Δημήτρη Μακρή ν. Ξενάκη Δημοσθένους, Αρ. Υπόθεσης : 28157/2010, 20/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης : 28157/2010 Δημήτρη Μακρή Παραπονούμενου -εναντίον- Ξενάκη Δημοσθένους Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Αργυρού (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Ιωάννου) Για τον κατηγορούμενο: κ. Μ. Σπύρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος παρέμεινε να αντιμετωπίζει μία κατηγορία, που αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (πρώτη κατηγορία). Παρενθετικά, αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε άλλες δύο κατηγορίες στις οποίες αθωώθηκε και απαλλάχθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου, επί τη βάσει των προνοιών του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Οι εν λόγω κατηγορίες αφορούσαν το αδίκημα της ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, (δεύτερη κατηγορία) και της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 23/06/2010 ενώ βρισκόταν σε δημόσιο χώρο, με τέτοιο τρόπο και κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο, εξύβρισε τον Δημήτρη Μακρή (παραπονούμενο) με τη φράση «Ρε γίγαντα μασκότα της Τζυρκάς ούλλο νίκες είσαστε, εκάτσετε πάνω», με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση. Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση, κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα τον κ Δημήτρη Μακρή (Μ.Κ.1). Περαιτέρω δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι έχει γίνει η καταγγελία στην Γ. Αστυφύλακα
- Η καταγγελία για το συγκεκριμένο περιστατικό φέρει τον αριθμό 471/06/
- Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Στην Γραπτή Δήλωση του αναφέρει ότι διαμένει στην Ανδρέα Μιαούλη 62 στη Κάτω Λακατάμια με την οικογένεια του, δηλαδή τη σύζυγο του. Με τον κατηγορούμενο γνωρίζονται από το 1973, όταν ο παραπονούμενος αρραβωνιάστηκε την αδελφή του κατηγορουμένου Άννα Σάββα Δημοσθένους. Οι διαφορές του με τον κατηγορούμενο άρχισαν το 1993 λόγω των περιουσιακών διαφορών που δημιουργήθηκαν μεταξύ των τριών αδελφιών, δηλαδή της συζύγου του, του κατηγορούμενου και του αδελφού τους Δήμου Δημοσθένους. Από τότε άρχισε και εναντίον του η εχθρική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος διαμένει στην Ανδρέα Μιαούλη 66, στη Κάτω Λακατάμια, δηλαδή δύο σπίτια πιο κάτω από το δικό τους. Την 23/06/2010 περί ώρα 8:00 το απόγευμα ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν έξω στην αυλή του σπιτιού του και πότιζε τα λουλούδια, σε κάποια στιγμή έφτασε έξω από την οικία τους η σύζυγος του, η οποία είχε επισκεφθεί την κόρη τους. Ενώ περπατούσε στο πεζοδρόμιο για να εισέλθει στην αυλή της οικίας τους, την άκουσε να του φωνάζει με ύφος φοβισμένο. Αμέσως έτρεξε να δει τι έγινε και τότε πρόσεξε τον κατηγορούμενο μέσα στο αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν σταματημένο μέσα στο δρόμο, σχεδόν δίπλα από τη σύζυγο του να κοιτάζει προς την σύζυγο του άγρια. Τότε πήρε την σύζυγο του, από το χέρι και ρώτησε τον κατηγορούμενο «ήντα που θέλεις», με τον κατηγορούμενο να του απαντά αυτολεξεί «ρε γίγαντα μασκότα της τζυρκάς ούλλο νίκες είσαστε εκάτσετε πάνω». Τότε προσπάθησε να μην δώσει συνέχεια και πήρε την σύζυγο του για να μπουν στη αυλή του σπιτιού τους. Την ίδια στιγμή πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος έβγαλε τη ζώνη του αυτοκινήτου και προσπάθησε να κατεβεί, πλην όμως ο συνοδηγός του τον κράτησε και έτσι δεν κατέβηκε από το όχημα του. Μαζί με την σύζυγο του προχώρησαν και μπήκαν στην αυλή του σπιτιού τους και τότε άκουσε τον κατηγορούμενο να τους φωνάζει «εννά δείτε τι θα σας κάμω». Αμέσως μετά πήγαν με την σύζυγο του στην Αστυνομία Λακατάμιας όπου προέβηκαν σε καταγγελία του περιστατικού στην Γ. Αστ.
- Η καταγγελία φέρει τον αριθμό 471/06/
- Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Κ.1 διευκρίνισε ότι οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των τριών αδελφιών είναι κτηματικές και συγκεκριμένα υπάρχει διαφωνία ως προς τον διαχωρισμό κτήματος το οποίο θα έπρεπε, ως ισχυρίζεται, να κατέχουν κατά 1/3 μερίδιο έκαστος κάτι με το οποίο τα δύο αδέλφια της συζύγου του διαφωνούν ενώ έχει τίτλο ιδιοκτησίας. Αποτέλεσμα αυτής της διαφοράς, ήταν ο αδελφός της συζύγου του και του κατηγορουμένου, να προσφύγει στο Δικαστήριο και να εκδοθεί απόφαση η οποία ερμηνεύεται διαφορετικά από τον κάθε ένα. Ενώ επίσης τα δύο αδέλφια της συζύγου του έχουν καταχωρήσει αγωγές που θα εκδικαστούν τον Νοέμβριο του
- Περαιτέρω ο κατηγορούμενος έκτισε σπίτι στην κόρη του σε ένα σημείο του κτήματος και η σύζυγος του έκανε προσφυγή στο Ανώτατο την οποία έχει κερδίσει και στην οποία έγινε έφεση. Συμφώνησε, στην συνέχεια με τον συνήγορο του κατηγορουμένου ότι αυτές οι διαφορές δημιούργησαν και έχθρες μεταξύ τους. Ακολούθως αναφέρθηκε σε δυο περιστατικά προς αιτιολόγηση της θέσης του περί εχθρικής συμπεριφοράς από τον κατηγορούμενο έναντι του. Το ένα εκ των οποίων, ως ανέφερε, έλαβε χώρα στις 15 Αυγούστου του 2008, για το οποίο έγινε σχετική καταγγελία στην αστυνομία, ενώ για το άλλο περιστατικό ανέφερε ότι δεν έγινε καταγγελία στην αστυνομία, χωρίς όμως να προσδιορίσει χρονικά πότε έλαβε χώρα. Διαφώνησε με υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι αυτός και η οικογένεια του άρχισαν να συμπεριφέρονται εχθρικά στον κατηγορούμενο, στον πατέρα της συζύγου του (πεθερού του) και τον άλλο αδελφό της συζύγου του, όταν ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια υπόθεσης η οποία αφορούσε τις διαφορές της συζύγου του και του αδελφού της Δήμου Δημοσθένους και στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ του τελευταίου, λέγοντας περαιτέρω ότι η απόφαση δεν ήταν υπέρ του Δήμου Δημοσθένους. Κληθείς να αναφέρει ποια είναι τα συναισθήματα του για τον κατηγορούμενο από το 1993 που άρχισαν οι διαφορές τους μέχρι και σήμερα, ανέφερε ότι δεν είναι ούτε φιλικά ούτε εχθρικά, σημειώνοντας ότι κάποτε ήταν πολύ φιλικά όταν ο κατηγορούμενος τον είχε ανάγκη. Συμφώνησε στην συνέχεια ότι ο κατηγορούμενος είχε καταχωρήσει ποινική υπόθεση εναντίον της συζύγου του, στην οποία ως ανέφερε καταδικάστηκε μετά από δική της παραδοχή, πλην όμως δεν θυμόταν πότε είχε καταχωρηθεί η εν λόγω υπόθεση. Συμφώνησε επίσης ότι είχε καταχωρηθεί ποινική υπόθεση και εναντίον του γιου του, στην οποία ως ανέφερε ο γιος του καταδικάστηκε, αλλά ούτε γι' αυτή ως ανέφερε θυμόταν πότε είχε καταχωρηθεί. Πλην όμως στην συνέχεια συμφώνησε με τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι και τα δύο περιστατικά που αφορούσαν τις εν λόγω υποθέσεις έλαβαν χώρα πριν τις 23/06/
- Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, ανέφερε ότι πλην του ιδίου και της συζύγου του δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο στον δρόμο. Ανέφερε περαιτέρω ότι το σημείο της αυλής του σπιτιού τους που βρισκόταν όταν φώναξε η σύζυγος του, είναι στα πλάγια του σπιτιού όπου υπάρχουν διάδρομοι και ότι από το σημείο που βρισκόταν είχε οπτική επαφή με την σύζυγο του. Διευκρίνισε επίσης ότι η σύζυγος του με φοβισμένο ύφος του είχε φωνάξει το όνομα του. Υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος σε σχέση με την σύζυγο του βρισκόταν δίπλα της. Ήταν αρχικά η θέση του ότι ο κατηγορούμενος κοίταξε τόσο αυτόν, όσο και την σύζυγο του άγρια, θέση την οποία όμως στην συνέχεια απέσυρε όταν του υποδείχθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι στην γραπτή δήλωση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κοίταζε την σύζυγο του άγρια και δεν ανέφερε ότι κοίταζε και τον ίδιο. Ανέφερε περαιτέρω, ότι δεν είχε αναγνωρίσει τον συνοδηγό του κατηγορουμένου. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να κατεβεί από το αυτοκινήτου μία φορά όταν είχε πάει αυτός (δηλαδή ο παραπονούμενος) στο μέρος. Διαφώνησε στην συνέχεια με υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος κατευθυνόταν προς το δικό του σπίτι και όταν η σύζυγος του επειδή κάτι φώναξε στον κατηγορούμενο και εκείνος δεν κατάλαβε τότε σταμάτησε και της είπε «θέλεις να μου πεις κάτι;». Υποστηρίζοντας ότι γνωρίζει πως τα γεγονότα δεν έγιναν όπως λέει ο κατηγορούμενος, γιατί του το είχε πει η σύζυγος του, αναφέροντας περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο σταμάτησε αλλά είχε βάλει όπισθεν και πήγε κοντά της. Διαφώνησε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σταματήσει δίπλα από την σύζυγο του αλλά στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Περαιτέρω, διαφώνησε ότι η σύζυγος του όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε και την ρώτησε αν ήθελε να του πει κάτι, αυτή του απάντησε «γιατί ρέσσεις που δαμαί ρε; Για να με προκαλείς;». Επέμεινε στην θέση του ως προς το τι του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος, διαφωνώντας με υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι όταν πήγε στο μέρος και ρώτησε τον κατηγορούμενο τι θέλει, ο τελευταίος του απάντησε ότι ο δρόμος είναι δημόσιος και μπορεί να περνά όποτε θέλει και δεν θέλει τίποτε. Διαφώνησε επίσης ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε λόγω του ότι ο κατηγορούμενος είχε καταχωρήσει τις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις εναντίον της συζύγου του και του γιου του, αναφέροντας ότι όλα τα γεγονότα έχουν συμβεί, δηλώνοντας περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της υπόθεσης του γιου του είχε παραδεχθεί ότι τον είχε βρίσει. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην πρώτη κατηγορία, κάλεσε αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και να μην καλέσει μάρτυρες υπεράσπισης. Κατά την ένορκη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος, υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης που ετοίμασε (Τεκμήριο 2) ως μέρος της κύριας εξέτασης του, στην οποία αναφέρει ότι διαμένει μαζί με την σύζυγο του και τον υιό του Σάββα στην οδό Ανδρέα Μιαούλη 66 στην Λακατάμεια, στην Λευκωσία. Με την γυναίκα του παραπονούμενου, Άννα Μακρή είναι αδέλφια και έχουν ακόμη ένα αδελφό τον Δήμο Δημοσθένους. Τα προβλήματα με την οικογένεια του παραπονούμενου, ξεκίνησαν περί τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η Άννα διαφωνούσε με την υλοποίηση της μεταξύ των τριών αδελφών συμφωνίας διαχωρισμού του αγροτεμαχίου, στο οποίο ανεγέρθηκαν οι κατοικίες αυτού και του αδελφού τους, με αποτέλεσμα ο αδελφός του να καταχωρήσει εναντίον της αγωγή στην οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η εν λόγω συμφωνία ισχύει. Μαρτυρία στην εν λόγω υπόθεση έδωσε αυτός (ο κατηγορούμενος) και ο πατέρας του, με αποτέλεσμα η αδελφή του και τα λοιπά μέλη της οικογένειας της, να εξοργιστούν και να εναντιωθούν ακόμα περισσότερο, τόσο στον ίδιο όσο και στον πατέρα τους. Μάλιστα τόσο ο ίδιος όσο και τα λοιπά μέλη της οικογένειας του, σε πολλές περιπτώσεις, έγιναν δέκτες πολλών υβριστικών επιθέτων αλλά και επιθέσεων από τα μέλη της οικογένειας Μακρή, συμπεριλαμβανομένου και του παραπονούμενου. Ανέφερε, περαιτέρω ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε ενώ εκκρεμούσε η ποινική υπόθεση που είχε καταχωρήσει εναντίον του υιού του παραπονουμένου, η οποία αφορούσε το αδίκημα της επίθεσης εναντίον του ίδιου και του υιού του Σάββα και για αλόγιστη, επικίνδυνη οδήγηση. Ενώ επίσης είχε προηγηθεί η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον της αδελφής του που αφορούσε το αδίκημα της εξύβρισης. Σε σχέση με τα γεγονότα της επίδικης ημέρας, ο κατηγορούμενος ανέφερε, ότι κατευθύνετο προς το σπίτι του με το όχημα του έχοντας συνοδηγό τον υιό του Σάββα, ο οποίος είναι παιδί με ειδικές ανάγκες και ο οποίος είναι και βαφτιστικός του παραπονούμενου και της συζύγου του. Πλησίον της οικίας του παραπονούμενου, αντίκρισε την Άννα και την άκουσε που του φώναζε. Λόγω της απόστασης και του θορύβου του οχήματος δεν κατάλαβε τι του είπε και γι' αυτό σταμάτησε το όχημα του στην αριστερή πλευρά του δρόμου ρωτώντας την «Θέλεις να μου πεις κάτι;» Η αδελφή του, όταν αυτός σταμάτησε το όχημα του, βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, στην δεξιά πλευρά του δρόμου και είχαν μία απόσταση μεταξύ τους περίπου 3 με 4 μέτρα. Η απάντηση της αδελφής του ήταν «Γιατί ρέσσεις που δαμέ; Για να με προκαλείς;». Για να της απαντήσει, αυτός με την σειρά του, «Ο δρόμος είναι δημόσιος. Απαγορεύεται να περνώ από εδώ;» Ξαφνικά στο μέρος πήγε και ο παραπονούμενος, ο οποίος ρώτησε «Τι συμβαίνει;». Ο ίδιος του έδωσε την απάντηση «Δεν συμβαίνει τίποτε» και απευθυνόμενος και στους δύο ανέφερε και πάλι ότι «Ο δρόμος είναι δημόσιος και μπορώ να περνώ όποτε θέλω.». Οπόταν εκκίνησε το όχημα του για να φύγει επειδή ένιωθε ότι οι προθέσεις της αδελφής του και του παραπονούμενου δεν ήταν καλές. Αρνήθηκε ότι εξύβρισε είτε τον παραπονούμενο, είτε την αδελφή του, αναφέροντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο από μέρους του την στιγμή που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η ποινική υπόθεση εναντίον του υιού του παραπονούμενου. Υποστηρίζοντας, ότι το όλο συμβάν έγινε η αφορμή για να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση για καθαρά εκδικητικούς λόγους. Αναφέροντας περαιτέρω ότι τα αναφερθέντα γεγονότα του περιστατικού στο οποίο αναφέρθηκε ο παραπονούμενος και τα οποία έλαβαν χώρα στις 15 Αυγούστου του 2008, είναι ψέματα, προβάλλοντας την δική του εκδοχή ως προς τα εν λόγω γεγονότα και δηλώνοντας περαιτέρω ότι το εν λόγω περιστατικό έλαβε χώρα λίγο καιρό μετά που κατήγγειλε τον υιό του παραπονούμενου στην Αστυνομία, για το περιστατικό που παραδέχθηκε ενοχή στην ιδιωτική ποινική υπόθεση που είχε ο ίδιος καταχωρήσει εναντίον του και το οποίο έλαβε χώρα στις 28/06/2008 και κατά τον χρόνο που βρισκόταν σε εξέλιξη η ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον της αδελφής του. Ανέφερε επίσης ότι ο παραπονούμενος σε τακτά διαστήματα, δημιουργεί εντάσεις και προκαλεί με τη συμπεριφορά του τόσο τον ίδιο, όσο και τα λοιπά μέλη της οικογένειας του. Αντεξεταζόμενος, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η οικογένεια Μακρή από τον καιρό που άρχισαν οι προστριβές με τον αδελφό του, τον πλησίασε κατ' επανάληψη για να τον δωροδοκήσουν, με τον παραπονούμενο να του λέει επί λέξει «Μείνε έξω που την υπόθεση και το μερίδιο της αδελφής σου να το βουλλώσουμε του Σάββα.» Κληθείς να αναφέρει εάν έκρινε ορθό να περάσει μπροστά από την οικία της αδελφής του και να επιστρέψει, έχοντας κατά νουν την ισχυριζόμενη από μέρους του συμπεριφορά της αδελφής του, και έχοντας συνοδηγό τον υιό του, ο κατηγορούμενος, ανέφερε ότι όλα τα περιστατικά έγιναν έχοντας γενεσιουργό αιτία την αδελφή του ή μέλος της οικογένειας της. Ο ίδιος ουδέποτε πήγε στο σπίτι τους για να ενοχλήσει. Αντίθετα αυτό είχε κάνει η δική τους πλευρά. Ως προς τα γεγονότα της επίδικης ημέρας, ανέφερε ότι όντως είχε προχωρήσει μπροστά 2 με 3 μέτρα και έκανε όπισθεν 1 ½ μέτρο, υποστηρίζοντας ότι έπραξε αυτό λόγω του ότι είδε την αδελφή του ότι έκανε μία χειρονομία εκλαμβάνοντας αυτήν ότι του έλεγε να σταματήσει και κάτι τον θέλει, μουρμουρίζοντας κάτι που δεν κατάλαβε, γι' αυτό πλησίασε για να δει τι ήθελε ακριβώς. Κληθείς να αναφέρει γιατί δεν έφυγε όταν είδε ως ισχυρίζεται ότι η αδελφή του δεν είχε καλές προθέσεις, είπε ότι της απάντησε και μετά ήρθε ο παραπονούμενος έγινε η συζήτηση με αυτόν και έτσι έφυγε. Ακολούθως, κληθείς να αναφέρει εάν στο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση είχε αναφέρει ότι τη συγκεκριμένη ημέρα είπε στον παραπονούμενο ένα επίθετο, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν θυμόταν να είπε στο Δικαστήριο κάτι τέτοιο, διευκρινίζοντας στην συνέχεια ότι δεν είπε επίθετο στον παραπονούμενο εκείνη την ημέρα. Επέμεινε στην θέση ότι δεν είπε στον παραπονούμενο την φράση που του καταλογίζεται, σημειώνοντας ότι οι φράσεις αυτές λέγονται από πολλούς γνωστούς του, για τους δικούς τους λόγους κάτι το οποίο γνωρίζει γιατί και ο ίδιος άκουσε να λέγεται όταν γινόταν αναφορά στον παραπονούμενο. Απορρίπτοντας υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το συγκεκριμένο επεισόδιο την επίδικη ημέρα προκλήθηκε από αυτόν και ενώ είχε το χρόνο και ήταν μέσα στο αυτοκίνητο του και μπορούσε να περάσει και να μην γίνει τίποτε, προτίμησε να σταματήσει, να επιστρέψει για να δημιουργήσει και να προκαλέσει αυτό που δημιούργησε και για το οποίο κατηγορείται, διερωτήθηκε περαιτέρω γιατί δεν κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας η αδελφή του η οποία προκάλεσε το επεισόδιο. Θέσεις και Εισηγήσεις των Μερών Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε ότι η οποιαδήποτε θέση περί εκδικητικής καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης, καταρρίπτεται τόσο από τα γεγονότα όσο και από την μαρτυρία. Σημειώνοντας ότι το δικαίωμα ενός πολίτη να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική υπόθεση είναι αυτοτελές και δεν συνδέεται με την πρόθεση του να καταγγείλει την εν λόγω υπόθεση στην αστυνομία. Αναφέροντας περαιτέρω ότι ο παραπονούμενος προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης όταν ο κατηγορούμενος δυστυχώς δεν σταμάτησε να δημιουργεί προβλήματα, ως έλπιζε ότι θα γίνει με την παρέμβαση της αστυνομίας μετά την σχετική καταγγελία που έκανε. Ήταν επίσης η θέση του ότι το σύνολο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου ήταν γεμάτο υπερβολές και αντιφάσεις, δεν έδωσε καμία ξεκάθαρη απάντηση που να αποδεικνύει άλλα από τα όσα του καταλογίζονται στην παρούσα υπόθεση, ενώ ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είχε επιλεκτική μνήμη, γεγονός το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Αντίθετα, υποστήριξε ότι ο παραπονούμενος ήταν πάντοτε σαφής στις απαντήσεις του αλλά και σύντομος, χωρίς να μπαίνει σε αχρείαστες λεπτομέρειες αφού ουσιαστικά περιορίστηκε στο συμβάν της συγκεκριμένης ημέρας. Περαιτέρω, ο κ. Αργυρού, ισχυρίστηκε ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Προβάλλοντας επίσης την θέση ότι το νόημα μιας ποινικής διαδικασίας δεν είναι αν η οποιαδήποτε καταδίκη θα φέρει περισσότερες αντιπαραθέσεις, αλλά εάν είναι ένοχος ο κατηγορούμενος πρέπει να καταδικαστεί και όχι να κριθεί με τις αντιπαραθέσεις. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο όπως αθωώσει τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που παρέμεινε να αντιμετωπίζει. Αναφερόμενος στην μαρτυρία του παραπονούμενου, ο κ. Σπύρου, εξέφρασε την θέση ότι ο παραπονούμενος δεν παρέθεσε λεπτομερώς τα γεγονότα έτσι ώστε να δώσει στο Δικαστήριο μια πλήρη περιγραφή των όσων ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα την επίδικη μέρα. Ενώ, περαιτέρω από την μαρτυρία του φάνηκε έντονα το αίσθημα εχθρότητας που νιώθει για τον κατηγορούμενο σε αντίθεση με την θέση του ότι τα αισθήματα του προς τον κατηγορούμενο δεν είναι εχθρικά. Ως προς την μαρτυρία του κατηγορούμενου, ο συνήγορος Υπεράσπισης, υποστήριξε ότι αυτή ήταν λεπτομερής και είχε μια λογική σειρά. Ήταν ειλικρινής και δεν προσπάθησε να κρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο, υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του κατά την αντεξέταση, αλλά ούτε περιέπεσε σε αντιφάσεις. Περαιτέρω, ο συνήγορος Υπεράσπισης, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κάλεσε την σύζυγο του παραπονούμενου να καταθέσει, την γραπτή δήλωση της οποίας είχαν λάβει από τον συνήγορο του παραπονουμένου κατόπιν αίτησης που στάλθηκε δυνάμει του άρθρου 7 του Κεφ.
- Σημειώνοντας, επίσης ότι θα ήταν ακροσφαλές, το Δικαστήριο να βασιστεί μόνο πάνω στην μαρτυρία του παραπονούμενου και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ιδιαίτερα όταν η σύζυγος του παραπονούμενου δεν παρουσιάστηκε για να μαρτυρήσει, και δεν υπάρχει ανεξάρτητη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τα όσα είπε ο παραπονούμενος και όταν υπάρχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η οικογένεια του παραπονούμενου, επέδειξε στο παρελθόν μια παραβατική και επιθετική συμπεριφορά εναντίον του κατηγορούμενου. Υποστηρίζοντας, περαιτέρω, ότι η οικογένεια του παραπονούμενου, είναι άνθρωποι που δεν διστάζουν να προβούν σε βλαπτικές ενέργειες εναντίον του κατηγορουμένου και της οικογένειας του. Διακατέχονται από μίσος και εχθρική συμπεριφορά απέναντι στον κατηγορούμενο, και η παρούσα υπόθεση είναι μια πράξη εκδίκησης που σκοπό έχει να ταλαιπωρήσει τον κατηγορούμενο και να τον υποβάλει σε αυτή την ψυχοφθόρα διαδικασία. Προβάλλοντας, την θέση ότι η οποιαδήποτε καταδίκη, θα οξύνει περισσότερο τα πνεύματα και αυτή η διχόνοια πιθανό να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον παραπονούμενο (Μ.Κ.1) όσο και τον κατηγορούμενο ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους, ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) γενικά μου έδωσε την εικόνα προσώπου το οποίο δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Βεβαίως, υπάρχουν σημεία στα οποία κρίνω ότι η μαρτυρία του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού αυτά επιβεβαιώνονται και από την μαρτυρία του κατηγορουμένου. Πλην όμως η γενική εντύπωση του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη ολόκληρης της μαρτυρίας του, καθώς επίσης και την συνολική εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά και τον τρόπο που κοίταζε τον κατηγορούμενο καθ' όν χρόνο έδινε μαρτυρία, (με έντονο, οργισμένο θα μπορούσα να πω και επίμονο βλέμμα προς αυτόν) κρίνω πως ο μάρτυρας αυτός προσπαθούσε πάση θυσία, να επιτύχει την καταδίκη του κατηγορούμενου, αφού παρά τον ήρεμο τόνο στην φωνή του ήταν έντονα ζωγραφισμένος στο πρόσωπο του ο θυμός του κατά του κατηγορουμένου. Η καταδίκη του κατηγορουμένου, δεν έχω αμφιβολία ότι θα αποτελούσε για τον ίδιο αντίποινο για την όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου από το 1993 μέχρι σήμερα. Αφού αυτό που εξάγεται αβίαστα από τη μαρτυρία του είναι ότι οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο τουλάχιστον από το 1993 δεν ήταν και εξακολουθούν να μην είναι καλές. Στην προσπάθεια του αυτή δεν περιορίστηκε στα επίδικα γεγονότα αλλά κατέφυγε στην αναφορά άσχετων άλλων περιστατικών που κατ' ισχυρισμόν του έλαβαν χώρα, (σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του συνηγόρου του ότι περιορίστηκε στο συμβάν της συγκεκριμένης μέρας), και στα οποία και πάλι ο κατηγορούμενος, ως ισχυρίζεται, αναίτια τον προκάλεσε και τον εξύβρισε, θέλοντας κατά την κρίση μου να καταδείξει ότι για τον κατηγορούμενο είναι σύνηθες γεγονός να ενεργεί κατ' αυτό τον τρόπο και να επιδεικνύει συνεχώς τέτοια συμπεριφορά. Ενδεικτικά σημεία της δια ζώσης μαρτυρίας του τα οποία έχουν δημιουργήσει στο Δικαστήριο την πιο πάνω εικόνα και καταδεικνύουν ότι δεν είναι ειλικρινής η εκδοχή του αναφορικά με ουσιώδη της υπόθεσης γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Αρχικά στην αντεξέταση του, δέχεται ότι αποτέλεσμα των διαφορών που υπήρχαν μεταξύ των τριών αδελφών, δημιουργήθηκε έχθρα μεταξύ τους, συγκαταλέγοντας και τον εαυτό του. Στην συνέχεια όμως της αντεξέτασης του, ισχυρίστηκε ότι τα συναισθήματα του εναντίον του κατηγορούμενου, δεν είναι ούτε φιλικά αλλά ούτε εχθρικά. Η θέση του ότι τα συναισθήματα του εναντίον του κατηγορούμενου, δεν είναι εχθρικά, βεβαίως δεν έπεισε το Δικαστήριο για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ως επίσης γιατί ο κατηγορούμενος ως διεφάνη μέσα από την μαρτυρία του ήταν μάρτυρας στην αγωγή που είχε καταχωρήσει ο Δήμος εναντίον της Άννας, η οποία ως ο ίδιος ο παραπονούμενος ανέφερε κατά την μαρτυρία του, αυτή η διαφορά αποτέλεσε και το έναυσμα των διαφορών μεταξύ των τριών αδελφιών αλλά και του ίδιου. Συνεπώς δεν μπορώ να πεισθώ ότι ενώ τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του αισθάνονταν ότι αδικείται η σύζυγος του από τον Δήμο Δημοσθένους και ο κατηγορούμενος υπήρξε μάρτυρας υπέρ αυτού, ότι δεν τρέφει εχθρικά συναισθήματα εναντίον του κατηγορούμενου. Πόσον μάλλον όταν ο κατηγορούμενος αφενός έδωσε μαρτυρία υπέρ του Δήμου βοηθώντας στην επιτυχία της αγωγής και αργότερα προχώρησε στην καταχώρηση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων τόσο κατά της συζύγου του όσο και κατά του υιού του. Είναι προφανώς λοιπόν πως ο παραπονούμενος διακατέχεται από έχθρα και παράπονο τα οποία επιμελώς προσπάθησε να αποκρύψει για να βελτιώσει την εικόνα του στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, ενώ για διάφορα γεγονότα που ισχυρίζετο ότι έλαβαν χώρα, έκανε λεπτομερή αναφορά αναφέροντας για κάποια από αυτά ακριβή ημερομηνία που διαδραματίστηκαν, αντεξεταζόμενος η μνήμη του όλως παραδόξως χώλαινε και δήλωνε ότι δεν θυμάται πότε καταχωρήθηκαν οι υποθέσεις εναντίον της συζύγου του και του υιού του. Βεβαίως δεν έπεισε το Δικαστήριο, η θέση του ότι δεν θυμόταν αυτό το γεγονός. Έχοντας υπόψιν το ύφος και τον τρόπο που απαντούσε δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι σκόπιμα κατέφυγε σε αυτή την τακτική, σε μια προσπάθεια του να αποφύγει το κίνδυνο να θεωρηθεί ότι η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης έγινε εκδικητικά λόγω της από μέρους του κατηγορούμενου καταχώρησης υπόθεσης εναντίον της συζύγου του και υιού του. Τελικά βεβαίως δεν μπόρεσε να αποφύγει να απαντήσει αφού σε ερώτηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, εάν συμφωνεί ότι και τα δύο περιστατικά έλαβαν χώρα πριν την επίδικη ημερομηνία, έδωσε καταφατική απάντηση. Όσον αφορά τη θέση του, σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, ότι ενώ πρόσεξε ότι τον κατηγορούμενο κράτησε ο συνοδηγός του για να μην κατεβεί από το όχημα, όταν αυτός πήρε την σύζυγο του από το χέρι για να μπουν στη αυλή του σπιτιού τους, εντούτοις δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο συνοδηγός, και πάλι δεν έπεισε το Δικαστήριο, αφού ως ανέφερε το όχημα του κατηγορούμενου ήταν δίπλα από την σύζυγο του, συνεπώς και όταν αυτός πήγε στο μέρος, με δεδομένο ότι δεν υπήρξε μαρτυρία ότι μετακινήθηκε από το σημείο που βρισκόταν, λογικό ήταν να έβλεπε ποιος ήταν ο συνοδηγός. Επίσης είναι προφανές πως οι αναφορές του παραπονούμενου για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της παρουσίας του στο μέρος όπου βρισκόταν η σύζυγος του, τα οποία ως ανέφερε τα γνωρίζει γιατί του τα είχε αναφέρει η ίδια, αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Χωρίς να παραβλέπω τις πρόνοιες του άρθρου 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 32
(1)/2004, σύμφωνα με τις οποίες τέτοια μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και αξιολογείται λαμβάνοντας υπόψη κάποια κριτήρια και όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης (άρθρο 27 του ίδιου Νόμου), κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένο ότι αμφισβητούνται οι εν λόγω ισχυρισμοί από τον κατηγορούμενο, επίσης, ότι η σύζυγος του παραπονούμενου δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει, αλλά ούτε δόθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ως όφειλε, τουλάχιστον κάποια εξήγηση για τη μη προσαγωγή της ίδιας της συζύγου του παραπονούμενου και να πείσει το Δικαστήριο, στο βαθμό που απαιτείται, ότι δεν ήταν εύλογο ή εφικτό αυτή να καταθέσει ως μάρτυρας, καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα ήταν ορθό να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Περαιτέρω, αναφορικά με τους ισχυρισμούς του παραπονουμένου ότι ο κατηγορούμενος σε άλλη δικαστική διαδικασία και συγκεκριμένα στην υπόθεση εναντίον του υιού του, παραδέχτηκε ότι τον είχε βρίσει, σημειώνω ότι πέραν του ότι πρόκειται για μία γενική και αόριστη θέση του, επίσης παρέμεινε στην σφαίρα των υποβολών, χωρίς να παρουσιαστούν τα πρακτικά της δικαστικής διαδικασίας με τα οποία θα επιβεβαίωνε τον ισχυρισμό του. Περαιτέρω, δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι η θέση του παραπονουμένου, δεν συνάδει με την αναμφισβήτητη θέση του κατηγορουμένου, ότι ο υιός του παραπονούμενου, προέβηκε σε παραδοχή στην εν λόγω υπόθεση. Συνεπώς δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς ήταν δυνατό να δόθηκε τέτοια μαρτυρία από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης. Πέραν των ανωτέρω, θεωρώ ότι η εξελικτική πορεία των διαφορών του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου, στη βάση πάντα των ισχυρισμών του παραπονούμενου, θέτουν εκτός λογικής όσα καταλογίζονται στον κατηγορούμενο. Τούτο γιατί ευλόγως προκύπτει το ερώτημα ποια η λογική ο κατηγορούμενος να προβεί σε μια τέτοια εξύβριση προς τον παραπονούμενο, όταν κατά τον χρόνο εκείνο εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η ποινική υπόθεση που είχε καταχωρήσει εναντίον του υιού του παραπονούμενου και είχε προηγηθεί η υπόθεση εναντίον της συζύγου του. Αλλά επίσης έχοντας υπόψη την μαρτυρία του κατηγορουμένου ότι θεωρούσε ότι ο αδελφός του κέρδισε την υπόθεση στην οποία είχε καταθέσει υπέρ του, συνεπώς για ποια νίκη του παραπονούμενου μπορούσε να αναφέρεται; Ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο κατηγορούμενος που δεν είχε χάσει οποιαδήποτε υπόθεση, θα έλεγε στον παραπονούμενο όσα αυτός ισχυρίζεται. Απεναντίας, θεωρώ καθόλα λογικό και φυσικό το να ήταν προσεκτικός στο τι έλεγε αφού εκκρεμούσε η υπόθεση εναντίον του υιού του παραπονούμενου. Δεν μπορώ λοιπόν να στηριχθώ στη μαρτυρία του παραπονουμένου για το σύνολο των γεγονότων, αφού θεωρώ ότι η εκδοχή του στερείται πειστικότητας σε βαθμό που να μην μπορώ να την αποδεχθώ στην έκταση που αυτή διαφέρει από την αξιόπιστη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Από την άλλη ο κατηγορούμενος, έδωσε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και κρίνω πως γενικά ανέφερε την αλήθεια. Υπήρξε πειστικός, σταθερός και ειλικρινής και η εκδοχή του σε βασικούς ισχυρισμούς του παρουσιάζει λογική συνοχή. Επίσης, δεν φάνηκε να διακατείχετο από κίνητρα εκδίκησης έναντι στον παραπονούμενο. Η αναφορά του ότι θα ήταν ανόητο από μέρους να προέβαινε στις ενέργειες που του καταλογίζει ο παραπονούμενος, ενόσω εκκρεμούσε η υπόθεση εναντίον του υιού του τελευταίου είναι καθόλα πειστική. Αυτή η εκδοχή του κατηγορουμένου ουδόλως αντικρούστηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του και γενικά η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο εδώλιο και η ολοκληρωμένη και συνεπής εκδοχή του για τα γεγονότα έπεισαν το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Δεν υιοθετώ τη θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου ήταν γεμάτη από υπερβολές και αντιφάσεις και δεν έδωσε ξεκάθαρη απάντηση που να αποδεικνύει άλλα από τα όσα του καταλογίζονται. Το Δικαστήριο δεν έχει αντιληφθεί ότι ο κατηγορούμενος υπερέβαλε σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του ή ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις. Η όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου από το εδώλιο του μάρτυρα και η μαρτυρία του καταδείκνυαν την πικρία που αισθανόταν από την συμπεριφορά της αδελφής του αλλά και της οικογένειας της, αλλά σε καμία περίπτωση διεφάνη ότι αυτή η πικρία τον οδήγησε στο να πει στον παραπονούμενο όσα του καταλογίζονται. Η όλη διαφορά τελικά εστιάζεται στο κατά πόσον λέχθηκε ή όχι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο φράση και έχοντας τον παρακολουθήσει έχω πειστεί ότι δεν το έπραξε. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το επίδικο περιστατικό εξελίχθηκε ως ο κατηγορούμενος εξιστόρησε στο Δικαστήριο και όχι ως ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) ισχυρίστηκε. Ανάλογα συνεπώς είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι στις 23/06/2010 ενώ ο κατηγορούμενος εκινείτο με το όχημα του έχοντας συνοδηγό τον υιό του, στην οδό Ανδρέα Μιαούλη στην Κάτω Λακατάμια, αντιλήφθηκε την αδελφή του Άννα και σύζυγο του παραπονούμενου να του φωνάζει κάτι και να κάνει κίνηση του χεριού της εκλαμβάνοντας αυτή ως κάλεσμα της να σταματήσει. Αφού έπραξε αυτό στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ενώ η αδελφή του βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου σε απόσταση από αυτόν 2 με 3 μέτρα, ρώτησε την αδελφή του αν ήθελε να του πει κάτι, με την τελευταία να τον ρωτά «Γιατί ρέσσεις που δαμέ; Για να με προκαλέσεις;» Με τον κατηγορούμενο να της απαντά «ο δρόμος είναι δημόσιος, απαγορεύεται να περνώ από εδώ;». Οπόταν ξαφνικά στο μέρος εμφανίστηκε ο παραπονούμενος ο οποίος ρώτησε «τι συμβαίνει;» με τον κατηγορούμενο να του απαντά «δεν συμβαίνει τίποτε» επαναλαμβάνοντας στην συνέχεια και στους δύο ότι ο δρόμος είναι δημόσιος, ρωτώντας τους περαιτέρω εάν απαγορεύεται να περνά από εκεί. Στην συνέχει εκκίνησε το όχημα του και έφυγε. Δεν έχει προκύψει να εκστόμισε την φράση η οποία του αποδίδεται ή οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να τύχει εξέτασης ως υβριστικό. Έπεται συνεπώς ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου στην πρώτη κατηγορία που παρέμεινε να αντιμετωπίζει. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την εν λόγω κατηγορία. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, επιδικάζονται εναντίον του παραπονούμενου και υπέρ του κατηγορούμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το παρόν Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο