Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ν. Α.Κ.Ι. CONSTRUCTIONS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5218/13, 26/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5218/13 Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων -εναντίον-
- Α.Κ.Ι. CONSTRUCTIONS LIMITED
- ΙΩΣΗΦ ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΣ
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 26 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ Τριφωνίδου. Για τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3: κ Γ Κορφιώτης. Κατηγορούμενοι 2 και 3: Παρόντες ΠΟΙΝΗ _________ Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 έχουν βρεθεί ένοχοι, με δική τους παραδοχή, σε συνολικά επτά κατηγορίες για παραβάσεις προνοιών του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου, του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, του περί Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού Νόμου και του περί Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής Νόμου και των δυνάμει αυτών εκδοθέντων Κανονισμών. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, κατηγορούνται ότι μεταξύ 01/03/2013 και 12/07/2013 παρέλειψαν να πληρώσουν για τους μήνες Αύγουστο του 2012 μέχρι Ιανουάριο του 2013 εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίες ανέρχονται συνολικά σε €68.294,98 (πρώτη κατηγορία) και το πρόσθετο τέλος αναφορικά με τις εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που όφειλαν για τους μήνες Αύγουστο του 2012 μέχρι Ιανουάριο του 2013 (δεύτερη κατηγορία). Περαιτέρω κατηγορούνται ότι μεταξύ 01/03/2013 και 12/07/2013 παρέλειψαν να πληρώσουν για τους μήνες Αύγουστο του 2012 μέχρι Ιανουάριο του 2013 εισφορές Ετήσιων Αδειών, οι οποίες ανέρχονται συνολικά σε €42.778,62 (τρίτη κατηγορία), εισφορές Πλεονάζοντος Προσωπικού οι οποίες ανέρχονται συνολικά σε €6.236,47 (τέταρτη κατηγορία), τέλος Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, το οποίο ανέρχεται συνολικά σε €2.598,57 (πέμπτη κατηγορία), εισφορά Κοινωνικής Συνοχής η οποία ανέρχεται συνολικά σε €10.552,30 (έκτη κατηγορία) και πρόσθετο τέλος αναφορικά με την εισφορά Κοινωνικής Συνοχής που όφειλαν για τους μήνες Αύγουστο του 2012 μέχρι Ιανουάριο του 2013 (έβδομη κατηγορία). Στο στάδιο της έκθεσης των Γεγονότων, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, πέραν των όσων εκτίθενται στις Λεπτομέρειες εκάστου αδικήματος, ανέφερε πως, οι Κατηγορούμενοι μέχρι τον Μάρτιο του 2014 κατέβαλαν έναντι του συνολικά οφειλόμενου ποσού το ποσό των €30.000 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €121.749,71 για το οποίο ζήτησε, όπως, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή επιβάλει το Δικαστήριο, εκδοθεί και διάταγμα καταβολής. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι έκαστος Κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, στην υπόθεση με αριθμό 4716/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με ημερομηνία καταδίκης 28/02/2013 όπου επιβλήθηκε σε έκαστο Κατηγορούμενο ποινή προστίμου €
- Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1, ξεκίνησε τις δραστηριότητές της την 01.01.1997 ως μια μικρή οικογενειακή εταιρεία κατασκευών από τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος είναι απόφοιτος του Α.Τ.Ι. και τον Κατηγορούμενο 3 ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός. Στην πορεία του χρόνου η εταιρεία αυτή αναπτύχθηκε και το 2005 απέκτησε άδεια εργολήπτη πρώτης κατηγορίας. Σταδιακά προχωρούσε στην εκτέλεση έργων αρκετών εκατομμυρίων, περίπου αξίας €13.000.000 κάθε χρόνο, εργοδοτώντας 240 εργατοτεχνίτες και 35 άλλους διοικητικούς υπαλλήλους. Αναφέροντας στην συνέχεια ότι μετά το 2009 ο αριθμός των έργων άρχισε να μειώνεται δραματικά για τους γνωστούς λόγους, με αποτέλεσμα κατά τον περσινό, για παράδειγμα χρόνο, τα έργα τα οποία είχαν εκτελεστεί η αξία τους να είναι περίπου το 20% της ετήσιας συνήθους αξίας που εκτελούσε η εταιρεία. Ταυτόχρονα και χειρότερα από την μη ύπαρξη έργων, ανέφερε ότι, η κατάσταση στο παζάρι δημιούργησε μια κατάσταση όπου οι ιδιοκτήτες των έργων που είχαν εκτελεστεί για διάφορους λόγους άρχισαν να μην πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Αυτό το φαινόμενο, ως ανέφερε, σε χειρότερο βαθμό από την μείωση των έργων, εξανάγκασε την Κατηγορούμενη 1 να διαπράξει τα αδικήματα που παραδέχθηκε ενοχή και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου αλλά αποδεικνύεται από τα ακόλουθα γεγονότα. Τόσο η παρούσα υπόθεση όσο και το προηγούμενο με το οποίο βαρύνεται η Κατηγορούμενη 1, που αφορά την αμέσως προηγηθείσα περίοδο πληρωμής Κοινωνικών Ασφαλίσεων δείχνει ότι η Κατηγορούμενη 1 για δεκαπέντε χρόνια παρά το ότι εργοδοτούσε πολύ μεγάλο αριθμό εργδοτουμένων ήταν απόλυτα τυπική και πλήρωνε πάντοτε κάθε υποχρέωσή της προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις έστω και αν αφορούσαν εισφορές 300 υπαλλήλων σε κάποια χρονικά διαστήματα. Ανάφερε περαιτέρω ότι στην συγκεκριμένη περίοδο μεγάλη Κοινοπραξία, που είναι πολύ γνωστή στην Επαρχία Λάρνακας και η οποία είχε αναθέσει σωρεία έργων στην Κατηγορουμένη 1 και πλήρωνε πάντοτε τις υποχρεώσεις της προς την Κατηγορούμενη 1, σταμάτησε την πληρωμή αριθμού επιταγών (Έγγραφο Α) που συμποσούνται στο ποσό των €350.000 περίπου οι οποίες θα ήταν πληρωτέες τον ουσιώδη χρόνο που έπρεπε να πληρωθούν και οι εισφορές προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις λόγω δικών της οικονομικών υποχρεώσεων. Ακόμα και η ίδια η εκκλησία αντιμετωπίζοντας και εκείνη τα δικά της οικονομικά προβλήματα δεν έχει πληρώσει το υπόλοιπο που αφορά την ανέγερση του Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας και των υποστατικών που προορίζονταν να στεγάσουν την Μητρόπολη Κερύνειας. Έργο που εκτέλεσε η Κατηγορούμενη 1 και παρέδωσε το 2012, την κρίσιμη αυτή περίοδο, παρά την επιβεβαίωση από μέρους τους ότι το οφειλόμενο ποσό είναι €163.954,33 (Έγγραφο Β). Ανάφερε περαιτέρω ότι η Ιερά Αρχιεπισκοπή παρά το ότι αναγνώρισε σε πρόσφατη συνάντησή τους την οφειλή της προς την Κατηγορουμένη 1, εντούτοις ζήτησε από τους Κατηγορούμενους να επιδείξουν υπομονή, υποσχόμενη ότι το ποσό αυτό θα πληρώνεται με μηνιαίες δόσεις. Ήταν ακολούθως η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα προβλήματα είσπραξης που είχε η Κατηγορούμενη 1 τα τελευταία χρόνια που αφορούν την επίδικη περίοδο δυστυχώς δεν περιορίζονται μόνο στις προαναφερόμενες δύο περιπτώσεις. Είπε πως υπάρχουν πολλές απαιτήσεις για τις οποίες εκκρεμούν υποθέσεις στα Δικαστήρια ή σε διαδικασίες διαιτησίας (Έγγραφο Γ). Μεταξύ αυτών και δύο μεγάλα κυβερνητικά έργα που αφορούσαν την ανακαίνιση και σεισμική αναβάθμιση δύο Τεχνικών Σχολών, απαιτήσεις που ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας παρέπεμψε προς επίλυση από ειδικούς διαιτητές. Το συνολικό ποσό των προαναφερόμενων απαιτήσεων ανέρχεται στο ποσό των €7.702.002,
- Υπό αυτές τις συνθήκες, ως ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης, οι Κατηγορούμενοι εξαναγκάστηκαν να μειώσουν δραστικά το προσωπικό που απασχολούσαν, ενέργεια στην οποία αν προέβαιναν έγκαιρα ίσως να μην είχαν αυτή την υπόθεση, κάτι το οποίο δεν ήταν εύκολο αναφορικά με προσωπικό που εργοδοτείτο χρόνια και το οποίο κράτησαν ώσπου κάθε ελπίδα ότι η κατάσταση θα άλλαζε είχε διαψευσθεί, εργοδοτώντας τους τελευταίους μήνες δέκα μόνο συνολικά άτομα. Τα οποία ουσιαστικά προσπαθούν να εισπράξουν αυτά τα οποία η εταιρεία έχει να παίρνει και για να διαφυλάξουν το απόθεμα εργαλείων, οχημάτων και περιουσιακών στοιχείων που η εταιρεία έχει των οποίων η αξία μπορεί εύκολα να εκμηδενιστεί αν δεν υπάρχουν έργα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Πέραν των προαναφερόμενων ποσών που έχει να λαμβάνει η Κατηγορουμένη 1, ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε περαιτέρω ότι η Κατηγορούμενη 1 υπολόγιζε να εισπράξει το ποσό των €90.000 δεκαπέντε ημέρες μετά την 17/04/2014 για κάποιο έργο που είχε εκτελέσει στον Άγιο Τύχωνα για να δοθεί μια ισχυρή δόση έναντι των οφειλομένων ποσών στην παρούσα υπόθεση πλην όμως ο ιδιοκτήτης προφασιζόμενος διάφορες δικαιολογίες δεν κατέβαλε το εν λόγω ποσό (Έγγραφο Δ). Ανάφερε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος 3 δεν εργοδοτείται πλέον από την εταιρεία όπως και μέλη της οικογένειας και συγγενείς και των δύο Κατηγορουμένων που πριν εργοδοτούνταν. Πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος 3 επιδιώκει κατά τους τελευταίους μήνες να εξασφαλίσει κάποια έργα ή εργασία στον Αραβικό Κόλπο. Πέραν των πιο πάνω ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 2 και 3 υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για κάθε Κατηγορούμενο από τις οποίες ως ανέφερε φαίνεται ότι είναι πρόσωπα που χαίρουν εκτίμησης στην κοινωνία, οικογενειάρχες, με δύο παιδιά ο κάθε ένας, που στην περίπτωση του Κατηγορούμενου 3, τα παιδιά του είναι στο στάδιο της έναρξης των σπουδών τους και στην περίπτωση του Κατηγορούμενου 2, το ένα παιδί του ξεκινά την φοίτηση του στο εξωτερικό και το άλλο την έκτιση της στρατιωτικής του θητείας στην Εθνική Φρουρά. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ακολούθως πως τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3,ακόμα και η Κατηγορούμενη 1, είναι περισσότερο θύματα παρά δράστες κάποιου αδικήματος. Είναι σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου όχι διότι δεν είχαν πρόθεση να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους τις οποίες τηρούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς παρέκκλιση. Ακόμα αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι κατά την στιγμή που είχαν εξαναγκαστεί να απολύσουν τους εαυτούς τους ή τη σύζυγό τους ή συγγενικά τους πρόσωπα, έχουν καταφέρει από τα λίγα που εισέπρατταν να πληρώσουν τις €30.
- Είναι βέβαιος ότι μόλις καταφέρουν οι Κατηγορούμενοι να εισπράξουν, το πρώτο πράγμα που θα κάνουν είναι να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Σημείωσε επίσης ότι από το ποσό το οποίο αναφέρθηκε ως οφειλόμενο το 27% αποτελεί το πρόσθετο τέλος, το οποίο περίπου αντιστοιχεί σε €35.000 εκφράζοντας την θέση ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος της τιμωρίας που υφίστανται οι Κατηγορούμενοι. Ήταν περαιτέρω η θέση του πως οποιαδήποτε ποινή στερητική της ελευθερίας των Κατηγορουμένων 2 και 3 κάθε άλλο παρά θα βοηθήσει την είσπραξη των ποσών. Αντίθετα, ήταν η θέση του πως διακινδυνεύεται η εξανέμιση των περιουσιακών στοιχείων της Κατηγορουμένης 1 και αδυνατίζει την προσπάθεια που γίνεται σε διάφορα μέτωπα για να εισπραχθούν αυτά που έχει να λαμβάνει από τα οποία μεγάλο μέρος είναι από κυβερνητικά τμήματα. Σύμφωνα με την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, αυτός είναι 46 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών ηλικίας 20 και 18 ετών. Διαμένει με την οικογένεια του σε ιδιόκτητη κατοικία. Είναι απόφοιτος Μέσης Εκπαίδευσης και ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Κύπρου. Εργάστηκε σε εργοληπτικές εταιρείες όπου απασχολήθηκε ως υπάλληλος για περίοδο περίπου 5 χρόνων. Ακολούθως με τον γαμπρό του δημιούργησαν τη δική τους εργοληπτική εταιρεία την οποία διατηρούν μέχρι σήμερα. Η σύζυγος του είναι απόφοιτος επίσης του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου Κύπρου, όπου σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός. Στο παρόν όμως η σύζυγος του είναι άνεργη. Τα εισοδήματα του Κατηγορουμένου 2 ανέρχονται στο ποσό των €2.800 μηνιαίως, τα οποία όμως δεν λαμβάνει εδώ και ενάμιση με δύο χρόνια. Η σύζυγος του λαμβάνει επίδομα ανεργίας ύψους €1.000 το μήνα το οποίο λήγει σύντομα. Πέραν της ιδιόκτητης κατοικίας που διαμένει με την οικογένεια του δεν έχει άλλη περιουσία εκτός από αυτή που βρίσκεται στα κατεχόμενα την οποία υποθήκευσε για εξασφάλιση δανείου στο Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών. Τόσο ο Κατηγορούμενος 2 όσο και η σύζυγος του έχουν τα δικά τους οχήματα η αξία των οποίων δεν αναφέρθηκε. Τα συνολικά χρέη της οικογένειας ανέρχονται στο ποσό των €150.000 τα οποία έγιναν για την κάλυψη των σπουδών του παιδιού του. Τα χρέη της εταιρείας ανέρχονται στα €3.500.000 και αναμένεται να λάβει περίπου €4.000.
- Δεν αναφέρθηκαν αποταμιεύσεις. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 3, ως αναφέρεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αυτός είναι ηλικίας 51 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών ηλικίας 21 και 20 ετών. Διαμένει με την οικογένεια του σε ιδιόκτητη κατοικία στην Λευκωσία. Είναι απόφοιτος Μέσης Εκπαίδευσης και ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός και για δύο χρόνια εργάστηκε ως υπάλληλος σε εταιρεία μελετών, σύμβουλοι - μηχανικοί. Με τον κουνιάδο του συνέταιρο δημιούργησαν την δική τους εργοληπτική εταιρεία το
- Η σύζυγος του είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου όπου φοίτησε στον Κλάδο Πολιτικών Μηχανικών. Τα εισοδήματα του Κατηγορουμένου 3 ανέρχονται στο ποσό των €2.800 μηνιαίως, τα οποία όμως δεν λαμβάνει εδώ και ενάμιση με δύο χρόνια. Τα εισοδήματα της συζύγου του από την εργασία της ανέρχονται στο ποσό των €1.
- Πέραν την ιδιόκτητης κατοικίας όπου διαμένει με την οικογένεια του, ο Κατηγορούμενος 3 είναι ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου στη Λακατάμεια και ½ οικοπέδου στην Πόλη Χρυσοχούς το οποίο είναι υποθηκευμένο στη Τράπεζα για χρέη που αφορούν την εταιρεία. Επίσης είναι κάτοχος περιουσίας στα κατεχόμενα την οποία έχει υποθηκεύσει στον Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών. Τόσο ο Κατηγορούμενος 3 όσο και η σύζυγος του έχουν τα δικά τους οχήματα η αξία των οποίων δεν αναφέρθηκε. Τα συνολικά του χρέη ανέρχονται στο ποσό των €107.000 που έγιναν για τις σπουδές των παιδιών του, την αγορά οικοπέδου στην Ανθούπολη και στον Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών. Τα χρέη της εταιρείας ανέρχονται στα €3.500.000 και αναμένεται να λάβει περίπου €4.000.
- Δεν αναφέρθηκαν αποταμιεύσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι, ιδιαίτερα αυτό της πρώτης, δεύτερης και τρίτης κατηγορίας είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τα σχετικά άρθρα της αντίστοιχης νομοθεσίας κάθε κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 85
(1)του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου 59(Ι)/2010, το οποίο αφορά την πρώτη και δεύτερη κατηγορία, διαλαμβάνει ότι «Κάθε εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος ο οποίος παραλείπει ή αμελεί να καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά ή πρόσθετο τέλος είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες τετρακόσια ευρώ (€3.400,00) ή και στις δύο αυτές ποινές, σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ' επανάληψη καταδίκης αυτού για το ίδιο αδίκημα, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές». Περαιτέρω, το Άρθρο 85
(2)του Νόμου 59 (Ι)/2010, το οποίο αφορά την πρώτη και δεύτερη κατηγορία, προνοεί ότι: «
(2)Σε περίπτωση καταδίκης σύμφωνα με το εδάφιο
(1), ο εργοδότης ή ο αυτοτελώς εργαζόμενος, ανάλογα με την περίπτωση, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή στην οποία υπόκειται, υποχρεούται να καταβάλει στο Ταμείο το ποσό των εισφορών ή του πρόσθετου τέλους που παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει και επιπλέον ποσό που δεν υπερβαίνει το 25% του εν λόγω ποσού ή σε περίπτωση δεύτερης ή κατ' επανάληψη καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, επιπλέον ποσό που δεν υπερβαίνει το 50%, όπως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο: Νοείται ότι, το ποσό του οφειλόμενου πρόσθετου τέλους υπολογίζεται κατά την ημέρα της καταδίκης.» Σε ότι αφορά το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας το άρθρο 14
(1)(β) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμος του 1967 (Ν.8/1967), διαλαμβάνει ότι κάθε εργοδότης ο οποίος «παραλείπει άνευ ευλόγου αιτίας να καταβάλη την εισφοράν η οποία απαιτείται υπό των δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 9 εκδοθέντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας δύο χιλιάδας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τον ένα χρόνο ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας και εις την καταβολήν της ως είρηται εισφοράς.» Η σημασία της θέσπισης της νομοθεσίας του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου αλλά και άλλων νομοθετημάτων κοινωνικού περιεχομένου, όπως του περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου και του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, είχε αναφερθεί στο σύγγραμμα του κ Γ. Πική «Sentencing in Cyprus» του 1978, σελ.130. Οι σχετικές νομοθεσίες αποτελούν σημαντικά βήματα προς την καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ένα ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την ευημερία των πολιτών της χώρας. Οι πρόνοιες των νομοθετημάτων που προαναφέρθηκαν και αφορούν στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, προβάλλουν έντονα το στοιχείο της αλληλεγγύης, της κάλυψης των εργαζομένων και την ισόρροπη προστασία έναντι των κινδύνων του γήρατος, της πρόωρης αναπηρίας και του πρόωρου θανάτου. Καταδεικνύουν επίσης ότι στόχο και σκοπό έχουν την διασφάλιση στους εργαζόμενους και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης με την παροχή, τόσο βραχυπρόθεσμων όσο και μακροπρόθεσμων παροχών. Συνεπώς η αξία των εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των λοιπών εισφορών στο Ταμείο θα πρέπει να γίνει συνείδηση κάθε πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας για να μπορούν να καλύπτονται οι ανάγκες για κοινωνική αλληλεγγύη. Η ανάγκη επομένως για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που θέτουν οι προαναφερόμενοι Νόμοι, κρίνεται επιβεβλημένη. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, θεωρώ ότι δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Antreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd,
(1996)2 A.A.Δ. 262, που κατ' αναλογία θεωρώ ότι ισχύουν και στην περίπτωση παραβάσεων των προνοιών του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωσή τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών... Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους.» Σχετική με την αυστηρή αντιμετώπιση της οποίας θα πρέπει να τυγχάνουν είναι και η υπόθεση J.E.L. HOLDINGS LTD ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, MICHAEL JAMES JUDGE, ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ,
(2011)2 Α.Α.Δ 422. Εκεί οι Εφεσείοντες κατόπιν δικής τους παραδοχή κρίθηκαν ένοχοι σε κατηγορίες για παραβάσεις προνοιών του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου ήτοι, παρέλειψαν να καταβάλουν οφειλόμενες εισφορές, τέλη κλπ, στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνολικού ύψους €14.691,95 γιατί ενώ αυτοί είχαν καταβάλει στο λογιστή τους το ποσό που έπρεπε να πληρωθεί στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να το πληρώσει εκ μέρους τους, αυτός καταχράστηκε τα χρήματα χωρίς ποτέ να πληρώσει την οφειλή. Παρόλα αυτά συμμορφώθηκαν δέκα μήνες μετά την καταχώρηση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο επέβαλε πρόστιμο €2500 σε κάθε έναν από αυτούς. Η ποινή προστίμου που τους επιβλήθηκε κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο αυστηρή μεν, αλλά όχι εκδήλως υπερβολική. Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο καταληκτικά σημείωσε ότι «η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό από τη συνέπεια και συμμόρφωση των εισφορέων για έγκαιρη εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων προς το Ταμείο. Παράλειψη συμμόρφωσης, όταν μάλιστα αυτή γίνεται κατ' επανάληψη, συνεπάγεται αυστηρή τιμωρία των παραβατών από τα δικαστήρια.» Η αυστηρότητα προκύπτει επίσης και από την συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αδικήματα αυτού του είδους. Δυστυχώς τα υπό κρίση αδικήματα είναι σε έξαρση. Η μεγάλη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα που παραδέχθηκαν οι κατηγορούμενοι, επιβάλλει επίσης την αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών. Λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων, καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας, αλλά και ενόψει του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από το μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται και διεκπεραιώνονται καθημερινά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ένα άλλο στοιχείο που προσθέτει στη σοβαρότητα των αδικημάτων, το οποίο λαμβάνω υπόψη μου, είναι η παράλειψη εκπλήρωσης από τους Κατηγορουμένους των οικονομικών τους υποχρεώσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επίσης πρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο που λαμβάνω υπόψη μου είναι η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης των Κατηγορουμένων, χωρίς όμως να αγνοώ ότι ο ίδιος ο νομοθέτης σε περίπτωση δεύτερης και κατ' επανάληψη καταδίκης αυξάνει την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης όσο και την ποινή προστίμου. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, πάντοτε υπάρχει η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει. Στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη, (Δέστε Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Όπως έχει νομολογηθεί, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής, (Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου, (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Προς όφελος των Κατηγορουμένων λαμβάνω, πρώτα από όλα υπόψη μου την άμεση παραδοχή τους. Επιπλέον ως μετριαστικό παράγοντα λαμβάνω υπόψη μου την καταβολή μέρους των οφειλών τους, χωρίς βεβαίως να παραβλέπω ότι εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα το συνολικό ποσό των €121.749,71, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο. Προς όφελος των Κατηγορουμένων 2 και 3 λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις υπόλοιπες προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, ως αυτές καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και κατέγραψα ανωτέρω, τις οποίες υιοθέτησε ο συνήγορος υπεράσπισης, ως επίσης και τα όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης στα πλαίσια της αγόρευσης του για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Βεβαίως σημειώνω ότι οι προσωπικές και άλλες περιστάσεις σίγουρα λαμβάνονται υπόψιν, πλην όμως σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής αυτές είναι ήσσονος σημασίας, (Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου, ανωτέρω). Σε συνάφεια με τα πιο πάνω δεν παραγνωρίζω καθόλου ότι ένας από τους λόγους που οι Κατηγορούμενοι βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, πέραν των οφειλών τρίτων προς την Κατηγορούμενη 1, γεγονός το οποίο επίσης λαμβάνεται υπόψη προς όφελος των Κατηγορουμένων, είναι περαιτέρω και το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι θέλησαν να μην απολύσουν προσωπικό που εργαζόταν για χρόνια στην Κατηγορούμενη 1 μέχρι που κάθε ελπίδα ότι η οικονομική κατάσταση της Κατηγορουμένης 1 θα άλλαζε εξαλείφθηκε. Περαιτέρω, προς όφελος των Κατηγορουμένων 2 και 3 λαμβάνω υπόψη μου ότι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης υπό την ιδιότητα τους ως Διευθυντές της Κατηγορουμένης
- Συνυπολογίζω, επίσης, προς όφελος των Κατηγορουμένων το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή, χωρίς βεβαίως, να παραβλέπω ότι στο χρονικό αυτό διάστημα δινόταν με αυτό τον τρόπο στους Κατηγορούμενους η ευκαιρία για συμμόρφωση. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων και με δεδομένο την ανάγκη για αποτροπή και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προανέφερα και τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 2 και 3 κρίνω ότι η μοναδική κατάλληλη ποινή υπό τις περιστάσεις αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 είναι αυτή της φυλάκισης έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί έσχατο μέτρο τιμωρίας, όπου άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη. Οι μετριαστικοί παράγοντες που προανέφερα είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, αλλά όχι το είδος της. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου, αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στους Κατηγορούμενους 2 και 3 όσο και σε νέους επίδοξους παραβάτες. Συνεπώς, αφού έλαβα υπόψη όλα τα πιο πάνω και στάθμισα κάθε σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντα και έχοντας, περαιτέρω, κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορουμένη 1 Ποινή προστίμου €2.000,00 στην Κατηγορία
- Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στις υπόλοιπες Κατηγορίες, καθότι αυτές είναι στενά συνυφασμένες με την πρώτη κατηγορία και πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα. Στον Κατηγορούμενο 2 Ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην Κατηγορία
- Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στις υπόλοιπες Κατηγορίες, καθότι αυτές είναι στενά συνυφασμένες με την πρώτη κατηγορία και πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα. Στον Κατηγορούμενο 3 Ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην Κατηγορία
- Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στις υπόλοιπες Κατηγορίες, καθότι αυτές είναι στενά συνυφασμένες με την πρώτη κατηγορία και πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα Περαιτέρω, η Κατηγορουμένη 1 διατάσσεται να καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των €121.749,
- Τέλος, θα προχωρήσω να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στους Κατηγορούμενους 2 και 3 δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, ως ετροποποιήθη από το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος με το νέο Άρθρο 3
(2)διεύρυνε την ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Πλέον «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.» Σε σχέση με την εφαρμογή της οποίας έτυχε το νέο Άρθρο 3
(2)αντλώ καθοδήγηση από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Λεωνίδου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ 663, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη,
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ.2),
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, Κονιζίδου ν. Αρέστη, (Αρ.2)
(2009)2 Α.Α.Δ. 579, και Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 214/2009, ημερομηνίας 29/1/
- Χρήσιμη αναφορά γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα στην Τζιαουχάρη (ανωτέρω): «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν από τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο θα οδηγούσε σε τέτοια διαταγή. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένες και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Ως προς τις οικονομικές δυσκολίες που επικαλούνται οι Κατηγορούμενοι λόγω των ανείσπρακτων προς την Κατηγορουμένη 1 οφειλών, συνεπεία της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τον τόπο μας, δεν θεωρώ ότι είναι ικανές να οδηγήσουν σε αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στους Κατηγορούμενους 2 και
- Σε κάθε περίπτωση τόσο οι οικονομικές δυσκολίες που αναφέρθηκαν όσον και όλα τα μετριαστικά στοιχεία λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση σε επαρκή βαθμό για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής και θεωρώ ότι δεν υπάρχει κάτι από αυτά που θα μπορούσε να δικαιολογήσει ταυτόχρονα και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στους Κατηγορούμενους 2 και
- Η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και οι μετριαστικοί παράγοντες, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της ποινής. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους Κατηγορούμενους 2 και 3 να εκτελεστεί αμέσως. (Υπ) .............................. Χρ. Παρπόττα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο