← Κύπρος

Σ.Π.Ε. ΚΥΠΕΡΟΥΝΤΑΣ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30214/13, 10/3/2014

Σ.Π.Ε. ΚΥΠΕΡΟΥΝΤΑΣ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30214/13, 10/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30214/13 Σ.Π.Ε. ΚΥΠΕΡΟΥΝΤΑΣ ΛΤΔ -εναντίον- ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΓΓΕΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Γεωργίου για κ.κ. Παπαντωνίου και Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Ε. Πουργουρίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες Ενδιάμεση Απόφαση Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν έκαστος από μία κατηγορία. Ο μεν Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών και/ή χρημάτων και/ή υπηρεσιών διά ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 299, 301 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως αυτό τροποποιήθηκε από τους Νόμους 186/86, 166/87, 36(Ι)/1997, 129(Ι)/1999, 25(Ι)/2003, 164(Ι)/2003 μέχρι 70(Ι)/2008 και του άρθρου 57 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985 ως ετροποποιήθη. Ενώ η Κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει την δεύτερη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συμμετοχής στην εξασφάλιση αγαθών και/ή χρημάτων και/ή υπηρεσιών διά ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 299, 301, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως αυτό τροποποιήθηκε από τους Νόμους 186/86, 166/87, 36(Ι)/1997, 129(Ι)/1999, 25(Ι)/2003, 164(Ι)/2003 μέχρι 70(Ι)/

  1. Η πρώτη κατηγορία όπως διατυπώνεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος, έχει ως ακολούθως: «Ο Κατηγορούμενος 1 περί το έτος 2007 και μέχρι το 2012 και/ή σε άγνωστο για τους Παραπονούμενους χρόνο στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού, δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση υπό την ιδιότητα του ως Γραμματέας των Παραπονουμένων απέστελλε χρήματα των Παραπονουμένων σε διάφορες Κοινωνικές Εκδηλώσεις, γάμους, βαφτίσεις και άλλες Κοινωνικές Υποχρεώσεις των Παραπονουμένων τα οποία έπρεπε να αποσταλούν από τους Παραπονούμενους, και παρουσίαζε διά της προσωπικής του κάρτας ότι τα εν λόγω χρήματα δίδονταν από τον ίδιο και την Κατηγορούμενη 2 και όχι από τους Παραπονούμενους γνωρίζοντας ότι η πράξη του συνιστούσε ψευδής παράσταση και ότι οικειοποιείτο τα χρήματα των Παραπονουμένων.» Η δεύτερη κατηγορία όπως διατυπώνεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος, έχει ως ακολούθως: «Η Κατηγορουμένη 2 περί το έτος 2007 και μέχρι το 2012 και/ή σε άγνωστο για τους Παραπονούμενους χρόνο στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού, υπό την ιδιότητα της ως σύζυγος του Κατηγορουμένου 1 παρείχε συνδρομή προς τον Κατηγορούμενο 1 ο οποίος δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση υπό την ιδιότητα του ως Γραμματέας των Παραπονουμένων απέστελλε χρήματα των Παραπονουμένων σε διάφορες Κοινωνικές Εκδηλώσεις, γάμους, βαφτίσεις και άλλες Κοινωνικές Υποχρεώσεις των Παραπονουμένων τα οποία έπρεπε να αποσταλούν από τους Παραπονούμενους, και παρουσίαζε δια της προσωπικής του κάρτας ότι τα εν λόγω χρήματα δίδονταν από τον ίδιο και την Κατηγορούμενη 2 και όχι από τους Παραπονούμενους γνωρίζοντας ότι η πράξη του συνιστούσε ψευδής παράσταση και ότι οικειοποιείτο τα χρήματα των Παραπονουμένων.» Προτού οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαντήσουν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, ο συνήγορος τους ανέφερε ότι εγείρει τα ακόλουθα νομικά ζητήματα προς κρίση. Πρώτον ότι η ποινική δίωξη των Κατηγορουμένων και ειδικότερα του Κατηγορουμένου 1 αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας η οποία συνίσταται στην καταχώρηση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 πέντε κατηγορητηρίων με λίγες ημέρες διαφορά στην καταχώρηση κάθε κατηγορητηρίου, ενώ είναι οι ίδιοι Παραπονούμενοι. Διερωτώμενος, εάν δεν θα μπορούσαν τα πέντε κατηγορητήρια να ήταν ένα και εάν από μόνα τους τα πέντε κατηγορητήρια δεν είναι αρκετά για να αποδείξουν την καταπίεση προς τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος έπρεπε να εμφανιστεί σε πολλές και διάφορες ημερομηνίες, ενώ αργότερα η πλευρά των Παραπονουμένων συγκατατέθηκε να τεθούν όλες οι υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα. Δεύτερο ότι η επιλογή καταχώρησης της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αντί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με δεδομένο ότι οι Κατηγορούμενοι είναι κάτοικοι Λεμεσού και τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα διαπράχθηκαν στην Λεμεσό, συνιστά επίσης μία άλλη μορφή κατάχρησης με αυταπόδεικτη την ταλαιπωρία που προκαλείται στους Κατηγορούμενους. Εκφράζοντας περαιτέρω την θέση ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος γιατί η υπόθεση θα έπρεπε να καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και όχι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Το τρίτο νομικό ζήτημα που ήγειρε ο συνήγορος Υπεράσπισης, αφορά το κατηγορητήριο στην όψη του. Εκφράζοντας την θέση ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό πρώτον καθότι σε σχέση με την πρώτη κατηγορία που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 1, ως είναι διατυπωμένες οι Λεπτομέρειες Αδικήματος, χρειάζεται να γνωρίζουν σε ποιον έγιναν οι ψευδείς παραστάσεις και ποιες ήταν αυτές οι ψευδείς παραστάσεις, γιατί ως ανέφερε εάν οι ψευδείς παραστάσεις έγιναν στους αποδέκτες των χρημάτων τότε δεν υπάρχει αδίκημα. Περαιτέρω, εξέφρασε την θέση ότι όπως είναι διατυπωμένες οι Λεπτομέρειες Αδικήματος τίθεται και θέμα πολλαπλότητας, γι' αυτό ζήτησε όπως τους δοθούν οι προαναφερόμενες λεπτομέρειες για να γνωρίζει εάν αναφέρονται σε 50, 100 ή 1000 διαφορετικά αδικήματα σε μία κατηγορία, αλλά και για να μπορεί να γνωρίζει εάν οι ψευδείς παραστάσεις έγιναν προς άλλα πρόσωπα από εκείνα από τα οποία έγινε η απόσπαση. Ενώ σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία που αποδίδεται στην Κατηγορούμενη 2, ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε όπως του δοθούν λεπτομέρειες ως προς το ποια ήταν η συνδρομή που αποδίδεται στην Κατηγορούμενη
  2. Εκφράζοντας την θέση πως οι Λεπτομέρειες Αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, παραπέμπουν πάλι στον Κατηγορούμενο 1 και αναφέρονται σε ψευδείς παραστάσεις του τελευταίου. Υποστηρίζοντας πως εάν δεν υπάρχει συνδρομή της Κατηγορουμένης 2, τότε η υπόθεση εναντίον της καταχωρήθηκε μόνο και μόνο για να ταλαιπωρηθεί. Το επόμενο νομικό ζήτημα που ήγειρε ο συνήγορος Υπεράσπισης, αφορά την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου, υπό την έννοια της υπογραφής του κατηγορητηρίου από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Προς υποστήριξη της θέσης του, ο συνήγορος Υπεράσπισης, ανέφερε ότι με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία εκδόθηκε πριν την καταχώρηση αυτής της υπόθεσης, εξεδόθη διάταγμα το οποίο απαγορεύει σε όλους τους επιτρόπους των Παραπονουμένων από το να εμποδίσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο τον Κατηγορούμενο 1 από το να εκτελεί τα καθήκοντα του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του ο Κατηγορούμενος 1, ως γραμματέας, ουδέποτε συμμετείχε σε οποιαδήποτε συνεδρία, ουδέποτε κατέγραψε πρακτικά οποιασδήποτε απόφασης για ποινική δίωξη του ιδίου και της Κατηγορουμένης 2 και ουδέποτε ήταν γνώστης οποιασδήποτε εξουσιοδότησης προς τον κ. Παπαντωνίου. Εκφράζοντας, την θέση ότι τα πιο πάνω καθιστούν αυτή τη διαδικασία που καταχωρήθηκε μετά την εκδίκαση του απαγορευτικού διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού νομικά ανύπαρκτη. Στα πλαίσια της νομικής επιχειρηματολογίας του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων του, αναφέρθηκε επίσης σε νομολογία που πραγματεύεται τα ζητήματα που προέβαλε, την οποία με επιμέλεια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι οποιαδήποτε διαδικασία είναι καταπιεστική προς τον Κατηγορούμενο ή καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου, τότε το Δικαστήριο έχει εξουσία να αρνηθεί να ακούσει οποιαδήποτε διαδικασία, ασκώντας τις εξουσίες που έχει το Δικαστήριο της απόρριψης ή και της αναστολής του κατηγορητηρίου. Περαιτέρω ήταν η θέση του πως με δεδομένο ότι η παρούσα υπόθεση φέρει τους ίδιους μάρτυρες με αυτούς των άλλων υποθέσεων, η εκδίκαση της μίας υπόθεσης από το παρών Δικαστήριο θα οδηγήσει στην εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου από την εκδίκαση των άλλων υποθέσεων και το ίδιο θα πράξει και ο επομένως Δικαστής για τις άλλες υποθέσεις και ούτω καθ' εξής, προκαλώντας ένα δικονομικό χάος. Εκφράζοντας, επί αυτού, την θέση ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να αναστείλει τις 4 υποθέσεις, ενέργεια η οποία δεν θα προκαλέσει καμία δυσμένεια στην άλλη πλευρά διότι θα μπορεί να αιτηθεί όπως οι κατηγορίες των 4 άλλων υποθέσεων προστεθούν στην παρούσα ή ακόμη να ασκηθούν οι εξουσίες του Δικαστηρίου που παρέχονται από το άρθρο 83 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.
  3. Την ίδια εισήγηση, περί αναστολής όλων των υποθέσεων, εξέφρασε και για το θέμα της καταχώρησης του κατηγορητηρίου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αντί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, εντός της δικαιοδοσίας του οποίου διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα, υποστηρίζοντας ότι οι Παραπονούμενοι διατηρούν το δικαίωμα τους να αποταθούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεδομένου ότι οι Κατηγορούμενοι δεν έχουν απαντήσει. Περαιτέρω, εισηγήθηκε στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να μην αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον των Κατηγορουμένων ως αποτελούσα κατάχρηση της διαδικασίας, πως το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει να δοθούν οι προαναφερθείσες λεπτομέρειες. Απαντώντας στις θέσεις του συνηγόρου των Κατηγορουμένων, ο συνήγορος των Παραπονουμένων, εισηγήθηκε με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 69 του Κεφ.155, το οποίο πραγματεύεται των ειδικών απαντήσεων, ότι δεν μπορούν να εγερθούν οι προδικαστικές ενστάσεις τις οποίες εγείρει ο συνήγορος Υπεράσπισης πριν το στάδιο της ακρόασης, όταν οι Κατηγορούμενοι θα προέβαιναν σε μη παραδοχή στις κατηγορίες, πλην της προδικαστικής ένστασης που αφορά τη δικαιοδοσία και την κατάχρηση διαδικασίας. Εξέφρασε, επίσης την θέση ότι οι Παραπονούμενοι έχουν πληγεί από τα αδικήματα και συνεπώς έχουν δικαίωμα έναρξης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Όσον αφορά την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης περί κατάχρησης της διαδικασίας, λόγω του αριθμού των υποθέσεων που καταχωρήθηκαν εναντίον του Κατηγορουμένου 1, ανέφερε ότι τα κατηγορητήρια εκθέτουν διαφορετικά αδικήματα που διαπράχθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες και με διαφορετικά γεγονότα και μαρτυρία. Αναφέροντας περαιτέρω πως όταν εξουσιοδοτήθηκαν από την επιτροπή των Παραπονουμένων να προβούν σε καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων, είχαν αλλεπάλληλα ραντεβού με τους επιτρόπους των Παραπονουμένων και το κάθε κατηγορητήριο συντασσόταν ανάλογα με τις λεπτομέρειες που τους δίνονταν στη κάθε συνάντηση. Σημειώνοντας ότι δεν ήταν σε καμία περίπτωση πρόθεση τους να προβούν σε ταλαιπωρία του Κατηγορουμένου 1 ή να καταχραστούν την όλη διαδικασία. Όσον αφορά την εισήγηση περί κατάχρησης λόγω της καταχώρησης των υποθέσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ο συνήγορος των Παραπονουμένων, εξέφρασε την θέση ότι το δικαίωμα αυτό πηγάζει από τον ίδιο το νόμο. Αναφορικά, με την εισήγηση περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου, ο συνήγορος των Παραπονουμένων, αφού αναφέρθηκε σε νομολογία που πραγματεύεται το ζήτημα, την οποία με επιμέλεια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, εισηγήθηκε πως το κατηγορητήριο δεν είναι ελαττωματικό και δεν χρειάζονται περισσότερες λεπτομέρειες εφόσον εκθέτει τα αδικήματα. Πριν από οτιδήποτε άλλο εν πρώτοις θα ήθελα να σχολιάσω την εισήγηση του συνηγόρου των Παραπονουμένων, ότι οι Κατηγορούμενοι στο παρών στάδιο δεν μπορούν να εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις πλην της προδικαστικής ένστασης που αφορά την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αλλά και της κατάχρησης διαδικασίας, λέγοντας ότι όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοΐζου, 1975, σελ. 83, ένσταση σε σχέση με ουσιώδες ελάττωμα σε κατηγορητήριο μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση, θεωρώ ότι οι προδικαστικές ενστάσεις που ήγειρε ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν περιορίζονται σε εκ πρώτης όψεως τυπικά μειονεκτήματα του κατηγορητηρίου. Αντιθέτως, πρόκειται για ενστάσεις οι οποίες άπτονται της ουσίας των κατηγοριών, της εγκυρότητας και νομιμότητας του κατηγορητηρίου. Συνεπώς, θεωρώ ότι οι Κατηγορούμενοι δύνανται να εγείρουν τις επίδικες προδικαστικές ενστάσεις σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας και να εξεταστούν από το Δικαστήριο προδικαστικά, (βλέπε Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Κώστα Σοφρωνίου,

(2008)2 Α.Α.Δ. 803). Αναφορικά με την πρώτη εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης περί κατάχρησης της διαδικασίας λόγω της καταχώρησης άλλων τεσσάρων υποθέσεων εναντίον του Κατηγορουμένου 1 με αποτέλεσμα αυτή η ενέργεια των Παραπονουμένων να προκαλεί καταπίεση στον Κατηγορούμενο 1, κρίνω ότι στο πρώιμο αυτό στάδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Είναι γεγονός το οποίο αποδέχθηκε κατά την αγόρευση του ο συνήγορος των Παραπονουμένων ότι εναντίον του Κατηγορουμένου 1 έχουν καταχωρηθεί πέντε συνολικά ποινικές υποθέσεις συμπεριλαμβανομένης και της παρούσας. Πλην όμως ο συνήγορος των Παραπονουμένων υποστήριξε ότι κάθε κατηγορητήριο εκθέτει διαφορετικά αδικήματα, τα οποία διαπράχθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες και με διαφορετικά γεγονότα και μαρτυρία. Δεδομένου ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε παραδεκτά γεγονότα, ούτε οποιαδήποτε αδιαμφισβήτητα και ξεκαθαρισμένα γεγονότα που να νομιμοποιούν και να επιτρέπουν στο Δικαστήριο, στο παρόν στάδιο, να διαπιστώσει ότι οι κατηγορίες των πέντε κατηγορητηρίων θα μπορούσαν να περιλαμβάνονταν σε ένα κατηγορητήριο, θεωρώ ότι είναι πρόωρο για το Δικαστήριο να διαπιστώσει ενδεχόμενη κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της καταχώρησης πέντε συνολικά υποθέσεων εναντίον του Κατηγορουμένου 1 με μόνο το γεγονός ότι είναι οι ίδιοι οι Παραπονούμενοι. Επίσης τίποτε από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα δε δικαιολογεί εξαγωγή συμπεράσματος ότι οι Παραπονούμενοι προέβηκαν στην άσκηση του δικαιώματος τους για καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με αλλότριο κίνητρο. Αλλά ούτε ότι η προώθηση πέντε ποινικών υποθέσεων, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Άλλωστε δεν θα πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής μας και η υπόθεση N.C.P. Diamonds Co Ltd v. Τάκη Ιωαννίδη Λτδ κ.α.,
(2003)2 Α.Α.Δ.162, στην οποία κρίθηκε πως η καταχώρηση δύο υποθέσεων για δύο διαφορετικές επιταγές, δεν συνιστά εκ προοιμίου κατάχρηση διαδικασίας ή ακυρότητα της δίκης. Εισάγοντας την καταλυτική κατά την κρίση μου παρατήρηση πως «το Δικαστήριο διαθέτει επαρκή μέτρα θεραπείας εάν διαπιστώσει ότι δημιουργείται διαδικαστική ταλαιπωρία στον κατηγορούμενο.». Τονίζοντας επίσης εμφαντικά ότι η καταχώριση ξεχωριστών κατηγορητηρίων για αριθμό αδικημάτων δεν οδηγεί εκ προοιμίου σε ακυρότητα καμιά δίκη. Εξετάζοντας, την επόμενη εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης περί κατάχρησης της διαδικασίας για τον λόγο ότι οι Παραπονούμενοι επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αντί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ενώ οι Κατηγορούμενοι διαμένουν στην Λεμεσό και τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα διαπράχθηκαν στη Λεμεσό, εν πρώτοις σημειώνω ότι όπως πολύ ορθά αναγνώρισε ο συνήγορος Υπεράσπισης οι πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμο του 1974, Ν.43/74σαφέστατα παρέχουν δικαιοδοσία σε Επαρχιακό Δικαστήριο να εκδικάζει αδικήματα όπου και αν αυτά διαπράχθηκαν, ήτοι σε οποιαδήποτε Επαρχία. Ως εκ τούτου με δεδομένο ότι οι Παραπονούμενοι άσκησαν το δικαίωμα που τους παρέχεται από τον ίδιο το Νόμου, επίσης ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η εκδίκαση της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αντί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσό δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της δικαιοσύνης, που περιλαμβάνει, όπως υποδηλώνει η νομολογία κάθε παράγοντα που μπορεί να επιδράσει στην ασφαλή, απρόσκοπτη και μέσα στην πρέπουσα ατμόσφαιρα, διεξαγωγή της ποινικής δίκης, αλλά και ότι η διευκόλυνση μαρτύρων και διαδίκων δεν μπορεί να αποτελεί πρωτεύοντα λόγο για τον τόπο εκδίκασης μίας υπόθεσης, καταλήγω ότι ούτε αυτή η εισήγηση μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστου Σάββα Συμιανού κ.α.,
(1999)2 Α.Α.Δ.160). Εξετάζοντας την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης περί νομικά ανύπαρκτης ποινικής δίωξης, λόγω του ότι θεωρεί πως το κατηγορητήριο υπογράφηκε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, κρίνω ότι ούτε αυτή η εισήγηση μπορεί να γίνει αποδεκτή στο παρόν στάδιο. Κανένα παραδεκτό γεγονός δεν έγινε από τους διαδίκους επί των γεγονότων που στηρίχθηκε η εν λόγω εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Συνεπώς, όσα γεγονότα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης προς τεκμηρίωση της εισήγησης του δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων και εξέταση της εισήγησης του. Άλλωστε, όταν η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κος Γεωργίου δήλωσε ότι εμφανίζεται για τους Παραπονούμενους, προέβαλε περαιτέρω την θέση κατά την αγόρευση του ότι έχουν εξουσιοδοτηθεί από τους Παραπονούμενους για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, συνακόλουθα με τα δεδομένα που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο, δεν μπορώ να δεχθώ την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης περί ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου λόγω του οι λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι είναι ανεπαρκείς, εν πρώτοις σημειώνω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12.5(α) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί αμέσως και λεπτομερώς τη φύση και τους λόγους της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας. Δικαίωμα το οποίο προστατεύεται επίσης και από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Panayiotis Fokas Kannas alias Pompas v. The Police,
(1968)2 C.L.R.29, δεδομένου ότι η πιο πάνω συνταγματική διάταξη είναι στην ουσία ταυτόσημη με το άρθρο 6
(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με το Νόμο 39/1962, είναι πρόσφορο κατά την εξέταση του κατά πόσο μια κατηγορία ικανοποιεί την εν λόγω συνταγματική επιταγή, να λαμβάνεται υπόψη η σχετική επί του προκειμένου νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αυτό που προκύπτει από την εν λόγω νομολογία, είναι ότι για να αποφασιστεί αν οι λεπτομέρειες μίας κατηγορίας, είναι επαρκείς, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έχει αποστερηθεί της δυνατότητας να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπισης του, λόγω της παράλειψης από την κατηγορία οποιουδήποτε στοιχείου. Κατά την εξέταση του εν λόγω ζητήματος θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οποιεσδήποτε περιστάσεις οι οποίες δεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος είχε στην πραγματικότητα γνώση όλων των απαραίτητων στοιχείων του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται, (βλέπε επίσης Μελανή Νεάρχου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ.33). Όπως επίσης τονίστηκε στην υπόθεση Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 Α.Α.Δ.204, σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία. Για να αποφασιστεί αν οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι ικανοποιητικές, ως επισημάνθηκε στην προαναφερόμενη υπόθεση, είναι κατά πόσο από τυχόν παραλείψεις, η υπεράσπιση του κατηγορουμένου επηρεάζεται δυσμενώς. Αν δηλαδή οι κατηγορίες διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο και είναι σε τέτοιο βαθμό αόριστες και ασαφείς που να επηρεάζεται η υπεράσπιση. Η σύνταξη των κατηγορητηρίων, διέπεται από το άρθρο 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 39 του πιο πάνω Νόμου, «η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα.» Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Rbeiz
(1969)1 (Ε) Α.Α.Δ.776, « Η κατηγορία (the count) αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, το μέσο προσδιορισμού του αδικήματος για το οποίο καλείται να υπερασπιστεί ο κατηγορουμένους. Το άρθρο 39 ρυθμίζει τη σύσταση και το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου. Το αδίκημα περιγράφεται, όπως καθορίζει η παράγραφος (γ), με τρόπο απλό και συνοπτικό και σε συσχετισμό με τα άρθρα του Νόμου που καθιστούν το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, αξιόποινη πράξη. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος προσδιορίζουν τα ουσιώδη γεγονότα που το συνιστούν. Βάση του δικαστικού μας συστήματος η ευθύνη τόσο για την διατύπωση όσο και για την απόδειξη της κατηγορίας βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή.» Ελαττωματικό επίσης θεωρείται και ένα κατηγορητήριο που πάσχει λόγω πολλαπλότητας. Στο εδάφιο (α) του άρθρου 39 του Κεφ.155, προβλέπεται ότι: «εκτίθεται στο κατηγορητήριο σε χωριστή παράγραφο που καλείται κατηγορία η διατύπωση του ποινικού αδικήματος που βρίσκεται στο κατηγορητήριο ή όταν προσάπτονται κατηγορίες για περισσότερα από ένα ποινικά αδικήματα η διατύπωση καθενός τέτοιου ποινικού αδικήματος.» Ουσιαστικά από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει η δικονομική αρχή, ότι μια κατηγορία δεν πρέπει να διατυπώνει περισσότερα από ένα αδικήματα. Παράλειψη εφαρμογής αυτής της αρχής μπορεί να καταστήσει την κατηγορία πολλαπλή. Το ζήτημα της πολλαπλότητας έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο σε πάρα πολλές αποφάσεις. Στις υποθέσεις Ιωάννη Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας κ.α,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, λέχθηκαν για το ζήτημα της πολλαπλότητας τα ακόλουθα׃ «Επί της ουσίας του ζητήματος, το ζήτημα της πολλαπλότητας, όπως έχει αποφασισθεί και στην Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 249, σελ. 265-266, συναρτάται με την εκ μέρους του κατηγορούμενου σαφή γνώση των κατηγοριών που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά και τη διαπίστωση της εκ των υστέρων διακρίβωσης, των πιθανών απαντήσεων autrefois convict και autrefois acquit. Περαιτέρω, στην Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 111, σελ. 116, αποφασίστηκε ότι η τυχόν πολαπλότητα πρέπει να συνεξεταστεί με τη δυνατότητα εξ αυτής να επέρχεται ακυρότητα στην κατηγορία. Είναι σαφές ότι πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να παραπλανείται κατά ουσιώδη τρόπο στην έγερση της υπεράσπιση του εξ αιτίας της πολλαπλότητας για να έχει αυτή οποιαδήποτε επίπτωση». Στην υπόθεση Κωνσταντίνα Ακκελίδου στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω απόφαση, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα επί του θέματος της πολλαπλότητα στην όψη του κατηγορητηρίου: «Η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Είναι αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδίκημα. Για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει. Αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς. Και για να παρέχεται η δυνατότητα διακρίβωσης προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης autrefois convict ή acquit για το ίδιο αδίκημα σε περίπτωση μεταγενέστερης κατηγορίας: βλ. π.χ. The Police v. Economides & Others
(1951)XX (Part II) C.L.R. 11. Το κατά πόσο η ποινική διάταξη αποβλέπει στη δημιουργία μόνο ενός αδικήματος ή περισσοτέρων, είναι ζήτημα ερμηνείας, με πρακτική μάλλον παρά με αναλυτική διάθεση, υπό το φως της κοινής λογικής και του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις: βλ. D.P.P. v. Merriman
(1973)AC 584 (ιδιαίτερα στις σελ. 593 Α-Ε και 607 C) και Wilson
(1979)69 Cr App. R. 83 (ιδιαίτερα στις σελ. 85-87 και 88). Χωριστά αδικήματα στην ίδια διάταξη έχουμε όταν προβλέπεται για το καθένα διαφορετική, από τη φύση της, πράξη: βλ. Frangiskos Kyriacou v. The Welfare Office
(1961)C.L.R.227, Mallon and another v. Allon
(1963)3 All E.R. 843. Όταν όμως η πράξη είναι βασικά του ίδιου είδους αλλά διαφέρει στη μορφή της δεν έχουμε παρά μόνο ένα αδίκημα: βλ. A.G. v. HjiConstanti
(1969)2 C.L.R. 5, Police v. Economides & Others (ανωτέρω). Το μόνο ένα αδίκημα μπορεί να διαπράττεται με περισσότερο από ένα τρόπο, είτε ως προς την αντικειμενική υπόσταση είτε ως προς την υποκειμενική. Σε τέτοια περίπτωση επιτρέπονται στην ίδια κατηγορία οι διαζεύξεις.» Ένα ελάττωμα που εντοπίζεται σε κατηγορητήριο δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Αυτό, ανάμεσα σ' άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και πρόσθεση κατηγοριών (βλέπε Lanitis Bros Ltd v. Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Ωστόσο το Δικαστήριο διατάζει τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου στην περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα σ' αυτό μόνο εφόσον δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα και δικαιώματα του κατηγορουμένου καθώς επίσης δεν παραβλάπτεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Σε τέτοια περίπτωση η δίκη δεν ακυρώνεται (βλέπε Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus (ανωτέρω) γίνεται αναφορά στη σελίδα 71 ότι πιθανός επηρεασμός προκύπτει μόνο αν ένα εντελώς νέο αδίκημα εμφανίζεται, που λογικά δεν αναμενόταν, αλλά στην πράξη η τροποποίηση επιτρέπεται με σχετική ευκολία στα πρωταρχικά στάδια της δίκης, με την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση σχετίζεται θεματικά με τα αδικήματα που ήδη εμπεριέχονται στο κατηγορητήριο. Άλλο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη προτού αποφασιστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης ενός κατηγορητηρίου είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι ουσιαστική, δηλαδή να αλλάζει ριζικά τη βάση του κατηγορητηρίου, ή επιφέρει μόνο διορθώσεις λανθασμένης περιγραφής, (βλέπε R v. Gregory [1972] 1 W.L.R. 991). Ενδεχόμενη παραπλάνηση του κατηγορουμένου συνεπεία τέτοιου ελαττώματος ή λάθους του κατηγορητηρίου οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του κατηγορουμένου (βλέπε τελευταία επιφύλαξη του άρθρου 39 του Κεφ.155). Σε περίπτωση που διαπιστωθεί δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του κατηγορουμένου ή γενικότερα της υπεράσπισης του ή προκαλεί αδικία το Δικαστήριο προχωρεί σε αθώωση και απαλλαγή του. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται καθόλου ζήτημα εξέτασης κατά πόσον σ' ένα αναφερόμενο στο κατηγορητήριο άρθρο προβλέπεται ένα αδίκημα το οποίο διαπράττεται ενδεχομένως με περισσότερους τρόπους (όπως ήταν οι περιπτώσεις που απασχόλησαν στην προαναφερθείσα νομολογία). Θα πρέπει να τονιστεί το αξιοπερίεργο ότι οι Παραπονούμενοι επέλεξαν να συμπεριλάβουν στο κατηγορητήριο τους, στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία, τρία διαφορετικά άρθρα τα οποία σαφώς προορίζοντο από το νομοθέτη να καλύψουν πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους παράνομες συμπεριφορές έστω και αν σχετίζονται όλες με ψευδείς παραστάσεις. Μάλιστα το κάθε ένα απ' αυτά τα άρθρα επισύρει τη δική του ξεχωριστή ποινή η οποία δεν είναι η ιδία σε όλα (5 ή 3 έτη). Ειδικότερα, 1) το άρθρο 298 αποσκοπεί στην ποινικοποίηση της απόκτησης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις (και της απόπειρας τέτοιας πράξης) 2) το άρθρο 299 ποινικοποιεί την υποκίνηση άλλου να πράξει κάτι εν σχέσει με αξιόγραφο και 3) το άρθρο 301 ποινικοποιεί από μόνο του τρεις ξεχωριστές εγκληματικές συμπεριφορές ήτοι, α)την εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά τη σύναψη χρέους β)την καταδολίευση πιστωτών κατόπιν δωρεάς ή επιβάρυνσης περιουσίας του χρεώστη γ)την καταδολίευση πιστωτών με αποξένωση περιουσίας μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης Στην πραγματικότητα λοιπόν τα καταγραφέντα στο κατηγορητήριο άρθρα παραπέμπουν σε τουλάχιστον πέντε διαφορετικά αδικήματα. Κρίνεται λοιπόν με βάση τα πιο πάνω ότι, οι κατηγορίες που αποδίδονται στους Κατηγορούμενους πάσχουν από πολλαπλότητα. Οι δε Λεπτομέρειες Αδικήματος (για οποιαδήποτε κατηγορία) κατά τη γνώμη μου δεν παρέχουν οποιαδήποτε βοήθεια στην κατανόηση του κατηγορητηρίου. Αντιθέτως στην ουσία προκαλούν περαιτέρω σύγχυση στους Κατηγορούμενους. Καταρχάς αναφέρονται σ' ένα διάστημα 5 ετών και παραπέμπουν γενικά και αόριστα σε άγνωστο αριθμό κοινωνικών εκδηλώσεων χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε ποσό ως αντικείμενο του αδικήματος. Ενώ είναι λογικό ότι οι Παραπονούμενοι, δεδομένου ότι αναφέρονται σε Κοινωνικές Εκδηλώσεις, γάμους, βαφτίσεις και άλλες Κοινωνικές Υποχρεώσεις που είχαν οι ίδιοι, γνωρίζουν τόσο ποιες ήταν αυτές όσο και το ποσό ως αντικείμενο του αδικήματος και θα έπρεπε επομένως να προσδιορίσουν αυτά τα στοιχεία. Κρίνεται λοιπόν πως πέραν της αοριστίας που υπάρχει στις Λεπτομέρειες Αδικήματος υπάρχει και πολλαπλότητα η οποία συνίσταται στο ότι στην ίδια κατηγορία οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται αναφορικά με αριθμό περιπτώσεων που κατ' ισχυρισμό διέπραξαν το αδίκημα που τους καταλογίζεται. Το κυριότερο όμως είναι πως δεν ξεκαθαρίζουν κατά πόσον αναφέρονται στην απόκτηση περιουσίας από τον Κατηγορούμενο 1 ή στην από τον ίδιο υποκίνηση άλλων (παραληπτών) να πράξουν κάτι εν σχέσει με την περιουσία των Παραπονουμένων ή σε κάποιαν από τις περιπτώσεις του άρθρου 301. Κατά συνέπεια, εντοπίζεται καίριο ελάττωμα στις κατηγορίες που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατά τρόπο που να καθιστά το κατηγορητήριο ουσιαστικά ελαττωματικό και συνακόλουθα άκυρο λόγω πολλαπλότητας. Συνέπεια αυτού είναι οι Κατηγορούμενοι να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν την ακριβή φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους καθώς και στην πρόκληση βλάβης ως προς την ετοιμασία και παρουσίαση κατά τρόπο ικανοποιητικό της υπεράσπισης τους. Συνακόλουθα κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις το θέμα δεν μπορεί να επιλυθεί με τροποποίηση ή παροχή λεπτομερειών και σίγουρα οι Κατηγορούμενοι δεν μπορούν να υπερασπιστούν σ' ένα τέτοιο κατηγορητήριο. Κατά συνέπεια οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον των Παραπονουμένων. (Υπ.) ............................. Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.