Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιος ΜΙΝΩ, Αρ. Υπόθεσης: 835/13, 16/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 835/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Γεώργιος ΜΙΝΩ Κατηγορουμένου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Οκτωβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στον κατηγορούμενο αποδίδονται τα αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης, επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και κακόβουλης ζημιάς. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως αναγράφονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος την 16η Μαρτίου 2012 στον Στρόβολο, της επαρχίας Λευκωσίας, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην Λεωφόρο Προδρόμου, εξύβρισε τον Γεώργιο Νάνο από το Στρόβολο τις φράσεις «πούστη καλαμαρά», «πεζεβέγκη», «μαλάκα» και «γαμω το σιήστο σου» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση, κατηγορία αρ.
- Επίσης, κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, επιτέθηκε εναντίον του ίδιου προσώπου και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, κατηγορία αρ. 2 και ότι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους €120 στο λεωφορείο με αρ. εγγραφής HTR899, περιουσία του ΟΣΕΛ. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή και εκπροσώπησε μόνος του τον εαυτό του αφού το αίτημα του για νομική αρωγή είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο ενόψει του περιεχομένου της έκθεσης του που συντάχθηκε για την οικονομική του κατάσταση από αρμόδιο λειτουργό των Κοινωνικών Υπηρεσιών του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Δόθηκε μαρτυρία από τον παραπονούμενο, τους δύο εξεταστές της υπόθεσης, ενώ το πιστοποιητικό του Δρ. Φοίβου Κωστόπουλο του ΤΑΕΠ Γ.Ν. Λευκωσίας καταχωρήθηκε ως τεκμήριο εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιερχομένου του. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία και αφού του εξήγησε τα δικαιώματα του ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί ανώμοτη δήλωση, δεν κάλεσε κανένα άλλο μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Η μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης και θεωρώ περιττό να την αναπαράξω. Θα περιοριστώ στα κυριότερα σημεία της. Ο Μ.Κ.1 Αστ. 2078 Ιωάννης Παύλου είναι το πρόσωπο το οποίο ανέλαβε ως εξεταστής της υπόθεσης μετά που του διαβιβάστηκε ο σχετικός φάκελος από τον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου λόγω αρμοδιότητας. Ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε για το αδίκημα της συμπλοκής, επίσης κατηγόρησε τον παραπονούμενο Γεώργιο Νάνο για το ίδιο αδίκημα, δηλαδή συμπλοκή. Δεν γνώριζε οτιδήποτε για την ζημιά που έγινε στο λεωφορείο πέραν της μαρτυρίας του παραπονούμενου και ούτε είδε την ζημιά. Είπε ότι τελικά δεν καταχωρήθηκε υπόθεση για συμπλοκή για τον Γιώργο Μινώ αλλά καταχωρήθηκε η υπό κρίση υπόθεση μετά από το παράπονο του Γιώργου Νάνου, ενώ ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε παράπονο εναντίον του παραπονουμένου και έτσι δεν καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον του παραπονούμενου. Ο Μ.Κ.3 Αστ. 3502 Ζ. Φικάρδος είναι το πρόσωπο που έλαβε το παράπονο από τον παραπονούμενο, του χορήγησε το ιατρικό πιστοποιητικό για να εξεταστεί από γιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και παρέπεμψε την υπόθεση στο Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου λόγω αρμοδιότητας. Ανέφερε ότι ούτε ο ίδιος δεν είδε το λεωφορείο ή την ζημιά που προκλήθηκε σε αυτό, ότι γνωρίζει σε σχέση με την ζημιά προέρχεται εξολοκλήρου από τον παραπονούμενο Γ. Νάνο. Ο παραπονούμενος, Μ.Κ.2, Γ. Νάνος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι στις 16.3.2012 ενώ ήταν οδηγός λεωφορείου στην εταιρεία ΟΣΕΛ και εκτελούσε το δρομολόγιο 119 από Άγαλμα Σολωμού προς Στρόβολο, κοντά στα φώτα του «Μιλάνο» στην οδό Προδρόμου είχε σταματήσει για να πάρει ένα επιβάτη, τον κατηγορούμενο, ο οποίος εισήλθε στο λεωφορείο με τσιγάρο. Του είπε να βάλει το τσιγάρο στην τσέπη και ο κατηγορούμενος άρχισε να τον βρίζει με τις φράσεις «πούστη καλαμαρά», «πεζεβέγκη», «μαλάκα» και «γαμώ το σιήστο σου», ο ίδιος του είπε να σταματήσει και να καθίσει κάτω και ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι θα πάει στο Τάγμα 211 για να πάρει αναστολή. Ο Μ.Κ.2 του ανέφερε ότι θα κατεβεί μαζί του για να τον καταγγείλει στον Διοικητή Μονάδας. Τότε ο κατηγορούμενος σηκώθηκε και ενώ ο ίδιος οδηγούσε το λεωφορείο τον τράβηξε από τον γιακά και τον κτύπησε στο πρόσωπο με τα χέρια του, ακολούθως και ενώ το λεωφορείο βρισκόταν στη διασταύρωση των φώτων του Μιλάνου και εκινείτο έσπασε την πόρτα, κατέβηκε και έφυγε. Ήταν επίσης η θέση του παραπονούμενου ότι λόγω της ζημιάς που ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην πόρτα του λεωφορείου, η πόρτα έσπασε και πήγαινε «πέρα-δώθε» μόνη της και ως αποτέλεσμα αυτού σταμάτησε το λεωφορείο στην Αστυνομία και σταμάτησε το δρομολόγιο του γιατί δεν ήταν ασφαλές να συνεχίσει να το οδηγά. Ο παραπονούμενος επίσης αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως το ιατρικό πιστοποιητικό που του δόθηκε από τον Μ.Κ.3 και το οποίο πήρε στο γιατρό που τον εξέτασε στο ΤΑΕΠ του Γ.Ν. Λευκωσίας ο οποίος και το συμπλήρωσε. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι σε καμία περίπτωση δεν του επιτέθηκε και δεν τον κτύπησε στο πρόσωπο, ότι η δική του συμπεριφορά προς τον ίδιο ήταν εχθρική και ρατσιστική από την ώρα που μπήκε στο λεωφορείο όντως κρατώντας ένα τσιγάρο το οποίο όμως δεν ήταν αναμμένο ούτε και το άναψε στο λεωφορείο, ότι είναι ο ίδιος που τον εξύβρισε με τις φράση «πουστόμαυρε» και ότι ενώ στεκόταν πίσω του εν αναμονή να του δείξει το εισιτήριο του, ο παραπονούμενος ξεκίνησε το λεωφορείο με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του χωρίς όμως να πέσει και ότι ενώ καθόταν ακριβώς πίσω του σε κάποια στιγμή σταμάτησε ο λεωφορείο στη μέση του δρόμου γύρισε προς το μέρος του και τον έπιασε από το γιακά δύο, τρεις φορές βρίζοντας τον και τότε ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντιδρώντας τον ύβρισε λέγοντας του «πουστοκαλαμαρά» και κατά την τρίτη φορά που ο παραπονούμενος τον κρατούσε από το γιακά του έσπρωξε το χέρι του λέγοντας του να μην τον ξαναγγίξει. Καμία από αυτές τις θέσεις δεν δέχτηκε ο παραπονούμενος. Του υπέβαλε εν τέλει ότι κατέβηκε από το λεωφορείο σε ένα σημείο πριν από τα φώτα που βρίσκονται στη διασταύρωση κάποιου κύριου δρόμου με την Προδρόμου χωρίς να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στο λεωφορείο, θέση και πάλι την οποία δεν δέχτηκε ο παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος επίσης υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι εντός του λεωφορείου εκτός από τον ίδιο ήταν και άλλοι επιβάτες οι οποίοι αντέδρασαν έντονα στην άσχημη συμπεριφορά του παραπονούμενου προς τον ίδιο και μάλιστα όταν ο ίδιος ζήτησε από τους επιβάτες να μείνουν μάρτυρες αρνήθηκαν λόγω της συμπεριφοράς αυτής. Ο παραπονούμενος δέχτηκε ότι υπήρχαν και άλλοι επιβάτες αλλά δεν δέχτηκε τις άλλες υποβολές του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 ο Δρ. Φοίβος Κωστόπουλος του ΤΑΕΠ στο Γ. Ν. Λευκωσίας εξέτασε τον παραπονούμενο η ώρα 9.50 π.μ. τις 16.3.12 όπου διαπίστωσε «πρόσφατη ερυθρότητα και εκδορά αριστερής κροταφικής περιοχής». Σημείωσε επίσης ότι ο παραπονούμενος «αιτιάται για κεφαλαλγία και ζάλη». Ο κατηγορούμενος όπως έχει αναφερθεί έδωσε ανώμοτη μαρτυρία. Σύμφωνα με τη θέση του εκείνη την ημέρα θα πήγαινε στο στρατό για να τακτοποιήσει θέματα αναστολής, ανέμενε στη στάση το λεωφορείο και τύλιγε ένα τσιγάρο. Όταν ήρθε το λεωφορείο μπήκε μέσα κρατώντας το τσιγάρο που είχε τυλίξει χωρίς όμως να το ανάψει. Με το που μπήκε μέσα ο οδηγός του λεωφορείου ξεκίνησε απότομα χωρίς καν να του δώσει την ευκαιρία να καθίσει και όταν κάποιες επιβάτιδες διαμαρτυρήθηκαν ο οδηγός προέβηκε στο σχόλιο «σαν μάθει να μην στέκεται» και ο ίδιος του είπε «φταίω εγώ τώρα;» και κάθισε πίσω του για να του δείξει το εισιτήριο του. Ο παραπονούμενος τότε γύρισε πίσω και του είπε «ποιος είσαι εσύ να μου αντιμιλάς;» τον άρπαξε από τον γιακά και ο ίδιος του έκανε πίσω το χέρι του. Ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε με την φράση «πουστόμαυρε» και ο παραπονούμενος του απάντησε «πουστοκαλαμαρά». Ακολούθως τον έπιασε ξανά από το γιακά άλλες δύο, τρεις φορές και το μόνο που έκανε ο ίδιος ήταν να του απωθήσει το χέρι του. Σε καμία περίπτωση δεν άγγιξε τον παραπονούμενο, επιθετικά ούτε έκαμε οποιαδήποτε ζημιά στο λεωφορείο, ήταν η θέση του ότι ήταν έτοιμος να τον κτυπήσει επειδή θύμωσε με την ρατσιστική του συμπεριφορά αλλά σεβάστηκε την ηλικία του, του θύμιζε τον παππού του. Θέση του είναι ότι κατέβηκε όντως στο σημείο που ανέφερε ο παραπονούμενος χωρίς να κάνει οποιαδήποτε ζημιά στην πόρτα του λεωφορείου και πήγε στο σπίτι του και μίλησε στην μητέρα του τι έγινε. Ο ίδιος ήθελε να διαμαρτυρηθεί στην Αστυνομία για την ρατσιστική και επιθετική συμπεριφορά του παραπονούμενου αλλά η μητέρα του τον ηρέμισε και δεν υπέβαλε παράπονο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
- Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.2006. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες στο Δικαστήριο ενώ έδιδαν την μαρτυρία τους και παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους έχουν τεθεί όπως επίσης και την όλη στάση τους στη διαδικασία. Θεωρώ ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Η εντύπωση που έχω για τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 είναι θετική. Και οι δύο ανέφεραν στο Δικαστήριο τις κινήσεις τους και τις ενέργειες τους σαν εξεταστές της υπόθεσης και ουσιαστικά η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη. Από την μαρτυρία και των δύο κρίνω ότι ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι κανένας από τους δύο δεν είδε/επιθεώρησε το επίδικο λεωφορείο ούτε την ισχυριζόμενη ζημιά που πάντα κατά τους ισχυρισμούς του παραπονουμένου προκάλεσε σε αυτό ο κατηγορούμενος. Τούτο είναι ιδιαίτερα καθοριστικό ειδικά σε σχέση με τον Μ.Κ.3 που ήταν και ο πρώτος δέκτης του παραπόνου από τον παραπονούμενο ο οποίος στη δική του μαρτυρία ανέφερε ότι είχε πάει στο Σταθμό με το λεωφορείο του και ότι ο Αστυνομικός είδε την ζημιά. Περαιτέρω, κρατώ από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι κατηγόρησε γραπτώς τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τον παραπονούμενο για το αδίκημα της συμπλοκής. Τούτο μετά που διαβιβάστηκε ο φάκελος από τον Μ.Κ.3 που ήταν ο πρώτος εξεταστής της υπόθεσης μαζί με την κατάθεση/καταγγελία/παράπονο του παραπονουμένου. Τελικά ο κατηγορούμενος αντί για το αδίκημα της συμπλοκής όπως έχει κατηγορηθεί στις 10.6.12 από τον Μ.Κ.1 κατηγορήθηκε για τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στο κατηγορητήριο ενώ για τον παραπονούμενο αν και ο ίδιος στις 10.6.12 κατηγορήθηκε για το αδίκημα της συμπλοκής, δεν καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον του επειδή δεν υπέβαλε παράπονο εναντίον του ο κατηγορούμενος. Σε ότι αφορά τον παραπονούμενο Μ.Κ.2 δεν μου έχει αφήσει θετική εντύπωση, η μαρτυρία του βρίθει υπερβολών σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης ημέρας αλλά και αντιφάσεων. Σε ότι αφορά το θέμα του τσιγάρου παρατήρησα υπεκφυγή στο να πει κατά πόσον ο κατηγορούμενος μπήκε στο λεωφορείο με αναμμένο τσιγάρο και σε επιμονή του κατηγορουμένου κατά την αντεξέταση του από αυτόν σε αυτό το σημείο άφησε να νοηθεί χωρίς να παραδεκτεί ότι το τσιγάρο δεν ήταν αναμμένο, ενώ όταν τον ρώτησε ο κατηγορούμενος κατά πόσο ζήτησε από τους άλλους επιβάτες που βρίσκονταν στο λεωφορείο να μείνουν και να δώσουν μαρτυρία αρχικά ανέφερε ότι δεν θυμόταν πόσοι επιβάτες ήταν μέσα στο λεωφορείο, μετά ανέφερε ότι μια ηλικιωμένη γυναίκα με την αλλοδαπή βοηθό που την συνόδευε είχαν κατεβεί πριν να γίνει το επίδικο επεισόδιο ενώ μια άλλη κοπέλα που ήταν επίσης αλλοδαπή ίσως δεν πρόσεξε τι έγινε. Η θέση του για το πως προκάλεσε ο κατηγορούμενος ζημιά στο λεωφορείο επίσης δεν ήταν σαφής. Οι εκδοχές του ήταν δύο αρχικά ότι κλώτσησε την πόρτα αυτό έγραφε και ο Μ.Κ.1 στην κατάθεση του ενώ μετά η θέση του ήταν ότι ο κατηγορούμενος τράβηξε την πόρτα με τα χέρια του και προκάλεσε την ζημιά. Η θέση του για την επικινδυνότητα του λεωφορείου λόγω της ζημιάς που προκάλεσε ο κατηγορούμενος πάντα κατά τους ισχυρισμούς του δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο ίδιος ανέφερε ότι πήρε το λεωφορείο στην Αστυνομία Στροβόλου όπου υπέβαλε το παράπονο και το ακινητοποίησε μετά από οδηγίες της εταιρείας εφόσον ήταν επικίνδυνο να εκτελέσει δρομολόγια αλλά οι εξεταστές της υπόθεσης και ειδικά ο Μ.Κ.3 που ήταν και ο πρώτος λήπτης του παραπόνου δεν κλήθηκε να επιθεωρήσει την ζημιά και μάλιστα όπως ανέφερε δεν θυμόταν καν ο παραπονούμενος να πήγε στο Σταθμό με το λεωφορείο κάτι που συγκρούεται με την θέση του παραπονούμενου. Σε σχέση με την θέση του κατηγορούμενου ότι ο παραπονούμενος με το που μπήκε στο λεωφορείο και ο ίδιος του έκανε παρατήρηση για το τσιγάρο (που τελικά διαφάνηκε ότι δεν ήταν αναμμένο) τον ύβρισε και αμέσως μετά ενώ οδηγούσε τον τράβηξε από τον γιακά και τον κτύπησε στο πρόσωπο με τα χέρια του θεωρώ ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, θεωρώ πιο λογική την εκδοχή του κατηγορουμένου που ήταν αυτή που ώθησε προφανώς και τον εξεταστή της υπόθεσης και Μ.Κ.1 να κατηγορήσει και τους δύο για συμπλοκή, ότι δηλαδή έγινε κάποιο επεισόδιο μεταξύ τους αλλά δεν θεωρώ ότι από τα γεγονότα μπορεί να γίνει πιστευτή η θέση του παραπονούμενου ότι ενώ οδηγούσε πήγε ο κατηγορούμενος βρίζοντας τον και τον κτύπησε στο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος ως είχε απόλυτο δικαίωμα, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν μπορεί και δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής η οποία έχει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της. Η αξία της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα και με το πως ταιριάζει στην κάθε περίπτωση, αλλά δεν μπορεί να εξομοιωθεί με κανονική ένορκη μαρτυρία η οποία έχει υποβληθεί στη βάσανο της αντεξέτασης, ούτε και να αντικρούσει μιαν ένορκη μαρτυρία, η οποία κρίθηκε ήδη αξιόπιστη. Αναγνωρίζεται όμως πως υπάρχουν εξαιρέσεις σε περιπτώσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρειάζεται να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση (υπ. Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, Αρέστης Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 91/08, ημερ. 12.7.10 και Ανδρέας Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 207/08, ημερ. 16.7.10). Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος έχει ουσιαστικά παραδεκτεί ότι εξύβρισε τον παραπονούμενο τουλάχιστον με την φράση «πουστοκαλαμαρά», έστω και αν η θέση του ήταν ότι προηγήθηκε η από πλευράς παραπονούμενου δική του εξύβριση με την φράση «πουστόμαυρε». Θεωρώ επίσης ότι η αναφορά του, την οποία προώθησε κατά την αντεξέταση όλων των μαρτύρων κατηγορίας σε ρατσιστική συμπεριφορά του παραπονουμένου προς τον ίδιο ευθύς μόλις τον είδε να μπαίνει στο λεωφορείο κρατώντας το τσιγάρο, έχει πραγματικό έρεισμα. Σε κάθε περίπτωση η νομολογία μας είναι σαφέστατη. Το βάρος απόδειξης είναι στην κατηγορούσα αρχή και το επίπεδο απόδειξης αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σχετική είναι η υπόθεση Woolmington v. D.P.P
(1935)A.C. 462 που υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορούμενου τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και ν' απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ. Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 110 και Charalambous and another v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97). Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 363 και Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119). Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει ν'αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Στην υπόθεση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη". Στην δε υπόθεση Φλουρής ν. Αστυνομίας.
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Σε όλες ανεξαίρετα τις ποινικές υποθέσεις εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι όχι μόνο αξιόπιστη αλλά και σαφής, η οποία να περιλαμβάνει γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κάμει ασφαλή ευρήματα αναφορικά με όλα τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν την κατηγορία. Μαρτυρία που υστερεί είτε στον τομέα της αξιοπιστίας είτε στον τομέα της σαφήνειας είναι ανεπαρκής για να στηρίξει καταδίκη σε ποινικό αδίκημα". Ενόψει των ανωτέρω σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 1, αυτή της δημόσιας εξύβρισης, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος εφόσον όπως έχω ήδη αναφέρει έχει ουσιαστικά παραδεκτεί τόσο μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά ειδικά του παραπονούμενου όσο μέσα από την ανώμοτη του δήλωση ότι έχει εξυβρίσει τον παραπονούμενο με την φράση «πουστοκαλαμαρά». Σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 2 αυτή της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη αναφέρω τα ακόλουθα: Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρξε σωματική επαφή μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου. Όμως, ενόψει των αντιφάσεων που παρουσιάστηκαν στην μαρτυρία του παραπονούμενου δεν μπορώ να διαπιστώσω τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες υπήρξε αυτή η επαφή και ειδικότερα κατά πόσο αυτή αποτελούσε επίθεση όπως έχει νομολογιακά ερμηνευτεί ή άσκηση βίας. Τούτη η διαπίστωση γίνεται έχοντας λάβει κατά νου την σχετική νομολογία για το θέμα. Ειδικότερα αναφέρω ότι επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Στην απόφαση Δήμος Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Όπως προκύπτει από την Νομολογία, για στοιχειοθέτηση του νοητικού στοιχείου (mens rea) του αδικήματος αρκεί και η αδιαφορία, ήτοι όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στην ενέργεια, επιδεικνύοντας έτσι αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα της επίθεσης μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος ή η κατηγορούμενη να αγγίξει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, μια απειλή, ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan ν. Metropolitan Police Commisioner
(1968)3 All E.R. 442). Ούτε το γεγονός ότι το ιατρικό πιστοποιητικό κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου του δεν εξυπακούει ότι όντως ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Επομένως, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία αρ. 2 που αντιμετωπίζει. Σε ότι αφορά την κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς πέραν των αντιφάσεων και πάλι για τον κατ' ισχυρισμό τρόπο για τον οποίο ο κατηγορούμενος προκάλεσε την ζημιά, η ζημιά αυτή δεν έχει διαπιστωθεί από κανένα, ούτε και υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από την κατηγορία αρ. 3 που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα να καταβληθούν από την Κατηγορούσα Αρχή. (Υπ.) ..................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο