτα ενώ ασκούσε πορνεία τη συνάντησε ο Menderes και της προσέφερε στέγη στο σπίτι του. Έμεινε μαζί του για ένα μήνα και στο διάστημα αυτό ασκούσε πορνεία. Στη συνέχεια ο Menderes την πήρε στον Sharik ο οποίος την αγόρασε. Αρχικά ο Sharik ήταν ευγενικός μαζί της και της υποσχέθηκε ότι αν πήγαινε στο εξωτερικό να δουλέψει ως πόρνη ο ίδιος θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα που αυτή θα κέρδιζε για να εξασφαλίσει σπίτι στην Παραπονούμενη, στο οποίο αυτή θα διέμενε με την κόρη της Esmeralda, που τότε ευρίσκετο σε κρατική στέγη για παιδιά. Αμέσως, περί τα τέλη Αυγούστου 2013, ο Sharik τη γνώρισε στον αδελφό του, τον Κατηγορούμενο. Ο Sharik και ο Κατηγορούμενος την πήραν στη Σόφια και εν συνεχεία με ακόμη μία κοπέλα (την Sebat) πήγαν στο Βουκουρέστι. Απ' εκεί ο Κατηγορούμενος, η Sebat και η Παραπονούμενη πήγαν αεροπορικώς στη Γαλλία, στις Κάννες. Τα αεροπορικά εισιτήρια τα είχαν αγοράσει ο Sharik και ο Κατηγορούμενος. Στις Κάννες τους περίμενε η Draga και η Gulyar. Εκεί έμειναν όλοι τους σε ξενοδοχείο. Την επόμενη μέρα η Gulyar πήρε την Παραπονούμενη και την Sebat σ' ένα χώρο κοντά στο ξενοδοχείο για να εργαστούν ως πόρνες στον δρόμο. Και οι 3 εκπορνεύονταν εισπράττοντας αρκετά χρήματα. Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στις Κάννες για περίοδο περίπου 10 ημερών και μετά αναχώρησε για τη Βουλγαρία. Την περίοδο που ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στις Κάννες όσα χρήματα εισέπρατταν οι 3 κοπέλες από την πορνεία τα έδιναν στην Gulyar η οποία με τη σειρά της τα έδινε στον Κατηγορούμενο. Μετά που αυτός έφυγε οι κοπέλες έδιναν πάλι τα χρήματα στην Gulyar η οποία τα έστελνε με τραπεζικό έμβασμα στο λογαριασμό του Sharik στη Βουλγαρία. Όταν ο Κατηγορούμενος έφυγε οι 3 κοπέλες έμειναν μαζί στο ίδιο δωμάτιο στο ξενοδοχείο. Στο διάστημα αυτό ο Sharik απειλούσε την Παραπονούμενη σε σχέση με τις εισπράξεις που έκαμνε και διέταξε μέσω βιντεόκλησης (Skype) την Gulyar να κτυπήσει την Παραπονούμενη στο πρόσωπο, όπως και έγινε. Κατόπιν και πάλι διαταγών του Sharik μια βδομάδα αργότρα η Gulyar, η Draga και η Sebat

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.