← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαράλαμπου Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 15373/11, 12/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαράλαμπου Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 15373/11, 12/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15373/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. Χαράλαμπου Μιχαήλ Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Ιουνίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αλ. Σιαπανή. Για τον Κατηγορούμενο: Καμία Εμφάνιση. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες και δη μια κατηγορία δημόσιας εξύβρισης (1η κατηγορία), μια κατηγορία επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (2η κατηγορία) και μια κατηγορία απειλής βιαιοπραγίας (3η κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες και δη τον Αστ. 3029 Πεππή Πεππή (Μ.Κ.1), τον Αστ. 828 Σωκράτη Μιχαηλίδη (Μ.Κ.2), τον Μιχάλη Λυσάνδρου (Μ.Κ.3-παραπονούμενο) και την Δρ. Αφροδίτη Νικολάου (Μ.Κ.4). Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση του αυτοπροσώπως, περιορίστηκε, μιας και κλήθηκε σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, στη δική του ένορκη μαρτυρία. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Εκτενέστερη αναφορά στη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησης της. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Στις 22 Δεκεμβρίου 2010 και περί ώρα 22:00, Κατηγορούμενος και παραπονούμενος βρισκόντουσαν εντός μπυραρίας με την επωνυμία «Paradise». Κάτω από συνθήκες, για τις οποίες οι δύο πλευρές διαφωνούν, Κατηγορούμενος και παραπονούμενος βρέθηκαν ο ένας δίπλα από τον άλλο. Το τι ακριβώς έλαβε χώραν την εν λόγω χρονική στιγμή, επίσης είναι διαφιλονικούμενο. Σε κάποιο στάδιο ο παραπονούμενος εξήλθε της μπυραρίας και περί ώρα 22:05, επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου και προέβηκε σε παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου αποδίδοντας σε αυτόν διάφορες αξιόποινες πράξεις. Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Αξιολόγηση Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 μου έκαναν άριστη εντύπωση ως μάρτυρες. Την μαρτυρία τους δεν αμφισβήτησε ούτε η υπεράσπιση. Πρόκειται για Αστυφύλακες οι οποίοι είχαν συνομιλία (στα πλαίσια του προφορικού αλλά και του γραπτού παραπόνου) με τον Παραπονούμενο, οι οποίοι κατέθεσαν τα όσα οι ίδιοι έπραξαν και αντιλήφθηκαν στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Οι εν λόγω μάρτυρες στην ουσία δεν αντεξετάστηκαν από τον Κατηγορούμενο. Οι ερωτήσεις που τέθηκαν προς αυτούς στο στάδιο της αντεξέτασης ήταν διευκρινιστικού και όχι αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπαν στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Εξάλλου μου έκαναν άριστη εντύπωση ως μάρτυρες και η όλη εικόνα τους κατά το στάδιο που αυτοί κατέθεταν ήταν εικόνα προσώπων που ήρθαν στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να ενημερώσουν τούτο αναφορικά με τα όσα περιέπεσαν στην αντίληψή τους στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, στις 22.12.10 και περί ώρα 22:05, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου, τον επισκέφθηκε ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3) και υπέβαλε προς αυτόν προφορικό παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο παραπονούμενος απέδωσε στον Κατηγορούμενο συγκεκριμένες πράξεις βίας εναντίον του. Κατά τον Μ.Κ.1, ο παραπονούμενος του ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος «για άγνωστο λόγο τον άρπαξε από τα μαλλιά και από το σβέρκο». Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ακόμα ότι παρέδωσε στον παραπονούμενο σχετικό έντυπο για να μεταβεί στο Νοσοκομείο και να εξεταστεί από το Τμήμα Α΄ Βοηθειών. Τέλος, ανέφερε ότι το ίδιο βράδυ και περί ώρα 23:55, ο παραπονούμενος επικοινώνησε μαζί του και τον πληροφόρησε ότι δεν αισθανόταν καλά και κατόπιν οδηγιών του γιατρού που τον εξέτασε θα έπρεπε να μεταβεί στην οικία του για ξεκούραση. Του ανάφερε ακόμα, ότι συνεπεία τούτου, δεν θα επισκεπτόταν τον Αστυνομικό Σταθμό, το εν λόγω βράδυ, για να του ληφθεί σχετική γραπτή κατάθεση. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, στις 23.12.10 και μεταξύ των ωρών 15:50-16:15, κατέγραψε υπό μορφή γραπτής κατάθεσης, το σχετικό παράπονο του Παραπονούμενου. Ανέφερε ακόμα ότι, στις 11.1.11, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Την έλαβε ο Λοχίας 1517 Π. Νεοκλέους, ο οποίος και κατηγόρησε και γραπτώς τον Κατηγορούμενο. Τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, την αποδέχομαι στο σύνολο της. Για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης θεωρώ ορθότερο να ασχοληθώ ευθύς αμέσως με την Μ.Κ.4, και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου - Μ.Κ.3, θα ακολουθήσει έπειτα. Η Μ.Κ.4, ήταν η γιατρός η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο. Ούτε αυτή η μάρτυρας αμφισβητήθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, ούτε ως προς την εμπειρογνωμοσύνη της, ούτε και αναφορικά με τα ευρήματά της. Οι όλες ερωτήσεις που τέθηκαν σε αυτήν, και από τις δύο πλευρές, ήταν διευκρινιστικού χαρακτήρα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, εξέτασε τον παραπονούμενο την 22.12.10 και βρήκε ότι τούτος έφερε ερυθρότητα στην αυχενική περιοχή. Επίσης στο πιστοποιητικό που εξέδωσε (Τεκμήριο 1), αναφέρει εύρημα «κάκωση αυχένα=˃αυχεναλγία». Επί του τελευταίου, στη δια ζώσης μαρτυρία της διευκρίνισε ότι τούτο δεν αποτελούσε εύρημα της, μιας και η εν λόγω αναφορά της τέθηκε συνεπεία υποβολής σχετικού παραπόνου για ευαισθησία πόνου στην περιοχή του αυχένα από τον εξεταζόμενο. Εξήγησε περαιτέρω, ότι η ίδια, πέραν την ερυθρότητας στην αυχενική περιοχή του παραπονούμενου, δεν είχε βρει οποιοδήποτε άλλο ορατό εύρημα. Ερωτηθείσα ειδικά για το πώς ήταν δυνατόν να προκληθούν τα εν λόγω τραύματα, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο περί τούτου. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση κατά πόσο η ερυθρότητα στην αυχενική περιοχή μπορεί να προκληθεί με την πίεση του σβέρκου με το χέρι και δη με αυτοτραυματισμό, ανέφερε ότι μπορεί τούτο να συμβεί αλλά ότι το εύρος του τραυματισμού σχετίζεται άμεσα με την δύναμη που θα ασκηθεί στην περιοχή. Την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, επίσης την αποδέχομαι στο σύνολό της. Στρέφομαι τώρα στην υπόλοιπη ενώπιον μου, μαρτυρία. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τόσο τον παραπονούμενο όσο και τον κατηγορούμενο. Πρέπει να σημειωθεί, ότι με εξαίρεση την πραγματική ενώπιον μου μαρτυρία (ευρήματα ως προς τα τραύματα του παραπονούμενου), οι μόνοι μάρτυρες οι οποίοι μπορούν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για το τι πραγματικά έλαβε χώραν το συγκεκριμένο βράδυ, είναι ο παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, κανενός εκ των δύο πιο πάνω προσώπων η μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων. Επουδενί δεν θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος οφείλει, στα πλαίσια μιας ποινικής υπόθεσης, να αποδείξει την αθωότητα του. Ούτε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο θεωρώ ότι η ευθύνη ενός Κατηγορούμενου επεκτείνεται πέραν της δημιουργίας, ακόμα και μόνο μέσω της αντεξέτασης, εύλογων αμφιβολιών ως προς τα ισχυριζόμενα από την Κατηγορούσα Αρχή, γεγονότα. Δεν είναι όμως ούτε η πρώτη αλλά ούτε και η τελευταία φορά που ένα Δικαστήριο αποδεχόμενο εξ ολοκλήρου ή μέρος της μαρτυρίας ενός Κατηγορούμενου καταλήγει επ΄ αυτής σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα διαδραματιζόμενα γεγονότα. Η πιο πάνω παρατήρηση του Δικαστηρίου ακριβώς αφορά στην κρίση μου ότι ούτε η μαρτυρία του Κατηγορούμενου μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων. Με βάση τα όσα ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.3) ανέφερε στην δια ζώσης μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος χωρίς οποιονδήποτε λόγο και/ή εκ μέρους του πρόκληση, άρχισε να τον βρίζει φωνασκώντας και να τον κατηγορεί ως κλέφτη και ως πρόσωπο το οποίο εξέτισε ποινή φυλακίσεως η οποία και ανεστάλη κατόπιν ενεργειών του τότε Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακόμα ότι όταν ο ίδιος ζήτησε τον λόγο, ο Κατηγορούμενος τον προσέγγισε και τον κτύπησε με γροθιά στο πίσω μέρος του σβέρκου του. Έπειτα τον άρπαξε από το σβέρκο και αφού τον «έσουζε» με την παλάμη του, άσκησε υπερβολική πίεση με αποτέλεσμα να του προκαλέσει πόνο στην αυχενική περιοχή. Τέλος, ότι όταν πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, ο τελευταίος έπαψε να του ασκεί πίεση στο σβέρκο και τον απείλησε με την φράση «Εάν πάεις στην Αστυνομία, εν να σου κόψω τα πόθκια σου». Προκύπτει από τα όσα ο παραπονούμενος ανέφερε, ότι το όλο συμβάν διήρκησε για ελάχιστο χρονικό διάστημα και ότι στα πλαίσια του εν λόγω συμβάντος, ο Κατηγορούμενος, δια προφορικού λόγου, εξύβρισε και απείλησε τον Παραπονούμενο και δια χειροδικίας, τον κτύπησε και/ή τον πόνεσε, δηλαδή τον γρονθοκόπησε μια φορά στην περιοχή του σβέρκου και με τα δάκτυλά του και παλάμη του, αρχικά τον πίεσε στο ίδιο σημείο και έπειτα συνεχίζοντας να τον πιέζει, τον ταρακουνούσε. Όταν όμως ο Παραπονούμενος επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Αστυνομία και συγκεκριμένα πέντε μόλις λεπτά μετά που επεσυνέβη το κατ΄ ισχυρισμό συμβάν, τα όσα ισχυρίστηκε προς τον Μ.Κ.1, ότι έπραξε ο Κατηγορούμενος, διαφέρουν ουσιωδώς από τα όσα ανέφερε στη δια ζώσης μαρτυρία του. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.1, ανωτέρω, ο Παραπονούμενος, πέντε λεπτά μόλις μετά που επεσυνέβη το κατ΄ ισχυρισμό συμβάν, ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος τον άρπαξε από τα μαλλιά και από το σβέρκο. Δεν φαίνεται ο Παραπονούμενος να ισχυρίζεται οτιδήποτε σχετικό είτε με γροθιά στο σβέρκο, είτε με συνεχές ταρακούνημα από τον Κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το γρονθοκόπημα αποτελεί εντελώς διάφορη πράξη από το τράβηγμα του τριχωτού της κεφαλής, τόσο ως προς την αίσθηση που αφήνει μια τέτοια ενέργεια στο θύμα, όσο και ως προς την ενέργεια με την οποία οι εν λόγω πράξεις λαμβάνουν χώραν. Ούτε τέθηκε οποιοδήποτε θέμα συγχύσεως του Παραπονούμενου ως προς το τι πραγματικά συνέβη το εν λόγω βράδυ. Χωρίς να δοθεί καμία απολύτως εξήγηση από αυτόν, ο Παραπονούμενος φέρεται σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις (υποβολή προφορικού παραπόνου και αναφορές στην γραπτή του κατάθεση), να περιγράφει τα όσα αποδίδει στον Κατηγορούμενο με δύο ουσιωδώς διαφορετικές εκδοχές. Για ότι αξίζει, επί ενός άλλου θέματος, σημειώνω και το εξής. Ο Μ.Κ.1, περιγράφει τα όσα του ανέφερε ο Παραπονούμενος ως προς την λεκτική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, με την φράση «και μου ανέφερε προφορικά ότι (ο Κατηγορούμενος) άρχισε να λέει διάφορα πράγματα.». Είμαι της γνώμης ότι αν ο Παραπονούμενος είχε αναφέρει στον Μ.Κ.1 τα όσα ισχυρίζεται ότι του εκστόμισε το συγκεκριμένο βράδυ ο Κατηγορούμενος, ο Μ.Κ.1 δεν θα αναφερόταν σ΄ αυτά απλά με την φράση «διάφορα πράγματα», αλλά θα μπορούσε ευκόλως, έστω και με πολύ συνοπτικό τρόπο να τα χαρακτηρίσει τουλάχιστον ως εξύβριση και απειλή. Νιώθω την ανάγκη να σημειώσω ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο τα πράγματα να έγιναν όπως τα ανέφερε ο Παραπονούμενος. Όμως, ως προς την ύπαρξη γεγονότων, υποθέσεις δεν επιτρέπονται, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοΐζου ν Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το Δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα πράγματα έγιναν όπως η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται. Και όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.3, παρουσιάζει ουσιαστική αδυναμία που την καθιστά ακροσφαλές υπόβαθρο για ασφαλή κρίση αναφορικά με τα διαδραματισθέντα το εν λόγω βράδυ. Και του Κατηγορούμενου η μαρτυρία παρουσιάζει αδυναμίες, ασάφειες και αντιφάσεις, σε βαθμό που καθιστούν και τη δική του μαρτυρία ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων. Αξίζει απλά να σημειωθεί ότι κατά μια εκδοχή του Κατηγορούμενου, λόγω της μουσικής και γενικά της φασαρίας που επικρατούσε εντός της μπυραρίας, ήταν αδύνατο να ακούσει κάποιος τι του έλεγε ένα τρίτο πρόσωπο, εκτός εάν κάποιος έβαζε τα χείλη του πολύ κοντά στο αυτί του ακροατή του. Σε άλλο μέρος όμως της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια απόσταση περί τα 6 μέτρα μακριά από τον Παραπονούμενο, άκουσε τον τελευταίο να του αναφέρει, χωρίς καν να ισχυριστεί ότι φωνασκούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, συγκεκριμένη φράση. Αδυναμίες και αντιφάσεις, παρουσιάζει η μαρτυρία του Κατηγορούμενου και αναφορικά με το τι κατ΄ ισχυρισμό του, του ανέφερε εκείνο το βράδυ ο Παραπονούμενος. Στην κατάθεση του στην Αστυνομία, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο Παραπονούμενος όταν τον είδε εκείνο το βράδυ, τον ρώτησε «Είσαι λοχίας της Αστυνομίας και έρχεσαι μες τις μπυραρίες;». Αναφέρει ακόμα ότι είναι ακριβώς συνεπεία αυτής της φράσης του Παραπονούμενου που προσέγγισε τον τελευταίο και ζήτησε από αυτόν εξηγήσεις, γιατί του απευθύνει τον λόγο. Στο στάδιο που αντεξέταζε τον Παραπονούμενο, ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος σε κάποια στιγμή, χωρίς προηγουμένως να έχει διαμειφθεί οτιδήποτε μεταξύ τους, τον ρώτησε «Είπες τίποτε; Έχεις τίποτε μαζί μου;». Υπέβαλε ακόμα, ότι αυτός ήταν ο λόγος που προσέγγισε τον Παραπονούμενο στο σημείο που βρισκόταν ο τελευταίος. Τέλος, στη δια ζώσης μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που προσέγγισε τον Παραπονούμενο στο σημείο που βρισκόταν, ήταν γιατί τον άκουσε να του απευθύνει τον λόγο ρωτώντας τον «Ποιος είναι ο κλέφτης;....και βρίζεις και κάνεις». Οι αντιφάσεις επί του προκειμένου είναι πασιφανείς. Την ίδια αδυναμία παρουσιάζει η μαρτυρία του Κατηγορούμενου και αναφορικά με το τι ο ίδιος ανέφερε προς απάντηση στον Παραπονούμενο. Στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, αναφέρει ότι ρώτησε τον Παραπονούμενο, όταν ο τελευταίος τον ρώτησε γιατί ενώ είναι λοχίας της Αστυνομίας επισκέπτεται μπυραρίες «Εβάλαν σε μουχτάρη μου;....άφησμε ήσυχο». Στο στάδιο που αντεξέταζε τον Παραπονούμενο, του έθεσε υπό μορφή υποβολής ότι, προς απάντηση των όσων του έλεγε, του ανέφερε «Θέλεις τίποτε; Τι συμβαίνει; Έχεις τίποτε μαζί μου; Κύριε, πήγαινε σε ένα γιατρό να σε δει». Τέλος, στη δια ζώσης μαρτυρία του, και πάντα για το ίδιο θέμα, ισχυρίστηκε ότι ανάφερε προς τον Παραπονούμενο την εξής φράση «Ρε κουμπάρε παρέταμε. Που σε ξέρω; Πήγαινε στο καλό να μη δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα». Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στο στάδιο της αντεξέτασης του, και ερωτηθείς ειδικά από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, αρνήθηκε ότι ρώτησε τον Παραπονούμενο «Εβάλαν σε μουχτάρη μου;». Όταν δε του υπεδείχθη ότι αυτό αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση, επέμεινε στην αρχική του θέση ότι κάτι τέτοιο δεν ειπώθηκε εκείνο το βράδυ και ότι δεν γνωρίζει γιατί υπάρχει ένας τέτοιος ισχυρισμός στην κατάθεσή του. Αντίφαση, παρουσιάζει η μαρτυρία του Κατηγορούμενου και αναφορικά με το κατά πόσο ήρθε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο σε σωματική επαφή με τον Παραπονούμενο εκείνο το βράδυ. Τόσο στην κατάθεσή του όσο και στο στάδιο που αντεξέταζε τον Παραπονούμενο, η βασική θέση που προώθησε ήταν ότι σε καμία περίπτωση ήρθε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο σε επαφή με τον Παραπονούμενο εκείνο το βράδυ. Η δε χαρακτηριστική φράση που ανέφερε σχετικά ήταν «ούτε καν τον άγγιξα». Στην δια ζώσης μαρτυρία του, ισχυρίστηκε ότι σε κάποιο στάδιο αγκάλιασε τον Παραπονούμενο και τον άγγιξε με τον τρόπο αυτό στον ώμο. Ερωτηθείς ειδικά για το κατά πόσον όντως άγγιξε τον Παραπονούμενο, ανέφερε «ναι άγγιξα πάνω του». Και επί ενός άλλου θέματος, σχετιζόμενο με την λήψη της γραπτής του κατάθεσης, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου παρουσιάζει αντιφάσεις. Αποτέλεσε βασική θέση του Κατηγορούμενου ότι η κατάθεσή του λήφθηκε έξι μέρες μετά το συμβάν και συγκεκριμένα στις 28.12.2010. Ήταν δε η θέση του, ότι ήταν σίγουρος γι΄ αυτόν τον ισχυρισμό του γιατί είχε ήδη υποβάλει παραίτηση από τις τάξεις της Αστυνομίας λόγω του ότι θεωρούσε άδικη την αντιμετώπιση του στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι αν η κατάθεσή του αναγράφει ότι λήφθηκε τον Ιανουάριο του 2011, τότε πρόκειται περί σφάλματος και ότι αποκλείεται να λήφθηκε τον Ιανουάριο. Ανέφερε επίσης επί τούτου, ότι το γεγονός για το οποίο εκφράζει απόλυτη σιγουριά είναι ότι η κατάθεση του λήφθηκε εντός του Δεκέμβρη του 2010 και δη τον ίδιο μήνα που έλαβε χώραν το συμβάν. Στην κατάθεση του όμως αναγράφεται ως ημερομηνία λήψης η 11.1.2011. Να σημειωθεί εδώ ότι η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς οποιαδήποτε ένσταση και χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε μάρτυρας κατηγορίας για το περιεχόμενό της. Αυτό όμως που καταρρίπτει αδιαμφισβήτητα την οποιαδήποτε εκφρασθείσα, δια ζώσης, θέση του Κατηγορούμενου επί του προκειμένου, είναι ότι στην κατάθεση του που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 2Α, αναγράφονται ρητά τα ακόλουθα: «Ερ.5: Επισκέφθηκες οποτεδήποτε και συγκεκριμένα τον περασμένο μήνα[1] .. την μπυραρία Paradise.; Απ.5: Μάλιστα, επισκέφθηκα τον περασμένο μήνα Δεκέμβριο νομίζω πριν τα Χριστούγεννα [2] την εν λόγω μπυραρία,.». Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να παραθέσω άλλες αδυναμίες, ασάφειες ή αντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία του Κατηγορούμενου για να υποστηρίξω την ήδη εκφρασθείσα θέση μου ότι η μαρτυρία του αποτελεί τουλάχιστον ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων ως προς τα διαδραματισθέντα το συγκεκριμένο βράδυ. Νομική Πτυχή Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη Ως προς το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη και δη της δεύτερης κατηγορίας, αυτό ρυθμίζεται από τα άρθρα 243 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση να προκαλέσει ή με αδιαφορία και/ή απερισκεψία (recklessly) αν θα προκαλέσει και που εν τέλει προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του, αποτελεί επίθεση. Το αδίκημα διαπράττεται όταν εξασκείται χρήση παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου χωρίς την συγκατάθεσή του. Δεν είναι αναγκαίο για την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση (intention) για επιβολή βίας. Απόδειξη απερισκεψίας (recklessness) του κατηγορούμενου, ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία δια της πράξης του, είναι αρκετή για να αποδειχθεί η απαραίτητη ένοχη σκέψη (Mens Rea). Αυτό που απαγορεύει ο νόμος είναι την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα και δη παρανόμως (Βλ. R v. Vienna
(1975)3 All E R 788 και Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574) Ως προς τον όρο απερισκεψία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με συγκεκριμένο τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του στο υπαρκτό κίνδυνο να ασκήσει βία σε τρίτο πρόσωπο ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του εν λόγω κινδύνου, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Αν τώρα, συνεπεία της βίας, προκληθεί και πραγματική σωματική βλάβη, τότε το αδίκημα που διαπράττεται, είναι αυτό που προνοείται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Έχει αποφασισθεί, ότι η ερυθρότητα, αποτελεί πραγματική σωματική βλάβη (βλέπε Georghiades v Police
(1985)2 C.L.R. 56, βλέπε επίσης άρθρο 3 του Ποινικού Κώδικα). Απειλή Βιαιοπραγίας Σύμφωνα με το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όποιος με σκοπό υποκίνησης προσώπου σε πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να πράξει ή για να παραλείψει πράξη στην οποία αυτό έχει δικαίωμα να προβεί, απειλεί ότι δυνατό να προξενήσει βλάβη στο εν λόγω πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για το οποίο ενδιαφέρεται, είναι ένοχος πλημμελήματος. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, θα πρέπει οι απειλές που εκστομίζονται από τον Κατηγορούμενο να μην είναι κενές περιεχομένου. Το κατά πόσο οι λέξεις και ή εκφράσεις που εκστομίζει ένας κατηγορούμενος αποτελούν ή όχι αξιόποινη, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, απειλή, εξετάζεται πάντοτε στα πλαίσια τόσο των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκστομίστηκαν όσο και με αναφορά στην ερμηνεία που αποδίδεται στις εκφρασθείσες λέξεις και ή εκφράσεις. Εκφράσεις που γίνονται με θυμό ή οι οποίες συνοδεύονται από βίαιες ενέργειες του ομιλούντα, είναι πιθανότερο να κριθούν ότι αποτελούν εκφράσεις απειλητικού χαρακτήρα. Από την άλλη, εκφράσεις, έστω και αν στην όψη τους φαίνονται απειλητικές, δυνατό να μην θεωρηθούν ως τέτοιες, αν τούτες εκστομίστηκαν στα πλαίσια ενός πολιτισμένου διαλόγου από την πλευρά του προσώπου που τις εκστόμισε και κρίθηκαν και/ή έπρεπε να κριθούν, κενού περιεχομένου. Τέλος, για να μπορεί να κριθεί ένοχος ένας κατηγορούμενος του αδικήματος που προνοείται από το άρθρο 91(γ), θα πρέπει ο σκοπός του κατηγορούμενου όταν εκστομίζει τις απειλές να είναι να αποτρέψει το πρόσωπο που δέχεται τις απειλές, από το να πράξει κάτι που έχει δικαίωμα να πράξει ή να τον υποκινεί να ενεργήσει με τρόπο που το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει καμία νομική υποχρέωση να ενεργήσει (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R. 210, Χρίστος Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Νεόφυτος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493). Δημόσια Εξύβριση Από την ανάγνωση του κειμένου του σχετικού άρθρου, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: η εξύβριση άλλου προσώπου σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση Το τι αποτελεί εξύβριση είναι θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Έχει αναφερθεί ότι: «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it» (Βλ., Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297) Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89 σημειώθηκε ότι, όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό, δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό, τότε τούτο αποτελεί υβριστικό λεκτικό. Πρέπει πάντοτε να ερμηνεύονται οι επίδικες λέξεις, αποδίδοντας τους το συνηθισμένο τους νόημα και δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο προκλήθηκε συνεπεία της εξύβρισης. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ενδεχομένως, από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Και πάλι το κριτήριο είναι αντικειμενικό (βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου αυτή βρίσκεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί ότι: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Κατάληξη Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα την κρίση μου αναφορικά με την βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία, τόσο του Παραπονούμενου, όσο και του Κατηγορούμενου, προκύπτει ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία επί της οποίας να μπορώ να βασίσω οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα ή έστω συμπεράσματα αναφορικά με το τι ακριβώς ελέχθη και/ή έλαβε χώραν το συγκεκριμένο βράδυ μεταξύ Παραπονούμενου και Κατηγορούμενου. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου σε οποιανδήποτε κατηγορία που αντιμετωπίζει. Επομένως, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Η υπογράμμιση είναι δική μου. [2] Η υπογράμμιση είναι δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.