Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γαλάτειας Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 25448/10, 11/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25448/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. Γαλάτειας Βασιλείου Κατηγορουμένη ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Νοεμβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Μιχαήλ. Για την Κατηγορούμενη: Καμία Εμφάνιση. Κατηγορούμενη απούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 76 κατηγορίες. Αυτές αφορούν την κλοπή, πλαστογραφία και κυκλοφορία 19 επιταγών, δια της κυκλοφορίας των οποίων απέσπασε δια ψευδών παραστάσεων από διάφορα πρόσωπα, σε διάφορες ημερομηνίες, διάφορα χρηματικά ποσά. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δεκαεπτά μάρτυρες και δη τον Αστυφύλακα 119, Χαράλαμπο Χαραλάμπους (Μ.Κ.1), την Μαρίνα Σιακόλα (Μ.Κ.2) - παραπονούμενη, την Κάτια Φιλίππου (Μ.Κ.3), τον Χριστόδουλο Χριστοδούλου (Μ.Κ.4), την Χριστιάνα Αλεξίου (Μ.Κ.5), τον Νικόλα Νικολάου (Μ.Κ.6), τον Κύπρο Τριανταφυλλίδη (Μ.Κ.7), την Ανθή Λοϊζή (Μ.Κ.8), τον Αντώνη Μονογιό (Μ.Κ.9), την Ηλιάνα Ευαγγέλου (Μ.Κ.10), τον Κωνσταντίνο Νεοφύτου (Μ.Κ.11), τον Γιώργο Καραολίδη (Μ.Κ.12), τον Αντώνη Αντωνίου (Μ.Κ.13), την Άρτεμης Βαρνάβα (Μ.Κ.14), την Μαρία Κωνσταντίνου (Μ.Κ.15), την Έλενα Διάκου (Μ.Κ.16) και την Μαρία Χαραλάμπους Παπαδοπούλου (Μ.Κ.17). Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο στα πλαίσια ενδιάμεσης απόφασής του, έκρινε εκ πρώτης όψεως ένοχη την Κατηγορούμενη και την κάλεσε σε απολογία. Αφού επεξηγήθησαν σε αυτήν τα δικαιώματα της, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Ενώ κατέθετε ενόρκως, στις 21.1.2014, ημερομηνία κατά την οποία θα υποβαλλόταν σε αντεξέταση από την Κατηγορούσα Αρχή, ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο και άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή, σε παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στις 17.2.2014, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε η υπόθεση για γεγονότα και επιβολή ποινής, η Κατηγορούμενη παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα την έκδοση Εντάλματος Σύλληψης εναντίον της. Ερωτηθείς σχετικά, ο συνήγορος της Κατηγορούμενης, δήλωσε ότι οι οποιεσδήποτε προσπάθειες του να επικοινωνήσει και/ή να εντοπίσει την Κατηγορούμενη, απέβησαν άκαρπες και ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι έτυχε πληροφόρησης από τον χώρο εργασίας της Κατηγορούμενης, ότι η τελευταία είχε εγκαταλείψει τούτο και είχε παραδώσει και το όχημα το οποίο οδηγούσε για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων της. Στις 11.3.2014, μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο Αστυφύλακας 2093 B. Βαρνάβα, ο οποίος πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι μετέβηκε στην ενοικιαζόμενη οικία της Κατηγορούμενης και πληροφορήθηκε από τον ιδιοκτήτη αυτής, ότι η Κατηγορούμενη μαζί με την μητέρα της μετακόμισαν σε άγνωστη διεύθυνση, δυόμιση με τρεις μήνες προηγουμένως. Τελικώς, και τούτο κατόπιν αρκετών αναβολών συνεπεία σχετικών αιτημάτων της Κατηγορούσας Αρχής, η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι η πληροφορία που είχε λάβει, ότι η Κατηγορούμενη εγκατέλειψε την Κύπρο και βρίσκεται σε ευρωπαϊκή χώρα, δεν επιβεβαιώθηκε, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον της. Με δεδομένα τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή, στις 13.10.14 υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο προχωρήσει και επιβάλει ποινή στην απουσία της Κατηγορούμενης. Να σημειωθεί ότι την ίδια μέρα και δη στις 13.10.14, κατόπιν σχετικής άδειας που δόθηκε, ο συνήγορος Υπεράσπισης κ. Στέλιος Στυλιανού, αποσύρθηκε από δικηγόρος της Κατηγορουμένης. Η Κατηγορούσα Αρχή στην αγόρευσή της προς υποστήριξη της θέσης της ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην ολοκλήρωση της διαδικασίας δια της επιβολής ποινής στην απουσία της Κατηγορούμενης, παρέπεμψε στα αρ. 63, 89 και 112 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, καθώς επίσης και σε διάφορες αυθεντίες και συγγράμματα. Νομική Πτυχή Το άρθρο 63
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προνοεί: «Ο κατηγορούμενος δικαιούται να είναι παρών στο Δικαστήριο καθόλη τη διάρκεια της δίκης εφόσον συμπεριφέρεται ευπρεπώς.» Το άρθρο 89
(1)του ιδίου Νόμου προνοεί: «Αν σε συνοπτική δίκη κατηγορούμενος ο οποίος δεν έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση να παραστεί αυτοπροσώπως δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 45, παραλείπει να εμφανιστεί στον ορισμένο χρόνο για εμφάνιση, κατόπι απόδειξης επίδοσης σε αυτόν κλητηρίου εντάλματος, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης και να αποφασίσει στην απουσία του ή, αν θεωρεί σκόπιμο να αναβάλει την υπόθεση και να εκδώσει ένταλμα για τη σύλληψή του δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.» Επιπρόσθετα το άρθρο 112
(3)του ιδίου Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: «Καμιά απόφαση που εκδόθηκε από οποιοδήποτε Δικαστήριο δεν λογίζεται άκυρη λόγω μόνο της απουσίας οποιουδήποτε διαδίκου ή του δικηγόρου του κατά την ημέρα που γνωστοποιήθηκε η έκδοσή της ή λόγω οποιασδήποτε παράλειψης να παρασχεθεί στους διαδίκους ή στους δικηγόρους τους ή σε οποιοδήποτε από αυτούς, ειδοποίηση για την ημέρα αυτή ή λόγω οποιουδήποτε μειονεκτήματος στην παροχή τέτοιας ειδοποίησης.» Μοναδική κυπριακή νομολογία που άπτεται του θέματος που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, αποτελούν δύο αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων και συγκεκριμένα η απόφαση στην υπόθεση 2126/11 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, Δημοκρατία ν. Χάρη Σαρίδη, ημερ. 11.4.2012 και η απόφαση στην υπόθεση 30637/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. David Graham Clarke, ημερ. 14.1.
- Στα όσα ειπώθηκαν στις εν λόγω υποθέσεις, θα επανέλθω σε μεταγενέστερο στάδιο. Νιώθω την ανάγκη να σημειώσω ότι η Κατηγορούσα Αρχή με την αγόρευση της βοήθησε τα μέγιστα το Δικαστήριο στον σχηματισμό της κρίσης του επί του προκειμένου θέματος. Να σημειωθεί ακόμη ότι πρόκειται για την ίδια εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παρουσιάστηκε προς υποστήριξη σχετικού αιτήματος και στην υπόθεση David Graham Clarke (ανωτέρω). Στο σύγγραμμα των κ.κ. Λοΐζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus, σελ. 79 -80, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «The accused has a right to be present at his trial, a right safeguarded by the provisions of Articles 12 and 30 of the Constitution and those of Article 6 of the European Convention on Human Rights, ratified by Law 118 of
- Further he has a duty to be present at his trial unless his appearance has been dispensed with under Cap. 155 and in particular sections 45
(1)and 63
(3). In the case of The Republic v. Demetriades and Another, the Supreme Court held (Hadjianastassiou, J., dissenting) that the obligation cast on the accused to be present at his trial is not inconsistent and does not frustrate his right to attend. Reasonable force may be exercised to bring the accused before the Court. Exceptionally, the Court may decide, in the exercise of its discretion, to proceed with the hearing of a serious criminal case in the absence of the accused; reasons relating to the proper administration of justice may dictate such course, especially where the absence of the accused is the product of a deliberate act, intended to frustrate the course of justice». Φαίνεται ότι οι ίδιες αρχές τυγχάνουν εφαρμογής και στην Αγγλία. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2002 στην σελίδα 1399. Παραθέτω την εν λόγω αναφορά αυτούσια: «(Voluntary absence of the Accused: If the accused, having been present for the commencement of his trial, later voluntarily absents himself (i.e. by escaping from custody or by failing to surrender having been bailed by the court for the period of adjournment), then the judge has a discretion to complete the trial in his absence (Jones (No.2) [1972] 1 WLR 887). Should he be convicted sentence may also be passed in his absence». Στην υπόθεση R. v. Jones
(2003)1 A.C. 1, η Βουλή των Λόρδων (ως ονομαζόταν το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας), ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία θεωρώ σημαντικά και σχετικά με το ενώπιον μου εγειρόμενο ζήτημα: « 6. For very many years the law of England and Wales has recognised the right of a defendant to attend his trial and, in trials on indictment, has imposed an obligation on him to do so. The presence of the defendant has been treated as a very important feature of an effective jury trial. But for many years problems have arisen in cases where, although the defendant is present at the beginning of the trial, it cannot (or cannot conveniently or respectably) be continued to the end in his presence. This may be because of genuine but intermittent illness of the defendant (as in R ν Abrahams
(1895)21 VLR 343 and R ν Howson
(1981)74 CrAppR 172); or misbehaviour (as in R ν Berry
(1897)104 LT Jo 110 and R ν Browne
(1906)70 JP 472); or because the defendant has voluntarily absconded (as in R ν Jones (Robert) (No 2) [1972] 1 WLR 887 and R ν Shaw (Elvis) [1980] 1 WLR 1526). In all these cases the court has been recognised as having a discretion, to be exercised in all the particular circumstances of the case, whether to continue the trial or to order that the jury be discharged with a view to a further trial being held at a later date. The existence of such a discretion is well-established, and is not challenged on behalf of the appellant in this appeal. But it is of course a discretion to be exercised with great caution and with close regard to the overall fairness of the proceedings; a defendant afflicted by involuntary illness or incapacity will have much stronger grounds for resisting the continuance of the trial than one who has voluntarily chosen to abscond. .................................
- Counsel for the appellant laid great stress on what he submitted was the inevitable unfairness to the defendant if a trial were to begin in his absence after he had absconded. His legal representatives would be likely to regard their retainer as terminated by his conduct in absconding, as happened in this case. Thus there would be no cross-examination of prosecution witnesses, no evidence from defence witnesses, and no speech to the jury on behalf of the defendant. The judge and prosecuting counsel, however well-intentioned, could not know all the points which might be open to the defendant. The trial would be no more than a paper exercise (as Judge Holloway at one point described it) almost inevitably leading to conviction. The answer to this contention is, in my opinion, that one who voluntarily chooses not to exercise a right cannot be heard to complain that he has lost the benefits which he might have expected to enjoy had he exercised it. If a defendant rejects an offer of legal aid and insists on defending himself, he cannot impugn the fairness of his trial on the ground that he was defended with less skill than a professional lawyer would have shown. If, after full professional advice, he chooses not to exercise his right to give sworn evidence at the trial, he cannot impugn the fairness of his trial on the ground that the jury never heard his account of the facts. If he voluntarily chooses not to exercise his right to appear, he cannot impugn the fairness of the trial on the ground that it followed a course different from that which it would have followed had he been present and represented.
- Considerations of practical justice in my opinion support the existence of the discretion which the Court of Appeal held to exist. To appreciate this, it is only necessary to consider the hypothesis of a multi-defendant prosecution in which the return of a just verdict in relation to any and all defendants is dependent on their being jointly indicted and jointly tried. On the eve of the commencement of the trial, one defendant absconds. If the court has no discretion to begin the trial against that defendant in his absence, it faces an acute dilemma: either the whole trial must be delayed until the absent defendant is apprehended, an event which may cause real anguish to witnesses and victims; or the trial must be commenced against the defendants who appear and not the defendant who has absconded. This may confer a wholly unjustified advantage on that defendant. Happily, cases of this kind are very rare. But a system of criminal justice should not be open to manipulation in such a way.
- I would accordingly answer Yes to the certified question and dismiss this appeal. In doing so I would stress, as the Court of Appeal did in paragraph 22 of its judgment, at pp 135-136, that the discretion to commence a trial in the absence of a defendant should be exercised with the utmost care and caution. If the absence of the defendant is attributable to involuntary illness or incapacity it would very rarely, if ever, be right to exercise the discretion in favour of commencing the trial, at any rate unless the defendant is represented and asks that the trial should begin. The Court of Appeal's check-list of matters relevant to exercise of the discretion (see paragraph 22
(5)) is not of course intended to be comprehensive or exhaustive but provides an invaluable guide». Εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει από τις πιο πάνω παρατεθείσες νομικές πρόνοιες και αρχές είναι ότι, η επιβολή ποινής σε κατηγορούμενο, στην απουσία του, είναι δυνατή. Το κατά πόσο όμως το Δικαστήριο θα αποφασίσει να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο, εναπόκειται στο κατά πόσο, σε κάθε δεδομένη περίπτωση, ασκώντας πάντοτε τη διακριτική του εξουσία, θα κρίνει ότι τούτο είναι επιτρεπτό και αναγκαίο. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου πρέπει πάντοτε να ασκείται με φειδώ. Όπως εξάλλου αναφέρθηκε στις δύο πιο πάνω αναφερθείσες πρωτόδικες αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων: «Απόλυτος κανόνας δεν φαίνεται να υπάρχει παρ' ότι η κρατούσα τάση είναι αυτή που αναφέραμε πιο πάνω, ότι δηλαδή στην απουσία κατηγορουμένου, το ζητούμενο είναι η έκδοση εντάλματος σύλληψης για να συνεχιστεί η δίκη στην παρουσία του. Ωστόσο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να προχωρήσει στην απουσία του κατηγορουμένου, είναι συνυφασμένη με την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να διασφαλίζει το κύρος της διαδικασίας ενώπιον του οπότε είναι πάντα θέμα γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Δεχόμαστε ότι η εξουσία που μας ζητείται να ασκήσουμε είναι μία εξουσία που πρέπει να ασκείται με φειδώ, άκρα περίσκεψη και μόνο εκεί που είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί το κύρος της διαδικασίας του Δικαστηρίου χωρίς παράλληλα να τίθεται εν κινδύνω το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη ως καθορίζεται από το Σύνταγμα και τους νόμους». Είμαι της γνώμης ότι με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση υπόθεση, η διακριτική μου εξουσία θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της εγκρίσεως του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής. Η Κατηγορούμενη εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, και ήταν παρούσα σε όλη την διάρκεια της δίκης. Συμπλήρωσε μάλιστα, και το στάδιο της κυρίως εξέτασης της, δίδοντας σχετική ένορκη μαρτυρία. Συνειδητά επέλεξε να φυγοδικήσει, ενώ γνώριζε ότι η υπόθεση της, μετά από την παραδοχή της, θα συνέχιζε δια της παρουσίασης των γεγονότων και την επιβολή ποινής. Γνώριζε ακόμα ότι αυτό θα γινόταν σε συγκεκριμένη ημερομηνία, για την οποία και διατάχθηκε από το Δικαστήριο να είναι παρούσα. Επίσης, έχει ήδη δοθεί αρκετός χρόνος και περιθώριο στην Κατηγορούσα Αρχή, αλλά και στο αρχικό στάδιο στον συνήγορο της Κατηγορουμένης, ώστε να καταστεί δυνατή η παρουσία της τελευταίας, στο Δικαστήριο. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει προβεί σε προσπάθειες ανεύρεσης της, πλην όμως αυτές απέβησαν άκαρπες. Ο δε συνήγορος της μέχρι και την ημερομηνία που εμφανιζόταν για την Κατηγορούμενη, δήλωνε την αδυναμία του να εξεύρει και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να ενεργήσει ώστε να καταστεί δυνατή η παρουσία της Κατηγορούμενης στο Δικαστήριο. Είμαι της γνώμης ότι με βάση τα πιο πάνω, τυχόν ενέργεια από οποιανδήποτε πλευρά που θα απολήξει στο να διακοπή η παρούσα υπόθεση συνεπεία της απουσίας της Κατηγορουμένης, θα συνιστά , χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία, μέγα πλήγμα στο κύρος της δικαιοσύνης. Με γνώμονα τα πιο πάνω κρίνω, ότι η παρούσα υπόθεση, αποτελεί πρέπουσα περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος και δη την επιβολή ποινής στην Κατηγορούμενη στην απουσία της. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο