← Κύπρος

Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΤΑΚΗΣ ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:27336/11, 20/5/2014

Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΤΑΚΗΣ ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:27336/11, 20/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:27336/11 Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ -εναντίον-

  1. ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ ΤΑΚΗΣ ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ ΛΤΔ
  2. Χριστάκης (Τάκης) Σιεγγερής
  3. Ιωάννης Καρβέλλης Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Μαΐου, 2014 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Ι. Μούρος Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Χρ. Γαβριηλίδης Για Κατηγορούμενο 3: κα Ρ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης Όψεως) Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετωπίζουν από κοινού δύο κατηγορίες, που αφορούν το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 372, 20 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (πρώτη κατηγορία) και το αδίκημα της εξασφάλισης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (δεύτερη κατηγορία). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει, ακόμη δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της συνέργειας στην έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(1), 20 και 25 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία) και το αδίκημα της παροχής βοήθειας και/ή παρακίνησης της κατηγορουμένης 1 κατά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τους Ν. 36(Ι)/97και 25(Ι)/2003 (πέμπτη κατηγορία) Ενώ η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει, περαιτέρω, ακόμη μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε από τους Ν.36(Ι)/97και 25(Ι)/2003, (τέταρτη κατηγορία). Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της πρώτης κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Ιουνίου 2010 στη Λευκωσία συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλαδή να διαπράξουν αδίκημα απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω και σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι στις 27/06/2010 στην Λευκωσία, δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασαν από την παραπονούμενη εμπορεύματα αξίας €43.750 και παρέδωσαν σε αυτήν την επιταγή με αριθμό 22107409 επί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Περιοχών Σταυροβουνίου - Λευκάρων, για το ποσό των €43.750 με ημερομηνία πληρωμής 29/06/2010, χωρίς την αναγραφή του ονόματος του δικαιούχου, την οποία παρέδωσαν στην παραπονούμενη, η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως επαρκών υπολοίπων ενώ γνώριζαν ότι στην πραγματικότητα η ως άνω επιταγή δεν ήταν δυνατό να εξοφληθεί λόγω ελλείψεως επαρκών υπολοίπων. Σύμφωνα περαιτέρω με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της τρίτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, αυτός στις 27/06/2010 στην Λευκωσία υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και ή διευθύνων σύμβουλος της κατηγορούμενης 1 συνέργησε μετά των κατηγορουμένων 1 και 3 προς έκδοση της προαναφερόμενης επιταγής, χωρίς την αναγραφή του ονόματος του δικαιούχου, την οποία παρέδωσαν στον κατηγορούμενο 3 και ακολούθως ο κατηγορούμενος 3 την παρέδωσε στην παραπονούμενη, η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεων επαρκών υπολοίπων ενώ γνώριζαν ότι στην πραγματικότητα η ως άνω επιταγή δεν ήταν δυνατό να εξοφληθεί λόγω ελλείψεως επαρκών υπολοίπων. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του παρείχε βοήθεια και/ή παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 στην έκδοση της προαναφερόμενης επιταγής. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, κατηγορείται ότι κατά ή περί την 27/06/2010 στη Λευκωσία εξέδωσε με την υπογραφή του διευθυντή της, κατηγορούμενου 2 την προαναφερόμενη επιταγή, χωρίς την αναγραφή του ονόματος του δικαιούχου, την οποία παρέδωσε στον κατηγορούμενο 3 και ακολούθως ο κατηγορούμενος 3 την παρέδωσε στην παραπονούμενη, η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως επαρκών υπολοίπων και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσία της. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις προαναφερόμενες κατηγορίες και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι η εταιρεία Αλουμίνια Τάκης Σιεγγέρης Λτδ, είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών Κύπρου και ότι διευθυντής της συγκεκριμένης εταιρείας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι ο Τάκης Σιεγγέρης. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορούμενων 1, 2 και 3 εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Ενώ αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Θα αναφερθώ στην συνέχεια στις θέσεις τους όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας. Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ.133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεση: «Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 W.L.R. 441). Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους. Για τον σκοπό εξέτασης της εισήγησης των συνηγόρων των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο Μ.Κ.1 Παναγιώτης Κάττος, ανέφερε ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας και γνωρίζει τους κατηγορούμενους. Με τον Κατηγορούμενο 3 ως ανέφερε συνεργαζόταν ενώ τον κατηγορούμενο 2 τον γνώρισε προσωπικά μετά που επιστράφηκε η επιταγή. Γνώριζε όμως ονομαστικά την εταιρεία του κατηγορουμένου 2 από πιο πριν γιατί ο κατηγορούμενος 3 του είχε δώσει ξανά επιταγή της εν λόγω εταιρείας την οποία στην συνέχεια του είχε επιστρέψει. Ανέφερε περαιτέρω ότι η συνεργασία που είχε με τον κατηγορούμενο 3 ήταν να παραλαμβάνει εμπορεύματα από την LG κατόπιν εντολής του και να τα πωλεί με όφελος 5% πάνω στις τιμές που αγόραζε. Αυτή η συνεργασία ξεκίνησε τον Μάιο του
  1. Όταν όμως επιστράφηκε η επιταγή φάνηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 τα εμπορεύματα τα παραλάμβανε από την LG και τα πωλούσε μισοτιμής της χονδρικής τιμής. Μέχρι και τον Ιούνιο του 2010 η συνεργασία τους ήταν εντάξει, φαινόταν ότι πλήρωνε έναντι του λογαριασμού αν και τα υπόλοιπα αυξάνονταν ραγδαία ξεπερνώντας τις €100.
  2. Οπόταν και πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 3 πως δεν θα έπαιρνε άλλα εμπορεύματα εάν δεν του έδινε τουλάχιστον €100.
  3. Συνεπεία τούτου στις 27/06/2010 ο κατηγορούμενος 3 πήγε στο κατάστημα του και του πήρε ορισμένα μετρητά και την επιταγή, όλα συνολικού ποσού περί τις €78.
  4. Η επιταγή ήταν για το ποσό των €43.750 με ημερομηνία 29/06/2010 και με αριθμό 22107409, της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Σταυροβουνίου - Λευκάρων. Η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στο λογαριασμό της εταιρείας του, στην Ελληνική Τράπεζα. Εκδότης της εν λόγω επιταγής ήταν η εταιρεία Αλουμίνια Τάκης Σιεγγερής Λτδ. Διευθυντής της εν λόγω εταιρείας είναι ο Τάκης Σιεγγερής, δηλαδή ο κατηγορούμενος
  5. Παρόλα αυτά η επιταγή στον χώρο του δικαιούχου δεν είχε όνομα, ήταν ανοικτή και ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι η επιταγή είναι καλή. Τον ρώτησε επανειλημμένως, λόγω του ότι ήθελε να αποσπάσει από την εταιρεία του και άλλα εμπορεύματα και ο ίδιος (δηλαδή ο Μ.Κ.1) αρνείτο, με τον κατηγορούμενο 3 να τον διαβεβαιώνει ότι η επιταγή είναι εντάξει και θα περάσει. Αποτέλεσμα αυτού ήταν την επόμενη μέρα να παραλάβει από την LG εμπορεύματα αξίας περίπου €45.
  6. Το όνομα στην επιταγή της παραπονούμενης εταιρείας, ως ανέφερε το συμπλήρωσε ο ίδιος. Αφού κατατέθηκε η επιταγή μετά από λίγες ημέρες ειδοποιήθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκεί υπόλοιπα. Η επιταγή για πρώτη φορά κατατέθηκε στις 30/06/
  7. Την 01/07/2010 ειδοποιήθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκεί υπόλοιπα και κατατέθηκε ξανά στις 22/07/
  8. Όμως στις 26/07/2010 και πάλι τον ειδοποίησαν ότι δεν υπήρχαν επαρκεί υπόλοιπα. Ο κατηγορούμενος 2 εκδότης της επιταγής είχε επικοινωνήσει μαζί του και του ζητούσε να μην την καταθέσει. Αρχικά του είπε ότι παράγγειλε τηλεοράσεις, αργότερα όμως του εκμυστηρεύτηκε ότι το συγκεκριμένο μοντέλο των τηλεοράσεων το προσέφερε ο κατηγορούμενος 3 στην τιμή των €120, €125 ενώ η χονδρική τιμή ήταν περίπου €
  9. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 ζητούσε πίσω την επιταγή γιατί δεν συμβάδιζε το ποσό των τηλεοράσεων έναντι της χονδρικής τιμής και της τιμής της επιταγής και τότε κατάλαβε ότι κάτι πήγαινε λάθος. Η LG ως ανέφερε είναι εταιρεία που πουλά ηλεκτρικά είδη. Ενώ η εταιρεία Cyprus Radiolectrix Co Ltd, είναι επίσημος αντιπρόσωπος της LG στην Κύπρο. Η εν λόγω εταιρεία ως ανέφερε, εξέδιδε τιμολόγια των οποίων παραλήπτης ήταν ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος και παραλάμβανε τα εμπορεύματα με way bills και μετά ο πωλητής της εταιρείας LG πήγαινε στο μαγαζί του (δηλαδή του Μ.Κ.1) και του έπαιρνε τα πραγματικά τιμολόγια τα οποία υπέγραφε ο ίδιος (δηλαδή ο Μ.Κ.1). Το συνολικό ποσό των τιμολογίων που εκδόθηκαν στις 28/06/2010 ήταν για το ποσό των €45.481,
  10. Ο λόγος που υπέγραψε το διατακτικό για να πάρει εμπορεύματα ο κατηγορούμενος 3 ήταν γιατί του υποσχέθηκε ότι εάν το υπέγραφε θα του πλήρωνε την επόμενη, δηλαδή στις 29/06/2010 τα εμπορεύματα που θα παραλάμβανε στις 28/06/2010 και επίσης θα συμπλήρωνε το ποσό των €100.000 που υποσχέθηκε δηλαδή άλλες €22.000 για να μπορέσει και ο ίδιος με την σειρά του να πληρώσει τον προμηθευτή του δηλαδή την Cyprus Radiolectrix Co Ltd. Για να τον πείσει ότι θα τον πλήρωνε του παρουσίασε, ως αναφέρει, και τον αγοραστή τον εμπορευμάτων από το ξενοδοχείο ΠΕΥΚΟΣ. Τα μετρητά και τις επιταγές που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος 3 τα έκανε κατάθεση σε κατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας. Μετά από λίγες μέρες τον πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος 2 τον οποίον δεν γνώριζε προσωπικά και του είπε ότι πρέπει να αποσύρει την επιταγή του από την τράπεζα και να του την επιστρέψει γιατί τον είχε ξεγελάσει ο κατηγορούμενος
  11. Επίσης του ανέφερε ότι δεν του παρέδωσε τις τηλεοράσεις LG 22'' που του είχε πληρώσει. Ως αναφέρει ο Μ.Κ.1, δεν γνωρίζει τίποτα για την παραγγελία αυτή. Ανέφερε επίσης ότι τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και ο κατηγορούμενος 3 είχαν πάει στο κατάστημα του για να τον πείσουν να τους επιστρέψει την επιταγή. Πλην όμως δεν πείσθηκε ότι τα γεγονότα ήταν ως του τα είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος 2 και τούτο γιατί του είχε αναφέρει ότι πρώτη φορά συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο 3 και ότι δεν τον γνώριζε, ενώ είχε συνεργαστεί και παλαιοτέρα μαζί του. Επίσης, γιατί το κόστος για τις συγκεκριμένες τηλεοράσεις ήταν €220 πλέον 15% Φ.Π.Α. δηλαδή €253 έκαστη και του έλεγε ότι τις αγόρασε από τον κατηγορούμενο 3 έναντι της τιμής των €125 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Υποστηρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώρισε για την απάτη. Περαιτέρω, ένας άλλος λόγος που τον έκανε να μην πεισθεί, ήταν γιατί δεν είχε μέσα ο λογαριασμός του το αντίστοιχο ποσό αφού είχε παραγγείλει τις τηλεοράσεις. Επίσης γιατί ο κατηγορούμενος 2 του είχε υποσχεθεί πως εάν του επέστρεφε την επιταγή θα του έδιδε πληροφορίες για το πως δρούσε ο κατηγορούμενος 3 και οι συνεργάτες του. Πράγμα που, ως αναφέρει, αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε πολύ καλά τι γινόταν σε βάρος του. Περαιτέρω, του είχε πει ο κατηγορούμενος 2 ότι έπρεπε να του επιστρέψει την επιταγή για να την δείξει στον Φανιέρο γιατί ήταν δική του παραγγελία και έπρεπε να τον καθησυχάσουν. Υποστηρίζοντας πως αυτά ήταν τεχνικές και ονόματα που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος 3 για απόσπαση εμπορευμάτων και εκφοβισμό και απάτη. Ως επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι υπάρχουν χειρότερα πράγματα από τα χρέη, όπως ο θάνατος. Περαιτέρω ενώ αρχικά του είχε αναφέρει ότι οι τηλεοράσεις ήταν του Φανιέρου μετά του είπε ότι θα τις πωλούσε στον POP LIFE. Επιπλέον του είχε αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν στην Χαβάη και γυρνούσε στα πιο ακριβά ξενοδοχεία. Προσπαθώντας με αυτό το τρόπο, ως ανέφερε, να τον κάνει να νιώσει ότι ο κατηγορούμενος 3 και οι συνεργάτες του, του την είχαν καλά στημένη και ότι δεν θα είσπραττε ούτε σεντ. Ανέφερε περαιτέρω ότι έκανε καταγγελία στην Πύλη Πάφου εναντίον του κατηγορουμένου 3 και της εταιρείας Ν. Καρβέλλης Petrol Λτδ και ταυτόχρονα κινήθηκε νομικά εναντίον του κατηγορουμένου 2 και της εταιρείας του κατηγορουμένης 1 για την επιταγή των €43.
  12. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο λόγος που επέστρεψε την μεταχρονολογημένη επιταγή της κατηγορουμένης 1 που του είχε δώσει ο κατηγορούμενος 3 παρόλο ότι του χρωστούσε πέραν των €250.000 ήταν γιατί ο κ Πρωτοπαπάς ζητούσε λεφτά και τότε του είπε να του επιστρέψει την επιταγή και να του πάρει μετρητά λεφτά, πράγμα που δεν έπραξε. Διευκρινίζοντας ότι την εν λόγω επιταγή δεν την είχε ποτέ στην κατοχή του αφού όταν είδε ότι ήταν μεταχρονολογημένη την επέστρεψε την ίδια ώρα πίσω. Ακολούθως, επανέλαβε ότι η συνεργασία του με τον κατηγορούμενο 3 άρχισε από τον Μάιο του
  13. Ανέφερε περαιτέρω ότι ξεκίνησε η συνεργασία τους μετά που ο κατηγορούμενος 3 πήγε στο κατάστημα του και του παρουσίασε διάφορους φερόμενους του συνεργάτες. Αναφέροντας, περαιτέρω, ότι αρχικά ήταν μόνος του αλλά μετά άρχισε να του παρουσιάζει διάφορους ανθρώπους που είχαν να κάνουν με τα εμπορεύματα. Η συμφωνία που είχε με τον κατηγορούμενο 3, ως ανέφερε, ήταν ότι ο κατηγορούμενος 3 θα έπαιρνε τα εμπορεύματα από την εταιρεία και το όφελος της δικής του εταιρείας (δηλαδή του Μ.Κ.1) ήταν 5% και από την επόμενη τιμή στη λιανική θα το επωφελείτο ο ίδιος. Διευκρίνισε στην συνέχεια ότι οι διάφοροι άνθρωποι που του παρουσίαζε ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν δική του πελάτες αλλά του κατηγορουμένου 3 ως επίσης ότι ο κατηγορούμενος 3 ουδέποτε του παρουσίασε τον κατηγορούμενο 2 ως πελάτη. Στην συνέχεια ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 παραλάμβανε τα εμπορεύματα από την εταιρεία Cyprus Radiolectrix και ότι για να δώσει η εν λόγω εταιρεία οποιαδήποτε εμπορεύματα, ο κατηγορούμενος 3 χρειαζόταν να έχει διατακτικό που έβγαζε ο κατηγορούμενος και το σφράγιζε και το υπέγραφε ο ίδιος (δηλαδή ο Μ.Κ.1). Στην συνέχεια η εταιρεία Cyprus Radiolectrix απέστελλε στον ίδιο (δηλαδή το Μ.Κ.1) το credit sales invoice που αναγράφονταν οι τιμές. Ανέφερε στην συνέχεια ότι στις 28 Ιουνίου του 2010 ο κατηγορούμενος 3 είχε κάνει και άλλες παραγγελίες προϊόντων πέραν αυτών που είχε αναφέρει, το κόστος των οποίων ήταν κοντά των στις €100.
  14. Αναφέροντας περαιτέρω ότι για αυτά τα εμπορεύματα που παρέλαβε ο κατηγορούμενος 3 εξέδωσε τιμολόγια στο όνομα Ν. Karvellis Petrol Ltd κατόπιν εντολής του τελευταίου. Αναφέροντας επίσης ότι τα τιμολόγια αυτά εκδόθηκαν στο όνομα της εταιρείας του πατέρα του κατηγορούμενου 3, όταν κατάλαβε ότι ο τελευταίος του έλεγε ψέματα να περιμένει να εκδώσει τα τιμολόγια όταν θα δημιουργούσε καινούργια εταιρεία. Αναφέροντας επίσης ότι και οι αποδείξεις για όσα λεφτά πληρώθηκαν έναντι της αξίας των εμπορευμάτων που παρέλαβε ο κατηγορούμενος 3 εκδόθηκαν στο όνομα της εν λόγω εταιρείας. Επιβεβαίωσε ακολούθως ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν στο όνομα της εταιρείας του πατέρα του κατηγορουμένου 3 στάληκαν σε αυτόν μέσω επιστολής του δικηγόρου του. Αναφέροντας περαιτέρω ότι παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €350.000 μέρος των οποίων είναι και το ποσό της επίδικης επιταγής. Στην συνέχεια της μαρτυρίας του συμφώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι για την παραγγελία 350 τηλεοράσεων είχε βγάλει και διατακτικό όμως αρνήθηκε ότι ήταν εκείνο που του υπέδειξε ο συνήγορος υπεράσπισης, αιτιολογώντας αυτό στην απουσία της υπογραφής του επί αυτού, αφού ως ανέφερε πάντοτε όταν έκδιδε διατακτικό έβαζε την σφραγίδα της εταιρείας του και την υπογραφή του. Αρνήθηκε στην συνέχεια ότι γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή αφορούσε την παραγγελία των 350 τηλεοράσεων. Αναφέροντας όμως ότι ο κατηγορούμενος 2 τον είχε επισκεφθεί δύο με τρεις μέρες μετά που επιστράφηκε πίσω η επιταγή και του είπε για την παραγγελία των τηλεοράσεων από τον κατηγορούμενο 3 στην τιμή των €125 τις οποίες δεν παρέλαβε, υποστηρίζοντας ότι τον είχε ξεγελάει ο κατηγορούμενος 3 για να του πιάσει τα λεφτά και ταυτόχρονα ως ανέφερε ο Μ.Κ.1 να ξεγελάσει και τον ίδιο για να βγάλει επιταγές στην Radiolectrix. Ήταν η θέση του πως ως ανέφερε και στον κατηγορούμενο 2 δεν μπορούσε να συνυπάρξει η τιμή των τηλεοράσεων που ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 με τις πραγματικές τιμές. Εκφράζοντας τις αμφιβολίες του αν ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε την απάτη ή αν δεν ήταν συνένοχος του κατηγορουμένου 3 ο οποίος δέχθηκε τις τιμές των τηλεοράσεων για να τον ξεγελάσουν. Δέχθηκε στην συνέχεια ότι αρχικά είχε πει στον κατηγορούμενο 2, μετά που ο τελευταίος του είπε ότι δεν παρέλαβε τα προϊόντα ότι θα του επέστρεφε την επιταγή όταν θα την παραλάμβανε πίσω, πλην όμως στην συνέχεια, ως ανέφερε δεν τον έπεισε γιατί χρησιμοποίησε τις διάφορες τεχνικές που ανέφερε στην κατάθεση του για να του αποσπάσει την επιταγή. Συμφώνησε στην συνέχεια με υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και 2, ότι ο κατηγορούμενος 2 την ημέρα που κατέθεσε την επιταγή απουσίαζε εκτός Κύπρου. Ως επίσης ότι του είχε αναφέρει ότι μόλις έμαθε ότι τα εμπορεύματα δεν παραλήφθηκαν από την Cyprus Radiolectrix γιατί δεν υπήρχε στοκ, μετάβηκε ο ίδιος στην ΣΠΕ Σταυροβουνίου - Λευκάρων για να κάνει ανάκληση της επιταγής, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό γιατί είχε ήδη κατατεθεί η επιταγή και σφραγιστεί. Στην συνέχεια της μαρτυρίας του ανέφερε ότι στις 07/07/2010 είχε κάνει καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του κατηγορουμένου 3 και της εταιρείας N. Karvelis Petroleum Ltd ότι τον εξαπάτησε ο κατηγορούμενος 3, διευκρινίζοντας ότι δεν έκανε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου 2 και της εταιρείας του. Αναφέροντας επίσης ότι παρόλο ότι προσπάθησε να πείσει το C.I.D. ότι όντως ήταν απάτη, δεν τα κατάφερε, ή δεν ήθελαν να αναλάβουν την υπόθεση και δεν προχώρησαν. Διαφωνώντας με την υποβολή του συνηγόρου των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι την υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 2 την προωθεί εκβιαστικά για να εισπράξει ότι εισπράξει. Αναφέροντας περαιτέρω σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε οδηγίες ή εντολές να συμπληρώσει την επιταγή και να την καταθέσει από τον εκδότη της επιταγής, ότι εντολές είχε από τον Ιωάννη Καρβέλη ο οποίος του παρέδωσε την επιταγή έναντι λογαριασμού και δεν ήταν η πρώτη φορά που του δίνουν επιταγές οι οποίες δεν γράφουν το όνομα και το βάζουν με σφραγίδα ή με μολύβι. Αντεξεταζόμενος από την συνήγορο του κατηγορουμένου 3, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η βάση της συνεργασίας τους αρχικά ήταν να παίρνει μικρής ποσότητας εμπορεύματα από την LG και Panasonic, τα οποία θα πωλούσε ο κατηγορούμενος 3 και θα του έπαιρνε στην συνέχεια τα λεφτά. Το όφελος του κατηγορουμένου 3 ως ανέφερε ήταν να αγοράζει σχεδόν χοντρική τιμή και να πωλεί σε λιανική τιμή, δίνοντας το 5% στην εταιρεία του Μ.Κ.
  15. Αναφέροντας, ότι τα εμπορεύματα που αγοράζονταν από την LG πλήρωνε ο ίδιος. Συμφωνώντας με την συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου 3 ότι γνώριζε τι εμπορεύματα λάμβανε ο κατηγορούμενος 3 και γι' αυτό περνούσαν από τα χέρια του τα διατακτικά. Στην συνέχεια επανέλαβε ότι λόγος που δεν έκδιδε τιμολόγια ήταν γιατί του είχε πει ο κατηγορούμενος 3 να περιμένει μέχρι να εγγράψει νέα εταιρεία. Ανέφερε στην συνέχεια ότι ο λόγος που δεν έκδωσε στο όνομα του κατηγορουμένου 3 τα τιμολόγια ήταν γιατί ήταν χρεοκοπημένος, υποστηρίζοντας ότι αυτό το έμαθε μετά. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος δεν ήθελε να εκδώσει τιμολόγια, αναφέροντας περαιτέρω ότι έκδωσε τα τιμολόγια μετά που πίεσε τον κατηγορούμενο 3 να εκδώσουν τα τιμολόγια. Ήταν επίσης η θέση του ότι η συνεργασία του με τον κατηγορούμενο 3 σταμάτησε όταν ο τελευταίος υπέγραψε τα τιμολόγια. Συμφώνησε επίσης με την συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου 3 ότι τα τιμολόγια εκδόθηκαν στις 03/07/2010, αναφέροντας περαιτέρω ότι περίπου το συνολικό τους ποσό είναι €350.
  16. Αρνήθηκε στην συνέχεια υποβολή της συνηγόρου του κατηγορουμένου 3 ότι η υπογραφή επί των τιμολογίων δεν είναι του κατηγορουμένου 3 αλλά ότι ο ίδιος, δηλαδή ο Μ.Κ.1, τα υπέγραψε. Ως επίσης ότι ο λόγος που έκδωσε τα τιμολόγια με την ίδια ημερομηνία είναι για να μπορεί να προχωρήσει με καταχώρηση αγωγής εναντίον του κατηγορούμενου
  17. Σε σχέση με την παραγγελία των 350 τηλεοράσεων, ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε για αυτή την παραγγελία. Αρνήθηκε επίσης υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου 3 ότι γνώριζε και ο λόγος ήταν διότι του είχε πάρει την επιταγή των €43.000 ο κατηγορούμενος 3 ο οποίος του είπε ότι η εν λόγω επιταγή είναι η αξία των 350 τηλεοράσεων, αναφέροντας ότι το κόστος έκαστης τηλεόρασης είναι €252 επί 350 τηλεοράσεων είναι το κόστος τους. Αναφέροντας περαιτέρω ότι είναι περίπου το διπλάσιο των €43.000, γύρω στις €75.000 με €80.
  18. Ανέφερε περαιτέρω, σε ερώτηση της συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου 3 εάν είχε δει τον κατηγορούμενο 2 να υπογράφει την εν λόγω επιταγή, πως του την είχε πάρει ο κατηγορούμενος 3 και δεν γνώριζε οτιδήποτε, ούτε για τηλεοράσεις, ούτε από επιπλέον αγορές, αλλά ήταν ποσό έναντι λογαριασμού. Αναφέροντας επίσης ότι ο λόγος που δεν πήγε στην αστυνομία να καταγγείλει για τις απειλές που ανέφερε στην γραπτή δήλωση του ήταν γιατί δεν ήταν απειλές, ήταν απλές απειλές, μετά συνειδητοποίησε ότι τον μπλόφαρε. Ο Μ.Κ.2, Παναγιώτης Παπακωνσταντίνου, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έχει λογαριασμό στο κατάστημα Ψευδάς ο οποίος ανοίχθηκε στις 10/05/
  19. Σχετικά με την επίδικη επιταγή, ανέφερε ότι αυτή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην εταιρεία τους την 01/07/2010 και επιστράφηκε αυθημερόν πίσω με τη δικαιολογία «να παρουσιαστεί ξανά, ανεπαρκή υπόλοιπο». Αναφέροντας, περαιτέρω ότι το υπόλοιπο την 01/07/2010 ήταν €7.000 περίπου ενώ στις 28 Ιουνίου δικαιούτο €10.
  20. Η επιταγή παρουσιάστηκε ξανά στις 26/07/2010 όπου το υπόλοιπο ήταν περίπου €6.
  21. Διευκρινίζοντας ότι το ανώτερο ποσό που δικαιούτο η κατηγορουμένη 1 εταιρεία για να εξαργυρώσει επιταγή από την 01/07/2010 μέχρι 28/07/2010 ήταν €10.
  22. Ανέφερε, περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που δικαιούτο να υπογράφει για την εν λόγω εταιρεία, ο οποίος συμφώνησε με τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι είναι και ο διευθυντής της εταιρείας. Ανέφερε επίσης, ότι δεν υπήρξε καμία αμφισβήτηση για την υπογραφή της επιταγής. Ήταν η θέση του, στην συνέχεια, ότι ο λογαριασμός δεν έκλεισε, αλλά μπήκε στο ΚΑΠ και ότι το υπόλοιπο του σήμερα είναι €22.011,76 χρεωστικό. Διευκρινίζοντας, όμως ότι για τα λεφτά υπάρχουν εγγυήσεις και οι ανάλογες εξασφαλίσεις με υποθήκες. Κληθείς να αναφέρει εάν έγιναν προσπάθειες να γίνει stop payment, η επιταγή, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι έλαβαν στις 26/07/2010 μια επιστολή από κάποιο δικηγόρο, την ημέρα που παρουσιάστηκε για δεύτερη φορά η επιταγή. Αναφέροντας πως εξ όσων θυμάται δεν τους ενημέρωσε κάποιος για αυτή την επιταγή πιο πριν ότι ήθελε να την κάνει stop payment. Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Κ.2, σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και 2, ότι ο κατηγορούμενος 2 την 01/07/2010 επισκέφθηκε προσωπικά ο ίδιος τη ΣΠΕ Περιοχών Σταυροβουνίου - Λευκάρων όπου ζήτησε και παρέλαβε έντυπο με την ονομασία «εντολή μη πληρωμής επιταγής», το οποίο του έδωσε κάποιος υπάλληλος και το συμπλήρωσε, ανέφερε ότι δεν θυμάται και ότι μπορεί να έγινε αυτό το γεγονός. Σε υποβολή δε του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι ο υπάλληλος του είπε ότι δυστυχώς είναι αργά γιατί ήδη έχει σφραγιστεί η επιταγή, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν ξέρει αν ο υπάλληλος που το χειρίστηκε έδωσε αυτή την απάντηση, προσθέτοντας όμως ότι αν δεν υπάρχουν τα λεφτά μέσα δεν μπορεί να δεχτεί να γίνει stop payment η επιταγή. Σε σχέση με τον λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, διευκρίνισε ότι το όριο του εν λόγω λογαριασμού είναι €21.000 και ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο ποσό που μπορεί να καταθέσει και να κάνει στην συνέχεια ανάληψη του συγκεκριμένου ποσού. Έχοντας κατά νου την προσαχθείσα από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, εν πρώτοις θα πρέπει να λεχθεί ότι έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δεν διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση να είναι η μαρτυρία τόσον αντινομική ή μη πειστική σε βαθμό που να έπρεπε να ανακοπεί η υπόθεση σ' αυτό το στάδιο για ένα τέτοιο λόγο. Αυτό που συνεπώς απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος που είναι το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, εδράζεται στο άρθρο 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, σύμφωνα με το οποίο: « Όποιος συνωμοτεί με άλλο πρόσωπο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με του νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος». Η συνωμοσία προϋποθέτει συμφωνία. Αυτό συντελείται από τη στιγμή που 2 ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να πετύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Για τη συμπλήρωση του αδικήματος το μόνο που είναι απαραίτητο είναι να υπάρχει συμφωνία μεταξύ αυτών που συνωμοτούν για την επίτευξη οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους, (βλ. Gani v. Δημοκρατίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 και Eminyet κ.ά. v. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 216). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, 2009, σελ. 3000, παρ, 33-14, η συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί με τον συνήθη τρόπο ή με την απόδειξη τέτοιων συνθηκών από τις οποίες οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) μπορούν να το συμπεράνουν. Επίσης αναφέρεται ότι «Proof of the existence of a conspiracy is generally a "matter of inference, deduced from certain criminal acts of the parties accused, done in pursuance of an apparent criminal purpose in common between them".» Περαιτέρω, για το αδίκημα της συνομωσίας θα πρέπει να αποδειχθεί και η ένοχη σκέψη. Το ακόλουθο απόσπασμα από το ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 3001, παρ. 33-15, είναι διαφωτιστικό: «Mens rea is an essential element in conspiracy only in that there must be an intention to be a party to an agreement to do an unlawful act. In R. v. Anderson
(1986)A.C. 27, Lord Bridge said: "But beyond the mere fact of agreement, the necessary mens rea of the crime is, in my opinion, established if, and only if, it is shown that the accused when he entered into the agreement, intended to play some part in the agreed course of conduct in furtherance of the criminal purpose which the agreed course of conduct was intended to achieve. Nothing less will suffice; nothing more is required" (at p. 39E).» Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η ένοχη σκέψη για τη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος δεν υποστηρίζει απαραίτητα και την κατηγορία για συνομωσία προς διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Σχετικά παραπέμπω στο προαναφερόμενο σύγγραμμα στη σελ. 3002, παρ. 33-
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της σχετικής κατηγορίας, η συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, αφορά την συμφωνία των κατηγορουμένων να διαπράξουν το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, ουδεμία μαρτυρία προσήχθηκε η οποία να τείνει να καταδείξει στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης πως οι κατηγορούμενοι συνήψαν συμφωνία για να διαπράξουν το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 και ο κατηγορούμενος 2 είχαν συνεργαστεί και προηγουμένως ως ανέφερε ο Μ.Κ.1, αφού και σε προηγούμενο στάδιο ο κατηγορούμενος 3 είχε δώσει στον Μ.Κ.1, μία επιταγή της κατηγορουμένης 1, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη και την οποία ο Μ.Κ.1 δεν αποδέχτηκε και επέστρεψε την ίδια στιγμή στον κατηγορούμενο 3, δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει ένα λογικό Δικαστήριο σ' ένα τελικό στάδιο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το καταλογιζόμενο από την παραπονούμενη πλημμέλημα. Ούτε βεβαίως όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι του είπε ο κατηγορούμενος 2 στην προσπάθεια του να λάβει πίσω την επίδικη επιταγή αλλά και ότι δεν είχε μέσα ο λογαριασμός το αντίστοιχο ποσό της επιταγής είναι μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων το συστατικό στοιχείο της ύπαρξης συμφωνίας, για να μπορούν να κληθούν οι κατηγορούμενοι σε απολογία στην εν λόγω κατηγορία. Κατά συνέπεια καταλήγω πως ελλείπει μαρτυρία απόδειξης συστατικού στοιχείου του αδικήματος και κρίνεται ορθότερο όπως η εν λόγω κατηγορία ανακοπεί στο παρόν στάδιο για όλους τους κατηγορούμενους. Το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, που είναι το αντικείμενο της δεύτερης κατηγορίας, που ως έχει προαναφερθεί εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «
  3. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Από την ανάγνωση των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, είναι τα ακόλουθα:
  1. η απόκτηση αντικειμένου δυνάμενου να κλαπεί,
  2. δια ψευδούς παραστάσεως και
  3. με πρόθεση καταδολίευσης. Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης ψευδούς παράστασης. Θα πρέπει δηλαδή, να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του, (βλ. R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132). Δηλαδή, η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Η απόδειξη του ότι η ψευδής παράσταση όντως επενέργησε στο μυαλό του εξαπατηθέντος, δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύεται με την κατευθείαν μαρτυρία κάποιου μάρτυρα, εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η ισχυριζόμενη ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν μόνος λόγος ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί σαν ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης (βλ. R. v. Sullivan, (ανωτέρω)). Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος σαν υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι, απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια. Η συμπεριφορά και οι πράξεις του δράστη, χωρίς οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή παράσταση θα ήταν αρκετές. Από την άλλη, η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά, δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη, αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής, (βλ. B.R. v. Jones
(1898)1 Q.B. 119). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς. Θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος, όταν προέβαινε σε αυτές, γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή δεν πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων, βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως ειδικότερα τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 861, τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκαν στη σελίδα 866: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψεύδος της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιστάσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), «The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion». Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.» Αναφορικά με την πρόθεση καταδολίευσης, σε πολλές περιπτώσεις δυνατό να συνάγεται από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως είναι για παράδειγμα η περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς όποτε υπάρχει πρόθεση καταδολίευσης. (βλ. R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). Η χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων, παρά το γεγονός ότι τα χρήματα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτές, είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση. Παραπέμπω επίσης, στην Μαργαρίτα Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 130/12 και 131/12, ημερομηνίας 03/07/2012 όπου με αναφορά στην Ευθυμίου v. Αστυνομίας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαιη πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D.459,483),"The state of a man's mind is as much a fact as thestate of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.» Από τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, εν πρώτοις παρατηρώ πως δεν προσδιορίζονται τα εμπορεύματα τα οποία εξασφαλίσθηκαν δια των ψευδών παραστάσεων αξίας €43.750 ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας. Εν πάση περιπτώσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία ότι η επίδικη επιταγή αφορούσε τα εμπορεύματα τα οποία παρέλαβε ο κατηγορούμενος 3 για τα οποία εκδόθηκε το Delivery Note Τεκμήριο 3 και το Credit Sale Invoice Τεκμήριο 4 από την εταιρεία Cyprus Radiolectrix Ltd προς την παραπονούμενη στα οποία γίνεται αναφορά στα εν λόγω εμπορεύματα. Συνακόλουθα, για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης κρίνω ότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία σ' αυτό το στάδιο ότι ο κατηγορούμενος 3 απέκτησε από την παραπονούμενη τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα προαναφερόμενα τεκμήρια. Παρόλα αυτά όμως το ίδιο δεν ισχύει για τους κατηγορουμένους 1 και 2, αφού δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να καταδείξει έστω στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απέκτησαν τα εν λόγω εμπορεύματα και ή οποιαδήποτε άλλα εμπορεύματα αξίας €43.750 από την παραπονούμενη. Αντίθετα επαναλαμβάνω ότι η μαρτυρία που τέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή είναι ότι τα εμπορεύματα παρέλαβε ο κατηγορούμενος 3 και ότι ο τελευταίος ουδέποτε παρουσίασε τον κατηγορούμενο 2 στον Μ.Κ.1 ως πελάτη για την αγορά εμπορευμάτων. Η μη απόδειξη του πρώτου συστατικού στοιχείου του αδικήματος στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, αναφορικά με τους κατηγορουμένους 1 και 2 σφραγίζει την τύχη της δεύτερης κατηγορίας για τους εν λόγω κατηγορούμενους, αφού ένα αδίκημα διαπράττεται όταν πληρούνται σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία που το συνθέτουν. Για σκοπούς όμως πληρότητας θεωρώ ορθότερο να προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία σε σχέση τόσον με τους κατηγορούμενους 1 και 2 όσο και με τον κατηγορούμενο 3 ως προς το επόμενο στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή εάν η απόσπαση των εμπορευμάτων από την παραπονούμενη έγινε με ψευδείς παραστάσεις. Σε σχέση με τις αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας ψευδείς παραστάσεις, παρατηρώ ότι αφορούν στην εξόφληση της επιταγής κατά την ημερομηνία που θα καθίστατο πληρωτέα, με την παρουσία της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Οι εν λόγω παραστάσεις, πρόκειται για παραστάσεις γεγονότων μελλόντων να συμβούν και όχι γεγονότων παρελθόντων ή παρόντων. Συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία, η οποία να τείνει να καταδείξει στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ότι, όταν οι κατηγορούμενοι αναλάμβαναν την πληρωμή του ποσού των €43.750 που αφορούσε την αξία των εμπορευμάτων που σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας απέσπασαν, δεν είχαν πρόθεση να εξοφλήσουν την επιταγή. Η μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή αναφορικά με την εξασφάλιση της επίδικης επιταγής από την παραπονούμενη, είναι ότι η εν λόγω επιταγή δόθηκε στον Μ.Κ.1 την 27/06/2010 από τον κατηγορούμενο 3, έχοντας ημερομηνία πληρωμής την 29/06/
  1. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ως προς το κατά πόσο η επιταγή εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία που παραδόθηκε στον Μ.Κ.1 ή έστω οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την ημερομηνία έκδοσης της. Συνεπώς εν πρώτοις παρατηρώ ότι δεν υπάρχει η αφετηρία για να εξεταστεί η όποια ένοχη διάνοια τόσο του κατηγορουμένου 2 όσο και του κατηγορουμένου 3, αφού για τον κατηγορούμενο 2 δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας η οποία να τείνει να καταδείξει έστω στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, ότι αυτός γνώριζε ότι κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα, αυτή δεν θα εξοφλείτο λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του επίδικου λογαριασμού, ενώ για τον κατηγορούμενο 3 δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να μπορούσε να καταδείξει έστω στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς εκ πρώτης όψεως, γνώσης του κατηγορουμένου 3 των κατά καιρούς διαθέσιμων κεφαλαίων του επίδικου λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Άλλωστε δεν υπάρχει ούτε ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να καταδείξει στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, την όποια ενεργό συμμετοχή ή εμπλοκή του κατηγορουμένου 3 στις καθημερινές επιχειρηματικές δραστηριότητας της κατηγορουμένης
  2. Στην Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, Ποινική Έφεση αρ. 150/2009, ημερομηνίας 15.10.2012 η εφεσίβλητη ήταν Διευθύντρια της εταιρείας Thekona Graphic Arts Printers Ltd και κατηγορήθηκε ότι υπό την ιδιότητά της αυτή συνέδραμε στην έκδοση σωρείας επιταγών, οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους. Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, το κατηγορητήριο όσον αφορά την εταιρεία Thekona Graphic Arts Printers Ltd, αποσύρθηκε. Μετά από την ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρχε κενό όσον αφορά το χρόνο κατά τον οποίο υπογράφηκε η κάθε μια από τις επίδικες επιταγές και δεδομένου ότι ο χρόνος υπογραφής επιταγών είναι κρίσιμος για τη διαπίστωση της ύπαρξης πρόθεσης εκ μέρους της κατηγορουμένης, αθώωσε την εφεσίβλητη. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα τα οποία είναι απόλυτα σχετικά με τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης: «Εφ΄ όσον ο χρόνος αυτός είναι άγνωστος, είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή δείγματα συμπεριφοράς της, ικανά να πείσουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πως η εφεσίβλητη γνώριζε τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση. Το γεγονός, κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο, της υπογραφής των επίδικων επιταγών εκ μέρους της εταιρείας, οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, δεν είναι αρκετό. Απαιτείται επιπλέον μαρτυρία για το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η υπογραφή κάθε επιταγής. Μόνο έτσι είναι δυνατή η αξιολόγηση άλλων γεγονότων και συμπεριφορών για να εξαχθεί η γνώση και η πρόθεση της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της εκάστοτε συνέργειας, κατά το χρόνο της εκάστοτε κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγίας. Υποθέσεις ή υποψίες περί της γνώσης της εφεσίβλητης δεν είναι αρκετές. Ακόμα και η εύλογη υποψία δεν εξομοιώνεται με μαρτυρία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16). ........................ Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή. Η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261). Δεν είναι ορθή η θέση των εφεσειόντων ότι η ημερομηνία υπογραφής των επιταγών είναι η 23.11.
  1. Αυτή είναι η ημερομηνία η οποία εμφαίνεται στις επιταγές και αντιπροσωπεύει την ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέες, μια και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ότι η εφεσίβλητη του εξέδωσε νέες μεταχρονολογημένες επιταγές. Ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο υπογραφής των επιταγών, δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση της εφεσίβλητης. Εν όψει όλων των πιο πάνω, η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί αφού ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι δεν έχει αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος.» Περαιτέρω, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να καταδείξει έστω, στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν πρόθεση ώστε η επιταγή αυτή να μην πληρωθεί. Κρίνω επομένως πως η μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή δεν δύναται αφ' εαυτής να αποδείξει, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, την υποκειμενική πρόθεση των κατηγορουμένων 2 και 3 κατά τον χρόνο της αποδιδόμενης σε αυτούς σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας παράστασης. Έχοντας υπόψη μου την προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε σε σχέση με την κατηγορουμένη 1, και αυτό γιατί δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος 2, που σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ήταν και εξακολουθεί να είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 ή έστω κάποιο άλλο πρόσωπο που δέσμευε την κατηγορουμένη 1 εταιρεία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η επίδικη επιταγή δεν θα εξοφλείτο. Επιπρόσθετα, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ότι ο κατηγορούμενος 2 ή κάποιο άλλο πρόσωπο που δεσμεύει την κατηγορουμένη 1 εταιρεία έδωσε οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις προς την παραπονούμενη εταιρεία προς το σκοπό αυτό, ήτοι της εξόφλησης της επίδικης επιταγής. Η ύπαρξη μαρτυρίας περί διαβεβαιώσεων που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο 3 για την εξόφληση της επίδικης επιταγής, δεν αρκεί. Αφού επαναλαμβάνω δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να καταδείξει για σκοπούς της παρούσας ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν πρόσωπο που δέσμευε την κατηγορουμένη
  2. Τουναντίον, τέθηκε μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και συγκεκριμένα από τον Μ.Κ.1 ότι την κατηγορουμένη 1 την γνώριζε ονομαστικά ενώ τον κατηγορούμενο 2 τον γνώρισε προσωπικά μετά την επιστροφή της επίδικης επιταγής από την τράπεζα και ότι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 ήταν ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος και δικαιούτο να υπογράφει. Καθοδηγούμενη από την προαναφερόμενη νομολογία, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή δεν δύναται αφ' εαυτής να αποδείξει, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, την υποκειμενική πρόθεση των κατηγορουμένων κατά τον χρόνο της παράστασης. Στην προσαχθείσα μαρτυρία, δεν υπάρχουν τέτοια αντικειμενικά στοιχεία που στο τέλος της ημέρας, να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα που ένα Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα της ύπαρξης του απαραίτητου νοητικού στοιχείου. Δεν υπάρχει δηλαδή μαρτυρία ότι όταν προέβαιναν στην αποδιδόμενη σε αυτούς παράσταση γνώριζαν πως δεν θα υπήρχαν επαρκεί υπόλοιπα για εξόφληση της επιταγής. Συνεπώς καταλήγω πως με τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν έχουν στοιχειοθετηθεί βασικά συστατικά στοιχεία της δεύτερης κατηγορίας και κατά συνέπεια η εν λόγω κατηγορία είναι έκθετη σε απόρριψη σ' αυτό το στάδιο για όλους τους κατηγορούμενους. Ερχόμενη στην τρίτη και πέμπτη κατηγορία, παρατηρείται ότι ουσιαστικά ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, οι πρόνοιες του οποίου αφορούν την ποινική ευθύνη συνεργών και διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
  3. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος και για αυτό δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α)...................................................................................... (β)...................................................................................... (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ).......................................................................................» Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.155, (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H.Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.α.,
(1999)2 Α.Α.Δ.523). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factrory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261, αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό, όμως, δεν αποκλείει την δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν όπως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί, πρώτον, η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία, ήτοι την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα και, δεύτερον, η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455, σελ. 546, «before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute the offence». Δηλαδή, για να καταδικαστεί κάποιος για παροχή βοήθειας στη διάπραξη κάποιου αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα ουσιώδη θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Στην υπόθεση Davies, Turner & Co. Ltd v. Brodie [1954] 1 W.L.R. 1364, o Lord Goddard, επαναλαμβάνοντας την πιο πάνω αναφορά του στην Youden, προσέθεσε, στη σελ. 1364, πως «If a person shuts his eyes to the obvious or refrains from making any inquiry where a reasonably sensible man would make inquiry, I think that the court can find that he was aiding and abetting, certainly if he shuts his eyes to the obvious.» Δηλαδή, αν κάποιος κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο ή αποφεύγει να προβεί σε έρευνα εκεί που ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα προέβαινε σε τέτοια, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι αυτός παρείχε βοήθεια ή παρακινούσε, σίγουρα εάν κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο. Περαιτέρω, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11, λέχθηκε, στη σελ. 20, ότι «...aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances», δηλαδή η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης πράξης, δηλαδή πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση Blakely v. DPP
(1991)RTR 405, αναφέρεται ότι θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, (βλ. Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω), σελ. 268, η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η ένοχη διάνοια κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία, (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Έχω διεξέλθει με προσοχή τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με το χρόνο έκδοσης της επιταγής. Η μαρτυρία που προσέφερε η Κατηγορούσα Αρχή αναφορικά με την απόκτηση από την παραπονούμενη της εν λόγω επιταγής, είναι πως η επιταγή δόθηκε στον Μ.Κ.1 την 27/06/2010 από τον κατηγορούμενο 3, έχοντας ημερομηνία πληρωμής την 29/06/
  1. Επισημαίνεται, επίσης πως ουδεμία μαρτυρία παρουσιάσθηκε ως προς το κατά πόσο η επιταγή παραδόθηκε στον Μ.Κ.1 την ίδια ημερομηνία που εκδόθηκε, συνεπώς παραμένει άγνωστος ο χρόνος έκδοσης της επιταγής και κατεπέκταση και της κατάστασης του λογαριασμού κατά το χρόνο αυτό. Όμως, ο χρόνος αυτός είναι ο κρίσιμος για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου
  2. Εφ' όσον ο χρόνος έκδοσης της επιταγής καθώς και το υπόλοιπο του λογαριασμού, κατά το χρόνο αυτό, παραμένουν άγνωστα είναι αδύνατον ένα λογικό Δικαστήριο στο τέλος να μπορούσε με αυτή τη μαρτυρία σ' ένα τελικό στάδιο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία δεν θα υπήρχαν στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας διαθέσιμα κεφάλαια για εξόφληση της επιταγής ή ότι είχε πρόθεση ώστε η επιταγή αυτή να μην πληρωθεί. Δεν υπάρχει επίσης ίχνος μαρτυρίας που να μπορούσε να καταδείξει έστω στο βαθμό που απαιτείται για το στάδιο αυτό, ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε γνώση των κατά καιρούς διαθέσιμων κεφαλαίων του επίδικου λογαριασμού. Συναφώς η ύπαρξη μαρτυρίας για την έκδοση της επιταγής, επίσης η ύπαρξη μαρτυρίας ότι το πρόσωπο που δικαιούτο να υπογράφει για την εν λόγω εταιρεία είναι ο κατηγορούμενος 2 και η μαρτυρία για την μη εξόφλησή της λόγω ανεπαρκών υπολοίπων δεν αρκεί. Συνεπώς, από κανένα στοιχείο της μαρτυρίας, δύναται να προκύψει, έστω και για αυτό το στάδιο της δίκης, το απαραίτητο νοητικό στοιχείο για τη διάπραξη των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο 2 ως συνεργού της κατηγορουμένης
  3. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορουμένου 2 σε απολογία στην τρίτη και πέμπτη κατηγορία θα έδιδε στην Κατηγορούσα Αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλέπε Λοΐζου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ.363). Συνεπώς καταλήγω πως με τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν έχουν στοιχειοθετηθεί βασικά συστατικά στοιχεία των εν λόγω κατηγοριών και κατά συνέπεια η τρίτη και πέμπτη κατηγορία είναι έκθετες σε απόρριψη σ' αυτό το στάδιο. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 1, ως έχει λεχθεί και πιο πάνω, αντιμετωπίζει και την τέταρτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής,
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε,
  3. Η παρουσίαση αυτή να έλαβε χώρα κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα,
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός περιόδου δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να εξετάσω τις εισηγήσεις του συνηγόρου των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι δεδομένου ότι η επιταγή δεν ήταν συμπληρωμένη κατά τύπο, αφού δεν έφερε το όνομα του δικαιούχου κατά την ώρα έκδοσης της, αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν συμπληρωμένη κατά τύπο και άρα ήταν εκτός της έννοιας που απαιτείται από το άρθρο 305 Α
(1), του Κεφ.154, ως επίσης ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής και ως εκ τούτου δεν έγινε κάτοχος της επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Συναλλαγματικών Νόμου και άρα δεν νομιμοποιείται να είναι παραπονούμενη και κατ' επέκταση να προωθήσει την παρούσα ποινική διώξη. Απάντηση επί της δεύτερης εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και 2 προσφέρει η υπόθεση Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποινική Έφεση 153/11, ημερομηνίας 16/01/2013, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα: «Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Είναι για τούτο που η ύπαρξη του εδαφίου
(3)δεν πρόσθεσε οτιδήποτε ουσιαστικό στην ήδη υφιστάμενη αναγκαιότητα, δυνάμει του δικαίου των συναλλαγματικών, να καταδειχθεί τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα αναγόμενο στην αρχική αντιπαροχή, αλλά και η κατάργηση του εδαφίου
(3)δεν αφαίρεσε οτιδήποτε από το δικαίωμα του νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής. Η ίδια η ιδιότητά του, ως νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής για την οποία υπήρξε αντιπαροχή, δηλώνει τον άμεσο επηρεασμό του από τη μη εξόφλησή της. Οι αναφορές στην Τομάζου ν. Σαββίδη, ανωτέρω, κατά την άποψή μας, έγιναν per incuriam και ως εκ τούτου δεν μπορούν να δεσμεύουν, καθότι όχι μόνο δεν προσδιορίζουν τις αρχές του κοινοδικαίου, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην Ttofinis και επιβεβαιώθηκαν από την πλειοψηφία στην Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος, ανωτέρω, αλλά ούτε αντικατοπτρίζουν τα νομολογηθέντα στη Νεοφύτου, ανωτέρω και σε άλλες υποθέσεις σε σχέση με τα δικαιώματα του νομιμοποιημένου κατόχου επιταγής ως άμεσα επηρεαζόμενου από τη μη εξόφλησή της.» Αναφορικά με την πρώτη εισήγηση του συνηγόρου των κατηγορουμένων 1 και 2, εν πρώτοις παραπέμπω στις πρόνοιες του άρθρου 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262, σύμφωνα με τις οποίες ο κάτοχος της συναλλαγματικής έχει εξουσία συμπλήρωσης της. Περαιτέρω, καθοδήγηση επί αυτού προσφέρει και η απόφαση στην υπόθεση Τσιακλίδη ν. Σιάνου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 296, όπου ο Εφεσείων είχε εκδώσει τραπεζική επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.2.867 και την παρέδωσε στον Ε. Ευαγγέλου για πληρωμή χρέους του που δημιουργήθηκε στα πλαίσια μεταξύ τους εμπορικών συναλλαγών. Ο Ε. Ευαγγέλου, παρέδωσε την επιταγή στον εφεσίβλητο προκειμένου να εξοφλήσει δικό του χρέος προς αυτόν δυνάμει τιμολογίων. Η επιταγή ήταν ασυμπλήρωτη και την συμπλήρωσε ο Εφεσίβλητος, ο οποίος και την παρουσίασε για πληρωμή, αργότερα δε επιστράφηκε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη - Εφεσείοντα. Ο εφεσίβλητος ήγειρε αγωγή εναντίον του Εφεσείοντα με την οποία αξίωσε το ποσό των Λ.Κ.2.867 δυνάμει της επίδικης επιταγής. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Εφεσίβλητου - Ενάγοντα και εναντίον του Εφεσείοντα - Εναγόμενου για το ποσό των Λ.Κ.2.867 πλέον τόκους και έξοδα. Ο Εφεσείων εφεσίβαλε την απόφαση, υποβάλλοντας, μεταξύ άλλων πως ο Εφεσίβλητος δεν είχε οποιαδήποτε εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση για συμπλήρωση της επιταγής και ότι, εφόσον η επιταγή δεν ήταν συμπληρωμένη και κανονική όταν παραδόθηκε στον Εφεσίβλητο, αυτός δεν κατέστη «νομιμοποιημένος κομιστής» στην έννοια του άρθρου 29
(1)του Κεφ. 262. Απορρίπτοντας την έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο, υπέδειξε ότι από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του εφεσίβλητου από τον Ευαγγέλου, ο Εφεσίβλητος κατέστη κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.262 και υπό αυτή την ιδιότητα, είχε εκ του νόμου εξουσία δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 20 του Κεφ. 262 να συμπληρώσει την επιταγή διά της αναγραφής του ονόματος του ως δικαιούχου και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Για σκοπούς εξέτασης της προαναφερόμενης εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 και 2 χρίζουν αναφοράς και οι ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 262, του άρθρου 2 όπου ο «κάτοχος» ερμηνεύεται ως «το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών», ενώ ως «κομιστής» ερμηνεύεται «το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή». Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κεφ.262, νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, μεταξύ άλλων, υπό τον όρο ότι έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή. Τέλος με βάση το άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262, κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής της αξίας. Αποτελεί πάγια νομολογημένη αρχή πως ο κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε και αξιόλογη αντιπαροχή γι' αυτή, και στη βάση των όσων προνοούνται στο άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262, δημιουργείται εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής πως έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαρύνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη της, αντιπαροχής (βλ. Ρωμανός ν. Χρυσάνθου,
(1991)1 Α.Α.Δ.991, Vasos Charalambides Limited v. Πάμπου Ψαρά,
(2000)1 Α.Α.Δ. 849, Cyprio Sun Holidays Limited v. A. Papouis Hotels Limited,
(2009)1 A.A.Δ.107, Heatron Co Ltd ν. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους, Πολιτική Έφεση Αρ.344/08, ημερομηνίας 23/05/2012, Παναγιώτου ν. Φουρνίδου, Ποινική Έφεση Αρ.129/11, ημερομηνίας 18/12/2012 και Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/12, ημερομηνίας 16/04/2014). Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές και έχοντας υπόψη την μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης είναι πρόωρες και δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο αφού η υπεράσπιση φέρει το βάρος να καταρρίψει το μαχητό τεκμήριο της ύπαρξης αντιπαροχής σε σχέση με την επιταγή, το οποίο δημιουργήθηκε υπέρ της παραπονούμενης ως του κατόχου της επιταγής. Επομένως, και στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 και εξετάζοντας τούτη αντικειμενικά, χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της στην τέταρτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου η κατηγορουμένη 1 καλείται να προβάλει την υπεράσπιση της στην εν λόγω κατηγορία. Ενώ, αναφορικά με τους κατηγορουμένους 2 και 3, κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι επαρκής για να μπορεί να κληθούν αυτοί σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Η κλήση των κατηγορουμένων 2 και 3 σε απολογία υπό αυτές τις περιστάσεις θα έδιδε την ευχέρεια στην Κατηγορούσα Αρχή να διορθώσει τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της, κάτι, όμως, που δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Με βάση λοιπόν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη κατηγορία που αντιμετωπίζει και ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.