CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD ν. Αναστάσιος Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 1120/12, 18/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1120/12 CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD -εναντίον- Αναστάσιος Νικολάου Κατηγορούμενος Ημερομηνία:18 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κα Λ. Δικωμίτου για κ.κ. Ντίνο Παπαδόπουλο & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενο: κα Πην. Χαραλάμπους για κο Ευστάθιο Ευσταθίου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά επτά κατηγορίες. Σύμφωνα με την Έκθεση Αδικήματος έκαστης κατηγορίας που αντιμετωπίζει, κατηγορείται για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής προς τον εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτή του ποσού της δόσης των €170 μηνιαίως κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως με δόσεις κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(γ), 3
(2), 4
(2)και
(3)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008)και του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 άρθρων 2 και
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικημάτων των προαναφερόμενων κατηγοριών, ο κατηγορούμενος ενώ ήτο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή 1586/02 για ποσό €9.437,53, με τόκο επ' αυτού 8% το χρόνο από 25/02/2002 μέχρι 14/10/2008 και 5.5% από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €1.412,12 Φ.Π.Α., πλέον έξοδα απόφασης €76.00 και ενώ στις 16/03/2011 διατάχτηκε από το εν λόγω Δικαστήριο να καταβάλει στον κατήγορο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό των €170 μηνιαίως από 01/07/2011 και ακολούθως την πρώτη κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους του, παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει στον κατήγορο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό της δόσης των €170 το οποίο δυνάμει της εν λόγω αποφάσεως ημερομηνίας 16/03/2011 είχε διαταχθεί να πληρώσει κατά την 01/07/2011 μέχρι την 01/01/
- Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα την κα Αγάθη Αντρέου. Περαιτέρω κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εκ συμφώνου οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους δύο τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 Πιστό Αντίγραφο Απόφασης στην αγωγή με αριθμό 1586/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 07/04/2009 και ως Τεκμήριο 2 Πιστό Αντίγραφο Διατάγματος ημερομηνίας 16/03/2011 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 1586/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η Μ.Κ.1 κα Αγάθη Αντρέου ανέφερε ότι είναι στην υπηρεσία της παραπονούμενης και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ανέφερε περαιτέρω ότι στις 07/04/2009 εκδόθηκε απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή με αριθμό 1586/02 την οποία είχε καταχωρήσει ο κατηγορούμενος εναντίον της παραπονούμενης με έξοδα εναντίον του. Τα έξοδα ως είχαν υπολογιστεί από το Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο ανήλθαν στο ποσό των €9.437,53 με νόμιμο τόκο 8% από 25/02/2002 μέχρι 14/10/2008 και 5.5% από 15/10/2008 μέχρι εξόφλησης, πλέον Φ.Π.Α. €1.412,12 πλέον €76 έξοδα απόφασης. Την 16/06/2009 εκδόθηκε ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας εναντίον του κατηγορουμένου το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο με έξοδα €142,
- Την 16/03/2011 εκδόθηκε διάταγμα μηνιαίων δόσεων με το οποίο ο κατηγορούμενος διατάσσεται να πληρώσει το αναφερόμενο χρέος του δια μηναίων δόσεων των €170.00 από 01/07/2011 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον €376,00 έξοδα, πλέον 15%Φ.Π.Α. Ο κατηγορούμενος μετά την έκδοση του προαναφερόμενου διατάγματος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Επίσης δεν κατέβαλε τις δόσεις από 01/07/2011 μέχρι την 01/01/2012 ήτοι επτά μηνιαίες δόσεις συνολικού ύψους €1.190,00 και αρνείται να καταβάλει το εν λόγω ποσό, με σκοπό την καταδολίευση της παραπονούμενης. Ανέφερε, περαιτέρω ότι κατά την 03/07/2013 το εξ' αποφάσεως χρέος του κατηγορουμένου ανερχόταν στο ποσό των €10.031,53 πλέον τόκους μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. το οποίο εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Ανέφερε επίσης, πως εξ όσων γνωρίζει ο κατηγορούμενος ποτέ δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για μείωση της δόσης ή αναστολή των δόσεων ή πληρωμών του για οποιοδήποτε λόγο και ποτέ δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα ημερομηνίας 16/03/2011, με το οποίο εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται προς το σκοπό καταδολίευσης της παραπονούμενης. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.1 κληθείς να αναφέρει εάν γνωρίζει κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα ποσά των δόσεων που αφορούν στις κατηγορίες, απάντησε ότι δεν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου. Την ίδια απάντηση έδωσε και σε υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εισοδήματα γι' αυτό και δεν κατέβαλε οτιδήποτε. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, η παραπονούμενη έκλεισε την υπόθεση της και αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ο τελευταίος αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, επέλεξε όπως δώσει ένορκη μαρτυρία και να μην κλητεύσει μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος, ανέφερε ότι στις 16/03/2011 εκδόθηκε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για την καταβολή μηνιαίων δόσεων προς εξόφληση της εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλής του, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 01/07/
- Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε με την σύμφωνη του γνώμη και χωρίς να προηγηθεί διαδικασία διερεύνησης των οικονομικών του δυνατοτήτων καθότι εκείνο το χρονικό διάστημα πράγματι από το εργασιακό του καθεστώς εύλογα πίστευε ότι θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο διάταγμα του Δικαστηρίου με βάση τις απολαβές του. Από τον Ιούνιο του 2011 άλλαξε συλλήβδην η οικονομική και επαγγελματική του κατάσταση καθότι βρέθηκε χωρίς απολαβές και με οικονομικές υποχρεώσεις στις οποίες δεν μπορούσε να ανταποκριθεί και να αποπληρώσει. Στις 10/06/2011 εκδόθηκε σε βάρος του διάταγμα παραλαβής στην αίτηση πτώχευσης με αριθμό 144/2011 (Τεκμήριο 5). Από τον Ιούλιο του 2011 άρχισε να εργάζεται στο εργοστάσιο Joanni Marmi Ltd, στο Φρέναρος με πραγματικές μηνιαίες απολαβές περί τα €
- Από το ποσό αυτό, τα €500 δίδονταν για την διατροφή της οικογένειας του, συμμορφούμενος με σχετικό διάταγμα διατροφής του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην αίτηση 157/00 (Τεκμήριο 6). Από τα υπόλοιπα, σημαντικό ποσό πήγαινε για τα οδοιπορικά του και για τον ενήλικο υιό του ο οποίος πάσχει από σχιζοφρένεια, ψυχολογική διαταραχή και παράνοια και απαιτούντο περί τα €300 μηνιαίως για αγορά φαρμάκων και για επισκέψεις σε ψυχιάτρους. Απώλεσε όμως την εργασία του στις 31/03/
- Δεν είχε πρόθεση να ξεγελάσει κανένα. Οικονομικά όμως αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις οφειλές του και να συμμορφωθεί με το δικαστικό διάταγμα. Ανέφερε επίσης ότι έχει δύο επαληθεύσιμα χρέη και αναμένει την καταβολή τους (Τεκμήρια 7 και 8). Η μη καταβολή των μηνιαίων δόσεων οφείλεται, ως ανέφερε, σε αντικειμενική του αδυναμία συμμόρφωσης και στην παντελή έλλειψη εισοδημάτων. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τα παιδιά του, στα οποία αναφέρεται το διάταγμα που παρουσίασε είναι ο Αντρέας ο οποίος σήμερα είναι 29 ετών, η Θέα η οποία σήμερα είναι 19 ετών και ο Κωνσταντίνος ο οποίος σήμερα είναι 17 ½ ετών. Κληθείς να αναφέρει εάν συμφωνεί ότι σύμφωνα με το διάταγμα που παρουσίασε και τις ηλικίες των παιδιών του ως τις ανέφερε, υποχρέωση για καταβολή διατροφής έχει μόνο για τον γιό του Κωνσταντίνο, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι σαν πατέρας έχει υποχρέωση να συνεισφέρει και ότι η κόρη του τώρα τελειώνει το σχολείο. Ήταν επίσης η θέση του σε υποβολή της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι σύμφωνα με όσα αναφέρει περί της οικονομικής στήριξης της οικογένειας του, δεν μεταβλήθηκαν οι οικονομικές του περιστάσεις ως ισχυρίζεται, πως ότι μπορεί βοηθά την οικογένεια του, αναφέροντας ότι δεν εννοεί ότι δίνει το ποσό του διατάγματος διατροφής. Κληθείς να αναφέρει γιατί στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι καταβάλει το ποσό των €500 για την διατροφή της οικογένειας του, ο κατηγορούμενος, ανέφερε ότι το 2011 με τις απολαβές του από την εργασία του προσπαθούσε να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις του. Ακολούθως τον Ιούνιο του 2011 απολύθηκε και όταν ξαναβρήκε εργασία από τα εισοδήματα του που ανέρχονταν στα €900 διέθετε για τα παιδιά του όσα μπορούσε. Προσδιορίζοντας αυτό το ποσό στα €200 με €300, αναφέροντας περαιτέρω ότι ο λόγος που έδινε ότι μπορούσε για τα παιδιά του ήταν γιατί είχε και τα έξοδα του μεγάλου του γιου αλλά και τα οδοιπορικά του. Στην συνέχεια της αντεξέτασης του αρχικά επιβεβαίωσε ότι είχε αναφέρει στην κυρίως εξέταση του ότι απολύθηκε από την εργασία του στις 31/03/
- Ακολούθως όμως αφού διαφώνησε με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής πως σύμφωνα με όσα ανέφερε σημαίνει ότι εργαζόταν για 8 μήνες, ανέφερε ότι εργάστηκε για περισσότερο από 8 μήνες αφού από την εν λόγω εργασία απολύθηκε το
- Κληθείς να αναφέρει γιατί μέσα σε αυτό τον 1 ½ χρόνο που εργαζόταν δεν έδωσε έστω ένα μικρό ποσό στην παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν είχε λεφτά για τον ίδιο. Απορρίπτοντας την θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι παρόλο που ως ο ίδιος αναφέρει δεν έχει λεφτά συντηρεί δύο αυτοκίνητα γραμμένα στο όνομα του. Αναφέροντας ότι έχει ένα αυτοκίνητο Saab του 1999 το οποίο χρωστά και το άλλο αυτοκίνητο που είχε, βγήκε total loss, και με τα λεφτά της ασφάλειας αγόρασε το αυτοκίνητο που έχει. Ως προς τα επαληθεύσιμα χρέη κληθείς να αναφέρει εάν τα έχει δηλώσει στον Επίσημο Παραλήπτη, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τους μισθούς του, τους είχε δηλώσει αλλά του είπαν ότι δεν τους αφορά ενώ το άλλο χρέος ανέφερε ότι δεν το δήλωσε. Στην συνέχεια κληθείς να διευκρινίσει πως λέει ότι έχει να λαμβάνει μισθούς αφού στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είχε απολαβές που ανέρχονταν στα €900, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο μισθός του ήταν €1.400 αλλά τα λεφτά που του έδιναν κάθε μήνα ήταν €900 και το υπόλοιπο προσπαθεί να το εισπράξει. Υποστηρίζοντας ότι έκανε σχετική καταγγελία στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Κληθείς να αναφέρει γιατί δεν έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον της εταιρείας που του οφείλει μισθούς αφού δεν τον πλήρωσαν, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι του είπαν ότι θα του τα δώσουν και του υπέγραψαν το χαρτί. Ακολούθως, ανέφερε αφού ρωτήθηκε σχετικά, ότι σήμερα συντηρείται από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Υποστηρίζοντας πως λόγω του ότι οι εργοδότες του δεν του έβαζαν ούτε Κοινωνικές Ασφαλίσεις για 7 με 8 μήνες ζούσε με δανικά. Ακολούθως αφού έγινε έρευνα και συγκεκριμένα τον 11ον του 2013 ανάγκασαν τους εργοδότες του να του βάλουν τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και έτσι άρχισε να λαμβάνει ανεργιακό επίδομα τον 11ον του 2013 το οποίο όμως τώρα σταμάτησε. Κληθείς να αναφέρει τι διαβήματα έκανε για να εισπράξει το ποσό του Τεκμηρίου 8, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι έκανε πολλές συναντήσεις. Επίσης ανέφερε ότι δεν προχώρησε με δικαστικά μέτρα εναντίον τους γιατί δεν έχει λεφτά. Υποστηρίζοντας ότι τους δικηγόρους του που τον υπερασπίζονται στην παρούσα υπόθεση δεν τους πληρώνει. Ερωτηθείς εάν έχει υποβάλει αίτηση για να κοινοποιήσει την ισχυριζόμενη μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης στην παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι πτωχεύσας και δεν ξέρει αν μπορεί να κάνει κάτι. Ερωτηθείς εάν έχει ειδοποιήσει το Δικαστήριο ή έκανε αίτηση τροποποίησης του Διατάγματος για να κοινοποιηθεί στον πιστωτή του η μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι έκανε μία αίτηση στον Πρωτοκολλητή, πλην όμως ως ανέφερε, δεν γνωρίζει εάν αυτή κοινοποιήθηκε στην παραπονούμενη. Σε υποβολή της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν έγινε τέτοια αίτηση, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και ότι ο Δικηγόρος του, του είπε ότι ήθελαν κάποια λεφτά τα οποία δεν μπορούσε να δώσει και δεν γνωρίζει αν κοινοποιήθηκε στην παραπονούμενη. Διαφωνώντας με την συνήγορο της παραπονουμένης ότι στο Δικαστήριο ήρθε με σκοπό να πει ψέματα και να παραπλανήσει αυτό για την οικονομική του κατάσταση. Μετά την μαρτυρία του κατηγορούμενου οι δύο πλευρές προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν παραθέτω αυτολεξεί καθετί που ειπώθηκε, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν έλαβα υπόψη μου το σύνολο των αγορεύσεων. Πιο κάτω, εκεί όπου κρίνω σκόπιμο σχολιάζω τις θέσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τόσο την Μ.Κ.1 όσο και τον κατηγορούμενο να καταθέτουν ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρος και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα ως έχουν καθιερωθεί μέσα από την νομολογία, (βλέπε Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η Μ.Κ.1 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Δεν διέκρινα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρά της δίκης ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μην πει την αλήθεια. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι μοναδικός της σκοπός ήταν να πει την αλήθεια και να παραθέσει στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που ενέπιπταν στην σφαίρα της δικής της γνώσης. Κατέθεσε με σταθερό και θετικό τρόπο τα όσα γνώριζε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, και δεν έχω διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια της να τα παραποιήσει ή να τα αλλοιώσει σε βάρος της αλήθειας. Δεν έχω επίσης την παραμικρή αμφιβολία για την αμεροληψία της μάρτυρας διότι δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε προσπάθεια ενίσχυσης της θέσης της παραπονούμενης ή επιδίωξης για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Δεν δίστασε άλλωστε να παραδεχθεί ότι δεν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση αφού άλλωστε δεν αμφισβητήθηκαν όσα η μάρτυρας είχε αναφέρει στην κυρίως εξέτασης της και η αντεξέταση της περιορίστηκε μόνο στο αν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω αλλά και όλη τη μαρτυρία της, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Αντίθετα ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει όλη την αλήθεια. Κρίνω ότι μοναδικός σκοπός του ήταν να πείσει για τον ισχυρισμό του ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση σε τέτοιο βαθμό από τον Ιούνιο του 2011 μέχρι και σήμερα σε μία προσπάθεια να αποποιηθεί έτσι την τυχόν ευθύνη του για τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Στην προσπάθεια του αυτή υπέπεσε σε αντιφάσεις, σε βαθμό που κλονίζουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Επίσης σε πολλά σημεία κατά την αντεξέταση του δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα και η συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι είχε μοναδικό σκοπό να παρουσιάσει τον εαυτό του ότι βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο και εξακολουθεί να βρίσκεται μέχρι και σήμερα σε άθλια οικονομική κατάσταση, κάτι για το οποίο δεν έπεισε. Τούτο γιατί στην προσπάθεια του αυτή ο κατηγορούμενος πέραν των αντιφάσεων που υπέπεσε, προέβαλε επίσης ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας και δεν συνάδουν με την γραμμή υπεράσπισης που προώθησε η συνήγορος του κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.
- Ενδεικτικά αναφέρω την αρχική του θέση ότι οι πραγματικές απολαβές του από τον Ιούλιο του 2011 που άρχισε εργασία στο εργοστάσιο Joanni Marmi Ltd ήταν €900 ενώ στην αντεξέταση του για πρώτη φορά ανέφερε ότι ο μισθός του στην εν λόγω εργασία ήταν €1.400 αλλά του έδιναν €
- Καμία λογική και πειστική εξήγηση έδωσε γιατί δεν είχε αναφέρει εξ αρχής ότι ο μισθός του ήταν €1.400 αλλά του έδιναν μόνον €
- Θα ήταν λογικό και αναμενόμενο από τον κατηγορούμενο να έλεγε στο Δικαστήριο την αλήθεια ως προς το ποιος ήταν ο συμφωνηθέν μισθός και ποιος ήταν αυτός που τελικά λάμβανε από τους εργοδότες του. Δεν έχω αμφιβολία έχοντας κατά νου το τρόπο και το ύφος που ο κατηγορούμενος απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κυρίως στην αντεξέτασή του ότι προσπάθησε να αποκρύψει αρχικά την αλήθεια ως προς τα μηνιαία εισοδήματα του για να ενισχύσει κατά την άποψη του την θέση του περί οικονομικής του αδυναμίας και μεταβολής των οικονομικών του περιστάσεων, αλλά αναγκάστηκε στη συνέχεια να πει την αλήθεια ως προς το ύψος του μισθού όταν έπρεπε να δικαιολογήσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 που αφορά ως ισχυρίστηκε ποσό που έχει να λαμβάνει από την εταιρεία Joanni Marmi Ltd ως μισθούς. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση του ότι έχει δύο επαληθεύσιμα χρέη, στην αντεξέταση του η θέση του αυτή καταρρίφθηκε από την μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου αφού σε σχέση με το χρέος που αφορούσε τους μισθούς που ως ισχυρίζεται έχει να λαμβάνει από την εταιρεία Joanni Marmi Ltd (Τεκμήριο 7) ανέφερε ότι όταν το ανέφερε στον Επίσημο Παραλήπτη του είπε ότι αυτό δεν τους αφορά ενώ σε σχέση με το άλλο κατ' ισχυρισμό επαληθεύσιμο χρέος (Τεκμήριο 8) ανέφερε ότι δεν το δήλωσε στον Επίσημο Παραλήπτη. Επίσης ενώ στην κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι από τα €900 που ελάμβανε από την εργασία του έδιδε τα €500 για την διατροφή της οικογένειας του, στην αντεξέταση του διαφοροποίησε την θέση του λέγοντας ότι για την οικογένεια του έδιδε ότι μπορούσε υποστηρίζοντας ότι δεν είπε ότι έδιδε ολόκληρο το ποσό του διατάγματος. Αυτός ο ισχυρισμός του διαψεύδεται από τον επίσης δικό του ισχυρισμό κατά την κυρίως εξέταση του όπου ανέφερε ότι τα €500 δίδοντο για την διατροφή της οικογένειας του, «συμμορφούμενος και με το σχετικό διάταγμα διατροφής». Επίσης δεν συνάδει ούτε με τον ισχυρισμό του όπου ανέφερε ότι από τα υπόλοιπα σημαντικό ποσό πήγαινε για τα οδοιπορικά του και για τον ενήλικο υιό του. Περαιτέρω σημειώνω ότι ο ισχυρισμός του ότι τα €500 τα έδινε συμμορφούμενος και με το σχετικό διάταγμα, ότι το ποσό του διατάγματος διατροφής αναφέρεται σε Λ.Κ.500 και όχι σε €
- Περαιτέρω, ενώ στην κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι απώλεσε την εργασία του στις 31/03/2012 στην αντεξέταση του ενώ αρχικά επιβεβαίωσε ότι αυτή ήταν η θέση του στην κυρίως εξέταση του, στην συνέχεια διαφοροποίησε την θέση του λέγοντας ότι απολύθηκε από την εργασία του το
- Γι' αυτή την διαφοροποίηση της θέσης του δεν δόθηκε καμία εξήγηση από τον κατηγορούμενο. Όσον δε αφορά τα Τεκμήρια 7 και 8 αυτά αναμφίβολα αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία (Βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 728). Σίγουρα έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρο 24
(1)του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 27
(1)κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Το εδάφιο 2 παραθέτει κριτήρια που το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη κατά το έργο της αξιολόγησης. Η λίστα αυτή με τα κριτήρια, όπως συνάγεται από το εδάφιο 1, δεν είναι εξαντλητική. Είναι γεγονός, ότι η πλευρά του κατηγορουμένου δεν προσκόμισε την καλύτερη επί του θέματος δυνατή μαρτυρία. Δεν θεωρώ, ότι η κλήτευση είτε του κ Τάκη Παπαγεωργίου, είτε του κου Κώστα Πίτσιακκου που υπογράφουν αντίστοιχα τα Τεκμήρια 7 και 8 για σκοπούς μαρτυρίας αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δεν ήταν δυνατή ή εφικτή. Επομένως, θεωρώ ότι η πλευρά του κατηγορουμένου, επιδιώκοντας την κατάθεση των Τεκμηρίων 7 και 8 για την αλήθεια του περιεχομένου τους, όφειλε να δώσει τουλάχιστον κάποια εξήγηση για τη μη προσαγωγή των ίδιων ατόμων που τα συνέταξαν και να πείσει το Δικαστήριο, στο βαθμό που απαιτείται, ότι δεν ήταν εύλογο ή εφικτό αυτοί να κλητευθούν ως μάρτυρες (βλ. Ηρακλή Γεωργίου ν. Ερμιόνης Σταύρου, Πολιτική Έφεση αρ. 319/2006, ημερομηνίας 22.01.2009). Το κενό αυτό, κατά τη γνώμη μου, έχει ως μοναδική κατάληξη να μην μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα Τεκμήρια 7 και 8. Η απουσία των προσώπων που υπογράφουν τα Τεκμήρια 7 και 8 στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων σχετικά αναφέρονται στα εν λόγω τεκμήρια, (βλ. Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1Β Α.Α.Δ 1108) και ενώ η αλήθεια του περιεχομένου τους και η μαρτυρία του κατηγορουμένου επί του περιεχόμενου τους αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία που περιέχει ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς χωρίς επεξήγηση των όσων αναφέρονται και κατά συνέπεια χωρίς το Δικαστήριο να μπορεί να εξετάσει την ορθότητα αυτών. Καταλήγω επομένως ότι ουδεμία αποδειχτική βαρύτητα μπορεί αυτά να έχουν διότι τα πρόσωπο τα οποία υπογράφουν αυτά δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν και να τύχουν της ανάλογης δοκιμασίας και την βάσανο της αντεξέτασης επί του περιεχόμενου των εν λόγω εγγράφων. Ο ισχυρισμός επίσης του κατηγορουμένου στην κυρίως εξέταση του ότι η μη καταβολή των μηνιαίων δόσεων οφείλεται στην παντελή έλλειψη εισοδημάτων, διαψεύδεται από την μαρτυρία του ίδιου του κατηγορουμένου, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τον Ιούλιο του 2011 άρχισε να εργάζεται έχοντας πραγματικές μηνιαίες απολαβές €
- Ισχυρισμό τον οποίο επανέλαβε και στην αντεξέταση του με την διαφοροποίηση ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθού. Η μαρτυρία δε του κατηγορουμένου για τις μηνιαίες απολαβές του δεν συνάδει και με την γραμμή υπεράσπισης που προωθήθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.1, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εισοδήματα γι' αυτό και δεν κατέβαλε οτιδήποτε. Θεωρώ επίσης σημαντικό να σημειώσω ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις ήταν γενικοί και αόριστοι, χωρίς ο κατηγορούμενος να παραθέσει οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει με σαφή τρόπο τις οικονομικές του δυνατότητες και να καταστεί έτσι εφικτό να καταδειχθεί η ισχυριζόμενη από πλευράς του αλλαγή στην οικονομική και επαγγελματική του κατάσταση τον Ιούνιο του
- Υπό το φως των πιο πάνω και αξιολογώντας τη μαρτυρία του κατηγορουμένου στο σύνολο της έχοντας κατά νου το περιεχόμενο των απαντήσεων στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του αφού η κυρίως εξέταση του ουσιαστικά περιορίστηκε στην υιοθέτηση της γραπτής δήλωσης του Τεκμήριο 4 και έχοντας παραθέσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά μόνο παραδείγματα καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, την οποία απορρίπτω ως αναξιόπιστη, στην έκταση βέβαια που τούτη διαφέρει από τη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη, τα αμφισβητούμενα γεγονότα και τα κατατεθέντα τεκμήρια. Ευρήματα Έχοντας αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου τα γεγονότα που αποτελούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας: Στις 07/04/2009 στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 1586/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κατόπιν ακρόασης της αγωγής το Δικαστήριο διέταξε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ της παραπονούμενης στην παρούσα υπόθεση (Εναγόμενης και Ενάγουσας δια ανταπαιτήσεως στην προαναφερόμενη αγωγή) και εναντίον του κατηγορουμένου (Ενάγοντα και Εναγόμενου δια ανταπαιτήσεως στην προαναφερόμενη αγωγή), όπως υπολογίστηκαν από το Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €9.437,53 με νόμιμο τόκο 8% από 25/02/2002 μέχρι 14/10/2008 και 5.5% από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. €1.412,12 πλέον €76,00 έξοδα της απόφασης (Τεκμήριο 1). Στις 16/03/2011 στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος διατάχθηκε από το Δικαστήριο να πληρώσει το προς την παραπονούμενη το εξ αποφάσεως χρέος του ως και τα έξοδα του δια μηνιαίων δόσεων εκ €170,00 από την 01/07/2011 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος διατάχθηκε όπως πληρώσει προς την παραπονούμενη το ποσό των €376,00 έξοδα της αιτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων του διατάγματος, πλέον 15% Φ.Π.Α. Ο κατηγορούμενος μετά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης και διατάγματος, ουδέν ποσό πλήρωσε στην παραπονούμενη. Το εξ αποφάσεως χρέος του κατηγορουμένου κατά ή περί την 03/07/2013 ανερχόταν στο ποσό των €10.031,53 πλέον τόκους μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α., το οποίο εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με το προαναφερόμενο διάταγμα και εξακολουθεί να οφείλει μέχρι και σήμερα προς την παραπονούμενη τις επτά μηνιαίες δόσεις οι οποίες αφορούν τις δόσεις από 01/07/2011 μέχρι και 01/01/2012 αμφότερων συμπεριλαμβανομένων και οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €1.190,
- Στις 10/06/2011 στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης 144/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 5). Ο κατηγορούμενος τον Ιούνιο του 2011 βρέθηκε χωρίς απολαβές ενώ τον Ιούλιο του 2011 άρχισε να εργάζεται στο εργοστάσιο Joanni Marmi Ltd με μηνιαίες απολαβές €
- Απώλεσε δε την εν λόγω εργασία το έτος
- Μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 16/03/2011 (Τεκμήριο 2), δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο οποιαδήποτε αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος. Εναντίον του κατηγορουμένου στα πλαίσια της αίτησης 157/00 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε να καταβάλει μηνιαίως από 01/11/2000 και μετέπειτα την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός το ποσό των Λ.Κ.500 ως συνεισφορά του στη διατροφή των ανήλικων τέκνων του Ανδρέα, Θέα και Κωνσταντίνου, από 1/3 για το καθένα. Σήμερα τα τέκνα του είναι ηλικίας 29, 19 και 17 ½ ετών αντίστοιχα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Επειδή ως έχει προαναφερθεί έκαστη κατηγορία στηρίζεται στο αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή που διαλαμβάνει ο περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008), θα εξετάσω τις σχετικές πρόνοιες του νομοθετήματος. Αναμφίβολα, η νομική βάση που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, είναι αυτή των άρθρων 3
(1)(γ) και 3
(2)του Ν.60
(1)/2008. Το άρθρου 3
(1)(γ) του προαναφερόμενου Νόμου διαλαμβάνει πως οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους, «(γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών που θα πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή είναι τα ακόλουθα: (α) ο κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης (β) η παραπονούμενη είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής (γ) η ύπαρξη εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους (δ) η ύπαρξη διατάγματος πληρωμής του προαναφερόμενου εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, και (ε) η παράλειψη από τον κατηγορούμενο καταβολής οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής. Επίσης σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 3 του ίδιου προαναφερόμενου Νόμου, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει στην παραπονούμενη κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής, τουλάχιστον τριών δόσεων, εκτός εάν το οφειλόμενο χρέος που υπολείπεται για να εξοφληθεί, είναι ολιγότερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε τρεις δόσεις και ο κατηγορούμενος παραλείπει να καταβάλει αυτές. Σύμφωνα δε με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Νόμου 60(Ι)/2008, οι οροί «εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος», «εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους» και «εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής» έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από το Άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, «εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής» σημαίνει «πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων», «εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους» σημαίνει «πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων» και «εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος» σημαίνει «χρήματα που επιδικάστηκαν με δικαστική απόφαση». Πρέπει, επίσης, να αποδειχθεί και η ύπαρξη, κατά το χρόνο που μια μηνιαία δόση παρουσιάζεται ως απαιτητή, του υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Αυτό προϋποθέτει την απόδειξη του εξ αποφάσεως χρέους προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή και τον υπολογισμό του ποσού που οφείλεται βάσει της απόφασης, πλέον ο τόκος που προνοείται στην απόφαση, πλέον τα επιδικασθέντα έξοδα. Σε σχέση με την θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος η απόδειξη ότι η παράλειψη καταβολής της δόσης οφείλεται σε λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τούτο έχοντας κατά νου την απόφαση στην υπόθεση Μανώλη Σιδηρόπουλος ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 15, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αρχή που καθιέρωσε η υπόθεση R v. Hunt
(1987)1 All E.R.1, ανέφερε τα ακόλουθα επί του θέματος του βάρους απόδειξης ορισμένων γεγονότων: «Όταν μια νομοθετική διάταξη προβλέπει ρητά ότι εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει ορισμένα γεγονότα τότε, αναμφίβολα, το βάρος της απόδειξης των γεγονότων αυτών βρίσκεται στους ώμους της. Όταν, όμως, η νομοθετική διάταξη δεν περιέχει τέτοια πρόβλεψη, τότε το κατά πόσο οι πρόνοιες της δημιουργούν σιωπηρά (impliedly) τέτοια υποχρέωση στην Υπεράσπιση εξαρτάται από την ερμηνεία που θα τους δοθεί. Όταν το λεκτικό της διάταξης δεν επιδέχεται σαφή ερμηνεία, το Δικαστήριο, στην προσπάθεια του να εξακριβώσει την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη, μπορεί να προστρέξει και σε εξωγενή κριτήρια όπως, λόγου χάριν, στην αιτιολογία της διάταξης, στους σκοπούς που επιδιώκει, στη φύση της βλάβης που στοχεύει να αποτρέψει, αλλά και σε άλλα, καθαρά πρακτικής φύσεως κριτήρια, που αφορούν το βάρος της απόδειξης και, ειδικότερα, στην ευκολία ή τη δυσκολία της πάθε πλευράς να αποσείσει το βάθος της απόδειξης. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Griffiths στην υπόθεση Hunt (πιο πάνω) στη σελίδα 11:- "... However, their Lordships were in agreement that if the linguistic construction of the statute did not clearly indicate on whom the burden should lie the court should look to other considerations to determine the intention of Parliament, such as the mischief at which the Act was aimed and practical considerations affecting the burden of proof and, in particular, the ease or difficulty that the respective parties would encounter in discharging the burden. I regard this last consideration as one of great importance, for surely Parliament can never lightly be taken to have intended to impose an onerous duty on a defendant to prove his innocence in a criminal case, and α court should be very slow to draw any such inference from the language of a statute. When all the cases are analysed, those in which the courts have held that the burden lies on the defendant are cases in which the burden can be easily discharged." (Βλ., και το σχόλιο της υπόθεσης Hunt στο [1987] Crim.L.R. 263 και την υπόθεση Rex v. Alath Construction Ltd. [1990] Crim.LR. 516.)» Καθοδηγούμενη από την προαναφερόμενη νομολογία και τις αρχές που καθιέρωσε επί του θέματος, θεωρώ ότι το βάρος απόδειξης ότι η παράλειψη πληρωμής των δόσεων οφείλεται σε λόγο άλλο από φυσική ή οικονομική αδυναμία βρίσκεται στους ώμους της υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος μπορεί πιο εύκολα από οποιονδήποτε άλλον να αποδείξει ότι τελεί σε οικονομική ή φυσική αδυναμία αφού πρόκειται για γεγονότα που εμπίπτουν στην προσωπική του σφαίρα γνώσεων. Κρίνω ότι αντίθετη προσέγγιση θα έβαζε δυσανάλογο και δύσκολο βάρος στους ώμους της παραπονούμενης αν όχι αδύνατο, να αποσεισθεί. Το Άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου 60(Ι)/2008 αναφέρει τις υπερασπίσεις που ο κατηγορούμενος δύναται να προβάλει σε κατηγορία που του προσάπτεται δυνάμει του Άρθρου 3
(1)(γ) και να αποδείξει αυτές με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, εφ' όσον η παραπονούμενη αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το εδάφιο
(4)(γ) του άρθρου 3 του Νόμου 60(Ι)/2008 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «(γ) προκειμένου περί κατηγορίας, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν.» Δεν υπάρχει αμφιβολία πως με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει το πρώτο και δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος τόσο με την μαρτυρία της Μ.Κ.1 όσο και δια μέσου του Τεκμηρίου
- Δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, με την έννοια που αποδίδεται στο άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ως επίσης ότι η παραπονούμενη είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, με την έννοια που αποδίδεται επίσης δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Άλλωστε, το Τεκμήριο 1 που αφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 1586/02 σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του κατηγορούμενου με έξοδα υπέρ της παραπονούμενης όπως υπολογίστηκαν από το Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €9.437,53 με νόμιμο τόκο 8% από 25/02/2002 μέχρι 14/10/2008 και 5.5% από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. €1.412,12 πλέον €76,00 έξοδα της απόφασης κατατέθηκε εξ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου του. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία πως με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Δηλαδή ότι υπάρχει εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, το οποίο δεν έχει ακόμα εξοφληθεί, με την έννοια που αποδίδεται στο άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η Μ.Κ.1 στην μαρτυρία της, ανάφερε ότι, ο κατηγορούμενος μετά την έκδοση του διατάγματος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, ως επίσης ότι το εξ αποφάσεως χρέος του κατηγορουμένου την 03/07/2013 ανερχόταν στο ποσό των €10.031,51 πλέον τόκους μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση αμφισβήτησε όσα η Μ.Κ.1 ανέφερε σε σχέση με τα προαναφερόμενα γεγονότα. Αναφορικά με το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ως περιγράφηκε πιο πάνω, κρίνω επίσης ότι έχει αποδειχθεί. Άλλωστε ούτε η ύπαρξη διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου έχει αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος με την μαρτυρία του επιβεβαίωσε το γεγονός αυτό και το Τεκμήριο 2 που αφορά στο διάταγμα ημερομηνίας 16/03/2011 που εκδόθηκε εκ συμφώνου στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 1586/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με το οποίο διατάχθηκε ο κατηγορούμενος να καταβάλει προς την παραπονούμενη το εξ αποφάσεως χρέος του ως και τα έξοδα δια μηνιαίων δόσεων εκ €170,00 από την 01/07/2011 μέχρι εξοφλήσεως, κατατέθηκε εξ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχόμενου του. Αναφορικά με το πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ως επίσης περιγράφηκε πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί και αυτό με την αποδεχτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει στην παραπονούμενη, 7 μηνιαίες δόσεις ήτοι τις δόσεις από 01/07/2011 μέχρι 01/01/
- Άλλωστε, ο κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση αμφισβήτησε όσα η Μ.Κ.1 ανέφερε σε σχέση με την παράλειψη του κατηγορουμένου να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο διατάχθηκε να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με δόσεις. Έχοντας καταλήξει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την ύπαρξη των πιο πάνω αναφερόμενων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ο κατηγορούμενος θα πρέπει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, να αποδείξει την υπεράσπιση του άρθρου
(3)4(γ) του ιδίου νόμου. Έχοντας κατά νου την μαρτυρία του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτά εντάσσονται στην υπεράσπιση περί μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης. Πλην όμως κρίνω πως μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε μεταβολή στην οικονομική κατάσταση του σε βαθμό που να επηρεάζει την ικανότητα του για πληρωμή των μηνιαίων δόσεων κατά τον επίδικο χρόνο. Αφού η επίδικη περίοδος που το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρξε μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης είναι η περίοδος από την 01/07/2011 μέχρι 01/01/2012. Έχοντας κατά νου όσο επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος προς το σκοπό να αποδείξει στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την υπεράσπιση του, κρίνω ότι η έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν είναι αρκετό για να τεκμηριώσει την θέση του, όταν μάλιστα ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής και μάλιστα τον Ιούλιου του 2011 βρήκε εργασία έχοντας μηνιαίες απολαβές, εργασία την οποία απώλεσε το 2013, ενώ κατά την έκδοση του διατάγματος δεν είχε εργασία. Ούτε βεβαίως το διάταγμα διατροφής που εκδόθηκε εναντίον του το 2000 μπορεί να συμβάλει για να επιτύχει την υπεράσπιση του ο κατηγορούμενος, αφού αποτελεί γεγονός προγενέστερο της έκδοσης του διατάγματος για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του με μηνιαίες δόσεις και της επίδικης περιόδου ήτοι από 01/07/2011 μέχρι 01/01/2012 που όφειλε να καταβάλει τις δόσεις που αφορούν την παρούσα διαδικασία, έχοντας μάλιστα εισοδήματα κατά τον χρόνο αυτό και ενηλικιωθεί το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά του που αφορούσε το διάταγμα διατροφής των τέκνων του. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπεράσπιση που προώθησε ή και οιανδήποτε άλλη υπεράσπιση του άρθρου 3
(4)(γ) του Νόμου 60
(1)/2008. Συνακόλουθα υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Επομένως ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο