easyGroup Holdings Limited ν. Γιάννη Σήφη Βαρδινογιάννη κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18344/13, 19/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 18344/13 Μεταξύ easyGroup Holdings Limited -ν-
- Γιάννη Σήφη Βαρδινογιάννη
- Παύλου Παπαδόπουλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 14 Για Παραπονούμενο: κ Μελάς Για Κατηγορούμενο 1: κ. Θεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Δυνάμει του περιεχομένου του κατηγορητήριου αμφότεροι οι κατηγορούμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με δύο κατηγορίες. Η μεν πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της συνομωσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302, 20 και 26 του Ποινικού Κώδικα ενώ η δεύτερη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της απάτης κατά παράβαση των άρθρων 300, 20 και 26 επίσης του Ποινικού Κώδικα. Σκόπιμο είναι θεωρώ, ενόψει και της επίκλησης δεδικασμένου από την πλευρά των συνηγόρων του κατηγορουμένου 1, να καθοριστεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης μέσα από σύντομη αναφορά στο μέχρι σήμερα διαμορφωθέν ιστορικό της υπόθεσης ως τούτη προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου ως επίσης και το περιεχόμενο της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου υπό άλλη σύνθεση ημερομηνίας 09/10/
- Ιστορικό: Όταν στις 24/09/13 η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά από το πρωτοκολλητείο για ακρόαση ο Κατηγορούμενος 2, εμφανίστηκε στη διαδικασία και απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες. Ο Κατηγορούμενος 1 δεν εμφανίστηκε. Εμφανίστηκαν ωστόσο οι συνήγοροι του Κατηγορουμένου 1, οι οποίοι και προέβαλαν ένσταση στην κατάθεση των εγγράφων που οι συνήγοροι των παραπονουμένων ήταν προτεθειμένοι να καταχωρήσουν για να αποδειχθεί η επίδοση, για λόγους που άπτονταν στη διαδικασία παρουσίασης των εγγράφων ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήγειραν επίσης ένσταση και αγόρευσαν προς υποστήριξη της ενστάσεως τους, αναφορικά με την νομιμότητα και εγκυρότητα της ισχυριζόμενης επίδοσης. Υπήρξε ειδικότερα θέση των συνηγόρων του Κατηγορουμένου 1 μεταξύ άλλων ότι: I. Ο δικηγόρος που εμφανιζόταν για τους παραπονούμενους δεν νομιμοποιείτο να παρουσιάζει μαρτυρικό υλικό II. Ο Κατηγορούμενος 1 δεν έχει κλητευθεί νομίμως και δεν του έχει επιδοθεί το κατηγορητήριο ως προβλέπεται από τη Ποινική Δικονομία των Κυπριακών Δικαστηρίων και τούτο διότι: i. Η επίκληση του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1984 (Ν. 55/84) (στο εξής θα καλείται ως η "Σύμβαση") δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στην παρούσα υπόθεση. Αυτό αφού , ως το ίδιο το Κατηγορητήριο καταμαρτυρεί, η παραπονούμενη εταιρεία έχει έδρα το Μονακό και συνεπώς εκπίπτει του πεδίου εφαρμογής που το άρθρο 1 του Ν.55/84 καθορίζει. ii. Δεν υπήρξε διαμεσολάβηση της αρμόδιας αρχής. Οι συνήγοροι των παραπονουμένων προέταξαν ένσταση σε σχέση με τη διαδικασία και ειδικότερα στο να δοθεί ο λόγος στους συνηγόρους του κατηγορουμένου 1 να προβάλουν ένσταση αναφορικά με την επίδοση. Έντονη υπήρξε η θέση των συνηγόρων των συνηγόρων των παραπονουμένων από την αρχή της διαδικασίας σε εκείνο το στάδιο, ότι, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου 1, δεν μπορούσαν να εμφανίζονται και να λαμβάνουν τον λόγο για να προωθούν προδικαστική ένσταση αφού ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν παρών. Αντέταξαν δε αγορεύοντας τη δική τους εισήγηση αναφορικά με το θέμα της επίδοσης προτείνοντας ότι η επίδοση ήταν καθόλα νομότυπη. Το Δικαστήριο με τη απόφαση του ημερομηνίας 09/10/13, εξέτασε τέσσερα σημεία. Είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας να γίνει παράθεση των σχετικών με τους λόγους ενστάσεως στην υπό κρίση απόφαση, αποσπασμάτων της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/10/13 ωστόσο θεωρώ ότι φρόνιμο είναι τούτο να γίνει σε κατοπινό μέρος της απόφασης. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για επίδοση αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1 στις 06/03/14 και στις 08/05/
- Στις 08/05/14 η επίδοση και πάλι δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και η υπόθεση ορίστηκε για επίδοση στις 25/09/
- Ως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 19/5/14 οι συνήγοροι των παραπονουμένων επιχείρησαν εκ νέου επίδοση αποστέλλοντας επιστολή προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ζητώντας του, να ενεργήσει υπό την ιδιότητα του ως «αρμόδια Εισαγγελική και/ή Δικαστική Αρχή», «με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 55/1984 και/ή του Νόμου 25(ΙΙΙ)/2004 και/ή του Νόμου 23(Ι) και/ή του άρθρου 52 της Σύμβασης Σέγκεν καθώς και την καθιερωμένη πρακτική που ακολουθείται σε τέτοιους περιπτώσεις ή με βάση την πρόνοια οπουδήποτε Νόμου ή Κανονισμού» να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες και να μεριμνήσει για την «καλή και σωστή επίδοση του κατηγορητηρίου της πιο πάνω υπόθεσης» στον κατηγορούμενο 1 δίνοντας παράλληλα λεπτομέρειες διεύθυνσης στην Αθήνα. Το πρωτοκολλητείο απέστειλε επιστολή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης στις 22/05/14 προωθώντας το αίτημα ημερομηνίας 19/05/14 των συνηγόρων των παραπονουμένων. Ό,τι ακολούθως εντοπίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου είναι επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κύπρου προς την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 13/06/14 στην οποία γίνεται αναφορά σε επιστολή ημερομηνίας 11/03/14 του Πρωτοκολλητή. Επί της επιστολή ημερομηνίας 13/06/14 επισυνάπτεται επιστολή ημερομηνίας 17/04/14 στην οποία αναφέρεται ότι το «αίτημα για δικαστική συνδρομή ικανοποιήθηκε προσηκόντως . Σημειώνεται ότι όλες οι επιστολές και αναφορές που επισυνάπτονται επί της επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης είναι προγενέστερες της 08/05/14 ενώ τα κατηγορητήρια για τα οποία υπάρχει εισήγηση ότι επιδόθηκαν φέρουν δακτυλογραφημένη ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης 08/05/
- Καμιά αναφορά επί των εγγράφων που περιγράφονται αμέσως ανωτέρω δεν έγινε κατά τη διάρκεια των αγορεύσεων. Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση η ημερομηνία που αναγράφεται επί των κατηγορητηρίων που επιδόθηκαν είναι η 08/05/14 η οποία παρήλθε της ημερομηνίας που λήφθηκε η επιστολή από το Πρωτοκολλητείο ενώ στις 08/05/14 σύμφωνα με τα πρακτικά του Δικαστηρίου δόθηκε νέα ημερομηνία για επίδοση του κατηγορητηρίου η 25/09/
- Την 14/11/14 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για επίδοση παρουσιάστηκε επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κύπρου προς το γραφείο των κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ημερομηνίας 21/08/14 με την οποία τους ενημέρωναν ότι το αίτημα του ικανοποιήθηκε και ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στις 16/06/14 δια θυροκόλλησης και στην οποία στις οποίες επισυνάπτονταν αντίγραφα βεβαιώσεων των Ελληνικών Αρχών σε σχέση με την επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Κατηγορουμένου 1 εμφανίστηκαν και πάλι και ήγειραν προδικαστική ένσταση υποστηρίζοντας ότι η επίδοση δεν ήταν έγκυρη Η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ακροαματική Διαδικασία - Αγορεύσεις Κατά την ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση για αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών ετοίμασαν τις αγορεύσεις τους γραπτώς υιοθέτησαν αυτές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και διευκρίνισαν κάποια σημεία. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις των μερών έχουν τύχει μελέτης και εξέτασης στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Πριν υπεισέρθουμε να εξετάσουμε την ουσία της προδικαστικής ένστασης θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο ζήτημα που ο κος Μελάς έθιξε αναφορικά με την διαδικασία και την αποδοχή της εμφάνισης εκ μέρους του κατηγορούμενο 1 του δικηγόρου αυτού και της εκπροσώπησης του εν τη απουσία του ιδίου του κατηγορουμένου. Το ίδιο θέμα είχε εγερθεί στις 24/09/13 και εκρίθη από το Δικαστήριο τούτο, υπό άλλη σύνθεση, στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 09/10/
- Το σκεπτικό της απόφασης του ημερομηνίας 09/10/13, εντοπίζεται στις σελίδες 4 και 5 της απόφασης και υιοθετείται και αυτούσιο και στην ολότητα του για τους σκοπούς της παρούσας. Καθόλα χρήσιμη και καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η απόφαση του έντιμου Δικαστή κ. Παρπαρίνου που εξέδωσε στα πλαίσια της Αίτησης 56/14 για έκδοση εντάλματος Certiorari, απόφαση ημερομηνίας 14/05/14 όπου ηγέρθη παρόμοιος ισχυρισμός. Το Δικαστήριο παραπέμποντας στα άρθρα 44
(1)και 89
(1)α, Κεφ. 155 η σημείωσε ότι η επίδοση σε κατηγορούμενο θα πρέπει να αποδεικνύεται. Κατά συνέπεια είναι «υποχρέωση του Δικαστηρίου προτού προχωρήσει σε οτιδήποτε περαιτέρω βήμα στη διαδικασία να ικανοποιηθεί για την ορθή επίδοση του κατηγορητηρίου». Ανέφερε επίσης ότι η κατάθεση των επιστολών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης όχι μόνο δεν αποστερούσε από το δικαστήριο να εξέταση του ζητήματος που πρόβαλαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων αλλά το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να εξετάσει κατά πόσο η φερόμενη ως επίδοση ήταν νόμιμη και ορθή. Θεωρώ ότι η παρουσία εκπροσώπων του κατηγορουμένου 1 στη διαδικασία δεν αποδεικνύει αυτή καθ' αυτή, την έγκυρη και νομότυπη επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο. Το βάρος απόδειξης της έγκυρης επίδοσης φέρει ο Παραπονούμενος και μόνο άμα τη αποδείξη τούτης, το Δικαστήριο μπορεί να δράσει κατά τρόπο που να εξαναγκάζει τον Κατηγορούμενο να παραστεί στη διαδικασία. Ρητές και σαφής είναι οι πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος που διαφυλάττουν το δικαίωμα ενός εκάστου προσώπου να πληροφορηθεί τους λόγους, δι' ους καλείται να εμφανισθή ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εισηγήσεις των δύο πλευρών: Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Παραπονούμένων στην αγόρευση του υποστήριξε ότι η επίδοση των κατηγορητηρίων είναι έγκυρη. Επισημαίνει δε μεταξύ άλλων ότι, στην επιστολή τους προς το Πρωτοκολλητείο δεν περιόρισαν την αξίωση τους για να γίνει επίδοση με βάση τον Ν. 55/1984 για τον οποίο το παρόν Δικαστήριο, έχει αποφασίσει ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Αντίθετα, ανέφεραν στην επιστολή όλα τα σχετικά Νομοθετήματα και «ζήτησαν να γίνει η επίδοση με βάση την καθιερωμένη πρακτική που ακολουθείται στις περιπτώσεις αυτές. Η πρακτική ως ανέφεραν έχει εμπεδωθεί σύμφωνα με αυτό που συμβαίνει στην πράξη και με βάση την επικοινωνία που έχουν οι αρμόδιες αρχές Ελλάδας Κύπρου». Υπήρξε εισήγηση του ότι το ζήτημα της απόδειξης της επίδοσης δεν μπορεί να αμφισβητείται από την στιγμή που υπάρχει η σχετική βεβαίωση της αρμόδιας δικαστικής αρχής της Ελλάδας. Στον αντίποδα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Κατηγορουμένου 1 προέταξαν ότι: · Οι πρόνοιες του Ν.55/1984 δεν τυγχάνουν εφαρμογής αφού η παραπονούμενη εταιρεία έχει έδρα το Μονακό. Ενώ το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει επί του σημείου αυτού με την απόφαση του ημερομηνίας 09/10/2013 και άρα υπάρχει δεδικασμένο επί τούτου. · Ο περί της Σύµβασης καταρτιζόµενης από το Συµβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την Αµοιβαία ∆ικαστική Συνδροµή επί Ποινικών Υποθέσεων µεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Πρωτοκόλλου της (Κυρωτικός) Νόµος, Ν. 25(ΙΙΙ)/2004, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση καθότι πέραν του ότι η Σύμβαση δεν έχει κυρωθεί από την Ελλάδα, η Παραπονούμενη δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να μπορεί να απολαμβάνει των προνομίων που δίνει η εν λόγω σύμβαση. · Η επίκληση του περί ∆ιεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέµατα Νόµου Ν. 23(I)/2001 δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή. Είναι εισήγηση τους ότι αφού με δεδομένο ότι ο Νόμος δεν αναφέρει τη μορφή που θα πρέπει να λάβει η επίδοση, η επίδοση θα πρέπει να γίνεται προσωπικά ως το άρθρο 36(1Α) του κεφ. 155 προνοεί. Ενώ αν ήθελε θεωρηθεί ότι στην έννοια των «διευθετήσεων» του άρθρου 4 του Νόμου εμπίπτουν οι πρόνοιες του Ν.25/1984, οι πρόνοιες του Νόμου αυτού δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην υπό κρίση υπόθεση. Ενώ επίδοση του κατηγορητηρίου με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού δεν παρέχουν λόγο για εξαναγκασμό του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση να συμμορφωθεί με αυτό. Σχετικό είναι το άρθρο 4
(2)του Νόμου. Συνεπεία της διάταξης αυτής το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον προσώπου στο οποίο επιδόθηκε ούτε και να υποχρεώσει τον Κατηγορούμενο να παρουσιαστεί για να απαντήσει κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να προωθηθεί η διαδικασία. · Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της Σύμβασης Σέγκεν αφού δεν εφαρμόζεται στην Κύπρο ως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 2
(2)του Ν. 25(ΙΙΙ)/2004. · Η επίδοση δια θυροκόλλησης είναι άγνωστη και ανεπίτρεπτή στο Κυπριακό Δίκαιο και εφόσον δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η «Σύμβαση» μόνο οι πρόνοιες του άρθρου 46
(1)(α) του Κεφ.155 μπορούν να εφαρμοστούν. Εγκυρότητα Επίδοσης: Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των προνοιών του Ν.55/1984 στη βάση των γεγονότων που πλαισιώνουν την υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο τούτο, έχει, υπό άλλη σύνθεση, αποφασίσει επί του σημείου τούτου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αφού προέβη σε ερμηνεία του άρθρου 1 της Σύμβασης και με δεδομένο ότι η παραπονούμενη εταιρεία έχει έδρα το Μονακό κατέληξε ότι η εν λόγω σύμβαση δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Το σημείο αυτό σχολιάζεται στις σελ 6 - 8 της απόφασης ενώ στη σελίδα 8 της απόφασης αναφέρεται ως ακολούθως: «Έχοντας εξετάσει με προσοχή τις πρόνοιες του άρθρου 1 της Σύμβασης και υπό το φως των επιχειρημάτων και θέσεων των ευπαιδεύτων δικηγόρων των δύο πλευρών και έχοντας κατά νου τα προαναφερόμενα σε ότι αφορά την Παραπονούμενη εταιρεία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Παραπονούμενη εταιρεία δεν είναι νομικό πρόσωπο που καλύπτεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 της Σύμβασης που κυρώθηκε με τον Κυρωτικό Νόμο 55/84 και συνακόλουθα οι διατάξεις της Σύμβασης, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 της Σύμβασης, κατά την άποψη μου, προσδιορίζει σαφέστατα ότι τα πρόσωπα τα οποία επωφελούνται των θεμάτων που ρυθμίζονται από την εν λόγω Σύμβαση, είναι αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και 2 του ίδιου άρθρου. Δεδομένου ότι η Παραπονούμενη εταιρεία δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, για τους λόγους που προανέφερα, έπεται ότι οι πρόνοιες της διμερούς Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία ρυθμίζει την δικαστική αρωγή (βλέπε, άρθρο 2 της Σύμβασης), η οποία περιλαμβάνει τη διαβίβαση και την επίδοση εγγράφων, καθώς και τη διεξαγωγή αποδείξεων (βλέπε, άρθρο 4 της Σύμβασης), καθιστά την επίδοση στον Κατηγορούμενο 1 άκυρη.» Κατά συνέπεια και με δεδομένα τα κριθέντα στην απόφαση ημερομηνίας 09/10/14 επί του ζητήματος εφαρμογής του Ν. 55/1984 στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει θεωρώ δεδικασμένο, το θέμα τούτο έχει κριθεί. Ούτε ο περί της Σύµβασης καταρτιζοµένης από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την Αµοιβαία ∆ικαστική Συνδροµή επί Ποινικών Υποθέσεων µεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Πρωτοκόλλου της (Κυρωτικός) Νόµος, Ν. 25(ΙΙΙ)/2004, μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Καμιά μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί αναφορικά με την έγκριση από την Ελλάδα της Σύμβασης αυτής. Η Νομολογία ωστόσο έχει καθορίσει ότι τα «κυπριακά δικαστήρια εκλαμβάνουν το ξένο νόμο ως απλό πραγματικό γεγονός.» το οποίο θα πρέπει να αποδεικνύεται (βλ. Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 753). μέσο γνώσης του αλλοδαπού δικαίου είναι βασικά οι γνώμες των νομομαθών. Άλλωστε, η Σύμβαση της 29ης Μαΐου 2000 για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που Υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο στις 30 Νοεμβρίου 2000 αν και υπεγράφη από όλες τις χώρες μελή ως και το προοίμιο αυτής αναφέρει, της Ευρωπαϊκή Ένωσης της Ελλάδας περιλαμβανομένης, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 27 αυτής, η σύμβαση αρχίζει να ισχύει 90 ημέρες μετά την ολοκλήρωση των αναγκαίων διαδικασιών για την έγκριση της σύμβασης από το όγδοο κράτος το οποίο ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 29 Μαΐου 2000 όταν εκδόθηκε από το Συμβούλιο η πράξη για την κατάρτιση της σύμβασης. Η σύμβαση θα ισχύει για τα οκτώ αυτά κράτη μέλη και θα εφαρμοστεί στα υπόλοιπα κράτη μέλη 90 ημέρες μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών τους. Αναφορικά με την επίκληση της Σύμβασης Σέγκεν δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων του κατηγορουμένου καθ' ήν έκταση εισηγείται ότι δεν εφαρμόζεται στην Κύπρο. Δυνάμει δε του άρθρου 2
(2)της Σύμβαση της 29ης Μαΐου 2000 για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 49 στοιχείο α) και των άρθρων 52, 53 και 73 της Σύµβασης εφαρμογής της Συµφωνίας του Σένγκεν. Η Σύμβαση ως επίσης και το άρθρο 2
(2)αυτής υιοθετήθηκε αυτούσια με τη ψήφιση του Ν. 25(ΙΙΙ)/
- Σημειώνεται δε ότι, η Κύπρος αν και υιοθέτησε το κεκτημένο της Συνθήκης Σέγκεν με τη σύμβαση προσχώρησης, δεν υπήρξε ποτέ πλήρες μέλος αυτής. Η επίκληση του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέµατα Νόµου Ν.23(I)/2001 Το πεδίο εφαρμογής του Νόμου αυτού καθορίζεται από το άρθρο
- Το άρθρο αυτό καθορίζει μεταξύ άλλων ότι «Οι διατάξεις του Νόµου αυτού εφαρµόζονται σε ότι αφορά αιτήµατα από ή προς — (α) Όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης» κατά συνέπεια και της Ελλάδας. Επίδοση εγγράφων «διαδικασίας» της Δημοκρατίας σε ξένη χώρα λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)του Νόμου. Σημειώνεται ότι το άρθρο 2 του Νόμου καθορίζει ότι η έννοια του όρου "διαδικασία" περιλαμβάνει ποινική διαδικασία και παραπέμπει στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο. Στην έννοια της «ποινικής διαδικασίας» το άρθρο 2 του Κεφ. 155 εντάσσει οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση οποιουδήποτε νομοθετήματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας μελετήσει με προσοχή τον εν λόγω Νόμο, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που θα απέτρεπε την εφαρμογή των προνοιών αυτού στην υπό κρίση υπόθεση. Η απουσία ρητής προδιαγραφής διαδικασίας επίδοσης καθιστά τον Νόμο αυτό καθ' ήν έκταση αφορά το άρθρο 4.-
(1)νόμο πλαίσιο αφού αφήνει η επίδοση να γίνει σύμφωνα με «διευθετήσεις» που έχουν γίνει από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας. Ό,τι ωστόσο το Δικαστήριο υποχρεούται να πράξει είναι να ελέγξει αν υπήρξε έγκυρη επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιώματων αυτού. Η ασφαλιστική δικλείδα που τίθεται στο Κεφ. 155 προς τούτο είναι η ρητή απαίτηση του άρθρου 45
(2)όπως «Η επίδοση κάθε κλήσης αποδεικνύεται είτε προφορικά από το πρόσωπο που επέδωσε αυτή είτε με ένορκη δήλωση αυτού». Κατά αντιστοιχία θεωρώ ότι θα έπρεπε να έχει υπάρξει τουλάχιστον μαρτυρία αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και τις διευθετήσεις που έγιναν από την Αρμόδια Αρχή. Κατά συνέπεια η επίδοση θα ελεγχθεί μόνο εφόσον παρουσιαστεί μαρτυρία προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση των ευπαιδευτών συνηγόρων των παραπονούμενων ότι υπάρχει έγκυρη επίδοση. Οι εισηγήσεις του συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ότι, η επίδοση πρέπει να γίνει προσωπικά ουδόλως με βρίσκουν σύμφωνη ενώ θεωρώ ότι, υιοθέτηση τέτοιας εισήγησης θα παραγκώνιζε τις πρόνοιες του άρθρου 4 κατά τρόπο ώστε τούτος να είναι επιδεχόμενος πολύ στενής εφαρμογής. Δεν με βρίσκουν σύμφωνη ούτε οι εισηγήσεις του αφού ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να παρουσιαστεί κατά τη διαδικασία, η διαδικασία δεν μπορεί να προωθηθεί. Ενώ επίδοση του κατηγορητηρίου με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού δεν παρέχουν λόγο για εξαναγκασμό του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση να συμμορφωθεί με αυτό. Σχετικό είναι το άρθρο 4
(2)του Νόμου. Συνεπεία της διάταξης αυτής το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον προσώπου στο οποίο επιδόθηκε ούτε και να υποχρεώσει τον Κατηγορούμενο να παρουσιαστεί για να απαντήσει κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να προωθηθεί η διαδικασία. Ο κατηγορούμενος σε ποινική υπόθεση έχει δικαίωμα να είναι παρών κατά τη δίκη του και να ακούεται, γι' αυτό, άλλωστε, κλητεύεται. Σε περιπτώσεις συνοπτικής δίκης, το ζήτημα της παρουσίας ή μη κατηγορουμένου εντοπίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 89
(1)του Νόμου. Αν το Δικαστήριο θα επιτρέψει την προώθηση της διαδικασία εν τη απουσία του κατηγορουμένου και να επιβάλει ποινή, επαφίεται στη διακριτική του εξουσία, η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να ασκείται δικαστικά. Δεν μπορώ όμως να θεωρήσω από το τόσο πρώιμο στάδιο ότι οι πρόνοιες του άρθρου 4 μπορούν να αποτελέσουν τροχοπέδι στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα ανωτέρω να εξηγήσω καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη έγκυρης επίδοσης. Περαιτέρω συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης το Ένταλμα Σύλληψης που εξεδόθη εναντίον του Κατηγορουμένου ακυρώνεται. (Υπ.) ................................................... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο