← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Eduard - Andrian Samsonescou, Αρ. Υπόθεσης: 3635/13, 25/2/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Eduard - Andrian Samsonescou, Αρ. Υπόθεσης: 3635/13, 25/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 3635/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Eduard - Andrian Samsonescou, από την Ρουμανία Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου, 2014 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Λ.Μάρκου (για να ακούσει την απόφαση για την ποινή η κα Α. Αναστασίου). Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Λαβίθια. Κατηγορούμενος: Παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν παραδοχής του στα αδικήματα των κατηγοριών 4, 5, 6, 7, 8 και 9 επί του κατηγορητηρίου, ήτοι: Στην κατηγορία 4 στο αδίκημα της ένοπλης ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 282, 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας, o κατηγορούμενος την 28η Ιουλίου 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από την Angelika Al Samara, από την Σλοβακία, υπάλληλο στο Souvenir Shop που βρίσκεται στην Λεωφόρο Γεωργίου Α' , ιδιοκτησίας του Αντώνη Αντωνιάδη από την Λεμεσό, το χρηματικό ποσό των €3.000,00 και κατά, η αμέσως πρίν, η αμέσως μετά τον χρόνο διάπραξης της κλοπής, χρησιμοποίησε βία κατά της Angelika Al Samara, από την Σλοβακία, με σκοπό να αποκτήσει η κατακρατήσει τα κλαπέντα. Στην κατηγορία 5 στο αδίκημα της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 14.12.2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή την Ρουμανική ταυτότητα με αριθμό ΤR 40501 η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Στην κατηγορία 6 στο αδίκημα της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 6ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 14.12.2012 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή την Ρουμανική άδεια οδηγού με αριθμό ΒΟ 003460923 η οποία εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Στην κατηγορία 7 στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 7ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 14.12.12 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι Ρουμανική ταυτότητα που αναφέρεται στην κατηγορία 5, με αριθμό ΤR
  5. Στην κατηγορία 8 στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  6. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 8ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 14.12.12 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι την Ρουμάνικη άδεια οδηγού που αναφέρεται στην κατηγορία 6 με αριθμό ΒΟ
  7. Στην κατηγορία 9 στο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  8. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 9ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 14.12.12 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση του αστυνομικού 2603 Γ. Απέητου από τη Λεμεσό, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον Mariu Pregea από τη Ρουμανία. Τα γεγονότα των αδικημάτων των 4, 5, 6, 7, 8 και 9, στα οποία ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος, είναι καταγεγραμμένα στο Έγγραφο Α, ήτοι την Γραπτή Έκθεση Γεγονότων που ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ενώπιον μου την οποία και ανέγνωσε. Αυτά δε έχουν ως εξής: Στις 28/7/2011 και περί ώρα 15:40 άντρας ο οποίος είχε καλυμμένο το πρόσωπο του με ρούχινο κόκκινο μαντίλι, φορώντας φαιοπράσινη κοντομάνικη φανέλα και κοντό χρωματιστό ριγέ παντελονάκι εισήλθε σε κατάστημα πώλησης αναμνηστικών ειδών (souvenir shop) με την ονομασία Souvenir Shop το οποίο βρίσκεται στην Λεωφ. Γεωργίου Α΄ αρ. 76 ιδιοκτησίας του Αντώνη Αντωνιάδη ο οποίος απουσιάζει στο εξωτερικό και με την απειλή μαχαιριού απέσπασε από την μοναδική υπάλληλο του περιπτέρου Angelika Al Samara (Μ1) το χρηματικό ποσό των 3.000 περίπου σε μετρητά το οποίο ήταν σε ταμειακή μηχανή. Στην σκηνή μετέβηκαν ο Αναπληρωτής Υπαστυνόμος του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, Αξιωματικός και μέλη του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Γερμασόγειας οι οποίοι διενήργησαν εξετάσεις. Για την παρούσα υπόθεση παραδέχθηκε ενοχή ο κατηγορούμενος, ο οποίος προέβη σε γραπτή θεληματική κατάθεση, καθώς και σε υπόδειξη της σκηνής της ληστείας κατόπιν δικής του επιθυμίας. Επίσης κατονόμασε ως συνεργό του ένα άλλο πρόσωπο Ρουμανικής καταγωγής ονόματι Nikita Constantin, αγνώστων λοιπών στοιχείων η ταυτότητα του οποίου δεν εξακριβώθηκε και ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο έχει αναχωρήσει από την Κύπρο. Στις 14/12/2012 μέλη του Γραφείου Συλλογής Πληροφοριών Λεμεσού μετά από πληροφορία ανέκοψαν το όχημα BMW με αρ. εγγραφής LBD854 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Αφού του ζητήθηκαν η ταυτότητα και η άδεια οδηγού του αυτός τους παρουσίασε μία πλαστή Ρουμάνικη άδεια οδήγησης και μία πλαστή Ρουμάνικη ταυτότητα στο όνομα Mariu Pregea. Από εξετάσεις της ΥΠΕΓΕ διαπιστώθηκε ότι και τα δύο έγγραφα ήταν πλαστά. Ο κατηγορούμενος προέβη σε γραπτή θεληματική κατάθεση στην οποία και παραδέχτηκε τα αδικήματα και ανέφερε ότι επειδή η αστυνομία τόσο εδώ όσο και στα κατεχόμενα τον αναζητούσε παρήγγειλε από την Ρουμανία και του έστειλαν μέσω DHL την ταυτότητα και την άδεια οδήγησης με την φωτογραφία του πάνω αλλά με τα στοιχεία του Mariu Pregea. Επισημαίνω επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, και ότι μετά την σύλληψη του στις 14.12.2012, παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες και συνεργάστηκε πλήρως με την αστυνομία στην διαλεύκανση των αδικημάτων που διέπραξε. Περαιτέρω o συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε όπως τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση και που βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας ήτοι: · μία Ρουμάνικη ταυτότητα στο όνομα Mariu Pregea, και · μία Ρουμάνικη άδεια οδηγού στο όνομα Mariu Pregea, δημευθούν και να καταστραφούν. Ανέφερε επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση έχουν προκληθεί έξοδα της κατηγορούσας αρχής που ανέρχονται στο ποσό των €15.
  9. Επισημαίνω ακόμη ότι οι κατηγορίες 1, 2 και 3 επί του κατηγορητηρίου που αρχικά αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος έχουν διακοπεί από την κατηγορούσα αρχή με επακόλουθο αυτός να απαλλαγεί από αυτές. Η συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση της για σκοπούς μετριασμού της ποινής ανέφερε τα εξής: · Επικαλέστηκε την παραδοχή του κατηγορούμενου η οποία αν και δεν ήταν άμεση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αφού η μη παραδοχή του έγινε διότι δεν παραδεχόταν την 2η κατηγορία αφού ήταν αθώος, κάτι που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αυτή διακόπηκε από την κατηγορούσα αρχή μαζί με την 1η κατηγορία. Είναι δε η θέση της πως με την παραδοχή του έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος του Δικαστηρίου. · Επικαλέστηκε επίσης το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, ήτοι 24 χρόνων κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ότι κατά τον ίδιο χρόνο ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών κάτι που του επηρέαζε τον τρόπο συμπεριφοράς και ενεργειών του. · Αναφορικά με τα γεγονότα επεσήμανε το γεγονός ότι ο τρόπος διάπραξης του αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ήτοι της ληστείας καταδεικνύει την προχειρότητα με την οποία ενήργησε και την έλλειψη προσχεδιασμού, κάτι που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το μαχαίρι που χρησιμοποίησε το πήρε από το κατάστημα που διέπραξε τη ληστεία όπως αναφέρει και η ίδια η παραπονούμενη στην κατάθεση της στην αστυνομία αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δική του. · Ακόμα ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από την 8.2.2013 και ότι αυτός εκτίει ποινή φυλάκισης 2½ χρόνων για αδικήματα παρόμοιας φύσης της οποίας η έκτιση της επιμετράται από την 11.1.
  10. Για το συγκεκριμένο δε ζήτημα επικαλούμενη την αρχή της συνολικότητας της ποινής εισηγήθηκε ότι η ποινή που θα του επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση δεν θα πρέπει να καταστήσει το σύνολο των ποινών που επιβλήθηκαν και θα επιβληθούν στον κατηγορούμενο υπερβολικές. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο στην Ποινική Έφεση 7685, Σάββας Χριστοφόρου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.7.
  11. Προς τούτο επικαλέστηκε το γεγονός ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνοντο στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 1435/13 στην οποία όμως διακόπηκαν οι εν λόγω κατηγορίες με επακόλουθο να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση για αυτές. Ακόμα εισηγήθηκε ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 2½ ετών στον κατηγορούμενο στην υπόθεση 3632/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που αφορούσε διαρρήξεις και στην οποία λήφθηκαν υπόψη και τα αδικήματα της υπόθεσης 1435/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που αφορούσαν κλοπές, ίσως να μην ήταν μεγαλύτερη αν ελαμβάνοντο υπόψη και τα αδικήματα των κατηγοριών της παρούσας υπόθεσης. · Αναφορικά με τις προσωπικές δε συνθήκες του κατηγορούμενου υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 4.3.2013 η οποία ετοιμάστηκε στα πλαίσια της αίτησης Νομικής Αρωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 143/13, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Β. · Ακόμη επικαλούμενη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου όπως αυτό παρουσιάζεται και μεταφέροντας στο Δικαστήριο τη μεταμέλεια και την υπόσχεση του ότι δεν πρόκειται να επιδείξει ξανά άλλη παραβατική συμπεριφορά, σε συνδυασμό με τα λοιπά που έχει αναφέρει για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εισηγήθηκε πώς δίνουν σε αυτόν το δικαίωμα να ζητήσει να κριθεί με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί ενώπιον μου επισημαίνω ότι μετά από διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο και δόθηκαν από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, μετά την αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 14.12.2012 για τα αυτόφωρα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, και στις 16.12.2012 σε θεληματική του κατάθεση παραδέχθηκε και τα αδικήματα της ληστείας, ήτοι αυτού της 4ης κατηγορίας αλλά και της πλαστογραφίας, ήτοι αυτού των κατηγοριών 5 και
  12. Επισημαίνω ακόμη, επίσης μετά από διευκρινήσεις που ζήτησε το Δικαστήριο, ότι ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε και σε αυτό συμφώνησε και η συνήγορος υπεράσπισης, πώς αρχικά τα αδικήματα της παρούσας είχαν συμπεριληφθεί στο κατηγορητήριο της υπόθεσης 1435/12 Ε.Δ. Λεμεσού και στη συνέχεια επειδή αυτές δεν αφορούσαν τους λοιπούς συγκατηγορούμενους του κατηγορούμενου, η κατηγορούσα αρχή με την σύμφωνη γνώμη και της υπεράσπισης, διέκοψε τις σχετικές κατηγορίες και κατεχώρησε την παρούσα η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στον κατηγορούμενο. Αυτό δε είχε σαν επακόλουθο όταν η υπόθεση 1435/12, ζητήθηκε και λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην υπόθεση 3632/12 του Ε. Δ. Λεμεσού, να μην συμπεριληφθούν και τα αδικήματα της παρούσας όταν επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ποινές για τα αδικήματα της εν λόγω υπόθεσης. Τα αδικήματα δε στα οποία καταδικάστηκε και επιβλήθηκαν ποινές στον κατηγορούμενο στην υπόθεση 3632/12 Ε.Δ. Λεμεσού, είναι ως αυτά καταγράφονται στο Έγγραφο Γ, που ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο, με το περιεχόμενο του οποίου συμφώνησε και η συνήγορος του κατηγορούμενου Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχτηκε και βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Το στοιχείο δε αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 Α.Α.Δ 264. Συγκεκριμένα: (ι) Για το αδίκημα της ληστείας (ήτοι αυτού της κατηγορίας 4), προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Ιδιαίτερα σοβαρό δε καθίσταται το αδίκημα της ληστείας όταν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά τη ληστεία τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ο νομοθέτης δυνάμει του άρθρου 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, θέλοντας να επισημάνει την επίταση της σοβαρότητας του εν λόγω αδικήματος, προέβλεψε ποινή φυλάκισης διά βίου αντί της ποινής φυλάκισης των 14 χρόνων που προνοείται στο ίδιο άρθρο για το ίδιο αδίκημα όταν δεν διαπράττεται κάτω από τις επιβαρυντικές αυτές συνθήκες. Από τα γεγονότα δε της παρούσας υπόθεσης είναι πρόδηλο ότι η εφαρμοζόμενη ποινή για το αδίκημα της κατηγορίας 4, είναι η ποινή της δια βίου φυλάκισης αφού κατά την διάπραξη του ο κατηγορούμενος ήταν οπλισμένος με επικίνδυνο και επιθετικό όργανο, ήτοι μαχαίρι, συνοδεύετο δε και από άλλο πρόσωπο. (ιι) Για το αδίκημα της πλαστογραφίας, ήτοι το αδίκημα των κατηγοριών 5 και 6, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών. (ιιι) Για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, ήτοι το αδίκημα των κατηγοριών 7 και 8, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών. (ιν) Για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, ήτοι το αδίκημα της κατηγορίας 9 και αφού αυτό καθορίζεται σαν πλημμέλημα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 2 ετών η χρηματική ποινή ύψους με το ισόποσο σε ευρώ των Λ.Κ.1,500.00 η και με τις δύο ποινές της φυλάκισης και του χρηματικού προστίμου. Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Βεβαίως το Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα, έχει την διακριτική ευχέρεια ακόμα και σε αδικήματα που η προβλεπόμενη ποινή είναι μόνο ποινή φυλάκισης, εκτός από τις περιπτώσεις των αδικημάτων του φόνου εκ προμελέτης και των αδικημάτων δυνάμει των Άρθρων 36 και 37 του Ποινικού Κώδικα, να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου ή αντί τέτοιας ποινής χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά, οπότε η ποινή φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί στον κατηγορούμενο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, αυτό όμως, δηλαδή το μέγιστο ύψος της ποινής που μπορεί να επιβληθεί από το παρών δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαγράφεται μέσα από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Θα πρέπει στο σημείο αυτό επίσης να λεχθεί ότι όπως είναι και σαφώς νομολογημένο, κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται συνοπτικά ύστερα από γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως είναι και η παρούσα, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη ως ανώτατη ποινή, την ποινή που προβλέπεται από το νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει με αποτέλεσμα να μπορεί, αν τα γεγονότα και οι περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν να επιβάλει ακόμα και το ανώτατο όριο ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία (βλ. Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Chikh v. Police
(1984)2 CLR, Attorney General of the Repuplic v. Vasiliotis Alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20). Όπως όμως λέχθηκε στην Ποιν. Εφ. 207/08 Α. Αχτάρ v. Αστυνομίας, ημερομ. 16/7/2010: «Τέλος, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η εκδίκαση της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, ενώ κατά κανόνα, δεν είναι στοιχείο ελαφρυντικό υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, (Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197), δεν μπορεί παρά να έχει τη δική της σημασία ενόψει του ότι παρά την ύπαρξη κατηγοριών όπως των άρθρων 231 και 228, που επιφέρουν επταετή ποινή φυλάκισης και φυλάκιση διά βίου αντίστοιχα, το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου (άρθρο 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60), περιορισμένο στην επιβολή κατ΄ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης. Εννοείται στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα δικαιολογούν μια αυστηρότερη και προς το ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης». Η σοβαρότητα αδικημάτων όπως αυτό της 4ης κατηγορίας, επιτείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της έξαρσης που παρουσιάζουν, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο. Η διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων προσλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις και ως εκ τούτου παρουσιάζεται επιτακτική ανάγκη αναχαίτισης και αποτροπής διάπραξης τους και αυτό από μέρους των δικαστηρίων μπορεί να γίνει με την επιβολή ποινών που να λειτουργούν αποτρεπτικά. Η έξαρση στην διάπραξη του αδικήματος της ληστείας τονίστηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενδεικτικά αναφέρω τις υποθέσεις Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 24. Στην υπόθεση Παναγίδη ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 104, μεταξύ άλλων επισημαίνονται τα εξής: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στη Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.» Ακόμα η σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας όπως έχει τονιστεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτηρίζεται ως δεσπόζουσας βαρύτητας στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232). Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής όπως και το ύψος του ποσού ή η αξία της κλαπείσας περιουσίας είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα (Βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304 και Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61). Ενδεικτικό της σοβαρότητας τέτοιας φύσης αδικημάτων είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) : «H σοβαρότητα που αποδίδεται από το νόμο στο έγκλημα της ληστείας με χρήση βίας αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες συνέπειες του εγκλήματος και το πλήγμα που μπορεί να επιφέρει στο θύμα του εγκλήματος. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το καθιστούν μια από τις σοβαρότερες μορφές του εγκλήματος της ληστείας με χρήση βίας. Επιθέσεις εναντίον πολιτών που κυκλοφορούν μόνοι τη νύκτα τείνουν να υπονομεύσουν ένα από τα σημαντικότερα ατομικά δικαιώματα, εκείνο της ελεύθερης διακίνησης. Διάδοση εγκλημάτων αυτής της μορφής θα επηρέαζε άμεσα την ποιότητα της ζωής στον τόπο με τεράστιες δυσμενείς κοινωνικές συνέπειες. Δικαιολογημένα το Κακουργιοδικείο έκρινε ότι τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο εφεσείων ήταν εξαιρετικά σοβαρά, τόσο σοβαρά ώστε να δικαιολογείται η επιβολή σημαντικής ποινή φυλάκισης παρά το νεαρό της ηλικίας του παραβάτη και τις προσωπικές του συνθήκες». Η δε αυξητική τάση των αδικημάτων ληστειών παρουσιάζεται ανάγλυφη στην υπόθεση Talal Faeg Mahmoud Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 128, στην οποία αφού επικυρώνεται ποινή φυλάκισης 9 ετών σε αδίκημα ένοπλης ληστείας, αναφέρονται τα εξής: «Τα δικαστήρια μας, εκδηλώνοντας την έντονη αγωνία του κοινού, αντιμετωπίζουν, και δικαιολογημένα, με αυστηρότητα την παρανομία. Οι κάτοικοι της χώρας μας θυμούνται τους καιρούς που ένιωθαν και ζούσαν την ασφάλεια. Την άνεση π.χ. να αφήνουν ανοικτές τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, ξεκλείδωτα τα αυτοκίνητα τους, εκτεθειμένη την περιουσία τους και κυρίως να διακινούνται χωρίς να αισθάνονται οποιοδήποτε κίνδυνο από ελλοχεύοντες εγκληματίες. Η διαπίστωση της πραγματικής και άκρως ανησυχητικής κατάστασης που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας είναι επαρκής λόγος για να δράσουν τα δικαστήρια προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας. Μέχρις ότου οι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι προσφέρουν τις μακροπρόθεσμες δικές τους υπηρεσίες στην καλυτέρευση της κοινωνίας, τα δικαστήρια δεν έχουν άλλη επιλογή, αντίθετα είναι καθήκον τους, να διασφαλίσουν τη νομιμότητα. Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχθηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας ενίοτε σκληρής και άγριας περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί». Τα αδικήματα των κατηγοριών 5, 6, 7, 8, και 9, είναι επίσης πολύ σοβαρά. Κατά κανόνα, αδικήματα πλαστοπροσωπίας, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων συνυπάρχουν με αδικήματα εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κάτι που όπως προκύπτει από τα γεγονότα, δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482). Στην υπόθεση Thuo David William v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 431, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών, παρότι κρίθηκε επιεικής από το Εφετείο. Αυτή αφορούσε αλλοδαπό που χρησιμοποίησε πλαστό διαβατήριο στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να μεταβεί στην Αγγλία. Λέχθηκε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, συντρέχει η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Borisov v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 204, ο κατηγορούμενος ήταν Βουλγαρικής καταγωγής, ηλικίας 31 χρόνων, παντρεμένος με τρία παιδιά. Το 1998 ενώ βρισκόταν στην Κύπρο καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 15 μηνών για αδικήματα κλοπής επιταγών, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπίας και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και απελάθηκε. Επανήλθε παράνομα ως απαγορευμένος μετανάστης και απελάθηκε για δεύτερη φορά το 2003 για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, χωρίς να κατηγορηθεί. Ακολούθως εισήλθε ξανά στην Κύπρο, χρησιμοποιώντας πλαστό Ελληνικό Διαβατήριο, το οποίο είχε αποκτήσει παράνομα. Καταδικάσθηκε μετά από δική του παραδοχή για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών. Οι ποινές επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Η ανάγκη δε για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις περιπτώσεις αδικημάτων όπως αυτά των κατηγοριών 5, 6, 7, 8 και 9, φαίνεται και από το όσα αναφέρονται στην υπόθεση Atefi ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 190. Στην εν λόγω υπόθεση οι ποινές φυλάκισης από 2 μέχρι 10 μήνες για αδικήματα παρόμοιας φύσης ως της παρούσας επικυρώθηκαν και το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο εφεσείων, ύστερα από δική του παραδοχή, καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται μεταξύ δύο και δέκα μηνών για διάφορες κατηγορίες, για ψευδή δήλωση, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση πιστοποιητικού εγγραφής αλλοδαπού διά ψευδών παραστάσεων, παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και είσοδο στη Δημοκρατία από απαγορευμένο λιμάνι. Υποστηρίζει ότι οι επιβληθείσες ποινές είναι υπερβολικές. .................................................................................. Ο εφεσείων καταδικάστηκε σε σωρεία κατηγοριών και του επιβλήθηκε ποινή, όχι μόνο για το αδίκημα της παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία ή της παράνομης διαμονής του, αλλά και για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Μάλιστα, οι ψηλότερες ποινές, αυτές των δέκα και οκτώ μηνών φυλάκισης, επιβλήθηκαν στις κατηγορίες για πλαστογραφία και κυκλοφορία ψευδούς εγγράφου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι ο εφεσείων, μέχρι τη σύλληψή του, δεν παρουσιάστηκε στις αρχές για να εκθέσει τους λόγους της παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία. .................................................................................. Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε έδαφος στα εγερθέντα επιχειρήματα και συνεπώς η έφεση απορρίπτεται.» Ακόμη στην υπόθεση Yogonayagam Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 324, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση κατά της δωδεκάμηνης ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα πρωτόδικα, αναφέρει στις σελίδες 326 και 327 τα εξής: «Στον καθορισμό της ποινής το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από την απόφαση του Εφετείου στην Ματούρ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36, στην οποία, για όμοιο αδίκημα, επικύρωσε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών. Στην απόφαση τονίζεται ότι, κατάχρηση της φιλοξενίας που προσφέρεται σε ξένους υπηκόους στην Κύπρο, προκύπτουσα από τη χρήση πλαστών διαβατηρίων, συνιστά σοβαρό αδίκημα το οποίο δικαιολογεί την επιβολή ανάλογα αυστηρών κυρώσεων. ................................................................................ Δεν αδιαφορούμε για τα όσα λέχθηκαν εκ μέρους του εφεσείοντα, ως προς την αγωνιώδη κατάσταση στην οποίαν περιήλθε ο ίδιος και η πατρική του οικογένεια, στην πατρίδα του. Η κατανόηση αυτή δεν διαγράφει τη σοβαρότητα του αδικήματος της χρήσης πλαστού διαβατηρίου, ούτε αλλοιώνει το χαρακτήρα του. Η αποτροπή τέτοιων αδικημάτων στην περίπτωση της Κύπρου, έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως επισημαίνεται στην απόφαση Ματούρ (πιο πάνω). Καταλήγουμε ότι δε διαπιστώνεται λόγος ο οποίος να δικαιολογεί την επέμβαση μας με την επιβληθείσα ποινή. Αυτή δεν προκύπτει, μετά από συνυπολογισμό του συνόλου των γεγονότων τα οποία περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και των προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντα, ως έκδηλα υπερβολική. Η έφεση απορρίπτεται.» Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος με την χρήση επικίνδυνου όπλου και συγκεκριμένα μαχαιριού, σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο εκφοβίζοντας και απειλώντας το αθώο και ανυπεράσπιστο θύμα του, ήτοι την Μ.14 επί του κατηγορητηρίου, που κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν σαν υπάλληλος για να εξασφαλίσει τα προς το ζείν, απέσπασε από αυτήν το ποσό των €3.000,
  1. Αυτή δε η συμπεριφορά του παρουσιάζει και το στοιχείο της από κοινού δράσης πριν, κατά και μετά την διάπραξη των αδικημάτων μαζί με το άλλο πρόσωπο, το οποίο εν τέλει δεν έγινε κατορθωτό να εντοπιστεί αφού αναχώρησε από την Κύπρο, αλλά και του προσχεδιασμού αφού χρησιμοποίησε και μαντήλι για να αποκρύψει το πρόσωπο του. Ούτε και το νεαρό της ηλικίας του μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τις ειδεχθείς και άκρως επικίνδυνες συμπεριφορές του. Επίσης ούτε και για τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων 5, 6, 7, 8 και 9, μπορεί από τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί και δεν αμφισβητήθηκαν, να εντοπιστεί στοιχείο που να μειώνει την εξαιρετική σοβαρότητα τους. Όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε, προσχεδιασμένα και επειδή ήταν γνωστό σε αυτόν πώς τόσο η Κυπριακή Αστυνομία όσο και η ψευδοαστυνομία των κατεχομένων από την Τουρκία περιοχών της πατρίδας μας τον αναζητούσαν, παρήγγειλε και του απέστειλαν την πλαστή ταυτότητα και πλαστή άδεια οδήγησης από την Ρουμανία τις οποίες χρησιμοποίησε θέτοντας τις σε κυκλοφορία παριστάνοντας τον εαυτό του ως το πρόσωπο που αναγραφόταν σε αυτές διαπράττοντας έτσι τα αδικήματα των κατηγοριών 5, 6, 7, 8 και
  2. Πρέπει περαιτέρω στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι δεν μπορεί κάποιος παρά να νιώσει έκπληξη αλλά και θλίψη εξετάζοντας την όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος αν και άτομο νεαρής σχετικά ηλικίας, με την πιο πάνω περιγραφόμενη εγκληματική συμπεριφορά του επέδειξε έλλειψη σεβασμού και πλήρη περιφρόνηση όχι μόνο στους νόμους και το κράτος δικαίου του οποίου την φιλοξενία επεζήτησε, αλλά πρόσθετα δεν δίστασε προς πραγμάτωση των ανίερων σκοπών του, να θέσει σε κίνδυνο υπό την απειλή μαχαιριού αυτήν ταύτη την ίδιαν την ανθρώπινη ζωή συνανθρώπου του. Επίσης στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη εκτός από την σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή διαφαίνεται από τις συνθήκες διάπραξης τους, που ενέχουν και το στοιχείο του προσχεδιασμού, αλλά και από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές, την έξαρση η οποία παρατηρείται στη διάπραξη τους, καθώς επίσης και το ότι η περιουσία που απετέλεσε τα λάφυρα του κατηγορούμενου από την ληστεία δεν ανεβρέθη και ούτε υπήρξε αποζημίωση του παραπονούμενου, παράγοντες που επίσης καθιστούν αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Βεβαίως, πάρα τα πιο πάνω η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά μόνο τιμωρία αλλά να αρμόζει και στο πρόσωπο και τις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής όμως δε θα πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Στα πλαίσια λοιπόν της εξατομίκευσης της ποινής η παραδοχή ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας. Η βαρύτητα δε που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Από τα γεγονότα δε της παρούσας υπόθεσης αποδέχομαι ότι όντως ο κατηγορούμενος επέδειξε εξ αρχής πνεύμα συνεργασίας με τις διωκτικές αρχές αποκαλύπτοντας και παραδεχόμενος άμεσα την διάπραξη όλων των αδικημάτων. Ιδιαίτερα αυτά των κατηγοριών 4, 5 και 6 που η εξιχνίαση τους θα απαιτούσε χρόνο και πολλή προσπάθεια από τις διωκτικές αρχές. Όπως δε συνάγεται από τα γεγονότα για τα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 6 εμπλέκοντο στην διάπραξη τους και άτομα εκτός Κύπρου. Ακόμη η έμπρακτη μεταμέλεια αποτελεί ένα άλλο σημαντικό ελαφρυντικό στοιχείο το οποίο συνεκτιμάται με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Μιχαήλ ανωτέρω). Αυτό δε το στοιχείο θα συμφωνήσω με την συνήγορο υπεράσπισης, ότι συνάγεται μέν αβίαστα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τόσο πριν όσο και την μετά την καταχώρηση της, επισημαίνοντας όμως ταυτόχρονα ότι αυτή ήταν όψιμη αφού επεδείχθη από τον κατηγορούμενο μετά την επ' αυτοφόρω σύλληψη του για την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 7, 8 και 9. Όσον αφορά το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου αυτό αποτελεί ένα επίσης σημαντικό μετριαστικό παράγοντα. Δεν αποτελεί όμως πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του το είδος της ποινής. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες. Όπως δε χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) : «Το κακουργιοδικείο έκανε ορθή αναφορά στο νεαρό της ηλικίας των εφεσειόντων, ως παράγοντα μετριασμού της ποινής. Είναι γνωστός ο λόγος. Κρίνεται πως δεν είναι επιθυμητό νεαρό άτομο, στα αρχικά δηλαδή στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητας του, να στερηθεί της ευκαιρίας να ωριμάσει για να κάνει τις επιλογές του στη ζωή. Πρέπει όμως να επισημάνουμε, πάνω σ' αυτό το ζήτημα, πως σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί απ' ότι ήσαν μερικές δεκαετίες πριν. Η παιδεία προσφέρεται σχεδόν σε όλους. Η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών, με τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης, πληροφορούν τον πολίτη για τα συμβαίνοντα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η κατάσταση αυτή έχει βεβαίως πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα που συνήθως αποτελούν θέματα σοβαρών συζητήσεων. Με αυτά που αναφέραμε αμέσως πιο πάνω, οδηγούμαστε στη σκέψη πως ο νέος σήμερα έχει καλύτερες ευκαιρίες διαμόρφωσης του χαρακτήρα του, φθάνει βεβαίως να κάνει τις ορθές επιλογές. Οι εφεσείοντες έδειξαν, με τη διάπραξη των εγκλημάτων που εξετάζουμε, τη δική τους επιλογή. Ας ελπίσουμε, για το μέλλον, πως το έγκλημα που διέπραξαν θα αποδεικτεί η μοναδική αντικοινωνική συμπεριφορά τους.» Εν όψει των πιο πάνω θα ήταν το λιγότερο άτοπο, να γίνει αποδεκτό πώς δεν είναι σε θέση ένα άτομο της ηλικίας του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, που κατά την διάπραξη του αδικήματος της 4ης κατηγορίας ήταν 23 ετών, και κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων λοιπών κατηγοριών 24 ετών, να μην αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα και συνέπειες από την επίδειξη παραβατικής συμπεριφοράς, ως αυτής που επέδειξε. Συνακόλουθα το στοιχείο αυτό παρά το ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί, κρίνω όμως ότι μικρό ρόλο θα διαδραματίσει στο είδος και το εύρος της ποινής. Προς όφελος του κατηγορουμένου στην παρούσα λαμβάνω λοιπόν υπόψη εκ των όσων ανέφερε η συνήγορος του, για σκοπούς μετριασμού της ποινής και στο βαθμό που επιβάλλει και αναγνωρίζει η νομολογία: · Το σχετικά νεαρό της ηλικίας τους, εφόσον ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν 24 ετών και σήμερα ηλικίας 26 ετών. · Το λευκό του ποινικό μητρώο, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. · Το ότι από την παράνομη συμπεριφορά του ευτυχώς δεν προκλήθηκαν οποιοιδήποτε τραυματισμοί η σωματικές βλάβες στην παραπονούμενη η σε άλλα πρόσωπα. · Την απολογία και την παραδοχή τoυ στο Δικαστήριο, η οποία παρόλο που δεν ήταν άμεση λαμβάνεται υπόψη αφού έγινε πρίν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). · Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με την Αστυνομία, η οποία συνεργασία συνέβαλε αποτελεσματικά στη διερεύνηση και εξιχνίαση των αδικημάτων των 4ης , 5ης , και 6ης κατηγοριών. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκε στα πλαίσια της Αίτησης Νομικής Αρωγής Ε.Δ. Λεμεσού με αριθμό 143/13, Έγγραφο Β, την οποία κατέθεσε ενώπιον μου η συνήγορος του και υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της, αλλά καθώς και όσα αυτή ανέφερε σχετικά. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου ότι: · Κατάγεται από την Ρουμανία και προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. · Ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια όταν αυτός ήταν ηλικίας 3 ετών. Μετά την εξέλιξη αυτή, ουδέποτε επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον προς το παιδί του τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. · Η μητέρα του ηλικίας 46 ετών, τέλεσε δεύτερο γάμο. Εργάζεται ως γραμματέας σε δημόσιο νοσοκομείο. · Ο πατριός του 57 ετών, είναι συνταξιούχος πρώην στρατιωτικός. · Έχει δύο ετεροθαλή αδέλφια από το δεύτερο γάμο του πατέρα του, τα οποία δεν γνώρισε μέχρι σήμερα. · Αποφοίτησε το Γυμνάσιο και ακολούθως εγγράφηκε σε πανεπιστήμιο στον Κλάδο Μάρκετιγκ. Μετά την πάροδο δύο χρόνων, διέκοψε την φοίτηση του λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. · Στην πατρίδα του εργάστηκε σε διάφορες εργασίες. · Δεν διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία, δεν έχει αποταμιεύσεις, δεν έχει χρέη αλλά ούτε και εισοδήματα. Επίσης ότι είναι αρραβωνιασμένος και προσδοκεί στο άμεσο μέλλον να δημιουργήσει την οικογένεια του. Όσον αφορά όμως τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου πρέπει επίσης να λεχθεί ότι είναι μέν παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, όπως στην παρούσα, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας [βλ. Mahmoud Abed ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)]. Στην δε υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ.544 και 545: «.Από την άλλη είναι καλά θεμελιωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.» Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση ως έχουν λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή στην παρούσα για τον κατηγορούμενο είναι η ποινή φυλάκισης. Και τούτο έχοντας πάντα κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98). Θα αναφερθώ στη συνέχεια, ενδεικτικά, σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με ποινές που επεβλήθησαν για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας. Στην υπόθεση Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), οι κατηγορούμενοι ηλικίας 19 και 23 ετών, παραδέχθηκαν ενοχή σε δυο κατηγορίες ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 255, 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Οι δυο κατηγορούμενοι κουκουλοφόροι και οπλισμένοι με μαχαίρια, εισέβαλαν σε διαμέρισμα δυο αλλοδαπών γυναικών και υπό την απειλή βίας και αφού τις κτύπησαν, απέσπασαν το ποσό των £65. Τα γεγονότα της υπόθεσης κρίθηκαν ως εξαιρετικά σοβαρά. Στους κατηγορούμενους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 ετών που επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκαν ενοχή στο Κακουργιοδικείο μετά από μερική ακρόαση. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ σελ. 411 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, που ήταν ένας από τους δυο δράστες που με την απειλή όπλου απέσπασαν το ποσό των £4.582 από κατάστημα τραπέζης, ποινή φυλακίσεως 10 ετών. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με μία προηγούμενη καταδίκη για ένοπλη ληστεία, ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και είχε ψυχολογικά προβλήματα. Η ποινή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 571, ο κατηγορούμενος μετά από ακροαματική διαδικασία βρέθηκε ένοχος για ένοπλη ληστεία, όπου με τη χρήση όπλου απέσπασε το ποσό των £11.300. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως 10 ετών, αφού έλαβε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες, τις προσωπικές του περιστάσεις και τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή αναφέροντας τα ακόλουθα στη σελ. 593: «..Για το κακούργημα της ληστείας προβλέπεται ποινή ισόβιας φυλάκισης. Αυτό είναι ευθέως προσδιοριστικό της σοβαρότητας του και, περαιτέρω, όπως τόνισε το Κακουργιοδικείο, εδώ έχουμε σαφή προσχεδιασμό και χρήση πυροβόλου όπλου. Ο εφεσείων, αφού τρομοκράτησε τους πάντες, με προφανές και το ενδεχόμενο άλλων εξελίξεων που θα μπορούσε να ήταν τραγικές, απέσπασε σοβαρό ποσό, το οποίο και δεν ανακτήθηκε . . ..». Στην Ζακ κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 854, στην οποία οι εφεσείοντες, αλλοδαποί φορώντας κουκούλες και υπό την απειλή πιστολιών, λήστεψαν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων αποκομίζοντας μεγάλο χρηματικό ποσό, ενώ κατά την αναχώρηση τους έδωσαν οδηγίες σε υπαλλήλους και πελάτη να πέσουν στο έδαφος. Τους επεβλήθηκε ποινή 8 ετών στην κατηγορία της ληστείας, ενώ οι δράστες είχαν προηγούμενες καταδίκες. Τονίσθηκε το γεγονός της άμεσης παραδοχής τους και ότι ενώ σχεδίασαν τα αδικήματα, έδρασαν επιπόλαια και εν τέλει δεν αποκόμισαν οποιοδήποτε ποσό. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή. Στις Ποινικές Εφέσεις 28/05, Μάριος Ποράς ν. Αστυνομίας και Σταύρος Λεωνίδου ν. Αστυνομίας, που συνεκδικάσθησαν,
(2005)2 Α.Α.Δ 452, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας το είδος της ποινής, αποδέχθηκε τις Εφέσεις μειώνοντας τις ποινές της αμέσου φυλάκισης πού είχαν επιβληθεί πρωτόδικα. Οι δύο εφεσείοντες κατηγορήθηκαν για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και ένοπλη ληστεία. Επιπρόσθετα ο Μ. Ποράς και ο άλλος συγκατηγορούμενος του, ο Ε. Ερωτοκρίτου, για οπλοφορία προς διέγερση τρόμου. Παραδέχθηκαν ενοχή και το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον Μ. Πορά και στον Ε. Ερωτοκρίτου ποινή φυλάκισης 4 ετών για την ένοπλη ληστεία, ενώ στο Στ. Λεωνίδου φυλάκιση 3½ ετών. Για τη συνωμοσία επέβαλε σε όλους συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 2 ετών. Άσκησαν και οι τρεις έφεση, αλλά ο Ε. Ερωτοκρίτου την απέσυρε. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε τις εφέσεις μειώνοντας τις ποινές φυλάκισης των 4 και 3½ ετών σε ποινές 3 και 2½ ετών αντιστοίχως. Στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μέτρησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο σχεδιασμός των αδικημάτων ήταν πρόχειρος, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και η εξέλιξη δεν έδειχναν δράση από σκληρούς εγκληματίες, το νεαρό της ηλικίας τους, η προσωπικότητά τους και το προσωπικό τους ιστορικό. Όπως αναφέρεται στις σελίδες 455 και 456: «Ο πρόχειρος σχεδιασμός, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και η εξέλιξη δεν δείχνουν δράση από σκληρούς εγκληματίες. Προς αυτή την κατεύθυνση κατατείνει και το προσωπικό τους ιστορικό. Ο Μ. Ποράς από παιδί ήταν επιληπτικός, γι' αυτό απαλλάγηκε από την υποχρεωτική θητεία στην Εθνική Φρουρά, και τυγχάνει φαρμακευτικής αγωγής. Φοιτά σε νυκτερινό σχολείο, στη 3η τάξη Λυκείου και εργαζόταν, όχι όμως σταθερά, κατά τη διάρκεια της ημέρας. Περιγράφεται ως ιδιόμορφης προσωπικότητας και συμπεριφοράς με οργανικές δυσκολίες προσαρμογής και λειτουργικότητας στο κοινωνικό σύνολο, υψηλού κινδύνου για θυματοποίηση και περιθωριοποίηση που χρειάζεται ιδιαίτερη προσέγγιση και αντιμετώπιση. Ο Στ. Λεωνίδου, ασκεί το επάγγελμα του κομμωτή και αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα με τη μορφή αγχώδους αντιδραστικής μελαγχολίας για την οποία βρίσκεται σε φαρμακευτική αγωγή. Περιγράφεται ως πρόσωπο με ανώριμη προσωπικότητα, υποβόλιμο, με ασταθή χαρακτηριστικά όσον αφορά τις παραμέτρους της ψυχικής του υγείας και ευάλωτο σε ψυχοτραυματικές εμπειρίες. Ενώ, λοιπόν, επικροτούμε το βασικό προσανατολισμό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, θεωρούμε πως, κάτω από τα ιδιάζοντα περιστατικά της περίπτωσης, για τόσο νεαρά πρόσωπα της προσωπικότητας και του ιστορικού των εφεσειόντων, αισθητά μικρότερης έκτασης ποινή, για την ένοπλη ληστεία, θα εξυπηρετούσε όλους τους σκοπούς.» Επισημαίνω επίσης ότι στην εν λόγω υπόθεση ο Μάριος Ποράς βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη. Θα πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι οι πιο πάνω υποθέσεις στις οποίες επιβλήθηκαν πολυετείς ποινές φυλάκισης, διαφοροποιούνται σε κάποιο βαθμό τόσο με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όσο και σε σχέση με το μητρώο του κατηγορουμένου. Γι αυτό κρίνω ότι η παρούσα μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν λιγότερη σοβαρή από τις εν λόγω υποθέσεις, στοιχείο που θα έχει αντίκρισμα στην κολάσιμη αντιμετώπιση του κατηγορούμενου. Καταληκτικά και έχοντας κατά νου τις αρχές για διαφοροποίηση της ποινής σε συνάρτηση με άλλες πιο σοβαρές υποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τα γεγονότα τους, αλλά και των αρχών της εξατομίκευσης της ποινής σε σχέση με τον κατηγορούμενο, επιβάλλω σε αυτόν τις ακόλουθες ποινές: · στην κατηγορία 4, ποινή φυλάκισης 30 μηνών. · στην κατηγορία 5, ποινή φυλάκισης 10 μηνών. · στην κατηγορία 6, ποινή φυλάκισης 10 μηνών. · στην κατηγορία 7, ποινή φυλάκισης 10 μηνών. · στην κατηγορία 8, ποινή φυλάκισης 10 μηνών. · στην κατηγορία 9, ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο, να συντρέχουν και να αρχίσουν να επιμετρούνται από την 8.2.2013, ήτοι ημερομηνία που τέθηκε υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Τα τεκμήρια που έχουν παραληφθεί και εξακολουθούν να βρίσκονται στα χέρια της Αστυνομίας, διατάσσω να διατεθούν ως ακολούθως: · μία Ρουμάνικη ταυτότητα στο όνομα Mariu Pregea, και · μία Ρουμάνικη άδεια οδηγού στο όνομα Mariu Pregea, να δημευθούν και να καταστραφούν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου σε σχέση με τις ποινές που επιβληθήκαν θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου ή δύνανται να ανασταλούν, δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε των πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Από τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και την συνολική αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στην παρούσα συνάγεται αβίαστα ότι πρόκειται για πολύ σοβαρά αδικήματα τα οποία είχαν από την μία ως μόνο κίνητρο την απόκτηση οικονομικού οφέλους εις βάρος των παραπονουμένων και αφετέρου την αποφυγή της σύλληψης του κατηγορούμενου από τις Αστυνομικές Αρχές, στοιχεία που καθιστούν τα κίνητρα διάπραξης τους ποταπά και εντόνως ιδιοτελή. Όσο αφορά τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις του κατηγορουμένου καθώς και το νεαρό της ηλικίας του, το λευκό του ποινικό μητρώο και την όψιμη μεταμέλεια του, αφού αυτή επεδείχθη μετά την επ' αυτοφόρω σύλληψη του για τα αδικήματα των κατηγοριών 7, 8 και 9, αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες οι οποίοι ομού με τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες, ήδη λήφθηκαν υπόψη και προσμέτρησαν δεόντως στην απόφαση για το ύψος της ποινής και συνεπώς κρίνω ότι δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η αναστολή εκτέλεσης των ποινών δεν δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης. Στη συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω αν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, οι ποινές φυλάκισης, που έχω σήμερα επιβάλει στον κατηγορούμενο θα πρέπει να συντρέχουν ή να είναι διαδοχικές με την ήδη εκτιόμενη ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση Ε. Δ. Λεμεσού με αριθμό 3632/12. Το πιο πάνω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση αρχίζει να εκτίεται μετά την λήξη της προηγούμενης ποινής εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Στην υπόθεση Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, στην οποία με παρέπεμψε και η συνήγορος του κατηγορούμενου, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκείμενη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις ... Επίκεντρό της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς την συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρό της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθεισομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από τον Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts
(2000)1 Cr. App. R. (S) 460 .: «If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive». .......................................................................... Εξετάζοντας το σύνολο των παραγόντων που διέπουν το θέμα στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνουμε έρεισμα στην έφεση. Κατ' αρχή, επρόκειτο για αδικήματα της ίδιας φύσης με εκείνα για τα οποία είχε επιβληθεί η προηγούμενη και εκτιόμενη ποινή φυλάκισης των δυόμισι ετών στην υπόθεση 9399/03 όπως και με εκείνα τα οποία αφορούσαν οι υποθέσεις που ανεφέρθησαν ως προηγούμενες καταδίκες. Αυτό διαφοροποιεί την υπόθεση από την Κουφού κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 396, όπου η επιβολή διαδοχικών ποινών βασίσθηκε στο ότι τα αδικήματα ήσαν εντελώς διαφορετικής φύσης από εκείνα για τα οποία είχε ήδη επιβληθεί και εκτίετο ποινή σε άλλη υπόθεση, ώστε η επιβολή συντρεχουσών ποινών να μην δικαιολογείτο "από τη φύση, το χαρακτήρα και τα περιστατικά της υπόθεσης" (σ. 401).» Επίσης σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα στην υπόθεση Κουφού ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 396, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του εξετάζοντας την έφεση με την οποία ο εφεσείων προσέβαλε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου γιατί δεν διέταξε οι ποινές που του είχαν επιβληθεί να συνέτρεχαν μαζί με ποινή φυλάκισης που ήδη εξέτιε για άλλη υπόθεση, αναφέρει στην σελίδα 401 τα εξής: «Ηγέρθη το θέμα εάν η ποινή αυτή θα αρχίσει μετά την έκτιση από τον παρόντα εφεσείοντα της μακράς ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο στις 17 Φεβρουαρίου, 1992, για σειρά εγκλημάτων εναντίον περιουσίας. Το Άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προβλέπει ότι η ποινή φυλάκισης προσώπου, που έχει ήδη καταδικαστεί σε φυλάκιση, αρχίζει μετά την έκτιση προηγούμενης ποινής φυλάκισης, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει άλλως πως. Το Δικαστήριο για να εκδώσει διαφορετική διαταγή πρέπει να υπάρχουν ειδικές ή και εξαιρετικές συνθήκες. Η ποινή την οποία εκτίει ο εφεσείων είναι για εγκλήματα εντελώς διαφορετικής φύσεως από το έγκλημα της κατοχής ινδικής καννάβεως στο οποίο βρέθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση. Η έκδοση διαφορετικής διαταγής από τη γενική πρόνοια για έκτιση της ποινής μετά την έκτιση της προηγούμενης ποινής φυλάκισης, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το χαρακτήρα και τα περιστατικά της υπόθεσης.» Πρόσφατα δε το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Μιχάλης Παραρές ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 46/2013, ημερομηνίας 20.3.2013, αποδεχόμενο την έφεση, διέταξε όπως η επιβληθείσα πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 2 μηνών στον εφεσείοντα, να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης των 4 χρόνων που αυτός εξέτιε κατά την επιβολή της ποινής. Αυτό δε παρά το γεγονός ότι τα αδικήματα της υπόθεσης που είχε επιβληθεί η δίμηνη ποινή φυλάκισης ήταν εντελώς διαφορετικά από τα αδικήματα για τα οποία εξέτιε την ποινή φυλάκισης των 4 χρόνων, ήτοι ενέπιπτε στις αρχές και στα όσα η απόφαση στην υπόθεση Κουφού ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), καθιέρωσε για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση της πλειοψηφίας στην εν λόγω υπόθεση: «Τα πιο πάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κύρια θέση του εφεσείοντος, διά του συνηγόρου του, ότι αν η υπόθεση καταχωρείτο έγκαιρα θα ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής από το Κακουργιοδικείο, είναι και εύλογη και ορθή. Έπεται ότι η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (δέστε Pikis: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 93 και Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443), πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως των καταληκτικών λέξεων του εδαφίου
(2), σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου, (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας - ανωτέρω -, Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 72/2010, ημερ. 19.9.2011 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433). Και περαιτέρω δεν πρέπει φραστική και μόνο σημασία να αποδίδεται από το Δικαστήριο στην αποτίμηση και τη σημασία των όλων προσωπικών συνθηκών ενός κατηγορούμενου, ακόμη και για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικές ουσίες, (Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211). Όλα τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα της υπόθεσης, (καθυστέρηση στην ποινική δίωξη, νεαρά ηλικία του εφεσείοντος, η ελάχιστη ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας προορισμένης για δική του χρήση, η δυνατότητα να είχε η παρούσα υπόθεση ληφθεί υπόψη στην προηγηθείσα καταδίκη του από το Κακουργιοδικείο), δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς την αντίθετη κατεύθυνση, παρά τη διαφορετικότητα των αδικημάτων. Η άσκηση επιβολής ποινής εμπεριέχει ένα εύρος κινήσεων, ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης, άλλως θα αποτελούσε, όπως λέχθηκε στην Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 42/10 και 43/10, ημερ. 14.7.2011, «μια μηχανιστική άσκηση, χωρίς περιθώριο ευλυγισίας.». Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου στη παρούσα υπόθεση, στο σύνολο της και να αποφασίσει ποιά είναι η κατάλληλη ποινή για όλα τα αδικήματα. Εξετάζοντας το σύνολο των παραγόντων που διέπουν το θέμα στην συγκεκριμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι το υπό τιμωρία αδίκημα στην κατηγορία 4 της παρούσας υπόθεσης, που είναι και το πιο σοβαρό από τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, αν και δεν είναι ακριβώς τα ίδιο, όπως συνάγεται από το έγγραφο Γ το οποίο κατέθεσε και ανέγνωσε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με τα αδικήματα της ποινικής υπόθεσης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 3632/13, εντούτοις σχετίζεται με αδικήματα κατά της περιουσίας περιέχει δε ως συστατικό του στοιχείο την κλοπή. Στην υπόθεση 3632/12, τα αδικήματα στις 15 κατηγορίες που αφορούσαν τον κατηγορούμενο, ήταν για διαρρήξεις κατοικίας και κλοπές. Ακόμα στη εν λόγω υπόθεση λήφθηκαν υπόψη τα αδικήματα της υπόθεσης 1435/13 Ε.Δ. Λεμεσού τα οποία επίσης αφορούσαν αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών. Οι ποινές δε που επιβλήθηκαν στην υπόθεση 3632/13 ήταν: · στις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 13, 17, 20, 22 και 25, που αφορούσαν τα αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, ποινές άμεσης φυλάκισης 2 ½ χρόνων σε κάθε κατηγορία, · στις κατηγορίες 11, 18 και 21, που αφορούσαν αδικήματα κλοπών, ποινές άμεσης φυλάκισης 9 μηνών. · στην κατηγορία 30 που αφορούσε το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος δεν επιβλήθηκε ποινή, και · στην κατηγορία 31 που αφορούσε παράνομη κατοχή περιουσίας, ποινή αμέσου φυλάκισης 2 μηνών. Η υπόθεση δε 1435/13 που λήφθηκε υπόψη στην 3632/13 αφορούσε 20 κατηγορίες που αφορούσαν αδικήματα κλοπών, λήφθηκε δε υπόψη σε αυτήν και η υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού με αρ. 7916/13 που αφορούσε αδίκημα διάρρηξης γραφείου. Αυτό κατατάσσει την παρούσα υπόθεση στα πλαίσια των όσων αναφέρθησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κουφού ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου η επιβολή διαδοχικών ποινών βασίσθηκε στο ότι τα αδικήματα ήταν εντελώς διαφορετικής φύσης από εκείνα για τα οποία είχε ήδη επιβληθεί και εκτίετο ποινή σε άλλη υπόθεση, ώστε η επιβολή συντρεχουσών ποινών να μην δικαιολογείτο για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Επισημαίνω επίσης ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης: · διαπράχθηκαν και διαλευκάνθηκαν με την παραδοχή του κατηγορούμενου στην αστυνομία, πριν την καταδίκη του στην υπόθεση Ε. Δ Λεμεσού 3632/13, αφού οι πιο πάνω ποινές επιβλήθηκαν σε αυτόν στις 30/09/2013 και η επιμέτρησή τους διατάχθηκε να αρχίζει από την 11/01/2013, · αυτά είχαν συμπεριληφθεί στην υπόθεση 1435/12 Ε.Δ. Λεμεσού και εν συνεχεία διακόπηκαν, αυτό δε επίσης πρίν την επιβολή ποινής στην 3632/12, και · το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 8.2.20013 επίσης πρίν την επιβολή ποινής στην υπόθεση 3632/12 και συνακόλουθα, θα μπορούσε αν εζητείτο, νοουμένου ότι αυτό θα γινόταν μετά την παραδοχή του κατηγορούμενου, να ληφθούν υπόψη στην παρούσα τα αδικήματα της υπόθεσης 3632/12 αλλά και της 1435/
  1. Εν όψει δε των πιο πάνω κρίνω πώς δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να μην συγκατατίθετο η κατηγορούσα αρχή, αφού όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρθησαν εδόθη συγκατάθεση και όντως λήφθηκε υπόψη στην 3632/12 η 1435/13 Ε. Δ. Λεμεσού, να λαμβάνοντο υπόψη στην παρούσα τα αδικήματα των εν υπόθεση 1435/12, αφού το αδίκημα της 4ης κατηγορίας ήτοι της ληστείας, που ναι είναι το πιο σοβαρό εξ αυτών όπως και πιο πάνω αναφέρεται, μπορεί να μην είναι ακριβώς το ίδιο με αυτά της υπόθεσης 3632/12, αφορά όμως αδίκημα κατά της περιουσίας όπως και τα αδικήματα των άλλων δύο υποθέσεων που αφορούσαν διαρρήξεις και κλοπές. Το γιατί δεν έγινε έγκαιρα παραδοχή από τον κατηγορούμενο στα αδικήματα 4, 5, 6, 7, 8 και 9 και το γιατί δεν εζητήθη από τον κατηγορούμενο να ληφθούν υπόψη τα αδικήματα των εν λόγω δύο υποθέσεων στην παρούσα έγκαιρα, είναι βέβαια θέμα και ευθύνη δική του, πλήν όμως κρίνω ότι τούτο δεν εμποδίζει την εξέταση του ζητήματος που έχει θέσει η συνήγορος του στα πλαίσια που η νομολογία καθορίζει αναφορικά με την συνολικότητα της ποινής. Εξετάζοντας λοιπόν κατά πόσο η συνολική ποινή των 5 ετών που προκύπτει από την διαδοχικότητα των μεγαλυτέρων ποινών, είναι στο σύνολο της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα εν λόγω αδικήματα, κρίνεται πως η απάντηση θα πρέπει να είναι θετική. Αν στην παρούσα υπόθεση εζητείτο έγκαιρα να ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και τα αδικήματα των υποθέσεων 1435/12 και 3632/12 Ε. Δ. Λεμεσού, αμφιβάλλω αν η ποινή που θα επέβαλλε το Δικαστήριο θα ήταν αισθητά διαφορετική από την ποινή που επιβλήθηκε σήμερα στον κατηγορούμενο στο αδίκημα της 4ης κατηγορίας. Εν' όψει λοιπόν των αρχών της νομολογίας που πιο πάνω αναφέρονται, όπως πρόσφατα έχουν διαμορφωθεί, αλλά και υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων, δεν θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα ότι η ποινή των 30 μηνών που επιβλήθηκε στην παρούσα στο αδίκημα της 4ης κατηγορίας, που είναι και η μεγαλύτερη, θα ήταν αυξημένη ή αρκούντως αυξημένη, αν στην παρούσα υπόθεση εζητείτο έγκαιρα να ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και τα αδικήματα των υποθέσεων 1435/12 και 3632/12 Ε. Δ. Λεμεσού. Συνακόλουθα κρίνω ότι δικαιολογείται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να συντρέχουν με τις ήδη επιβληθείσες στην υπόθεση 3632/12 Ε. Δ Λεμεσού, ποινές. Για τους πιο πάνω λόγους, οι ποινές της φυλάκισης: · των 30 μηνών στην κατηγορία 4, · των 10 μηνών στην κατηγορία 5, · των 10 μηνών στην κατηγορία 6, · των 10 μηνών στην κατηγορία 7, · των 10 μηνών στην κατηγορία 8, και · των 6 μηνών στην κατηγορία 9, που σήμερα επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, διατάσσω να συντρέχουν με τις ήδη επιβληθείσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε αυτόν στην υπόθεση 3632/2012 Ε. Δ. Λεμεσού. Τα έξοδα της παρούσας υπόθεση €15,00 να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Επίσης από την Κυπριακή Δημοκρατία να πληρωθούν και τα έξοδα του διερμηνέως κ.Ζαχαρίου εξ €35,
  2. (Υπ.) ...................................... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ληστεία - Πλαστογραφία). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.