← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μahmoud Abdelaziz Ibrahim Abdelaziz, Αρ. Υπόθεσης: 13132/14, 3/10/2014

Δημοκρατία ν. Μahmoud Abdelaziz Ibrahim Abdelaziz, Αρ. Υπόθεσης: 13132/14, 3/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:31 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13132/14 Δημοκρατία v. Μahmoud Abdelaziz Ibrahim Abdelaziz Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 3 Οκτωβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ευθυβούλου με κα Ζησίμου για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Καρεκλάς Κατηγορούμενος παρών ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Αφού προηγήθηκε μερική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, στη διάρκεια της οποίας κατέθεσε και ο Παραπονούμενος, ο Κατηγορούμενος προέβη σε αλλαγή απάντησης και παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία της ληστείας (2η κατηγορία), ενώ στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία) αναστάληκε η ποινική δίωξη. Τα γεγονότα όπως τα εξέθεσε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως εξής: Τόσον ο Κατηγορούμενος όσο και ο Παραπονούμενος κατάγονται από την Αίγυπτο. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ηλικίας 24 χρόνων, ήρθε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 20.1.11 με άδεια εργασίας. Ο Παραπονούμενος ήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 29.1.14 με άδεια επισκέπτη μέχρι 29.4.14 και έκτοτε παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Στις 9.6.14 γύρω στις 7.00 το πρωϊ ενώ ο Παραπονούμενος κοιμόταν στο δωμάτιο του έχοντας προηγουμένως φυλάξει το πορτοφόλι του που περιείχε το χρηματικό ποσό των €1.505 κάτω από το μαξιλάρι του, άκουσε θόρυβο. Σχεδόν ταυτόχρονα είδε δύο πρόσωπα, τα οποία φορούσαν πλαστικές μάσκες στο πρόσωπο, να εισέρχονται στο δωμάτιο του αφού προηγουμένως είχαν παραβιάσει με βίαια κτυπήματα τη ξύλινη πόρτα του υπνοδωματίου του. Οι δύο δράστες κτύπησαν τον Παραπονούμενο σε διάφορα μέρη του σώματος του και τού έκλεψαν από το πορτοφόλι του το χρηματικό ποσό των €1.505 καθώς και το κινητό του τηλέφωνο μάρκας Blackberry, αξίας €100. Οι δράστες είχαν προσπαθήσει να δέσουν τα χέρια και τα πόδια του Παραπονούμενου με καλώδιο κεραίας χωρίς επιτυχία ενόψει της αντίστασης που προέβαλε ο Παραπονούμενος ο οποίος αμυνόταν. Σε κάποιο δε στάδιο κατάφερε να κτυπήσει με τα χέρια του τους δύο δράστες. Στα πλαίσια δε της αντίστασης που προέβαλε ο Παραπονούμενος τραυμάτισε γρατσουνίζοντας στον ώμο τον ένα εξ αυτών (τον Κατηγορούμενο) ενώ ταυτόχρονα τού αφαίρεσε τη μάσκα από το πρόσωπο αναγνωρίζοντας τον ως τον Κατηγορούμενο τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως. Στη συνέχεια τόσον ο Κατηγορούμενος όσον και ο δεύτερος δράστης έφυγαν τρέχοντας από τη σκηνή παίρνοντας μαζί τους τα κλοπιμαία. Ο Παραπονούμενος μετέβη αμέσως σε διπλανή οικία όπου διέμεναν Σύριοι φίλοι του, στους οποίους περιέγραψε το συμβάν, αναφέροντας τους ταυτόχρονα ότι ένας εκ των δραστών ήταν ο Κατηγορούμενος. Μετά από λίγη ώρα ο Κατηγορούμενος μετέβη στην οικία του Παραπονούμενου και κατ΄ εκείνο το στάδιο όταν ο Παραπονούμενος τον υπέδειξε (τον Κατηγορούμενο) στην παρουσία και άλλων προσώπων ως τον ένα δράστη της ληστείας, ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε εμπλοκή. Η επόμενη εξέλιξη στην υπόθεση ήταν να ακολουθήσει από τον Παραπονούμενο καταγγελία στην Αστυνομία. Στα πλαίσια αυτά η Αστυνομία επισκέφθηκε την οικία του Παραπονούμενου όπου τον εντόπισαν κτυπημένο και σε κατάσταση σοκ και με δυσκολία να μιλήσει. Με σπαστά αγγλικά εξήγησε τι είχε συμβεί και ότι είχε αναγνωρίσει έναν εκ των δραστών. Στον Παραπονούμενο διενεργήθηκαν ιατρικές εξετάσεις και διεπιστώθη ότι έφερε τραύμα στο άνω και κάτω χείλος αριστερά εσωτερικά, πολλαπλές μικροεκδορές στο δεξιό αγκώνα, εκδορές στο δεξιό αντιβραχίονα και θλαστική εκχύμωση στην οπίσθια χώρα του δεξιού μηρού. Τα πιο πάνω τραύματα είχαν προκληθεί από τα κτυπήματα του Κατηγορουμένου και του άλλου δράστη. Από την ιατροδικαστική εξέταση που έγινε στον Κατηγορούμενο διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε τρεις εκδορές παράλληλες στη δεξιά τραχηλική χώρα, εκδορές στο δεξιό μαστό, εκδορές στο δεξιό βραχίονα και εκδορές στη δεξιά θωρακική χώρα. Τα δε τραύματα στον ώμο συνήδαν πλήρως με τα τραύματα που είχε προκαλέσει ο Παραπονούμενος στον ένα από τους δράστες και ειδικότερα στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου επισήμανε εν πρώτοις την παραδοχή του, την οποία μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη, τόσο ως ένδειξη μεταμέλειας του Κατηγορουμένου όσο και από άποψης πρακτικών επιπτώσεων που αυτή έχει, υπό την έννοια της διάσωσης πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Επίσης, ως ελαφρυντικό παράγοντα επικαλέστηκε το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου ως στοιχείο που δικαιολογεί επιεικέστερη ποινή. Ο συνήγορος αναφέρθηκε ακόμη στο γεγονός της επιστροφής από τον Κατηγορούμενο του κλαπέντος ποσού, καθώς και της αξίας του κλαπέντος κινητού τηλεφώνου και στη μη ύπαρξη πλέον οποιουδήποτε παραπόνου από το θύμα. Για το σκοπό αυτό κατέθεσε ενώπιον μας ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α απόδειξη είσπραξης για το συνολικό ποσό των €1.605 στην οποία το θύμα πράγματι επιβεβαιώνει το γεγονός της λήψης του εν λόγω ποσού με την ταυτόχρονη δήλωση του ότι δεν έχει πλέον οποιαδήποτε απαίτηση από τον Κατηγορούμενο. Ένα από τα θέματα που έθιξε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου στην αγόρευση του ήταν αυτό που αφορά την μη δίωξη του άλλου εμπλεκόμενου προσώπου. Ήταν βασικά η σχετική εισήγηση πως παρότι για το άτομο αυτό υπήρχαν υποψίες από πλευράς Αστυνομίας εντούτοις δεν έγινε ποτέ σύλληψη και ότι μετά τη σύλληψη του Κατηγορουμένου οι έρευνες για το άτομο αυτό τερματίστηκαν με αποτέλεσμα αυτό να μην ανευρεθεί και να μην προσαχθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης. Βεβαίως ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε δεκτός από την Κατηγορούσα Αρχή, ενώ ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν ήταν, όπως διεφάνη, σε θέση να δώσει για το ζήτημα αυτό οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία. Οφείλουμε εδώ να επισημάνουμε ότι η επίκληση αυτού του ζητήματος από τον συνήγορο Υπεράσπισης μας ξένισε. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της αγόρευσης για μετριασμό τέθηκε ευθέως από το Δικαστήριο το ερώτημα κατά πόσο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είχε με οποιονδήποτε τρόπο συνδράμει στην προσπάθεια εντοπισμού και του δεύτερου δράστη στο επίδικο αδίκημα με δεδομένο ότι αυτός, καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, θα μπορούσε να δώσει στοιχεία αναφορικά με την ταυτότητα του συνεργού του ούτως ώστε να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του από την Αστυνομία. Η απάντηση δε που μας δόθηκε από το συνήγορο ήταν ότι κάτι τέτοιο ο Κατηγορούμενος δεν έπραξε και ούτε επρόκειτο, ακόμη και στο παρόν στάδιο, να πράξει. Με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον μας δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο ότι η Αστυνομία γνώριζε την ταυτότητα του δεύτερου δράστη αλλά ολιγώρησε να τον συλλάβει και παρουσιάσει ενώπιον Δικαστηρίου. Αν αυτή ήταν η περίπτωση θα αναμέναμε από τον κ. Καρεκλά να προβάλει κάτι τέτοιο με σαφήνεια, αφού πράγματι θα μπορούσε να ληφθεί υπ' όψιν ως μετριαστικό στοιχείο. Υπό το φως αυτών λοιπόν των δεδομένων δεν μπορεί ο Κατηγορούμενος να επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα την μη δίωξη του άλλου εμπλεκόμενου προσώπου. Ο κ. Καρεκλάς στα πλαίσια της αγόρευσης του επικαλέστηκε τις πρόνοιες του περί Αδικοπραγούντων Ανηλίκων Νόμου ΚΕΦ. 157 και συγκεκριμένα το Άρθρο 12 για να εισηγηθεί την ύπαρξη δυνατότητας στην προκειμένη περίπτωση επιβολής στον Κατηγορούμενο των ποινών που προβλέπονται για παιδιά ή νεαρά πρόσωπα. Λέμε ευθύς εξαρχής ότι η επίκληση του εν λόγω Νόμου στην υπό εξέταση περίπτωση είναι το λιγότερο ατυχής. Και αυτό διότι ο εν λόγω Νόμος και ειδικότερα οι πρόνοιες του Άρθρου 12 τυγχάνουν εφαρμογής αφενός στις περιπτώσεις παιδιών που ο Νόμος ορίζει ως τα πρόσωπα κάτω από την ηλικία των 14 ετών και αφετέρου στις περιπτώσεις νεαρών προσώπων που ο Νόμος ορίζει ως τα πρόσωπα που είναι 14 έως 16 ετών. Σημειώνουμε ότι για το ζήτημα αυτό κλήθηκε ευθέως ο κ. Καρεκλάς να τοποθετηθεί ενόψει του προβληματισμού του Δικαστηρίου για την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου στην υπό κρίση περίπτωση. Θα αναμέναμε ο συνήγορος να ήταν σε θέση να το πράξει ή τουλάχιστον να ζητήσει χρόνο να το μελετήσει, κάτι το οποίο παραδόξως δεν έγινε. Επομένως, διαπιστώνουμε ότι, βασικά, ο κ. Καρεκλάς επικαλέστηκε νομοθέτημα που δεν τυγχάνει εφαρμογής και μάλιστα χωρίς, όπως διεφάνη, να βεβαιωθεί ο ίδιος στον απαιτούμενο υπό τις περιστάσεις βαθμό ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση του πελάτη του. Χωρίς να θέλουμε να επεκταθούμε περαιτέρω λέμε απλώς ότι θα αναμέναμε πως οι όποιες αναφορές ή παραπομπές γίνονται στα πλαίσια αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, ιδιαίτερα ενώπιον Κακουργιοδικείου, θα πρέπει να αποτελούν από τους συνηγόρους αντικείμενο προηγούμενης προσεκτικής μελέτης και προβληματισμού. Άλλωστε ό ρόλος ενός συνηγόρου ως λειτουργού της Δικαιοσύνης είναι να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου με ορθό και ακριβή τρόπο τη νομοθεσία ή τη νομολογία που εφαρμόζεται κατά περίπτωση. Το αδίκημα της ληστείας για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι από τα πλέον σοβαρά και αυτό αντανακλάται στη μέγιστη ποινή που προνοείται από το Άρθρο 283 του Ποινικού Κώδικα. Σημειώνουμε ότι προνοείται ισόβια φυλάκιση όταν ο παραβάτης συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή όταν κατά τη διάρκεια της ληστείας τραυματίζει, κτυπά ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε άλλη βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Ισόβια φυλάκιση κατά μέγιστο όριο προβλέπεται, επίσης, και στην περίπτωση που ο παραβάτης είναι οπλισμένος με οποιοδήποτε επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή εργαλείο. Η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή που θα επιβάλει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα κατατάσσεται στις περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπεται ισόβια φυλάκιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος, κάτι το οποίο αντανακλάται στη φυλάκιση διά βίου που ο νομοθέτης θεώρησε σκόπιμο να προνοήσει ως ανώτατο όριο ποινής[1]. Όπως προσφάτως έχει τονιστεί στην υπόθεση Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 33/12 ημερ. 15.1.13 από την ίδια τη φύση του αδικήματος το οποίο εμπεριέχει τις διά της βίας και της επίδειξης βίας προς εκφοβισμό και εξαναγκασμό ενέργειες που παραβιάζουν κάθε έννοια της πολιτισμένης συμπεριφοράς, δικαίως το αδίκημα της ένοπλης ληστείας θεωρείται από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα. Θεωρούμε δε αναγκαίο να επισημάνουμε εδώ ότι εγκλήματα αυτού του είδους, άσχετα από την επακριβή μορφή που παίρνει η κάθε περίπτωση, βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση και παρουσιάζουν μια αυξητική τάση[2]. Τούτο το διαπιστώνουμε όχι μόνο από τις επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και από τις δικές μας προσωπικές εμπειρίες βάσει της καθημερινής και επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης με τέτοιου είδους υποθέσεις. Δεν είναι, πιστεύουμε, υπερβολή να πούμε ότι οι ληστείες, πλείστες εκ των οποίων είναι ένοπλες και με τη χρήση βίας, είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο με υποψήφια και ανυποψίαστα θύματα τον κάθε πολίτη με απρόβλεπτες και ανυπολόγιστες συνέπειες. Όπως επισημάνθηκε και σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί ο καιρός που οι κάτοικοι της χώρας μας ένιωθαν και ζούσαν σε συνθήκες ασφάλειας. Κανείς πλέον και πουθενά δεν έχει την άνεση να αισθάνεται ασφαλής καθότι όλοι αποτελούν εν δυνάμει θύματα με ενδεχόμενο τίμημα όχι μόνο την ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια τη σωματική ασφάλεια και ακεραιότητα κάθε νομοταγούς πολίτη. Τούτο καθιστά επιτακτική σε αδικήματα, όπως το υπό εξέταση, την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής που θα επενεργήσει, ελπίζουμε, αποτρεπτικά.[3] Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα[4]. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη τονίσει την σοβαρότητα του αδικήματος χαρακτηρίζοντας τη μάλιστα ως δεσπόζουσας βαρύτητας στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα στην απόφαση του στην υπόθεση Τalal Faeg Mahmoud Abed v. Δημοκρατίας

(2007)2 Α.Α.Δ. 128, ο (τότε) Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χ. Αρτεμίδης, αφού εκδήλωσε την έντονη αγωνία των κατοίκων της χώρας μας και την άκρως ανησυχητική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας, τόνισε και τα ακόλουθα σχετικά: «Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχτηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας, ενίοτε σκληρής και άγριας, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες, όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις, με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί.» Στην πιο πάνω απόφαση επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών που επεβλήθη πρωτόδικα. Όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης ο Εφεσείων μαζί με άγνωστο συνεργό του είχαν στήσει καρτέρι το βράδυ στον παραπονούμενο ο οποίος, συνοδευόμενος από την αλλοδαπή φίλη του, πήγαινε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας. Χρησιμοποίησαν τον ανελκυστήρα για να ανεβούν στο δεύτερο όροφο. Μόλις άνοιξε η πόρτα του ανελκυστήρα ο Εφεσείων και ο συνεργός του επιτέθηκαν εναντίον του παραπονούμενου με ρόπαλο και τον χτύπησαν επανειλημμένα στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός του προκαλώντας του βαθύ τραύμα στο κεφάλι, στα χείλη και στον αριστερό ώμο. Σκοπός τους, και τον πέτυχαν, ήταν να του αποσπάσουν χαρτοφύλακα ο οποίος περιείχε ένα αρκετά σεβαστό χρηματικό ποσό. Αφού άρπαξαν τον χαρτοφύλακα άρχισαν να τρέχουν. Τους καταδίωξε η φίλη του παραπονούμενου σε μια προσπάθεια να τους προλάβει. Ωστόσο, ο Εφεσείων και ο συνεργός του κατόρθωσαν να διαφύγουν και εξαφανίστηκαν. Κατά τη φυγή τους μέρος των χρημάτων, που περιείχε ο χαρτοφύλακας, έπεσε στο δρόμο. Το υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε στο χαρτοφύλακα και οικειοποιήθηκαν ο Εφεσείων με το συνεργό του ήταν περίπου Λ.Κ.6.000. Αυτό το ποσό δεν ανευρέθη, ούτε επεστράφη. Στην υπόθεση Muhannad Mohammad Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 κατόπιν παραδοχής επιβλήθηκε στον εφεσείοντα πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 8 ετών σε κατηγορία για ένοπλη ληστεία, η οποία ποινή επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Στην υπόθεση Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 50 οι κατηγορούμενοι ηλικίας 19 και 23 ετών, παραδέχθηκαν ενοχή σε δύο κατηγορίες ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 255, 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Οι δύο κατηγορούμενοι, κουκουλοφόροι και οπλισμένοι με μαχαίρια, εισέβαλαν σε διαμέρισμα δύο αλλοδαπών γυναικών και υπό την απειλή βίας και αφού τις κτύπησαν, απέσπασαν το ποσό των £65. Τα γεγονότα της υπόθεσης κρίθηκαν ως εξαιρετικά σοβαρά. Στους κατηγορούμενους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 ετών που επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκαν ενοχή στο Κακουργιοδικείο μετά από μερική ακρόαση. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ippokratis Giannakov v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 220/12 ημερ. 24.02.14, στην οποία επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της ληστείας. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείων στις 01:50 παραβίασε την πόρτα διαμερίσματος όπου κοιμούνταν ο ιδιοκτήτης αυτού και η κόρη του στα υπνοδωμάτια τους. Κατά την προσπάθεια του να κλέψει ακούστηκε θόρυβος και ξύπνησε η κόρη αντικρίζοντας τον Εφεσείοντα στο καθιστικό. Έντρομη η κόρη κάλεσε σε βοήθεια τον πατέρα της ο οποίος έτρεξε αμέσως στο σημείο με αποτέλεσμα να δεχθεί επίθεση από τον Εφεσείοντα. Συγκεκριμένα ο Εφεσείων τον κτύπησε στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματος του με διάφορα αντικείμενα. Ο Εφεσείων έκλεψε το κλειδί (αξίας €50) ενός αυτοκινήτου, όμως ανακόπηκε από Αστυνομικό κατά την προσπάθεια διαφυγής του από την πολυκατοικία. Το Εφετείο επεκύρωσε την επιβληθείσα ποινή τονίζοντας την έξαρση που παρατηρείται σε τέτοιας φύσης αδικήματα και που καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Ακόμα, επικρότησε τη δυσαρέσκεια του Κακουργιοδικείου για άτομα που φθάνουν στην Κύπρο για ένα καλύτερο μέλλον αλλά δεν δείχνουν σεβασμό στους νόμους της χώρας που τους φιλοξενεί. Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως όμως τονίστηκε και σε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξής τους[5]. Επιπλέον να επισημάνουμε την πάγια νομολογιακή αρχή ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών για σκοπούς αποτροπής[6]. Εξετάζοντας τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος επισημαίνουμε ευθύς εξαρχής ότι ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικές. Όπως προέκυψε από τα γεγονότα, ο Κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο εισήλθαν αιφνιδιαστικά στο δωμάτιο του Παραπονούμενου την ώρα που αυτός κοιμόταν το πρωί έχοντας προηγουμένως παραβιάσει τη ξύλινη πόρτα του δωματίου του. Φρόντισαν δε να μην τύχουν οποιασδήποτε αναγνώρισης από το θύμα τους καλύπτοντας το πρόσωπο τους με πλαστικές μάσκες. Σαφέστατα η προμήθεια και χρήση μασκών, η παραβίαση θύρας, η παράνομη είσοδος στο χώρο διαμονής του Παραπονουμένου και η άμεση χρήση βίας εναντίον του δεν μπορεί να σημαίνουν οτιδήποτε λιγότερο από προσχεδιασμένη, οργανωμένη και συντονισμένη δράση με προφανή στόχο την εξασφάλιση με παράνομο τρόπο ξένης περιουσίας. Η χρήση μέσων προς απόκρυψη των προσώπων τους καταδεικνύει μάλιστα γνώση ή έστω συνεκτίμηση της πιθανότητας παρουσίας κάποιου στο σπίτι. Το αν ενήργησαν επιπόλαια ή όχι ουδόλως υποβαθμίζει τη σοβαρότητα της πράξης του και των εν γένει συνθηκών του αδικήματος. Κρίνουμε ότι η σοβαρότητα των πράξεων του Κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος είναι τέτοια που καθιστά επιβεβλημένη την αντιμετώπιση της περίπτωσης με την ανάλογη αυστηρότητα χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζουμε τους μετριαστικούς παράγοντες που συντρέχουν στην περίπτωση του. Καταρχάς ως τέτοιο θεωρούμε το λευκό του ποινικό μητρώο το οποίο καταδεικνύει τη μέχρι σήμερα στάση του απέναντι στους Νόμους και αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου[7]. Επίσης είναι γνωστή η αρχή ότι κατηγορούμενος που παραδέχεται δικαιούται έκπτωσης στην ποινή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». Στα πλαίσια αυτά λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του, η οποία καταδεικνύει τη μεταμέλεια του και διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα, έστω και αν αυτή προέκυψε σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή αυτή έγινε σε στάδιο όπου είχε ήδη μεσολαβήσει η ένορκη κατάθεση από μέρους του Παραπονουμένου, και υπ' αυτή την έννοια έχει μειωμένη σημασία. Σαφώς δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άμεση με αποτέλεσμα το μετριαστικό της εκτόπισμα να μειώνεται σημαντικά.[8] Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η παραδοχή του Κατηγορουμένου είναι άνευ αξίας στην παρούσα υπόθεση. Το γεγονός της αποζημίωσης του Παραπονούμενου από τον Κατηγορούμενο με την καταβολή του ποσού των €1.505 και της αξίας του κινητού τηλεφώνου αναμφίβολα αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα - αν και δεν συνιστά βαρυσήμαντο στοιχείο[9] - που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Ταυτόχρονα συνιστά και στοιχείο της μεταμέλειας του δράστη για την αξιόποινη πράξη του. Όπως έχει υπογραμμισθεί στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλεια του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων.» Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όπου διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται μεν υπόψη αλλά στον βαθμό και την έκταση που δεν εξουδετερώνουν τον χαρακτήρα αυτό[10]. Οι όποιες προσωπικές περιστάσεις δεν πρέπει να αποπροσανατολίζουν και να εξουδετερώνουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής[11]. Έχουμε υπ' όψιν μας τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου όπως αυτές αναδύονται από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κατάγεται από την Αίγυπτο και είναι 24 ετών. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του ζουν στην Αίγυπτο και δεν εργάζονται. Ο ίδιος είναι το τρίτο από τα πέντε παιδιά. Ο Κατηγορούμενος ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στο Λύκειο και το 2011 ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί και βοηθήσει την οικογένεια του. Εργαζόταν ως εργάτης στον γεωργικό τομέα στην Περιστερώνα μέχρι τη σύλληψη του. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας και συγκεκριμένα στο κεφάλι του μετά από πτώση από ταράτσα που συνέβη πριν ένα χρόνο. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας εξετάσει με τη δέουσα προσοχή όλους τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής θεωρούμε ότι η επιβολή στον Κατηγορούμενο ποινής στερητικής της ελευθερίας του προβάλλει ως αναπόφευκτη. Το ύψος της ποινής θα αντανακλά το σύνολο των ελαφρυντικών παραγόντων που λαμβάνονται υπ' όψιν. Ως αποτέλεσμα, στη δεύτερη κατηγορία επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 ετών. Ενόψει του ύψους της ποινής δεν εγείρεται θέμα εξέτασης ενδεχόμενης αναστολής. Η έκτιση της ποινής αρχίζει από τις 02.07.14 που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, 239. [2] Δέστε Suresh Crisnatha Ranajeeva v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452 και Πόρας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452. [3]Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέτου Τσαπατσάρη κ.ά.,
(2000)2 Α.Α.Δ. 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.83 David Piliev ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 και Ζακ v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 854. [4] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ 304 και Γεώργιος Κώστα Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας [2002] 2 Α.Α.Δ. 61. [5] Δέστε Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, Παλαούτας ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 70 και Abunanzha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 551. [6] Δέστε Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 577 και Abunazha ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551. [7] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252. [8] Δέστε Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 369 και Χ. Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323. [9] Δέστε Μενελέαου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248 και Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46. [10] Δέστε Βαρνάβα Ευγενίου Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57. [11] Δέστε Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. BISCO
(1991)2 A.A.Δ. 16, Atallah v. Δημοκρατίας
(1992)2 A.A.Δ. 94, Ali Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 143, Moustafa Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Περικλέους v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 και Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.