← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Θάλεα ΧΑΤΖΙΗΣΤΥΛΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 31893/12, 19/11/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Θάλεα ΧΑΤΖΙΗΣΤΥΛΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 31893/12, 19/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31893/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Θάλεα ΧΑΤΖΙΗΣΤΥΛΛΗ Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Νοεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για την Κατηγορούμενη: κ. Χειμώνας Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην κατηγορούμενη αποδίδονται τρεις κατηγορίες της ανησυχίας, κοινής επίθεσης και της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ειδικότερα αποδίδεται σε αυτή ότι στις 27.8.12 σε δημόσιο χώρο δηλαδή σε εστιατόριο στη οδό Χρυσάνθου Μυλωνά χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο και ταραχή με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, ότι παράνομα επιτέθηκε εναντίον της Κωνσταντίας Μαυρομμάτη Παντίσκου και ότι εισήλθε νόμιμα εντός του εστιατορίου αλλά παρέμεινε εκεί με σκοπό να ενοχλήσει. Η κατηγορούμενη δεν παραδέχτηκε ενοχή και προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα, τον εξεταστή της υπόθεσης Αστυφύλακα 2483 Σ. Πιερή (Μ.Κ.1), τους παραπονούμενους Κωνσταντία Παντίσκου (Μ.Κ.2) και Θωμά Παντίσκο (Μ.Κ.3) και τον Άγγελο Χριστοφή (Μ.Κ.4). Κατά την ακροαματική διαδικασία πέραν της προφορικής μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων κατατέθηκε στο Δικαστήριο αριθμός τεκμηρίων. Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης δεν ήταν παρών στο επεισόδιο, η κατάθεση του στο Δικαστήριο περιορίστηκε στις ενέργειες του ως εξεταστής της υπόθεσης. Κατέγραψε το παράπονο της Μ.Κ.2 προς την οποία έδωσε ιατρικό έντυπο για να επισκεφθεί τις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσία για εξέταση, μετέπειτα έλαβε τα γραπτά παράπονα-καταθέσεις των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 εναντίον της κατηγορούμενης, στις 23.9.12 κατηγόρησε την κατηγορούμενη και στις 24.9.12 κατηγόρησε τον Μ.Κ.3 μετά από παράπονο που υπέβαλε εναντίον του η κατηγορουμένη. Η Μ.Κ.2 έδωσε την εκδοχή της για το πως εξελίχθηκε το επεισόδιο για το οποίο υπέβαλε στην Αστυνομία καταγγελία-παράπονο εναντίον της κατηγορουμένης, και την δική τους εκδοχή για τα όσα έχουν διαμειφθεί την επίδικη ημερομηνία δηλαδή 27.8.2012 έδωσαν οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 οι οποίοι ήταν παρόντες στο επεισόδιο. Πολύ απλά αποδιδόμενα τα γεγονότα της επίδικης ημέρας έχουν ως ακολούθως: Η Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 τέλεσαν την δεξίωση του γάμου τους στο Κέντρο Καραπατέας που ανήκει στον πατέρα της κατηγορουμένης. Φαίνεται ότι υπήρχαν ισχυρισμοί του ιδιοκτήτη του κέντρου ότι δεν είχε εξοφληθεί ο λογαριασμός για την δεξίωση του γάμου και η κατηγορουμένη ως διαχειρίστρια των οικονομικών του κέντρου πήγε στο περίπτερο-εστιατόριο που διατηρούν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 στην οδό Χρυσάνθου Μυλωνά 1 στην Έγκωμη για να διεκδικήσει το υπόλοιπο των χρημάτων που κατ' ισχυρισμόν όφειλαν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 και να διευθετήσει τον τρόπο πληρωμής. Εκεί διημείφθη επεισόδιο μεταξύ κατηγορουμένης, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.

  1. Θέση της Μ.Κ.2 ήταν ότι η κατηγορούμενη μπήκε στο εστιατόριο και φώναζε και προκαλούσε ανησυχία στο μαγαζί απαιτώντας τα χρήματα της, μπήκε μέσα στο μαγειρείο-κουζίνα χωρίς να της δώσει συγκατάθεση και επιτέθηκε εναντίον της, δηλαδή την έσπρωξε ενώ ήταν έγκυος και ακόμα λίγο να πέσει στο έδαφος. Μετά συνομιλούσε με τον Μ.Κ.3 όπου και συνέχιζε να φωνάζει και να απειλεί ενώ ο Μ.Κ.3 της ζητούσε να βγει έξω. Ακολούθως έφυγε και η Μ.Κ.2 πήγε στην Αστυνομία, υπέβαλε παράπονο και έλαβε έντυπο για ιατρική εξέταση. Εξετάστηκε από γιατρό ο οποίος της συνέστησε λόγω και της κατάστασης της να μείνει να ξεκουραστεί. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι μετά που η κατηγορούμενη έφυγε τηλεφώνησε στον ιδιοκτήτη του κέντρου Γιώργο Καραπατέα και του παραπονέθηκε ο οποίος του είπε ότι: «η κόρη μου είναι πελλή, αν έκαμε έτσι πράμα». Ήταν η θέση Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ότι στο εστιατόριο την δεδομένη στιγμή βρίσκονταν πελάτες. Ο Μ.Κ.4 ήταν ένας εκ των πελατών ο οποίος κλήθηκε για να πει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος βίωσε τα γεγονότα εκείνη την ημέρα. Κατέστη σαφές κατά την διαδικασία ότι μεταξύ των διαδίκων εκκρεμούσε και άλλη υπόθεση στην οποία η εδώ κατηγορούμενη είναι παραπονούμενη και ο Μ.Κ.3 Θωμάς Παντίσκος κατηγορούμενος και πάλι σε σχέση με το ίδιο επεισόδιο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης ζήτησε από το Δικαστήριο να απαλλάξει και να αθωώσει από αυτό το στάδιο την κατηγορούμενη και για τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, θεωρώντας και προωθώντας την θέση ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και ότι υπάρχει αντιφατικότητα στη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 1 αυτή της ανησυχίας ήταν η θέση του κ. Χειμώνα ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι το όποιο επεισόδιο έχει γίνει σε «δημόσιο χώρο» και ότι η κατηγορούμενη χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε ανησυχία και ταραχή. Όπως ανέφερε ο κ. Χειμώνας ο χώρος στον οποίο επεσυνέβηκε το υπό κρίση επεισόδιο ήταν το περίπτερο-εστιατόρειο των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 το οποίο δεν είναι δημόσιο αφού προϋπόθεση είναι να δώσει άδεια ο ιδιοκτήτης του χώρου σε πρόσωπο να εστιαστεί σε αυτό. Επίσης δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία κατά πόσο το εστιατόριο είναι αδειούχο υποστατικό με βάση της πρόνοιες του Νόμου περί Κέντρων Αναψυχής και κατά πόσο λειτουργεί ως εστιατόριο. Σε σχέση με την κατηγορία αρ. 2, που αφορά την κοινή επίθεση ήταν η θέση του κ. Χειμώνα ότι συνεπεία της αντιφατικότητας μεταξύ της μαρτυρίας κυρίως των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αλλά και σε κάποια σημεία του Μ.Κ.4 ο οποίος προφανώς ήρθε στο Δικαστήριο για να τους βοηθήσει, το Δικαστήριο πρέπει να αθωώσει την κατηγορούμενη και να την απαλλάξει από το στάδιο αυτό. Για την κατηγορία αρ. 3 ήταν η θέση του κ. Χειμώνα ότι δεν αποδείχτηκε ότι η κατηγορούμενη μπήκε στο εστιατόριο παράνομα και ή ότι σε οποιοδήποτε στάδιο η παραμονή της εκεί κατέστη παράνομη, αντίθετα όταν της ζητήθηκε να φύγει αυτή απομακρύνθηκε. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο σκοπός που παρέμεινε η κατηγορούμενη ήταν για να ενοχλήσει αφού φάνηκε ότι είχε κάθε λόγο να διεκδικήσει την πληρωμή του υπολοίπου που οφειλόταν από την δεξίωση του γάμου των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.
  2. Ο κ. Χειμώνας ανέφερε περαιτέρω ότι έχουν εντοπιστεί τέτοιες αντιφάσεις στις μαρτυρίες των μαρτύρων της Κατηγορούσας οι οποίες είναι τόσο αντινομικές που να δικαιολογείται η επίκληση αντινομικότητας μαρτυρίας για να αθωωθεί η κατηγορουμένη στο στάδιο αυτό. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Ναθαναήλ, η οποία υποστήριξε ότι έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει την κατηγορούμενη σε απολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της Κατηγορούσας Αρχής είναι να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν αυτές είναι. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Λοϊζου ν. Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Ποιν. Εφέσεις 7018 και 7093 ημερ. 26.3.2002. Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντρέας Ευριπίδου Ποιν. Εφεση 7102, ημερ. 7.6.2002 αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει δεν θα ήταν δυνατό να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσα Αρχής.» Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοΐζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: «Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Όπως έχω ήδη αναφέρει ο κ. Χειμώνας έχει βασίσει την εισήγηση του ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης και για τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει κυρίως στο ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Επομένως θα πρέπει να εξεταστούν τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Συστατικό στοιχείο του αδικήματος της ανησυχίας είναι ο χώρος να είναι δημόσιος, να προκληθεί θόρυβος και ταραχή χωρίς εύλογη αιτία με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Σε σχέση με αυτό το αδίκημα, το επιχείρημα του κ. Χειμώνα εστιάστηκε κυρίως στο ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι οτιδήποτε διημείφθη έγινε σε δημόσιο χώρο ή προκλήθηκε χωρίς αιτία θόρυβος και ταραχή που μπορούσε να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Όσον αφορά την έννοια του «δημόσιου χώρου» αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Το ερώτημα το οποίο πρώτα το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσον το περίπτερο-εστιατόριο των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 μπορεί υπό τις συνθήκες που εξετάζουμε να θεωρηθεί ως δημόσιος χώρος. Είναι η θέση μου ότι η απάντηση που δίδει η ίδια η νομολογία στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική. Παραπέμπω στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 στην οποία αναφέρθηκε και η Αγγλική υπόθεση Elkins v. Cartlydge
(1947)1 All E.R. 289, Νίκη Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362 και Νεόφυτος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493. Αντλώ επίσης σχετική καθοδήγηση και από την υπόθεση Αντρέας Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Cawley v. Frost
(1976)3 All E.R. 743 όπου έγινε δεχτό ότι ακόμα και χώροι σε ένα ευρύτερο δημόσιο μέρος στους οποίους απαγορεύεται η είσοδος στο κοινό μπορούν να θεωρηθούν ως δημόσιοι. Επισημάνθηκε επίσης ότι ο σκοπός του νόμου ασκεί επίδραση στην ερμηνευτική προσέγγιση. Αναφέρω επίσης την πρωτόδικη απόφαση Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Josef Erdstein υπόθεση αρ. 9075/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 10.7.2012 όπου θεωρήθηκε δημόσιος χώρος τα γραφεία της ΥΑΜ του Αεροδρομίου Πάφου «.ως μέρος του όλου κτιρίου του αεροδρομίου που είναι δημόσιο κτίριο εντός του οποίου εισέρχεται το κοινό και στα εν λόγω γραφεία μπορεί να έχει πρόσβαση και να εισέλθει το κοινό και έχει τέτοιο δικαίωμα κατόπιν βέβαια αδείας εισόδου.» Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω θεωρώ ότι το εν λόγω υποστατικό στο οποίο το κοινό έχει πρόσβαση και στο οποίο μπορεί να εισέλθει κατόπιν αδείας κάποιο πρόσωπο αποτελεί δημόσιο χώρο. Σημειώνω ότι στην υπόθεση Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας που έχω αναφέρει πιο πάνω έχει αναφερθεί ότι: «Ένας τόπος μπορεί να αποτελεί δημόσιο χώρο παρά το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του μπορεί να αποκλείσει την ελεύθερη είσοδο σε αυτόν είτε μεμονωμένων ατόμων ή ακόμα και ομάδας ατόμων.» Ακόμα στην υπόθεση Νεόφυτος Ιωάννου που επίσης έχω αναφέρει πιο πάνω το γραφείο της παραπονουμένης στο οποίο ήταν παρών τρία άτομα την ώρα του επεισοδίου «ως επαγγελματικός χώρος ήταν ανοικτό για το γενικό κοινό και μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δημόσιος χώρος για τους σκοπούς του αδικήματος του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Το κοινό είχε πρόσβαση στο κατάστημα και συνεπώς μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 και ως δημόσιος χώρος.» Επίσης όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η πρόθεση του νομοθέτη κατά την ερμηνευτική προσέγγιση του όρου. Καταλήγω συνεπώς ότι το επίδικο υποστατικό είναι δημόσιος χώρος σε σχέση με τα γεγονότα που εξετάζονται στην παρούσα υπόθεση ανεξάρτητα του ότι δεν έχει προσκομιστεί βεβαίωση ότι αυτό λειτουργεί ως εστιατόριο, σημειώνω ότι η υπεράσπιση δεν έκαμε υποβολές για να αμφισβητήσει ότι το υποστατικό λειτουργεί ως περίπτερο-εστιατόριο. Ότι προκλήθηκε κάποιος θόρυβος και ταραχή από τον τρόπο συμπεριφοράς της κατηγορούμενης υπάρχει στο στάδιο αυτό μαρτυρία. Το κατά πόσο ήταν ή όχι χωρίς εύλογη αιτία είναι κάτι που θα αποφασιστεί στο τέλος της ημέρας και μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επομένως σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 1 καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης. Σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 2 η θέση του κ. Χειμώνα ήταν ότι δεν έχει αποδειχτεί η κατηγορία λόγω αντιφάσεων και αντινομικότητας της μαρτυρίας των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως έχει ανωτέρω αναφερθεί το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας παρά μόνο σε θεώρηση της. Είναι η θέση μου ότι από την θεώρηση της μαρτυρίας δεν προκύπτει τέτοια αντιφατικότητα που να δικαιολογεί την απαλλαγή της κατηγορούμενης στο στάδιο αυτό, αντίθετα θα πρέπει το Δικαστήριο να αφεθεί να αξιολογήσει την μαρτυρία που έχει ενώπιον του. Έτσι και σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία η κατηγορουμένη καλείται σε απολογία. Τέλος, σε σχέση με το τρίτο αδίκημα και πάλι θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η απαλλαγή της κατηγορούμενης από το στάδιο αυτό αφού το Δικαστήριο πρέπει να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του για να αποφασίσει κατά πόσο η κατηγορούμενη παρέμεινε εντός του υποστατικού με σκοπό να ενοχλήσει. Είναι ολοφάνερο ότι το υποστατικό ήταν στην κατοχή των Μ.Κ.2 και 3 και αποδίδεται στην κατηγορούμενη ενόχληση χωρίς να χρειάζεται να διευκρινιστεί σε ποιου την κατοχή ήταν το υποστατικό ως η εισήγηση του κ. Χειμώνα. Επομένως είναι η θέση μου ότι η εισήγηση για την αθώωση και απαλλαγή της κατηγορουμένης από αυτό το στάδιο δεν δικαιολογείται, θεωρώ ότι έχουν αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως τα στοιχεία και των τριών κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και έτσι καλείται σε απολογία. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.