← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 15185 /11, 17/10/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 15185 /11, 17/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15185 /11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Δημήτρη Νικολάου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17 Οκτωβρίου, 2014. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Μιχαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης. Κατηγορούμενος: Παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, κατηγορείται ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2010, στη Λευκωσία, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της Ελίζας Ανδρέου από τον Αρχάγγελο κατά παράβαση των άρθρων 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα (βλ. κατηγορία 1), ότι τέλεσε άσεμνη πράξη, δηλαδή ότι πήρε το χέρι της Ελίζας Ανδρέου και το τοποθέτησε πάνω στα γεννητικά του όργανα, κατά παράβαση των άρθρων 176 και 29 του Ποινικού Κώδικα (βλ. κατηγορία 2) και τέλος ότι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2004, στη Λευκωσία, παράνομα και άσεμνα, επιτέθηκε εναντίον της Χρύσως Ελευθερίου από τον Αρχάγγελο, κατά παράβαση των άρθρων 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα (βλ. κατηγορία 3). Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις εναντίον του κατηγορίες, οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκαν και έδωσαν δια ζώσης μαρτυρία πέντε μάρτυρες κατηγορίας. Μετά το πέρας της παράθεσης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος Υπεράσπισης, επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως αθωώσει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό. Η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, στην ουσία, ήταν ότι το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό έστω και αντικειμενικά θεωρούμενο στο παρόν στάδιο, και όχι υποκειμενικά αξιολογούμενο, δεν είναι ικανό να αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ήταν βασικό επιχείρημα του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της επίθεσης, το παράνομο αυτής και ή ότι επρόκειτο περί άσεμνης επιθέσεως (κατηγορίες 1 και 3) ή πράξης (κατηγορία 2). Το όλο επιχείρημα στηρίχτηκε στη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι οι παραπονούμενες συγκατατέθηκαν στις οποιεσδήποτε ενέργειες του Κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα με αναφορά στο αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το εσωτερικό ενός αυτοκινήτου, χώρος στον οποίον σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή τελέστηκε η άσεμνη πράξη για την οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, αποτελεί δημόσιο χώρο. Στην αντίπερα όχθη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι όλα τα θέματα που εγείρονται από την Υπεράσπιση, αφορούν σε κρίσεις οι οποίες ενδεχομένως να προκύψουν μόνο κατόπιν υποκειμενικής αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και εισηγήθηκε ότι ως έχει το μαρτυρικό υλικό και πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενο, επαρκεί για να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία και στις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης και αν από αυτή απαιτείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση, τότε θα πρέπει να κληθεί. Στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνο όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και/ή όταν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Το κριτήριο για σκοπούς ελέγχου ενός τέτοιου αιτήματος είναι πάντοτε αντικειμενικό, δηλαδή το δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε αντικειμενική θεώρηση της (βλ. Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Re In Κάκος
(1985)1 C.L.R. 250 και Γεν. Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2003 σχετικά με την αρχή του εκ πρώτης όψεως αναφέρονται τα ακόλουθα: «With some hesitancy, the following propositions are advanced as representing the position that has now been reached on determining submissions of no case to answer: (
  1. a)If there is no evidence to prove an essential element of the offence a submission must obviously succeed. (
  2. b)If there is some evidence which - taken at face value - establishes each essential element, then the case should normally be left to the jury. The judge does, however, have a residual duty to consider whether the evidence is inherently weak or tenuous. If it is so weak that no reasonable jury properly directed could convict on it, then a submission should be upheld. Weakness may arise from the sheer improbability of what the witness is saying, from internal inconsistencies in the evidence or from its being of a type which the accumulated experience of the courts has shown to be of doubtful value (especially in identification evidence cases, which are considered in D14.28). (
  3. c)The question of whether a witness is lying is nearly always one for the jury, but there may be exceptional cases (such as Shippey) where the inconsistencies (where in the witness´s evidence viewed by itself or between him and other prosecution witnesses) are so great that any reasonable tribunal would be forced to the conclusion that the witness is untruthful. In such a case (and in the absence of other evidence capable of founding a case) the judge should withdraw the case form the jury.» Τα πιο πάνω αναφερόμενα αφορούν παρατηρήσεις και σχολιασμό από τον συγγραφέα, της αγγλικής υπόθεσης Galbraith
(1981)1 WLR 1039 της οποίας το σκεπτικό επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην υπόθεση Azinas (ανωτέρω). Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, αναφέρθηκε ότι: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[1] ................................. Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή.». Έχοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων, τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές αλλά και το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενο, είμαι της γνώμης ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία και στις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Κρίνω ότι όλα τα θέματα που ήγειρε η Υπεράσπιση για σκοπούς εξέτασης στο παρόν στάδιο, δεν είναι τέτοια που να μπορούν να αποτελέσουν την βάση για έκδοση αθωωτικής απόφασης του Κατηγορούμενου, κατόπιν αντικειμενικής και μόνον θεώρησης του μαρτυρικού υλικού και τούτο διότι τα όσα εισηγείται η Υπεράσπιση, και έχοντας υπόψη τους ενώπιον μου ισχυρισμούς των Παραπονούμενων, μόνο κατόπιν συμπερασμάτων μπορούν να προκύψουν και τούτο, μόνο κατόπιν υποκειμενικής αξιολόγησης θα ήταν ορθό να εξεταστεί. Όσον δε αφορά στο θέμα του κατά πόσο το εσωτερικό ενός αυτοκινήτου αποτελεί δημόσιο χώρο, απλώς σημειώνω ότι σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 4, του Ποινικού Κώδικα, όταν πρόσωπο κατηγορείται ότι διέπραξε αδίκημα δημόσια ή σε δημόσιο χώρο, αυτό περιλαμβάνει (βλ. άρθρο 4(β)), πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο, με τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, με αποτέλεσμα να θεωρώ ότι το γεγονός ότι οποιαδήποτε άσεμνη πράξη αποδίδεται στον Κατηγορούμενο στην δεύτερη κατηγορία, αφορά σε ισχυριζόμενη ενέργεια του που λαμβάνει χώραν εντός αυτοκινήτου, να μην αποτελεί λόγο ώστε στο παρόν στάδιο να οδηγεί σε κρίση ότι το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν επαρκεί για κλήση του σε απολογία στην κατηγορία αυτή. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος κρίνεται εκ πρώτης όψεως ένοχος και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Επεξηγούνται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου αναφορικά με την κλήση του σε απολογία και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει) (Υπ.) ........................................... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ [1] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.