← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Στέφανου Παναγιωτίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13231/14, 31/10/2014

Δημοκρατία ν. Στέφανου Παναγιωτίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13231/14, 31/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2014:34 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13231/14 Δημοκρατία v.

  1. Στέφανου Παναγιωτίδη
  2. Θεοδόση Σειρανίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Χατζηαθανασίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Β. Δανιηλίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Β. Μπίσσας Κατηγορούμενοι παρόντες ------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Στην παρούσα υπόθεση οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής ο μεν Κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 1-6, ο δε Κατηγορούμενος 2 μόνο στην κατηγορία
  3. Οι κατηγορίες αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα: · Συνωμοσία προς διάπραξη του κακουργήματος της διάρρηξης και κλοπής κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία) · Ληστεία κατά παράβαση των Άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία) · Διάρρηξη κατοικίας κατά παράβαση των Άρθρων 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα (3η και 5η κατηγορία) · Κλοπή από κατοικία κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 266 (β) του Ποινικού Κώδικα (4η και 6η κατηγορία) Όπως προέκυψε από τα γεγονότα που έχουν παρατεθεί, στις 8.6.14 οι Κατηγορούμενοι συνωμότησαν με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής. Προς αυτό τον σκοπό, μετέβησαν με όχημα, το οποίο προηγουμένως είχαν ενοικιάσει, σε πολυκατοικία στην οδό Κυριάκου Μάτση 22 στην Παλλουριώτισσα. Ο Κατηγορούμενος 2 έμεινε στο αυτοκίνητο ενώ ο Κατηγορούμενος 1 μαζί με το τρίτο πρόσωπο διέρρηξαν το διαμέρισμα του Ανδρέα Ευσταθίου και εισήλθαν σ΄ αυτό πετυχαίνοντας είσοδο από τη μονόφυλλη ξύλινη ανοιγόμενη πόρτα, της οποίας την κλειδαριά απέκοψαν με εργαλείο. Στη συνέχεια έκλεψαν μια ηλεκτρονική ταμπλέτα (ipad) αξίας €500, τη θήκη της αξίας €50 και ένα βιβλιάριο επιταγών αξίας €
  4. Ο Παραπονούμενος επιστρέφοντας στο διαμέρισμα του, που ευρίσκεται στον 2ο όροφο της πολυκατοικίας, ανοίγοντας την πόρτα του ανελκυστήρα είδε ανοικτή την πόρτα του διαμερίσματος του και κάποιο άνδρα ο οποίος φορούσε άσπρα γάντια να στέκεται εντός του διαμερίσματος παρά την κύρια είσοδο και να βλέπει προς τα έξω. Όπως διαπιστώθηκε στην πορεία επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος μόλις είδε τον Παραπονούμενο, φώναξε κάτι στον συνεργό του και έτρεξε να φύγει σπρώχνοντας τον Παραπονούμενο στον λαιμό. Ο Παραπονούμενος εισερχόμενος στο διαμέρισμα είδε το τρίτο πρόσωπο της υπόθεσης το οποίο επίσης φορούσε γάντια. Το πρόσωπο αυτό μόλις είδε τον Παραπονούμενο έτρεξε προς την είσοδο για να φύγει. Στην προσπάθεια του ο Παραπονούμενος να ανακόψει το πρόσωπο αυτό δέχθηκε γροθιά στο μέτωπο και στο πρόσωπο. Αμέσως μετά το συμβάν ο Παραπονούμενος μετέβη στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, όπου διεπιστώθη ότι είχε υποστεί θλάση αυχένος και του συνεστήθη η χρήση αυχενικού κολάρου. Ο Κατηγορούμενος 1 επίσης, στις 15.4.14 διέπραξε διάρρηξη στο διαμέρισμα της Ελένης Κωνσταντίνου στην οδό Δημοκρίτου 17 στην Παλλουριώτισσα και έκλεψε από το εν λόγω διαμέρισμα χρυσαφικά αξίας €31.000, 260 δολλάρια Αμερικής και 645 αγγλικές λίρες, όλα περιουσία της αναφερόμενης Ελένης Κωνσταντίνου. Πρόκειται για τις κατηγορίες 3 και
  5. Περαιτέρω, στις 11.6.14, διέπραξε διάρρηξη στο διαμέρισμα του Γ. Γεωργίου στην οδό Αγ. Νικολάου Παλλουριώτισσα μετά από παραβίαση της κλειδαριάς εισόδου του με αιχμηρό αντικείμενο και έκλεψε από εκεί το ποσό των €3.000, δύο ρολόγια αξίας €200 και €170 αντίστοιχα και κοσμήματα αξίας €
  6. Πρόκειται για τις κατηγορίες 5 και
  7. Κατόπιν αιτήματος του Κατηγορουμένου 1 και με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής κατά την επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπ' όψιν και η υπόθεση 13232/14 Ε.Δ. Λευκωσίας. Η εν λόγω υπόθεση αφορά τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (διάρρηξης και κλοπής), της διάρρηξης κατοικίας, της κλοπής από κατοικία και της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια της ημέρας. Με βάση τα εκτεθέντα γεγονότα η διάρρηξη και η κλοπή έλαβαν χώρα στις 13.6.14 στην οικία του Κωνσταντίνου Παναγιώτου από την Παλλουριώτισσα. Από την οικία αυτή κλάπηκαν ένας υπολογιστής Toshiba αξίας €500, ένα Tablet μάρκας Asus αξίας €800, ένα Playstation III αξίας €200, 2620 ρούβλια Λευκορωσίας, ένα χαρτονόμισμα της μιας αγγλικής λίρας, δύο ρολόγια μάρκας CYMA και D & G αξίας €1.500 και €300 αντίστοιχα, ένα κινητό τηλέφωνο ΝΟΚΙΑ αξίας €100, ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου αξίας €200, δύο USB και ένα μεταλλικό σήμα αξίας €50, μία φωτογραφική μηχανή μάρκας Fuji αξίας €50, ένας φορτιστής iphone αξίας €25 και μια φανέλα αξίας €20, όλα συνολικής αξίας €4.055 περιουσία του Κωνσταντίνου Παναγιώτου. Η κυρίως υπόθεση εξιχνιάστηκε όταν στις 13.6.14 και περί ώρα 11:50 στα πλαίσια μηχανοκίνητης περιπολίας θεάθηκαν από μέλη της Αστυνομίας τρία άγνωστα πρόσωπα να εξέρχονται από ανοικτό χωράφι στην οδό Κυπραγόρου στην Παλλουριώτισσα έχοντας στην κατοχή τους μια τσάντα ηλεκτρονικού υπολογιστή και μια άσπρη σακούλα. Τα τρία αυτά άτομα κατευθύνονταν πεζοί προς συγκεκριμένη κατεύθυνση με σκοπό να επιβιβαστούν στο αυτοκίνητο με αρ. εγγρ. ΖΚΤL 832 το οποίο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Στη θέα των Αστυνομικών τα τρία άτομα προσπάθησαν να διαφύγουν αφού προηγουμένως πέταξαν στο έδαφος τις δύο τσάντες που κρατούσαν. Τα μέλη της Αστυνομίας κατάφεραν να ανακόψουν τα δύο από αυτά ενώ το τρίτο άτομο κατόρθωσε να διαφύγει. Όπως διεφάνη στην πορεία ο ένας εκ των δύο ατόμων που ανεκόπη ήταν ο Κατηγορούμενος
  8. Την ίδια μέρα ο Κατηγορούμενος 1 προέβη σε θεληματική κατάθεση στην οποία ομολόγησε τόσο τη διάπραξη της ληστείας που έλαβε χώρα στις 8.6.14 όσο και όλες τις διαρρήξεις και προέβη και σε υπόδειξη σκηνών. Ενέπλεξε δε και τον Κατηγορούμενο 2 στο αδίκημα της συνωμοσίας. Ακολούθησε η έκδοση δικαστικών ενταλμάτων τόσο εναντίον του Κατηγορουμένου 1, όσο και εναντίον του Κατηγορουμένου
  9. Ο Κατηγορούμενος 2 ανακρινόμενος αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση. Οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά τις αγορεύσεις τους αμφότεροι οι συνήγοροι Υπεράσπισης αναφέρθηκαν τόσο στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και στις προσωπικές περιστάσεις του καθενός των Κατηγορουμένων. Ειδικότερα ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 απέδωσε τη διάπραξη των αδικημάτων στη δύσκολη οικονομική κατάσταση που αντιμετωπίζει η οικογένειά του και την αδυναμία του να βοηθήσει τον άρρωστο πατέρα του. Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της ληστείας που ορθώς αναγνωρίστηκε ως η σοβαρότερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, ο συνήγορος, χωρίς να υποβαθμίζει τη σοβαρότητα της, επεσήμανε ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε προσχεδιάσει τη διάπραξη ληστείας. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στην πόρτα του διαμερίσματος όταν ήλθε ο Παραπονούμενος και ότι οι ενέργειες του περιορίστηκαν στη διαφυγή από αυτό και ότι ήταν μέσα σε αυτά τα πλαίσια που χρησιμοποίησε βία σπρώχνοντας τον Παραπονούμενο. Υπογράμμισε δε και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε στην κατοχή του στον κρίσιμο χρόνο οποιοδήποτε αντικείμενο που να μπορούσε να χαρακτηριστεί ως όπλο. Βασικά η εισήγηση του συνηγόρου ήταν ότι η ενέργεια του Κατηγορουμένου 1 μαζί με τους άλλους εμπλεκόμενους ξεκίνησε ως διάρρηξη η οποία στην πορεία των πραγμάτων εξελίχθηκε σε ληστεία. Όσον αφορά δε τον τραυματισμό του Παραπονούμενου o συνήγορος επεσήμανε ότι προήλθε ως επί το πλείστον από τις ενέργειές του άλλου ενεχομένου προσώπου. Ως μετριαστικούς παράγοντες ο συνήγορος επικαλέστηκε την παραδοχή και συνεργασία του Κατηγορουμένου 1 με την Αστυνομία υπογραμμίζοντας ότι η εξιχνίαση της υπόθεσης της ληστείας οφείλετο εξ ολοκλήρου σε αυτά τα στοιχεία εφόσον απεκαλύφθη από τον Κατηγορούμενο 1 ενώ είχε συλληφθεί για άλλο αδίκημα - αυτό της υπόθεσης 13232/14 που λαμβάνεται υπ' όψιν - και με πλήρη συναίσθηση της σοβαρότητας της υπόθεσης. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 ο συνήγορος του τόνισε ότι η διάπραξη του επίδικου αδικήματος που αντιμετωπίζει αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό στον κατά τα άλλα άμεμπτο προηγούμενο βίο του κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 ενήργησε κατόπιν στιγμιαίας ανωριμότητας. Ως μετριαστικούς παράγοντες υπογράμμισε ιδιαίτερα το γεγονός της άμεσης παραδοχής του ως στοιχείο που πέραν της σημασίας που έχει στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του, το λευκό του ποινικό μητρώο αλλά και το γεγονός της πλήρους αποζημίωσης του Παραπονούμενου. Στα πλαίσια της αγόρευσης του ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και σε ένα άλλο στοιχείο. Αυτό των αρνητικών επιπτώσεων που θα έχει στην οικογένεια του η επιβολή ποινής φυλάκισης, εξηγώντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα μπορεί να προσέχει το ανήλικο παιδί της αδελφής του το οποίο αντιμετωπίζει ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα υγείας την φροντίδα και φύλαξη του οποίου έχει ο ίδιος όταν η αδελφή του εργάζεται. Το αδίκημα της ληστείας για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος 1 είναι από τα πλέον σοβαρά και αυτό αντανακλάται στη μέγιστη ποινή που προνοείται από το Άρθρο 283 του Ποινικού Κώδικα. Σημειώνουμε ότι προνοείται ισόβια φυλάκιση όταν ο παραβάτης συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή όταν κατά τη διάρκεια της ληστείας τραυματίζει, κτυπά ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε άλλη βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Ισόβια φυλάκιση κατά μέγιστο όριο προβλέπεται, επίσης, και στην περίπτωση που ο παραβάτης είναι οπλισμένος με οποιοδήποτε επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή εργαλείο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα κατατάσσεται στις περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπεται ισόβια φυλάκιση. Όσον αφορά τη συνωμοσία σημειώνουμε ότι με βάση το Άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται κατ΄ ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 7 έτη. Η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή που θα επιβάλει. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας κάτι το οποίο αντανακλάται στη φυλάκιση διά βίου που ο νομοθέτης θεώρησε σκόπιμο να προνοήσει ως ανώτατο όριο ποινής[1]. Όπως προσφάτως έχει τονιστεί στην υπόθεση Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 33/12 ημερ. 15.1.13 από την ίδια τη φύση του αδικήματος το οποίο εμπεριέχει τις διά της βίας και της επίδειξης βίας προς εκφοβισμό και εξαναγκασμό ενέργειες που παραβιάζουν κάθε έννοια της πολιτισμένης συμπεριφοράς, δικαίως το αδίκημα της ένοπλης ληστείας θεωρείται από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα. Θεωρούμε δε αναγκαίο να επισημάνουμε εδώ ότι εγκλήματα αυτού του είδους, άσχετα από την επακριβή μορφή που παίρνει η κάθε περίπτωση, βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση και παρουσιάζουν μια αυξητική τάση[2]. Τούτο το διαπιστώνουμε όχι μόνο από τις επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και από τις δικές μας προσωπικές εμπειρίες βάσει της καθημερινής και επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης με τέτοιου είδους υποθέσεις. Δεν είναι, πιστεύουμε, υπερβολή να πούμε ότι οι ληστείες, πλείστες εκ των οποίων είναι ένοπλες και με τη χρήση βίας, είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο με υποψήφια και ανυποψίαστα θύματα τον κάθε πολίτη με απρόβλεπτες και ανυπολόγιστες συνέπειες. Όπως επισημάνθηκε και σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί ο καιρός που οι κάτοικοι της χώρας μας ένιωθαν και ζούσαν σε συνθήκες ασφάλειας. Κανείς πλέον και πουθενά δεν έχει την άνεση να αισθάνεται ασφαλής καθότι όλοι αποτελούν εν δυνάμει θύματα με ενδεχόμενο τίμημα όχι μόνο την ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια τη σωματική ασφάλεια και ακεραιότητα κάθε νομοταγούς πολίτη. Τούτο καθιστά επιτακτική σε αδικήματα, όπως το υπό εξέταση, την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής που θα επενεργήσει, ελπίζουμε, αποτρεπτικά.[3] Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα[4]. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη τονίσει την σοβαρότητα του αδικήματος χαρακτηρίζοντας τη μάλιστα ως δεσπόζουσας βαρύτητας στην επιμέτρηση της ποινής. Μάλιστα στην απόφαση του στην υπόθεση Τalal Faeg Mahmoud Abed v. Δημοκρατίας

(2007)2 Α.Α.Δ. 128, ο (τότε) Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χ. Αρτεμίδης, αφού εκδήλωσε την έντονη αγωνία των κατοίκων της χώρας μας και την άκρως ανησυχητική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας, τόνισε και τα ακόλουθα σχετικά: «Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχτηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας, ενίοτε σκληρής και άγριας, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες, όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις, με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί.» Σε ό,τι αφορά τα αδικήματα της διάρρηξης και της κλοπής η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη ενώ για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη. Πέραν των προβλεπομένων ποινών η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων υπογραμμίσθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τις οποίες προκύπτει η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίσθηκαν διαχρονικά από τα Δικαστήρια κατηγορούμενοι που είχαν διαπράξει αδικήματα αυτής της φύσης ένεκα της έξαρσης που παρουσιάζεται σε αυτά. Από το 1993 στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Cham κ.α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129 το Ανώτατο Δικαστήριο είχε τονίσει πως και τα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής είχαν καταστεί μάστιγα στον τόπο μας η οποία δεν μπορούσε να αφεθεί ανέλεγκτη. Το 1997 στην υπόθεση Παναγίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 το Εφετείο συνόψισε την κρατούσα κατάσταση όπως και το καθήκον των Δικαστηρίων προς διαφύλαξη της έννομης τάξης ως ακολούθως: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη.» Δυστυχώς η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Αντιθέτως παρουσιάζεται κορύφωση της έξαρσης στη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου που ακολούθησε εξακολούθησαν να καταγράφονται παρόμοιες διαπιστώσεις. Στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 στην οποία ο εφεσείων είχε διαρρήξει δύο κατοικίες από τις οποίες έκλεψε διάφορα αντικείμενα συνολικής αξίας Λ.Κ.7.124 επικυρώθηκε κατ' έφεση η πρωτόδικα επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 2 χρόνων. Στην υπόθεση Xiaojin κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104 οι εφεσείοντες Κινέζικης καταγωγής μαζί με άλλους ομοεθνείς τους διέρρηξαν οικία κατά τη διάρκεια της νύχτας από την οποία έκλεψαν Λ.Κ. 2.570, US$6.700 και άλλα ποσά σε διάφορα ξένα νομίσματα. Από τα κλαπέντα ανευρέθη μόνο το ποσόν των Λ.Κ. 2.070. Κατόπιν παραδοχής τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 και 2½ ετών αντίστοιχα, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Στρεφόμενοι τώρα στα γεγονότα, και ειδικά στην εγκληματική δραστηριότητα των Κατηγορουμένων, διαπιστώνουμε ότι ο Κατηγορούμενος 1 σε ένα μικρό σχετικά χρονικό διάστημα έδρασε συστηματικά και ανεξέλεγκτα διαπράττοντας σε διάστημα δύο μηνών (15.4.14 - 13.6.14) μια ληστεία και τρεις διαρρήξεις σε αντίστοιχους χώρους διαμονής ανυποψίαστων πολιτών. Η δράση του δε αυτή οδήγησε στην κλοπή αρκετά σημαντικής αξίας περιουσίας και συγκεκριμένα αντικειμένων συνολικής αξίας €36.075 και διαφόρων χρηματικών ποσών ήτοι €3.000, ST£645, US$260 και 2.620 ρουβλιών. Όπως είναι νομολογημένο η αξία της κλαπείσας περιουσίας είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπ' όψιν και η μεγάλη αξία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να δικαιολογήσει μια αυξημένη ποινή. Όπως σχετικό είναι και το ότι δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε ανεύρεση οποιουδήποτε κλοπιμαίου ή έστω αποζημίωση οποιουδήποτε θύματος-ιδιοκτήτη αυτής της περιουσίας, με εξαίρεση την περίπτωση της ληστείας, ως εξηγείται κατωτέρω. Αυτό που διαφαίνεται είναι πως ο Κατηγορούμενος 1 ξεκίνησε με την πρώτη διάρρηξη στις 15.4.14 και στην πορεία συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο 2 και άλλο πρόσωπο όπως διαπράξουν τη δεύτερη στις 8.6.14, η οποία προφανώς λόγω απρόσμενης εμφάνισης του ιδιοκτήτη εξελίχθηκε σε ληστεία, παρά τον αρχικό σχεδιασμό τους. Ειδικότερα λοιπόν σ' ό,τι αφορά τη ληστεία διαπιστώνουμε ότι βάσει του σχεδίου τους πήγαν στην πολυκατοικία (που αναφέρεται στη 2η κατηγορία) με σκοπό να διαπράξουν το αδίκημα της διάρρηξης. Ευρισκόμενος ο Κατηγορούμενος 1 μαζί με το τρίτο πρόσωπο στο διαμέρισμα διαπίστωσε την παρουσία του Παραπονούμενου στον ανελκυστήρα απέναντι από την είσοδο του διαμερίσματος οπότε προσπάθησε να διαφύγει. Όμως ο Παραπονούμενος αντέδρασε και ήταν σε αυτά τα πλαίσια που χρησιμοποιήθηκε βία εναντίον του. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος 1 πήγε στο μέρος άοπλος και ότι, όπως εξελίχθηκε η όλη κατάσταση, η αντίδραση του ήταν στα πλαίσια της προσπάθειάς του να διαφύγουν έχοντας στην κατοχή τους τα κλοπιμαία. Μάλιστα σημειώνουμε ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 έσπρωξε τον Παραπονούμενο, ενώ το τρίτο πρόσωπο έδωσε γροθιά στον Παραπονούμενο. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 διαπιστώσαμε ότι η αξιόποινη πράξη του περιορίστηκε στη συνωμοσία για διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης και κλοπής και μέσα στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας είχε ως ρόλο τη μεταφορά των δύο άλλων με αυτοκίνητο στο μέρος όπου ευρίσκετο η πολυκατοικία και η παραμονή του στο αυτοκίνητό του, ενώ ο Κατηγορούμενος 1 μαζί με τρίτο πρόσωπο αφού διέρρηξαν το διαμέρισμα που αναφέρθηκε ανωτέρω εισήλθαν σ΄ αυτό. Επίσης επισημαίνουμε ότι τελικώς τα γεγονότα εξελίχθηκαν, εν αγνοία του Κατηγορουμένου 2, σε ληστεία και όχι στο αρχικώς προσχεδιασμένο αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής. Αναφορικά και με τους δύο Κατηγορούμενους λαμβάνουμε ως μετριαστικούς παράγοντες την άμεση παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». Η δε άμεση συνεργασία του Κατηγορουμένου 1 με την Αστυνομία οδήγησε στην αποκάλυψη και εξιχνίαση των αδικημάτων που αφορούν τόσο την κύρια υπόθεση όσο και αυτή που λαμβάνεται υπ' όψιν εφόσον ο Κατηγορούμενος 1 κατονόμασε επίσης και τους συνεργούς του. Η συνεργασία του και η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου συνέτειναν στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και αποτελούν, επομένως, παράγοντες που δικαιολογούν κάποια έκπτωση της ποινής. Όπως υποδείχθηκε σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα Δικαστήρια θα πρέπει να ενθαρρύνουν τους παραβάτες που συνεργάζονται με την Αστυνομία αποκαλύπτοντας πληροφορίες για την εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων, ανταμείβοντας τους με ανάλογη μείωση της ποινής[5]. Ως ελαφρυντικό παράγοντα λαμβάνουμε επίσης υπ' όψιν το λευκό ποινικό μητρώο και των δύο Κατηγορουμένων. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου[6]. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπ΄όψιν τις προσωπικές συνθήκες και των δύο Κατηγορουμένων και ειδικότερα ότι πρόκειται για νεαρά πρόσωπα. Προς τούτο λάβαμε υπ΄ όψιν μας τα όσα έχουν προκύψει από τις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκαν γι΄ αυτούς και τα όσα σε έκταση ανέφεραν στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι τους. Σ΄ ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνουμε υπ' όψιν ότι πρόκειται για ένα νέο άτομο ηλικίας 24 ετών ο οποίος κατάγεται από τη Γεωργία και ο οποίος σε μικρή ηλικία μετανάστευσε με τους γονείς του στην Ελλάδα για ένα καλύτερο μέλλον. Αφού αποφοίτησε από το Λύκειο ήλθε στην Κύπρο με τους γονείς του για σκοπούς εργασίας. Εργάστηκε στην Κύπρο για μικρό χρονικό διάστημα σε αλυσίδα καταστημάτων πώλησης φαγητού και επέστρεψε στην Ελλάδα όπου υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Ακολούθως επέστρεψε και πάλι στην Κύπρο και εργάστηκε στις οικοδομές με τον πατέρα του. Στη συνέχεια η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα αλλά λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης της οικογένειας του, της σοβαρής ασθένειας που αντιμετώπιζε ο πατέρας του και του γεγονότος ότι ο ίδιος ήταν άνεργος, επέστρεψε και πάλι στην Κύπρο τον Μάϊο του 2014 για εξεύρεση εργασίας. Από της τελευταίας επανόδου του στην Κύπρο μέχρι και της συλλήψεως του ήταν άνεργος. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 σημειώνουμε ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 27 ετών το οποίο προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια. Όπως προέκυψε ο Κατηγορούμενος 2 γεννήθηκε στη Ρωσσία και σε ηλικία 11 ετών μετακινήθηκε με την οικογένεια του στην Ελλάδα για σκοπούς εργασίας των γονιών του. Λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η οικογένεια του αναγκάστηκαν το 2003 να έλθουν στην Κύπρο και αυτό ενώ ο Κατηγορούμενος 2 ήταν μόλις 16 ετών. Με την εγκατάσταση τους στην Κύπρο ο Κατηγορούμενος 2 ξεκίνησε αμέσως να εργάζεται για να βοηθήσει οικονομικά τους γονείς του και τις δύο αδελφές του με αποτέλεσμα να μην ολοκληρώσει το σχολείο. Φοίτησε μέχρι την Β' Τάξη Γυμνασίου στην Ελλάδα. Ο συνήγορος του αναφέρθηκε στις εργασίες που έκανε ο Κατηγορούμενος 2 τα τελευταία 9 χρόνια για να καταλήξει ότι πριν 2 χρόνια, λόγω της οικονομικής κρίσης απελύθη από την τελευταία εργασία που έκαμνε - αυτή του ηλεκτρολόγου - αφού κρίθηκε ως πλεονάζον προσωπικό. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να εργάζεται περιοδικά σε μικρές δουλειές. Ο πατέρας του αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα καρδίας και είναι ανίκανος προς εργασία. Το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας προέρχεται από την εργασία της μητέρας ως καθαρίστρια. Ο συνήγορος στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ένεκα του γεγονότος ότι η αδελφή του Κατηγορουμένου 2 έχει ένα ανήλικο παιδί το οποίο πάσχει από διανοητική στέρηση, αυτός (ο Κατηγορούμενος) βασικά ανέλαβε να το προσέχει τα πρωινά όταν εκείνη εργάζεται. Ήταν μέσα σε αυτά τα πλαίσια που τόνισε τις αρνητικές συνέπειες που θα προκύψουν για την οικογένεια του σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης. Οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια του Κατηγορουμένου 2 όπως αναφέρθηκαν σε έκταση από τον συνήγορο του συγκαταλέγονται επίσης μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως αυτές δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής[7]. Τέλος, λαμβάνουμε υπ΄ όψιν ότι ο Κατηγορούμενος 2, αν και με περιορισμένο ρόλο στην παρούσα υπόθεση και παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, αποζημίωσε πλήρως την Παραπονούμενη όσον αφορά την αξία της κλαπείσας περιουσίας της με την καταβολή του ποσού των €550. Όπως έχει υπογραμμισθεί στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλεια του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων.» Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καθιστούν την ποινή φυλάκισης αναπόφευκτη. Όσον αφορά το ύψος της αυτή θα πρέπει να αντανακλά κατά τρόπο όσο το δυνατό ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Ως αποτέλεσμα επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1: Πρώτη κατηγορία Καμία ποινή έχοντας υπ' όψιν ότι θα επιβληθεί ποινή στο ουσιαστικό αδίκημα Δεύτερη κατηγορία 3½ χρόνια φυλάκιση Τρίτη κατηγορία 2 χρόνια φυλάκιση Τέταρτη κατηγορία 18 μήνες φυλάκιση Πέμπτη κατηγορία 2 χρόνια φυλάκιση Έκτη κατηγορία 1 χρόνο φυλάκιση Στον κατηγορούμενο 2: Πρώτη κατηγορία 2 χρόνια φυλάκιση Οι ποινές να συντρέχουν. Ενόψει του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση της εισήγησης του συνηγόρου του για ενδεχόμενη αναστολή έκτισης αυτής. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Η πιο πρόσφατη υπόθεση Θεόδωρος Αργυρίδης κ.ά v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις αρ. 64-69/13, ημ. 21.6.13, περιέχει το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η καταλληλότητα της περίπτωσης εξετάζεται πρώτα βεβαίως σε συνάρτηση με το αν η ποινή εμπίπτει στα πλαίσια που ο Νόμος ορίζει, και σαφώς οι ποινές αυτές εμπίπτουν στα πλαίσια εκείνα ώστε να μπορούσε να είχε δοθεί η αναστολή αν ήταν πρέπουσα περίπτωση. Το Δικαστήριο φαίνεται όμως να περιόρισε εαυτό στο αποτρεπτικό, όπως το ίδιο ανέφερε, της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, επεκτείνοντας αυτό και στο γεγονός της αναστολής. Πέραν τούτου, περιόρισε εαυτό και όσον αφορά τη σημασία των ελαφρυντικών παραγόντων, και δη του νεαρού της ηλικίας, του λευκού ποινικού μητρώου και της δεδομένης, όπως το ίδιο διαπίστωσε, έμπρακτης μεταμέλειας. Θεώρησε δηλαδή ότι αυτοί οι παράγοντες ναι μεν είχαν σημασία ως προς τον καθορισμό της έκτασης της ποινής φυλάκισης αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια της εξέτασης του θέματος αναστολής. Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Καθοδηγούμενοι από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαστε ότι τόσο οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 2 είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, αυτές συνίστανται στον περιορισμένο ρόλο του Κατηγορουμένου 2 στην υπόθεση. Ειδικότερα αυτός ήταν μέρος της συμφωνίας για τη διάπραξη διάρρηξης και κλοπής και ακολούθως συμμετείχε, με περιορισμένο ρόλο, στην υλοποίηση αυτής, η οποία βεβαίως εξελίχθηκε σε ληστεία εν αγνοία του. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε άμεσα τη διάπραξη του αδικήματος ενώπιον του Δικαστηρίου, και ειδικότερα ότι ο ίδιος επωμίστηκε το κόστος αποζημίωσης της Παραπονούμενης με την αξία της κλαπείσας περιουσίας της (Τεκμήριο Γ), κάτι το οποίο δείχνει και εμπράκτως τη μεταμέλεια του. Επίσης λαμβάνουμε υπ' όψιν το λευκό ποινικό μητρώο του και κυρίως το νεαρό της ηλικίας του. Τέλος, σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο ίδιος αναλαμβάνει τη φροντίδα της επτάχρονης κόρης της αδελφής του, όταν η τελευταία εργάζεται, και η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως περιγράφονται στην Ιατρική Βεβαίωση της Δρος Νικολαϊδου, Τεκμήριο Α. Θεωρούμε ότι όλες οι πιο πάνω περιστάσεις είναι τέτοιες που συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2. Ως εκ τούτου η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο 2 οι συνέπειες της αναστολής) Η έκτιση της ποινής του Κατηγορουμένου 1 θα ξεκινά από 20.06.2014 ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε προφυλάκιση. Κατά την επιμέτρηση της ποινής όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 λήφθηκε υπ' όψιν η υπόθεση 13232/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Όσον αφορά τα Τεκμήρια, στην υπόθεση αρ. 13232/14 Ε.Δ. Λευκωσίας που λήφθηκε υπ' όψιν, τα διαρρηκτικά εργαλεία κατάσχονται και να καταστραφούν, ενώ τα υπόλοιπα τεκμήρια (η κλοπιμαία περιουσία) να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, 239. [2] Δέστε Suresh Crisnatha Ranajeeva v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452 και Πόρας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452. [3]Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέτου Τσαπατσάρη κ.ά.,
(2000)2 Α.Α.Δ. 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.83 David Piliev ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 και Ζακ v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 854. [4] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ 304 και Γεώργιος Κώστα Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας [2002] 2 Α.Α.Δ. 61. [5] Δέστε Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582. [6] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14, Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252. [7] Δέστε Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.