← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστα Αδαμίδη, Αρ. Υπόθεσης: 7711/10, 27/3/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστα Αδαμίδη, Αρ. Υπόθεσης: 7711/10, 27/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7711/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. Κώστα Αδαμίδη Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Μαρτίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αντ. Μιχαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες και δη μια κατηγορία δημόσιας εξύβρισης (1η κατηγορία) και μια κατηγορία ανησυχίας (2η κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες και δη τον Αστ. 1889 Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1), τον Ιωάννη Ερωτοκρίτου (Μ.Κ.2-παραπονούμενο) και την Έλενα Νικολαϊδου (Μ.Κ.3). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και να καλέσει ως μάρτυρα προς υπεράσπιση του, τον υιό του Μάριο Αδαμίδη (Μ.Υ.2). Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Εκτενέστερη αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησης της. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Στις 13.10.09, ήταν ορισμένη ενώπιον του Ανωτέρου Επαρχιακού Δικαστή κ. Γεώργιου Στυλιανίδη η διαχείριση υπ΄ αριθμό 86/

  1. Μεταξύ των συνηγόρων που εμφανίστηκαν ως διαχειριστές, ήταν και ο κ. Ιωάννης Ερωτοκρίτου, ο οποίος εκπροσωπούσε αριθμό κληρονόμων. Κληρονόμος και κατ΄ ακολουθία δικαιούχος στην περιουσία, ήταν και η σύζυγος του Κατηγορούμενου. Η εν λόγω υπόθεση είχε αναβληθεί για διάφορους λόγους αρκετές φορές με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων και γι΄ αυτό το λόγο, να παρουσιάζεται από την πλευρά της οικογένειας του Κατηγορουμένου δυσφορία. Η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου και τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο υιός του Μάριος Αδαμίδης, ένιωθαν έντονα, μεταξύ άλλων και για το γεγονός αυτό. Για τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Αξιολόγηση Ο Μ.Κ.1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Πρόκειται για τον ανακριτή της υπόθεσης, ο οποίος κατόπιν καταγγελίας του κ. Ιωάννη Ερωτοκρίτου, διερεύνησε την υπόθεση. Στα πλαίσια της διερεύνησης αυτής έλαβε καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων από τον Παραπονούμενο, την δικηγόρο κυρία Έλενα Νικολαϊδου και τον Κατηγορούμενο. Μοναδική αμφισβήτηση από πλευράς Υπεράσπισης, ήταν το κατά πόσο ο υιός του Κατηγορούμενου Μάριος Αδαμίδης, αρνήθηκε να του ληφθεί κατάθεση ή αν απλά εξέφρασε πρόσκαιρη αδυναμία να παρουσιαστεί στο σταθμό, ζητώντας διευθέτηση συγκεκριμένης συνάντησης στο μέλλον. Κατά τα λοιπά η αντεξέταση του μάρτυρα περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις. Παρά της αντεξέτασης που έτυχε ο εν λόγω μάρτυρας, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο. Ήταν σταθερός στις θέσεις του. Εκεί που καθίστατο αναγκαίο να φρεσκάρει τη μνήμη του, έπραξε τούτο από σημειώσεις που είχε στον φάκελο της υπόθεσης και οι οποίες κατεγράφησαν σε χρόνο πολύ κοντά στα διαδραματιζόμενα. Η αρχική θέση του ότι ο υιός του Κατηγορούμενου αρνήθηκε να του ληφθεί κατάθεση, επιβεβαιώθηκε και στο στάδιο της επανεξέτασης όταν ερωτούμενος ειδικά για το κατά πόσο ο ίδιος προέβη σε οποιαδήποτε σημείωση στο φάκελο ως προς την στάση που τήρησε το συγκεκριμένο πρόσωπο, επιθεωρώντας το περιεχόμενο του φακέλου, ήβρε σημείωση του στην οποία αναγράφησαν τα πρόσωπα τα οποία αρνήθηκαν να τους ληφθεί κατάθεση, παρά το ότι τους εζητήθη ρητά, και μεταξύ των εν λόγω προσώπων ήταν και ο Μάριος Αδαμίδης, υιός του Κατηγορούμενου. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Πρόκειται για τον Παραπονούμενο. Παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο. Ήταν ευθύς στις θέσεις που προωθούσε και η μαρτυρία του παρουσίαζε συνέπεια και λογική συνέχεια. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2 στις 13.10.09, ο ίδιος παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ενώπιον του Ανωτέρου Επαρχιακού Δικαστού κ. Στυλιανίδη, στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης υπό αριθμό 86/96, ως εκπρόσωπος πέντε κληρονόμων. Ενώπιον του ιδίου Δικαστού, παρουσιάστηκε και ο κ. Σοφοκλής Μιχαηλούδης εκ μέρους των υπολοίπων κληρονόμων. Παρόντες ήταν και ο Κατηγορούμενος μαζί με τον υιό του (Μ.Υ.2). Ο Δικαστής ανέφερε ότι τις υπόλοιπες υποθέσεις θα της χειριστεί εντός αιθούσης, με αποτέλεσμα όλοι τους να εξέλθουν από το γραφείο του Δικαστού. Κατά την έξοδο από το γραφείο και ενώ εβρίσκοντο στο σημείο που βρίσκεται η θύρα της αιθούσης, στον δεύτερο όροφο του κτιρίου 3 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο Κατηγορούμενος άρχισε να φωνασκεί και απευθυνόμενος στον ίδιον, προβαίνοντας δε και σε σχετικές χειρονομίες με τις οποίες υποδείκνυε τούτον, άρχισε να τον εξυβρίζει εκστομίζοντας διάφορες λέξεις εναντίον του. Μεταξύ αυτών ήταν και οι λέξεις κλέφτη, αρχικλέφτη, λήσταρχε και απατεώνα. Ο ίδιος ένιωσε προσβεβλημένος στο άκουσμα των εν λόγω λέξεων μιας και στο χώρο βρίσκοντο μεγάλος αριθμός δικηγόρων, διαδίκων αλλά και υπαλλήλων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Έστρεψε τότε την προσοχή του προς άλλους συναδέλφους του οι οποίοι βρίσκοντο εκείνη τη στιγμή στο χώρο, ενημερώνοντας τους ότι θα καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία και ότι επιθυμεί όπως και αυτοί καταθέσουν αναφορικά με τα όσα έλαβαν χώραν στο συγκεκριμένο επεισόδιο. Στα πλαίσια του όλου επεισοδίου, στράφηκε και προς τον Μ.Υ.2, λέγοντας του ότι σκοπεί να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία και ότι ζητεί και από αυτόν να καταθέσει αναφορικά με την συμπεριφορά του πατέρα του (Κατηγορούμενου). Ισχυρίστηκε ακόμα ότι όταν ο Κατηγορούμενος εκστόμιζε τις εν λόγω λέξεις, φώναζε και ωρύετο εις τρόπο που δημιούργησε ανησυχία στο χώρο. Η Μ.Κ.3 μου έκαμε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Πρόκειται για συνήγορο η οποία κατά την ημέρα του επεισοδίου βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστού κ. Στυλιανίδη, αναμένοντας να επιληφθεί της υπόθεσης της ο εν λόγω Δικαστής. Πρόκειται για μάρτυρα η οποία χωρίς καμία δυσκολία και ή ενδοιασμό προώθησε τις διάφορες θέσεις της. Και αυτή η μάρτυρας έτυχε έντονης αντεξέτασης, η οποία όμως δεν κλόνισε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της. Σύμφωνα με την Μ.Κ.3, ιστάμενη στην αίθουσα του Δικαστηρίου, αναμένοντας τον Δικαστή να εισέλθει στην αίθουσα και να επιληφθεί της υπόθεσης της, είδε τον Κατηγορούμενο να φωνάζει και να λογομαχεί με τον Μ.Κ.
  2. Από τα όσα αναφέρθησαν στα πλαίσια της εν λόγω λογομαχίας, αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε παράπονο εναντίον του Μ.Κ.
  3. Στα πλαίσια της εν λόγω λογομαχίας, είδε και άκουσε τον Κατηγορούμενο να εκστομίζει προς τον Μ.Κ.2 τις λέξεις «δικηγόροι, διαχειριστές δικηγόροι να κλέβουν τις περιουσίες συγγενών μας». Επιπρόσθετα είδε τους δύο να εισέρχονται στο διάδρομο, που χωρίζει την αίθουσα και γραφείο Δικαστού, και τότε άκουσε τον Κατηγορούμενο να εκστομίζει προς τον Μ.Κ.2 και την λέξη «αρχικλέφτη». Παρά της έντονης αμφισβήτησης που έτυχε ως προς το κατά πόσο είδε τούτα που ισχυρίστηκε, η ίδια με σαφήνεια και με κάθε αναγκαία παραστατικότητα επέμεινε στη θέση της, εξηγώντας ότι δεν είχε καμία απολύτως αμφιβολία τόσο ως προς τα αναφερόμενα από τον Κατηγορούμενο όσο και ότι τούτα στρέφοντο προς τον Μ.Κ.
  4. Η ίδια αντέδρασε αναφέροντας «δεν είναι συμπεριφορά τούτη ούτε από τον ένα ούτε από τον άλλο να γίνονται στα Δικαστήρια». Τότε ο Μ.Κ.2, της ανέφερε ότι επιθυμεί να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία και ότι ζητεί από την ίδια να δώσει κατάθεση. Η ίδια ανέφερε προς τον Μ.Κ.2 «θεωρώ ότι δεν είναι σωστή συμπεριφορά συναδέλφου προς συνάδελφο, έβρετε τα. Εάν δεν τα βρείτε θα μαρτυρήσω». Ήταν η θέση της ότι μεταξύ Κατηγορούμενου και Μ.Κ.2 διαμείφθηκαν πολύ περισσότερα, πλην όμως η ίδια δεν έδωσε την απαραίτητη προσοχή ώστε να ήταν σε θέση να τα αναφέρει τούτα στο Δικαστήριο ή στην κατάθεση της. Ενθυμείτο όμως χαρακτηριστικά τις λέξεις και/ή φράσεις στις οποίες αναφέρθηκε και στην γραπτή της κατάθεση στην Αστυνομία. Χαρακτήρισε τον τρόπο με τον οποίο εκφραζόταν ο Κατηγορούμενος αλλά και ο Μ.Κ.2 ως «λογομαχία». Ως προς δε την αντίδραση των παρευρισκομένων, ανέφερε ότι οι δικηγόροι που βρίσκονταν στο χώρο, οι οποίοι ήταν επίσης μάρτυρες του επεισοδίου, άρχισαν να γελούν και να χλευάζουν την όλη κατάσταση που επικρατούσε. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι η Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι άκουσε τον Κατηγορούμενο να εκστομίζει την λέξη «Αρχικλέφτη». Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν ειπώθηκαν οι άλλες λέξεις όμως και ως η ίδια η Μ.Κ.3 ανέφερε τον διάλογο («λογομαχία»), που είχαν ο Κατηγορούμενος και Μ.Κ.2, δεν περιορίστηκε μόνον στα όσα η ίδια άκουσα και συγκράτησε και επομένως ανέφερε στην κατάθεσή της, αλλά εμπεριείχε πολύ περισσότερες εκφράσεις και γι΄ αυτό τον λόγο δεν ήταν σε θέση να τις αναφέρει. Επιπρόσθετα η Μ.Κ.3, ως ισχυρίστηκε, η λογομαχία των δύο πλευρών συνεχίστηκε και εκτός αιθούσης, εντός του διαδρόμου, δηλαδή σε χώρο που η ίδια δεν είχε πλήρη οπτική επαφή αλλά και λόγω της απομάκρυνσης των εν λόγω προσώπων, προφανώς δεν είχε και ακουστική εμβέλεια. Επομένως κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.3 δεν συγκρούεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με αυτή του Μ.Κ.
  5. Τουναντίον ενισχύει τούτη υπό την έννοια ότι υποστηρίζει την βασική θέση του Μ.Κ.2, σε αντιδιαστολή με τη θέση του Κατηγορούμενου, ότι κατά εκείνη την ημέρα, ο Κατηγορούμενος απευθυνόμενος στον παραπονούμενο, εκστόμισε ύβρεις, κατηγορώντας τον μεταξύ άλλων και για κακοδιαχείριση περιουσίας αποβιώσαντος. Τη μαρτυρία της την αποδέχομαι στο σύνολό της. Όσον αφορά στον Κατηγορούμενο και στον Μ.Υ.2, παρατηρώ τα ακόλουθα. Και οι δύο παρουσιάστηκαν ως πρόσωπα τα οποία έζησαν το ίδιο επεισόδιο τη συγκεκριμένη ημέρα και οι οποίοι είδαν και άκουσαν τα όσα διαμείφθηκαν. Τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Υ.2, υιός του, δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Είμαι της γνώμης ότι μοναδικό μέλημά τους ήταν να δημιουργήσουν στο Δικαστήριο κακή εντύπωση για τον Μ.Κ.2 και να αποφύγουν να αποδεχθούν γεγονότα τα οποία θα οδηγούσαν σε εύρημα ενοχής του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος με τα όσα έθεσε ενώπιον μου κατέστησε σαφές ότι αντιπαθεί πλήρως τον Μ.Κ.
  6. Θεωρεί τούτον ως πρόσωπο το οποίο με δόλιες ενέργειες και εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως διαχειριστής περιουσίας προσώπου, συγγενή της συζύγου του, κακοδιαχειρίστηκε την περιουσία του αποβιώσαντος. Θεωρεί ακόμα ότι στα πλαίσια της εν λόγω κακοδιαχείρισης, η κόρη του (του Μ.Κ.2) απέκτησε με παράνομο τρόπο, μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που διαχειρίζεται. Η εικόνα που απεκόμισα καθ΄ όλη την διάρκεια που αυτός κατέθετε, ήταν η εικόνα προσώπου, που αντιλαμβανόταν την όλη διαδικασία ως μια αντιπαράθεση του ιδίου και του Μ.Κ.2, την οποία έπρεπε πάση θυσία να την κερδίσει, αποφεύγοντας τις όποιες ευθύνες του. Ενδεικτικό της προσπάθειας του να αποφύγει την ευθύνη του ήταν και ο ισχυρισμός που προώθησε ότι η καταγγελία του Μ.Κ.2, που οδήγησε στην υπό εξέταση υπόθεση, έγινε ως αντίποινα για το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος και γενικά η οικογένειά του, κατάγγειλε τον Μ.Κ.2 στον Γενικό Εισαγγελέα για κακοδιαχείριση και για δόλιες πράξεις. Ξέχασε προφανώς ο Κατηγορούμενος ότι, σύμφωνα με άλλο δικό του ισχυρισμό, η οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του Μ.Κ.2, σε σχέση με την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του συγγενικού της συζύγου του προσώπου, έγινε σε στάδιο μετά το επίδικο επεισόδιο. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω μέρος της μαρτυρίας σχετικά με την πιο πάνω παρατήρηση μου: «E. (κ. Κυριακίδης, συνήγορος Υπεράσπισης). Έγινε οτιδήποτε άλλο εκείνη την μέρα στο συγκεκριμένο περιστατικό που δεν αναφέρεται στην κατάθεση σας και θέλετε να το πείτε στο Δικαστήριο; Έχετε να προσθέσετε κάτι πέραν αυτών που περιγράφετε στην κατάθεση σας κύριε μάρτυρα; Α. ......... Και απαντά ο Ερωτοκρίτου ότι, «είχα λεφτά και αγόρασα ένα κτήμα το οποίο έγραψα στην κόρη μου» και ο γιός μου του απάντησε ότι αυτό είναι παράνομο, «θα σας καταγγείλω στην Εισαγγελία» κτλ. Όταν άνοιξε το ασανσέρ φύγαμε διότι είχαμε να πάμε κάπου αλλού. Αυτό είναι το συμπλήρωμα το οποίο, δεν ξέρω, δεν το είπαμε κτλ.» Αναφορικά και με την περιγραφή του όλου επεισοδίου εκείνη την ημέρα, Κατηγορούμενος και Μ.Υ.2, ισχυρίζονται διαφορετικά γεγονότα. Παραδείγματος χάριν, αποτέλεσε βασική θέση του Κατηγορούμενου, ότι η οποιαδήποτε συνομιλία με τον Μ.Κ.2 εκείνη την ημέρα, έγινε μεταξύ του Μ.Κ.2 και του Μ.Υ.2 και αυτή ήταν πολύ περιορισμένη, σε ήπιους τόνους. Από την άλλη ο Μ.Υ.2, αν και αυτός ισχυρίστηκε ότι μόνο ο ίδιος συνομίλησε με τον Μ.Κ.2, ισχυρίστηκε ότι λέχθηκαν «πολλά πράγματα με τον κ. Ερωτοκρίτου» και ότι μέρος του διαλόγου τους έγινε σε έντονο ύφος. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι ο ίδιος κατηγόρησε, στα πλαίσια της έντονης αυτής αντιπαράθεσης, τον Μ.Κ.2 ότι ενήργησε απαράδεκτα και ότι κακοδιαχειρίστηκε την περιουσία του αποβιώσαντος καθώς επίσης και ότι δεν ενημέρωνε τους κληρονόμους αλλά και αναφορικά με το γεγονός ότι η κόρη του Μ.Κ.2 αγόρασε μέρος της περιουσίας που ήταν υπό διαχείριση. Όσο δε αφορά στον Μ.Υ.2 ειδικά, η μαρτυρία του, παρουσιάζει έκδηλες υπεκφυγές όταν τούτη αφορούσε το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εξύβρισε τον Μ.Κ.2 ή αν είχε οποιαδήποτε συνομιλία μαζί του. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω μέρος της μαρτυρίας του προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του Δικαστηρίου: «Ε: (κ. Κυριακίδης, συνήγορος Υπεράσπισης). Εσύ κύριε μάρτυς είδες τον πατέρα σου καθόλου να μιλά με τον κ. Ερωτοκρίτου; Α. Ο πατέρας μου ήταν κάπου εκεί κοντά αλλά δεν τον άκουσα να μιλά, επειδή εγώ μιλούσα, εγώ είχα το διάλογο με τον διαχειριστή και έντονο διάλογο μάλιστα. ......................................................................... Ε. Ο πατέρας σας αντάλλαξε καμιά κουβέντα με τον κ. Ερωτοκρίτου; Α. Εγώ μιλούσα με τον κ. Ερωτοκρίτου. Δεν τον άκουσα να μιλά. Είπαμε πολλά πράγματα με τον κ. Ερωτοκρίτου αλλά να μην τα λέμε. Δεν έχει σημασία. .................................... .................................... ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ (από Κατηγορούσα Αρχή) Ε. Αναφέρατε ότι βγαίνοντας από την αίθουσα μιλούσατε με τον κ. Ερωτοκρίτου και ότι εσείς μιλούσατε με τον κ. Ερωτοκρίτου και ο πατέρας σας όχι. Δεν μιλούσε εννοείτε με τον κ. Ερωτοκρίτου ή δεν τον ακούσατε να μιλά με τον κ. Ερωτοκρίτου; Α. Εγώ ήμουν δίπλα από τον Ερωτοκρίτου από το γραφείο του Δικαστή μέχρι το ασανσέρ. Δικαστήριο: Η ερώτηση είναι αν αντιληφθήκατε να μίλησε ο πατέρας σας καθόλου με τον κ. Ερωτοκρίτου ή αν είστε σίγουρος ότι δεν μίλησε με τον κ. Ερωτοκρίτου. Δηλαδή δεν τον ακούσατε ή είστε σίγουρος ότι δεν μίλησε. Α. Μιλούμε για κάτι που έγινε πριν 4 χρόνια. Εγώ δεν άκουσα τίποτε, αλλά λέγω ότι εγώ μιλούσα με τον κ. Ερωτοκρίτου. ...................................... .................................... Ε. Όχι. Εγώ σας λέγω ότι ο πατέρας σας εξύβρισε τον κ. Ερωτοκρίτου εκείνη την ημέρα και μάλιστα μεγαλοφώνως. Α. Έχω ήδη απαντήσει στην προηγούμενη ερώτηση που με ρωτήσατε εσείς και απάντησα. .................................... .................................... Ε. Σας υποβάλω ότι ο πατέρας σας εξύβρισε τον κ. Ερωτοκρίτου με τις φράσεις «λήσταρχε, κλέφτη, αρχικλέφτη». Α. Εγώ όπως τα έχω αναφέρει, δεν άκουσα αυτές τις εκφράσεις από τον Κατηγορούμενο. Μπορεί να είπα εγώ κάποιες έντονες φράσεις αλλά δε θυμάμαι ακριβώς τι του είπα επειδή μπορεί να του είπα «αυτά που έκαμες είναι απαράδεκτα», ότι «κακοδιαχειριστήκατε» ότι «δεν μας ενημερώσατε» «αγόρασε η κόρη σας ακίνητο» και όλα αυτά τα είπα με έντονο τρόπο.» Το λιγότερο που μπορώ να παρατηρήσω, έχοντας υπόψη τις πιο πάνω απαντήσεις του Μ.Υ.2, είναι ότι ο ίδιος δεν μπορούσε με σαφήνεια να διαφωτίσει το Δικαστήριο αν ο Κατηγορούμενος εκστόμισε ή όχι οποιεσδήποτε ύβρεις εναντίον του Μ.Κ.
  7. Αυτό που ενδεχομένως να προκύπτει από τις απαντήσεις του εν λόγω μάρτυρα, είναι ότι λόγω του έντονου τρόπου με τον οποίο μιλούσε ο ίδιος προς τον Μ.Κ.2 αλλά και της πικρίας που ένιωθε αναφορικά με τις ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις του Μ.Κ.2, δεν άκουσε ο ίδιος κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εξύβρισε ή όχι τον παραπονούμενο. Όπως και να έχει το πράμα, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Μ.Υ.2 δεν είπε την αλήθεια αναφορικά με τα όσα έλαβαν χώραν εκείνη την ημέρα και ειδικότερα αναφορικά με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, πατέρα του. Δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι τα γεγονότα εκείνη την ημέρα έγιναν όπως τα περιέγραψαν οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 και ότι στα πλαίσια του όλου επεισοδίου, ο Κατηγορούμενος φωνασκώντας και προκαλώντας θόρυβο και ταραχή σε δημόσιο χώρο (θέμα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά) και δη στην αίθουσα αλλά και στο διάδρομο και/ή προθάλαμο του δευτέρου ορόφου του κτιρίου 3 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, απευθυνόμενος προς τον Μ.Κ.2, εκστόμισε, με έντονο ύφος, διάφορες λέξεις και φράσεις μεταξύ των οποίων, και τις λέξεις «Λήσταρχε» και «Κλέφτη», οι οποίες αναφέρονται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Δεν προσδίδει ούτε αφαιρεί οτιδήποτε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος πέραν των εν λόγω λέξεων, εκστόμισε και άλλες λέξεις όπως «απατεώνας» και/ή «αρχικλέφτης». Τούτο γιατί η έννοια των δύο αυτών λέξεων είναι άμεσα συνυφασμένη με τις δύο λέξεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Όταν ο Κατηγορούμενος ενεργούσε με αυτό τον τρόπο, παρευρισκόμενοι στο χώρο, μεταξύ των οποίων και η Μ.Κ.3, επηρεάστηκαν με αποτέλεσμα η τελευταία να αντιδράσει, αναφέροντας στον Κατηγορούμενο ότι η συμπεριφορά του δεν αρμόζει με την συμπεριφορά που πρέπει να επιδεικνύει ένας δικηγόρος σε χώρο Δικαστηρίου. Ο Μ.Κ.2, ακούοντας τα λόγια που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος, προς αυτόν, ένιωσε προσβλητικά, ιδιαίτερα και λόγω του γεγονότος ότι τούτα ακούστηκαν από μεγάλο αριθμό δικηγόρων και άλλων πολιτών, οι οποίοι μη γνωρίζοντας οτιδήποτε για την υπόθεση, άκουσαν τον Κατηγορούμενο να χαρακτηρίζει τον Μ.Κ.2, λήσταρχο και κλέφτη. Νομική Πτυχή Από την ανάγνωση του κειμένου του σχετικού άρθρου προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση Το τι αποτελεί εξύβριση είναι θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Έχει αναφερθεί ότι: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it» (Βλ., Brutus v. Cozens

(1972)2 ALL ER 1297) Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89 σημειώθηκε ότι, όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό, δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό, τότε τούτο αποτελεί υβριστικό λεκτικό. Πρέπει πάντοτε να ερμηνεύονται οι επίδικες λέξεις, αποδίδοντας τους το συνηθισμένο τους νόημα και δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο προκλήθηκε συνεπεία της εξύβρισης. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ενδεχομένως, από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Και πάλι το κριτήριο είναι αντικειμενικό (βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου αυτή βρίσκεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί ότι: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Ως προς το αδίκημα της ανησυχίας και δη της δεύτερης κατηγορίας, αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, που έχει ως ακολούθως: «Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών». Κατάληξη Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τα ευρήματά μου προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τόσο το αδίκημα της πρώτης όσο και της δεύτερης κατηγορίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι λέξεις που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος στον παραπονούμενο αποτελούν υβριστικές λέξεις εν τη εννοία του Νόμου. Κρίνω δε ότι η εκστόμιση αυτών των λέξεων θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση, ιδιαίτερα και λόγω της έννοιας τους, που στην ουσία αποδίδουν στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφονται, κακουργηματικές αξιόποινες πράξεις. Επιπλέον, η εξύβριση έγινε σε δημόσιο χώρο όπως είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ο Κατηγορούμενος φωνάζοντας και προκαλώντας θόρυβο, σύμφωνα με τα ευρήματά μου και βρίζοντας τον παραπονούμενο στο διάδρομο του 2ου ορόφου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με, μεταξύ άλλων, τις λέξεις που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία προκάλεσε θόρυβο ο οποίος και προκάλεσε ανησυχία στους παρευρισκόμενους, μεταξύ των οποίων και στην Μ.Κ.3, η οποία και αναγκάστηκε, υπό τις περιστάσεις, να αντιδράσει, παρατηρώντας τον Κατηγορούμενο, για τη συμπεριφορά που υπεδείκνυε την δεδομένη στιγμή. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και τις δύο κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.