Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αbolfazi Ziaei, Αρ. Υπόθεσης: 11378/13, 4/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11378/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Αbolfazi Ziaei, από το Ιράν Ημερομηνία: 4 Μαρτίου
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Μάρκου Για τον Κατηγορούμενο: Ουδείς, παρουσιάζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας και μετά που ζήτησε να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στο αδίκημα της μοναδικής κατηγορίας που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση, ήτοι στο αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, μεταξύ της 21ης και της 25ης Μαρτίου 2011, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΒΚ 039, χρώματος βυσσινί, αξίας €2.000,00, περιουσία της Μαργαρίτας Γεωργιάδου, από την Λεμεσό. Τα γεγονότα του αδικήματος της κατηγορίας στο κατηγορητήριο, τα οποία είναι καταγραμμένα στην γραπτή έκθεση γεγονότων την οποίαν κατέθεσε ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και αφού σημειώθηκε σαν Έγγραφο Α και διαβάστηκε, έχουν ως ακολούθως: Στις 25/3/2011 και περί ώρα 19:30 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού από τη Μαργαρίτα Γεωργιάδου από τη Λεμεσό (Μ1) 53 ετών, ιδιωτική υπάλληλο, οδός Γκόγια αρ. 12Α, Εκάλη, Λεμεσός, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21 - 25/3/2011 κλάπηκε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής EBK039, μάρκας Alfa Romeo 155, χρώματος βυσσινί, αξίας €2.000, ενώ αυτό βρισκόταν σταθμευμένο και κλειδωμένο σε ανοικτό χώρο απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Αρσενίου, στην οδό Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου στη Λεμεσό. Περαιτέρω η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο σύζυγος της αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο ίδιο με το δικό της στο εργοστάσιο ανακύκλωσης της εταιρείας STAVROS GEORGIOU & SON SCRAP METAL LTD, το οποίο βρίσκεται στην βιομηχανική περιοχή Βατή στη Λεμεσό. Μετά τη λήψη της πιο πάνω καταγγελίας, την υπόθεση ανέλαβε η Μ7 του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Την ίδια μέρα 25/3/2011, η Μ7 μετέβηκε για εξετάσεις στην οδό Δομνίτσας Λανίτου Καβουνίδου, καθώς επίσης και στην γύρω περιοχή, για εντοπισμό του κλοπιμαίου αυτοκινήτου και προς εξασφάλιση μαρτυρίας, χωρίς όμως οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Στις 26/3/2011 και περί ώρα 10:00 ο Μ5 μετέβηκε στο πιο πάνω εργοστάσιο, όπου κλήθηκε ο Μ2, έμπορος παλαιών μετάλλων, εκ των ιδιοκτητών του πιο πάνω εργοστασίου. Μετά από γραπτή συγκατάθεση ερευνήθηκε το πιο πάνω εργοστάσιο όπου εντοπίστηκε το πιο πάνω αυτοκίνητο. Σε γραπτή του κατάθεση ο Μ2 ανάφερε ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο το μετέφερε στο εργοστάσιο του στις 21/3/2011 ο κατηγορούμενος αναφέροντας του ότι καθάρισε ένα χωράφι και του το έδωσε. Περαιτέρω ο Μ2 πλήρωσε τον κατηγορούμενο με το ποσό των €210 με επιταγή, για το πιο πάνω αυτοκίνητο και για ακόμα ένα που του πήρε την ίδια μέρα. Την ίδια μέρα η Μ7 παρέλαβε από τον Μ5 ένα δελτίο ζυγίσεως της εταιρείας STAVROS GEORGIOU & SON SCRAP METAL LTD. Την 9/4/2011 και μεταξύ των ωρών 18:00 - 18:30 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού η Μ7 με τη βοήθεια της Μ3 κατέγραψε τη θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου στην οποία ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι στις 21/3/2011 μετέφερε με πλατφόρμα το όχημα στο εργοστάσιο του Μ
- Στις 10/4/2011 και μεταξύ των ωρών 12:10 - 12:20 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, με τη βοήθεια της Μ3 ο Μ6 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο γραπτώς και αυτός απάντησε «Παραδέχομαι, απολογούμαι». Ακολούθως απολύθηκε της κράτησης του για να κλητευθεί αργότερα ενώπιον Δικαστηρίου. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε περαιτέρω όπως το τεκμήριο που βρίσκεται στη κατοχή της αστυνομίας για την παρούσα υπόθεση, ήτοι ένα δελτίο ζυγίσεως να δημευθεί και καταστραφεί. Ο κατηγορούμενος όπως ανέφερε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο κατηγορούμενος προς μετριασμό της ποινής επικαλέστηκε την παραδοχή του, μετέφερε στο δικαστήριο την απολογία και μεταμέλεια του, σε σχέση δε με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες επικαλέστηκε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για αυτόν στα πλαίσια της αίτησης νομικής αρωγής με αριθμό 765/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 21.11.2013, αναφέροντας πώς έκτοτε αυτές δεν έχουν διαφοροποιηθεί. Περαιτέρω πρόσθεσε ότι είναι πατέρας μίας θυγατέρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα το οποίο έχει παραδεχτεί ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα του φαίνεται άλλωστε και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή όπου το αδίκημα της κλοπής χαρακτηρίζεται ως κακούργημα το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Η σοβαρότητα του αδικήματος της κλοπής, προκύπτει επίσης και από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται. Αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας, παρουσιάζουν δυστυχώς έξαρση. Ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια καλούνται σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης. Παραπέμπω προς τούτο στις υποθέσεις Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430, στην οποία επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ. 350 και Λ.Κ. 20 και στην υπόθεση Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71, στην οποία επικυρώθηκε ποινή 15 μηνών για κλοπή αντικειμένων αξίας Λ.Κ. 1000 (βλ. επίσης Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222). Στην δε Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση γεγονός για το οποίο λαμβάνω και δικαστική γνώση από τον αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καθημερινά τίθενται ενώπιον μου. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Πάρα τα πιο πάνω δεν εξαλείφεται η ανάγκη που υπάρχει παράλληλα για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη καθώς και στα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Από την άλλη όμως η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω λοιπόν υπόψη από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τον ίδιο τον κατηγορούμενο: · Την παραδοχή και απολογία του στο Δικαστήριο. · Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με την Αστυνομία στην οποία αποκάλυψε πλήρως όλες τις λεπτομέρειες διάπραξης του αδικήματος. · Το λευκό του ποινικό μητρώο, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. · Ότι το κλοπιμαίο αυτοκίνητο ανευρέθη, όμως σε κατάσταση ολικής καταστροφής. · Τις προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε στα πλαίσια της αίτησης Νομικής Αρωγής Ε. Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 765/13, της οποίας ο κατηγορούμενος αντίγραφο κατέθεσε ενώπιον μου και σημειώθηκε ως έγγραφο Β, υιοθετώντας πλήρως το περιεχόμενο της. Εξ αυτών δε λαμβάνω υπόψη μου ότι: · Είναι ηλικίας 35 ετών. Κατάγεται από το Ιράν και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας εξαιτίας ανίατης ασθένειας (καρκινοπαθής). Η μητέρα του παρουσιάζει επίσης προβλήματα υγείας, συγκεκριμένα κώφωση. · Είναι το τέταρτο σε σειρά από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας. Τους τελευταίους επτά μήνες δεν είχε επικοινωνία με την πατρική του οικογένεια. · Έζησε σε φιλήσυχο οικογενειακό περιβάλλον και διατηρούσε πάντοτε καλές σχέσεις με τους γονείς και τα αδέλφια του. · Είναι απόφοιτος Δημοτικής εκπαίδευσης αφού διέκοψε τη φοίτηση του για να εργαστεί και να συνεισφέρει στα έξοδα της οικογένειας του. Από την εφηβική του ηλικία άρχισε να εργάζεται ως υπάλληλος μηχανικός αυτοκινήτων. · Σε ηλικία 18 ετών κατατάγηκε στο στρατό και εκτέλεσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Μετά την αποστράτευση του δημιούργησε το δικό του γκαράζ αυτοκινήτων του οποίου τερμάτισε τη λειτουργία πριν μεταβεί στην Κύπρο στην οποία αφίχθηκε το 2003 μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών από τη Δημοκρατία για σκοπούς πολιτικού ασύλου. Εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση πολιτικού ασύλου. · Κατά την παραμονή του στην Κύπρο σύναψε δεσμό με γυναίκα της ίδιας καταγωγής, διαζευγμένη μητέρα δύο παιδιών. Η σύντροφος του παρουσιάζει προβλήματα ψυχικής υγείας, παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και στηρίζεται οικονομικά από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. · Οι σχέσεις του ζεύγους περιγράφηκαν από τον ίδιο τον αναφερόμενο αρμονικές. Αναφέρθηκε επίσης ότι τα παιδιά της συντρόφου του ανέπτυξαν ιδιαίτερους ψυχοσυναισθηματικούς δεσμούς μαζί του. Από το δεσμό τους απέκτησαν μία κόρη, επτά ετών σήμερα, η οποία όπως ο ίδιος ανέφερε, στην αρμόδια λειτουργό, αντιμετωπίζει προβλήματα συμπεριφοράς εξαιτίας της απουσίας του. Όταν απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση πολιτικού ασύλου από τις αρμόδιες αρχές, συνέχισε να διαμένει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το 2007 συλλήφθηκε από τις Αστυνομικές Αρχές και κρατήθηκε στα Αστυνομικά Κρατητήρια Λεμεσού. Στη συνέχεια, αφέθηκε ελεύθερος και του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους επειδή η σύζυγος και το παιδί του διαμένουν στην Κυπριακή Δημοκρατία. · Δεν ανέφερε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας παθολογικής φύσεως. Όπως ανάφερε, σε ηλικία 16 ετών, ξεκίνησε τη χρήση παράνομων ναρκωτικών ουσιών. Τα τελευταία χρόνια πριν τη σύλληψη του, παρακολουθείτο από ιδιώτη ψυχίατρο και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Ισχυρίζεται ότι τους τελευταίους 15 μήνες, δεν κάνει χρήση ναρκωτικών και ούτε ακολουθεί θεραπευτική αγωγή. Θεωρεί ότι είναι ικανός να διαχειρίζεται πλέον προσωπικά του θέματα και δυσκολίες. · Δεν διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία, δεν έχει αποταμιεύσεις, δεν έχει χρέη αλλά ούτε και εισοδήματα. Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι είναι μεν παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, όπως στην παρούσα, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 670). Αναφορικά δε με την παραδοχή του κατηγορούμενου, η οποία επισημαίνω πώς δεν ήταν άμεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν όμως στην Αστυνομία με την οποία όπως και πιο πάνω αναφέρεται συνεργάστηκε πλήρως, επισημαίνω ότι ως η νομολογία καθορίζει, η βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του παραβάτη έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη. Στην απόφαση δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας,
(2001)2 A.A.Δ 442, επί του συγκεκρομένου ζητήματος λέχθηκαν τα εξής: «Η νομολογία έχει βέβαια αναγνωρίσει ότι η παραδοχή ενοχής και η μεταμέλεια αποτελούν ελαφρυντικούς παράγοντες. Ωστόσο ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτος. Πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αν π.χ. ένας συλληφθεί «επ' αυτοφώρω» - όπως είναι εδώ η περίπτωση - η παραδοχή δεν οδηγεί σε μείωση της ποινής του, όπως θα οδηγούσε στην περίπτωση κατηγορούμενου του οποίου η απόδειξη της ενοχής είναι δύσκολη ή προβληματική (Ieronymides v. Republic
(1982)2 C.L.R. 258, 273). Όπου δε υπάρχει συντριπτική μαρτυρία για την ενοχή του κατηγορουμένου το Δικαστήριο μπορεί ακόμη να μη λάβει υπόψη την παραδοχή και να επιβάλει την ποινή η οποία αντανακλά πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος (R. v. Hastings
(1996)1 Cr. App. R. (S) 167 C.A. και R. v. Landy 16 Cr. App. R. (S) 908 C.A.). Αναφορικά με την βοήθεια προς τις αστυνομικές αρχές αυτή έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία σαν ελαφρυντικός παράγοντας (Attorney-General of the Republic v. Trattou
(1978)2 C.L.R. 69). Ωστόσο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο όπου η βοήθεια προσφέρεται αρκετά έγκαιρα για να είναι δυνητικά χρήσιμη (R. v. Debbag and Izett, 12 Cr. App. R. (S) 733 C.A.)*. Στην παρούσα υπόθεση ο εφεσείων έδωσε κάποιες πληροφορίες στην αστυνομία αλλά η χρησιμότητά τους είναι άγνωστη.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι η παραδοχή και η συνεργασία του κατηγορούμενου, με τις ανακριτικές αρχές ήταν σε αρκούντως ικανοποιητικό βαθμό, έτσι ώστε αποδέχομαι πώς μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου και θα δοθεί σε αυτήν η δέουσα βαρύτητα. Τούτο όμως αναφορικά με το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο και όχι ως προς το είδος της. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ σελ.28: «Στην παρούσα υπόθεση υπέρ του εφεσείοντα υπήρχαν δύο στοιχεία τα οποία έχουν αναγνωρισθεί από τη νομολογία ως σημαντικοί ελαφρυντικοί παράγοντες. Αυτά ήταν η παραδοχή του και η επιστροφή των χρημάτων στον παραπονούμενο. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τους λόγους οι οποίοι εξουδετερώνουν τα πιο πάνω δύο ελαφρυντικά και δικαιολογούν την επιβολή της ίδιας ποινής στον εφεσείοντα και στον κατηγορούμενο 2. Τονίζουμε συναφώς ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης η αποζημίωση του θύματος της εγκληματικής συμπεριφοράς λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο μετάνοιας. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από την μείωση της ποινής.» Επίσης λαμβάνω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση για τις ανάγκες διασφάλισης της παρουσίας του στη δίκη του στην παρούσα υπόθεση, από την 24.10.2013 μέχρι σήμερα. Σε σχέση δε με το τελευταίο έχω υπόψη μου τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντώνη Σάββα Παντελή
(2000)2 A.A.Δ 384. Όμως όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά δεν είναι, ούτε το καθένα ξεχωριστά, ούτε και σωρευτικά ιδωμένα, ικανά να υπερφαλαγγίσουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, εν' όψει της σοβαρότητας του αδικήματος και της έξαρσης που αυτό παρουσιάζει (βλέπε υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342). Συνακόλουθα μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης και φύσης, που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Πρέπει περαιτέρω στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι δεν μπορεί κάποιος παρά να νιώσει έκπληξη αλλά και θλίψη εξετάζοντας την όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος αν και άτομο το οποίο ήλθε στην Κύπρο για μια καλύτερη ζωή, αντί να εκμεταλλευτεί τις συνθήκες που του προσφέρει η Κυπριακή κοινωνία και να ενταχθεί σε αυτήν, αντίθετα με την πιο πάνω περιγραφόμενη εγκληματική συμπεριφορά του επέδειξε έλλειψη σεβασμού και περιφρόνηση στους νόμους της πολιτείας που τον φιλοξενεί. Ακόμη δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η κλαπείσα περιουσία, ήτοι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΒΚ 039, ουσιαστικά, όπως συνάγεται από τα γεγονότα έχει βρεθεί σε χώρο παλιοσιδερικών για σκοπούς ανακύκλωσης και σε κατάσταση που δεν έχει ουδεμία αξία αφού είναι εντελώς κατεστραμμένο. Επίσης ουδέν λέχθηκε αναφορικά με τυχόν καταβολή αποζημίωσης στην παραπονούμενη από τον κατηγορούμενο η ότι αυτός είναι πρόθυμος να δεχθεί διάταγμα αποζημίωσης της. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση ως έχουν λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη, τη φύση, τη σοβαρότητα του αδικήματος, αλλά και την έξαρση που αυτό παρουσιάζει και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή στην παρούσα στον κατηγορούμενο, είναι η ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και σε επίδοξους νέους παραβάτες. Τούτο δε, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει και βρέθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση, ποινή φυλάκισης 5½ μηνών. H πιο πάνω επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να αρχίζει να επιμετράται από τις 24.10.2013, ήτοι ημερομηνία από την οποία ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Επιπλέον ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχονται από το άρθρο 31 του Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, διατάζω όπως το κατακρατηθέν τεκμήριο που βρίσκεται στην κατοχή της αστυνομίας στην παρούσα υπόθεση, ήτοι ένα δελτίο ζυγίσεως, δημευθεί και καταστραφεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου σε σχέση με την ποινή που επιβλήθηκε θα εξετάσω τώρα, παρά το ότι δεν υπήρξε σχετική προς τούτο εισήγηση από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, εάν αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή συντρέχουν εκείνες οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας αλλά και της νομολογίας, έτσι ώστε αυτή να ανασταλεί. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Νόμο 186(Ι)/2003, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί. Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, και έχοντας υπόψη τη σοβαρότητα και το κίνητρο διάπραξης του αδικήματος από τον κατηγορούμενο που ήταν καθαρά οικονομικό, τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, το γεγονός ότι ουδεμία αποζημίωση δόθηκε στην παραπονούμενη αλλά και το γεγονός ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου δεν έχουν διαφοροποιηθεί, κρίνω ότι αυτές ομού με τα λοιπά ελαφρυντικά στοιχεία δεν δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής. Έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και έχουν διαδραματίσει ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο σε αυτήν σε σχέση με το εύρος της. Ως εκ τούτου κρίνω ότι από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Τα έξοδα της κατηγορούσας αρχής εξ €45.- να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Επίσης να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία τα έξοδα της διερμηνέως κας Στυλιανού εκ €20.- και τα έξοδα της διερμηνέως κας Parton Dargahi εκ €20.-, τα οποία ομού με αυτά που είχαν επιδικασθεί προγενέστερα ανέρχονται, σύνολο €40.- της κας Στυλιανού και €40.- της κας Parton. (Υπ.) ...................................... Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Κλοπή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο