Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστος Γεωργιάδης, Αρ. Υπόθεσης: 8574/10, 25/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8574/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Χρίστος Γεωργιάδης Κατηγορουμένου ----------------- Ημερομηνία: 25.11.2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Κυπρίζογλου Κατηγορούμενος παρών. ---------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στην Δίκη εντός Δίκης αρ. 1 ημερ. 23.10.14 η υπεράσπιση του κατηγορούμενου προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο καταχωρώντας αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων τύπου Certiorari και/ή Prohibition. H αίτηση που φέρει τον αριθμό 183/2014 τέθηκε ενώπιον του εντίμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Α. Λιάτσου ο οποίος με απόφαση του ημερ. 31.10.14, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα εξής: «Στην υπό κρίση περίπτωση εκείνο το οποίο ουσιαστικά αμφισβητεί ο Αιτητής είναι την ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου και όχι τη νομιμότητα της. Επιζητεί, κατά προέκταση, να υπαγορευθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο ο τρόπος με τον οποίο θα έπρεπε να αποφασίσει ένα θέμα που εμπίπτει μέσα στη δικαιοδοσία του. Τυχόν υιοθέτηση της εισήγησης του Αιτητή θα είχε ως αποτέλεσμα την αποστέρηση της νόμιμης εξουσίας δικαστηρίου που εκδικάζει ποινική υπόθεση να αποφασίζει περί της αποδεκτότητας οποιασδήποτε μαρτυρίας. Ούτως ή άλλως η ύπαρξη εναλλακτικού ένδικου μέσου είναι αναμφισβήτητη. Παρέχεται η ευχέρεια καταχώρησης έφεσης και ακόμη - δεδομένου ότι η ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι αποτέλεσμα ερμηνείας νομοθετικών διατάξεων - η αναζήτηση επιφύλαξης για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικού ζητήματος που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης, κατ' επίκληση του άρθρου 148
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο
- Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων και, υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή σε διαδικασία προνομιακού εντάλματος δεν είναι επιτρεπτή, ούτε και πρέπει να αφήνεται η χρησιμοποίηση τέτοιας διαδικασίας να λειτουργεί ως έφεση υπό μεταμφίεση.» Συνεπεία τούτου απέρριψε την αίτηση. Στις 5.11.14 ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου παρέδωσε στο Δικαστήριο έγγραφο με τίτλο «Αίτηση για παραπομπή νομικών σημείων στο Ανώτατο Δικαστήριο για γνωμάτευση (case stated) (Καν. 11, άρθρο 149 του Κεφ. 155)». Η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης στις 13.11.
- Εκείνη την ημέρα μετά από την θέση του Δικαστηρίου η οποία τέθηκε προς το συνήγορο υπεράσπισης ότι η ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 23.10.14 δεν εμπίπτει στη σφαίρα «των αποφάσεων» για τις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 149 του Κεφ. 155 αφού «δεν είναι τελική απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε τελικώς επί της ποινικής υπόθεσης ούτως ώστε να δύναται να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για παραπομπή υπομνήματος για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο», ο κ. Κυπρίζογλου απέσυρε την αίτηση του δηλώνοντας ότι θα καταχωρήσει σχετική αίτηση για παραπομπή νομικών σημείων στο Ανώτατο για γνωμοδότηση με βάση το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155, πράγμα το οποίο και έπραξε την ίδια ημέρα. Η αίτηση ορίστηκε για τις 19.11.14 όπου ο κ. Κυπρίζογλου αγόρευσε προς υποστήριξη της ενώ η κα Ναθαναήλ με γραπτή αγόρευση την οποία υιοθέτησε εισηγήθηκε ότι η αίτηση αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα παραπέμψει στο Ανώτατο Δικαστήριο για γνωμοδότηση με βάση το Αρ. 148
(1)του Κεφ. 155 την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 23.10.14. Ο κ. Κυπρίζογλου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έρεισμα για την καταχώρηση της αίτησης του αποτελεί η ίδια η απόφαση του Έντιμου Δικαστή κ. Α. Λιάτσου, ημερ. 31.10.14, αναφορά στην οποία έχει γίνει πιο πάνω, και συγκεκριμένα η πιο κάτω παράγραφος: «Ούτως ή άλλως η ύπαρξη εναλλακτικού ένδικου μέσου είναι αναμφισβήτητη. Παρέχεται η ευχέρεια καταχώρησης έφεσης και ακόμη - δεδομένου ότι η ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι αποτέλεσμα ερμηνείας νομοθετικών διατάξεων - η αναζήτηση επιφύλαξης για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικού ζητήματος που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης, κατ' επίκληση του άρθρου 148
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155..». Υποστήριξε την αίτηση του προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το όλο θέμα αφορά την τριτενέργεια συνταγματικών δικαιωμάτων, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να αποφανθεί επί αυτών και υιοθέτησε πλήρως το κείμενο της αίτησης του ημερ. 13.11.14. Υπό μορφή σχολίου είναι η θέση μου ότι αντίληψη του κ. Κυπρίζογλου ότι είναι ο ίδιος ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο κ. Λιάτσος που αποφάσισε ότι το θέμα θα έπρεπε να λυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναζητηθεί από το παρόν Δικαστήριο γνωμοδότηση με βάση το άρθρο 148
(1), κατά την άποψη μου δεν είναι ορθή. Είναι η θέση μου, διαβάζοντας την απόφαση ημερ. 31.10.14, ότι αυτό που ο έντιμος Δικαστής κ. Λιάτσος έχει αναφέρει είναι ότι υπάρχουν εναλλακτικά ένδικα μέσα αμφισβήτησης της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 23.10.14 ένα εκ των οποίων ήταν η επίκληση του άρθρου 148
(1)και το άλλο η έφεση, στο ορθό στάδιο. Ερχόμενη τώρα στη νομική πτυχή του θέματος για την επιφύλαξη του νομικού ζητήματος για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο, την ουσία της αίτησης αναφέρω τα ακόλουθα: Το αρ. 148
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 προβλέπει τα εξής: «Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, και με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρέπει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιφυλάξει για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης οποιουδήποτε προσώπου.» Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 148
(1)και όπως αυτό έχει ερμηνευτεί νομολογιακά, για να επιφυλαχθεί για γνωμάτευση από τα Ανώτατο Δικαστήριο κάποιο νομικό ερώτημα πρέπει να συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις:
(1)Να πρόκειται για αμιγώς νομικό ερώτημα, και
(2)Το νομικό ερώτημα να εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης. Στην υπόθεση In re Hadjikostas
(1984)1 C.L.R. 513 αναφέρθηκε ότι το τι αποτελεί αμιγώς νομικό ερώτημα είναι ίσως εύκολο να καθοριστεί αλλά δύσκολο να εφαρμοστεί στις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Νομικό ερώτημα που εγείρεται, όποια και αν είναι η φύση του, πρέπει απαραίτητα να είναι σχετικό με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ένα αμιγώς νομικό ερώτημα δεν πρέπει να είναι ένα ερώτημα το οποίο αποσυνδέεται από τα γεγονότα της υπόθεσης, γιατί σε τέτοια περίπτωση θα είναι ένα ακαδημαϊκό ερώτημα. Όταν ένα θέμα περιστρέφεται γύρω από την εφαρμογή του Νόμου σε σχέση με γεγονότα τα οποία είναι δεδομένα πρόκειται για αμιγώς νομικό ερώτημα. Όταν δηλαδή τα γεγονότα στα οποία το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει το Νόμο δεν αμφισβητούνται, το ζήτημα είναι νομικό. Η γενική αρχή είναι ότι δεν επιφυλάσσεται οποιοδήποτε ζήτημα. Η απόφαση επί του ζητήματος αυτού πρέπει να είναι κρίσιμη είτε για το αποτέλεσμα της υπόθεσης ή για την επίλυση μιας πτυχής της υπόθεσης, η οποία προδιαγράφει το αποτέλεσμα. Υπάρχει ανάγκη για αποφυγή επιφύλαξης ερωτήματος, εκτός αν είναι απαραίτητη για το αποτέλεσμα ή την εξέλιξη της υπόθεσης. Διαφορετικά το Ανώτατο Δικαστήριο θα καταλήξει να γνωμοδοτεί σε οιονεί θεωρητικά ζητήματα, πράγμα ανεπίτρεπτο στο δίκαιο μας (βλ. Police v. Ekdotiki
(1982)2 C.L.R. 63). Η διαδικασία του άρθρου 148 σαφώς προκαλεί εκτροπή της έναρξης και της απρόσκοπτης συνέχισης μιας ποινικής υπόθεσης, γεγονός που επιβάλει τη με φειδώ άσκηση της. Περαιτέρω η παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο νομικών ερωτημάτων για γνωμάτευση προκαλεί κατακερματισμό της δίκης ποινικών υποθέσεων με αποτέλεσμα λόγω της καθυστερήσεως να προκαλείται πόνος και ταλαιπωρία στους παράγοντες της δίκης ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η σοβαρότητα του αντικειμένου της (βλ. Δημοκρατία ν. Alan Carl Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232). Όσον αφορά το πότε θεωρείται ότι ένα νομικό ερώτημα εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης αυτό ερμηνεύτηκε σε βάθος στην υπόθεση Ιn re Charalambous
(1974)2 C.L.R. 37 όπου λέχθηκε ότι το άρθρο 148
(1)δεν δίδει τη δυνατότητα σε οποιαδήποτε πλευρά σε μια ποινική διαδικασία να εγείρει ενώπιον του δικάζοντος Δικαστηρίου και να ζητεί την επιφύλαξη, για γνωμοδότηση, ενός νομικού ερωτήματος σε οποιοδήποτε στάδιο της δικής της του επιλογής. Μόνο νομικό ερώτημα το οποίο προκύπτει κατά τη δίκη σε στάδιο κατά το οποίο είναι απαραίτητο αυτό να αποφασισθεί, ούτως ώστε να καταστεί δυνατό να προχωρήσει η δίκη, σύμφωνα με το Νόμο και τους κανόνες πρακτικής που διέπουν την Ποινική Δικονομία, θεωρείται ότι εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης. Στα πλαίσια αυτά δεν περιλαμβάνονται νομικά ερωτήματα τα οποία εγείρονται πρόωρα σε στάδιο της δίκης κατά το οποίο δεν είναι απαραίτητο να αποφασιστεί για να συνεχίσει η δίκη. Το άρθρο 148 δεν παρέχει διαδικαστικό μηχανισμό με τον οποίο κάποιος από τους διαδίκους να μπορεί να ζητά την επιφύλαξη για γνωμοδότηση ενός ζητήματος, με την προσδοκία εκείνου του σταδίου της δίκης, στο οποίο η ερμηνεία του Νόμου σε σχέση με ένα τέτοιο ζήτημα μπορεί ή θα γίνει ουσιώδης και άμεσης σημασίας για την περαιτέρω πρόοδο της υπόθεσης. Πρέπει το νομικό ερώτημα να ορθώνει το ανάστημα του μπροστά από τον Δικαστή και να απαιτεί μία άμεση απάντηση. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι τέτοιο ερώτημα μπορεί να επιφυλαχθεί για γνωμοδότηση σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν ή μετά την απόφαση (βλ. Criminal Procedure in Cyprus σελ. 206). Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι όπως προκύπτει από το ίδιο το άρθρο 148
(1)όταν το αίτημα υποβάλλεται από πρόσωπο άλλο από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπως στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται αλλά έχει διακριτική ευχέρεια να μην επιφυλάξει νομικό ερώτημα ακόμη και αν πληρούνται οι πιο πάνω αναφερθείσες προϋποθέσεις. Στην άσκηση της διακριτικής του αυτής ευχέρειας το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του κατά πόσο το νομικό ζήτημα είναι καινοφανές, τις επιπτώσεις της απόφασης επί του θέματος στο αποτέλεσμα της δίκης και οτιδήποτε άλλο μπορεί να επηρεάσει την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Criminal Procedure in Cyprus σελ. 206). Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, «νομικό ζήτημα» μέσα στην έννοια του άρθρου 148
(1)σημαίνει νομικό ζήτημα που έχει εγερθεί κατά τη διάρκεια της δίκης σε στάδιο που απαιτείται η επίλυση του για να καταστήσει ικανή την δίκη να προχωρήσει περαιτέρω. Σύμφωνα με τον τέως Δικαστή Φ. Νικολαΐδη «το νομικό ζήτημα θα πρέπει να παρεισφρύει στη διαδικασία επιβάλλοντας την παρουσία του και αξιώνοντας άμεση απάντηση». Σχετική είναι η αίτηση 8/02 για έκδοση διατάγματος certiorari επί τοις αφορώσι την αίτηση Γ. Σάββα Πατίκκη και Θ. Μιχαήλ Κωνσταντίνου ημερ. 11.2.2002. Όπως και στην υπόθεση Police v. Ekdotiki Eteria "Inomeni Dimosiographi Dias Ltd" and Another
(1982)2 CLR 63, 67 η χρήση στο άρθρο 148
(1)του όρου «εγειρόμενο» δεικνύει ότι θα πρέπει να επιφυλάσσονται ζητήματα των οποίων η λύση πρέπει να είναι κρίσιμη είτε για το τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης ή για την κρίση κάποιας πτυχής του που προοιωνίζει το αποτέλεσμα.». Στρεφόμενη πλέον στην ουσία της υπόθεσης αναφέρω τα ακόλουθα: Τα εγειρόμενα ζητήματα αφορούν την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου να επιτρέψει την κατάθεση ενός ψηφιακού δίσκου από μάρτυρα κατηγορίας. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Έντιμου κ. Λιάτσου ημερ. 31.10.14 ο αιτητής αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου και όχι την νομιμότητα της. Δεν έχει αποφασιστεί από το παρόν Δικαστήριο σε καμία περίπτωση η βαρύτητα που τυχόν θα αποδοθεί στην εν λόγω μαρτυρία ούτε και οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν της αποδεκτότητας της. Είναι η θέση μου ότι τα ζητήματα που εγείρει ο κ. Κυπρίζογλου δεν συνιστούν «ζητήματα που έχουν εγερθεί στη διάρκεια της δίκης και για τα οποία η λύση επιβάλλεται να δοθεί σε αυτό το στάδιο για να καταστεί δυνατή η περαιτέρω συνέχιση της δίκης.» Είναι η γνώμη μου ότι τα θέματα που εγείρονται με την υπό κρίση αίτηση της υπεράσπισης αφορούν δεκτότητα μαρτυρίας και μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης στα πλαίσια έφεσης κατά της τελικής απόφαση του δικαστηρίου, σε περίπτωση βέβαια που ο κατηγορούμενος ήθελε βρεθεί ένοχος. Το γεγονός ότι πρόκειται για καινοφανή ζητήματα δεν αλλοιώνει την κατάληξη μου. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι εξουσίες του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 148
(1)πρέπει να ασκούνται με φειδώ και μόνο στις κατάλληλες περιπτώσεις έτσι ώστε να αποφεύγεται η διακοπή της δίκης. Είναι η θέση μου εν κατακλείδι ότι το θέμα που έχει εγερθεί κατά την ένσταση του συνηγόρου υπεράσπισης στο στάδιο που επιχειρήθηκε να κατατεθεί ο ψηφιακός δίσκος και το οποίο αποτέλεσε αποτέλεσμα ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 23.10.14 δεν συνιστά ζήτημα που είναι αναγκαίο να επιλυθεί για να καταστεί δυνατή η συνέχιση της δίκης και επομένως το αίτημα της υπεράσπισης απορρίπτεται. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο