Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 965/14, 18/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 965/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. Ανδρέα Βασιλείου Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Ιουνίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αλ. Σιαπανή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Αντωνίου. Κατηγορούμενος παρών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Προτού προχωρήσω με την απαγγελία της ενδιάμεσης απόφασής μου, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η θέση που προωθήθηκε από την Υπεράσπιση αναφορικά με το θέμα της παραγραφής του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντοτε με τις πρόνοιες του άρθρου 88 της Ποινικής Δικονομίας, είναι θέση που δεν συνάδει με την στάση παραδοχής που τήρησε ο Κατηγορούμενος στο αδίκημα και επομένως η παραδοχή του δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και καταχωρείται ως απάντηση του Κατηγορούμενου στην κατηγορία, στάση μη παραδοχής. Όσον αφορά το εγειρόμενο νομικό προδικαστικό ενώπιον μου ζήτημα, θεωρώ ορθότερο αρχικά να παραθέσω τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης και μοναδικής κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τούτος φέρεται στις 24.9.13 σε δημόσιο χώρο, χωρίς εύλογη αιτία να έχει προκαλέσει θόρυβο και ταραχή με τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Για τα όσα αποδίδει η Κατηγορούσα Αρχή στον Κατηγορούμενο, το κατηγορητήριο στην εν λόγω κατηγορία σε σχέση πάντα με το αδίκημα της ανησυχίας κατά παράβαση των άρθρων 95 και 29 του Ποινικού Κώδικα, καταχωρήθηκε στις 8.4.14 και δη έξι και πλέον μήνες μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης, ότι το γεγονός αυτό και δη ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε μετά την πάροδο των έξι μηνών από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος, απολήγει στο να πρέπει η υπόθεση να απορριφθεί επί το ότι έχει επέλθει παραγραφή του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Νομικό έρεισμα της εν λόγω εισήγησης, αποτελούν οι πρόνοιες των άρθρων 88 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 και 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, τις οποίες θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες ευθύς αμέσως: Άρθρο 88, της Ποινικής Δικονομίας «Εκτός όπου ειδικά επιτρέπεται μεγαλύτερος χρόνος από οποιοδήποτε Νόμο που ισχύει εκάστοτε, καμιά κατηγορία δεν δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινή δεν υπερβαίνει φυλάκιση τριών μηνών ή πρόστιμο εκατόν είκοσι πέντε λιρών ή και τις δύο αυτές ποινές, εκτός αν η κατηγορία προσαφθεί εντός περιόδου έξι μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος» Άρθρο 95, του Ποινικού Κώδικα «Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών». Ήταν ακριβώς η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι από τη στιγμή που ο Νομοθέτης στο άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει μόνον για ένα είδος ποινής και δη τούτο της φυλάκισης, και η σχετική πρόνοια αφορά σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 3 μήνες, τότε κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 88 της Ποινικής Δικονομίας, η ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου για το εν λόγω αδίκημα ήταν δυνατή μόνο μέσω κατηγορητηρίου το οποίο θα καταχωρείτο εντός 6 μηνών από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, και τούτο αποτελεί κοινό έδαφος στις δύο πλευρές και προκύπτει και από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε σε χρόνο μετά τη πάροδο των 6 μηνών από την ημέρα διάπραξης του κατ΄ ισχυρισμό αδικήματος, ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί. Η Κατηγορούσα Αρχή, από την άλλη, ισχυρίστηκε ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, εισηγούμενη ότι στα πλαίσια της οποιασδήποτε ερμηνείας αναφορικά με τις πρόνοιες των άρθρων 88 της Ποινικής Δικονομίας και 95 του Ποινικού Κώδικα, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι πρόνοιες του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα σε συνάρτηση και με τις πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, αναφορικά με το μέγιστο ύψος χρηματικού προστίμου που δικαιούται Επαρχιακός Δικαστής να επιβάλει, όταν εκδικάζει ποινικές υποθέσεις συνοπτικής φύσεως. Ήταν ακριβώς η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι από τη στιγμή που το άρθρο 95 της Ποινικής Δικονομίας δεν προβλέπει οποιαδήποτε ποινή προστίμου και περιορίζεται απλά στην πρόνοια περί 3 μηνών ποινής φυλάκισης, τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα[1], σύμφωνα με τις οποίες το Δικαστήριο, δύναται, παρά την μη πρόβλεψη για ποινή χρηματικού προστίμου, να επιβάλει τέτοιου είδους ποινή. Επομένως, εισηγείται η Κατηγορούσα Αρχή, το δικαίωμα που παραχωρείται στο Δικαστήριο μέσω του άρθρου 29, καθιστά την χρηματική ποινή που δικαιούται ένας Επαρχιακός Δικαστής που εκδικάζει ποινικές υποθέσεις συνοπτικής φύσεως, να επιβάλει, βάσει του άρθρου 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, ως μέρος της ποινής που προβλέπει ο νόμος για το αδίκημα της ανησυχίας, και δη ως συμπληρωματικό, σχετικά με την προβλεπόμενη ποινή, μέρος του άρθρου 95. Από τη στιγμή, συνεχίζει η Κατηγορούσα Αρχή, που σύμφωνα με το άρθρο 29 του ποινικού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60, είναι δυνατό το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή προστίμου, πέραν των Λ.Κ.125 (βλέπε άρθρο 88 της Ποινικής Δικονομίας), οι πρόνοιες του άρθρου 88 δεν μπορούν να αποτελούν την βάση για απόρριψη της κατηγορίας λόγω παραγραφής. Έχω ακούσει με προσοχή και τις δύο πλευρές, καθώς επίσης και την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν έκαστος στα πλαίσια της προώθησης των θέσεων τους. Είμαι της γνώμης ότι το άρθρο 29 του Ποινικού Κώδικα δεν πρέπει να διαβαστεί εις τρόπο ώστε να θεωρείται ως συμπληρωματικό του άρθρου 95, αναφορικά με την πρόθεση του νομοθέτη για την προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της ανησυχίας. Θεωρώ ότι πρώτα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ένα αδίκημα έχει παραγραφεί δυνάμει των προνοιών του άρθρου 88 της ποινικής δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με τις πρόνοιες για την προβλεπόμενη ποινή στο άρθρο που δημιουργεί το υπό εξέταση αδίκημα, και μόνον όταν κρίνεται ότι το εν λόγω αδίκημα δεν έχει παραγραφεί, και πάντοτε αφού προηγουμένως κριθεί ο Κατηγορούμενος ένοχος, να στρέψει το Δικαστήριο την προσοχή του στο άρθρο 29 του Ποινικού Κώδικα. Και τούτο νοουμένου ότι το Δικαστήριο επιθυμεί να επιβάλει ποινή διαφορετική από την προβλεπόμενη στο άρθρο που δημιουργεί το αδίκημα. Τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι, αν ένα Δικαστήριο το οποίο βρίσκεται στο στάδιο επιβολής ποινής σε έναν κατηγορούμενο για το αδίκημα της ανησυχίας, επιθυμεί να τιμωρήσει τούτον με τρίμηνη ποινή φυλάκισης, τότε οι πρόνοιες του άρθρου 29, όχι απλά δεν μπαίνουν σε εφαρμογή αλλά στην πραγματικότητα δεν πρόκειται το Δικαστήριο να ασχοληθεί καθόλου με αυτές. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιθυμεί να επιβάλει, προνοείται ρητά από το άρθρο 95 του Κεφ. 154. Είναι έκδηλο επομένως, ότι οι πρόνοιες του άρθρου 29 εφαρμόζονται εκεί και όπου το Δικαστήριο επιθυμεί να επιβάλει ποινή διαφορετική από την ρητή προβλεπόμενη στο άρθρο που δημιουργεί το αδίκημα, και δεν μπορούν επομένως να θεωρηθούν ως συμπληρωματικές των προνοιών του άρθρου 95 αναφορικά με την προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της ανησυχίας. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της παρούσας υπόθεσης, μιας και κρίνω ότι το γεγονός ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε μετά την πάροδο των έξι μηνών από την ημέρα διάπραξης του κατ΄ ισχυρισμό αδικήματος της πρώτης και μοναδικής κατηγορίας που εμπεριέχει και αφ΄ ης στιγμή η προβλεπόμενη ποινή στο νόμο και δη στο άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες φυλάκιση, και δεν προβλέπεται οποιαδήποτε ποινή χρηματικού προστίμου, το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχει παραγραφεί και επομένως η παρούσα ποινική δίωξη απορρίπτεται. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] 29. Εκτός της περίπτωσης του κακουργήματος του φόνου εκ προμελέτης και των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 36 και 37, αν κάποιο ποινικό αδίκημα τιμωρείται με την ποινή της φυλάκισης δια βίου ή οποιουδήποτε άλλου χρόνου, το Δικαστήριο που εκδικάζει δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου ή αντί τέτοιας ποινής, χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό, το οποίο το Δικαστήριο αυτό έχει εξουσία να επιβάλει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.