ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σπύρος Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 8711/11, 27/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8711/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Σπύρος Γεωργίου Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27/2/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Βένη Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: κος Σωτήρης Κωνσταντινίδης Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα των αμελών πράξεων που προκαλούν σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 237 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 29ην Νοεμβρίου 2010 στο χωριό Επταγώνια της Επαρχίας Λεμεσού, διενέργησε παράνομα πράξη από την οποία προκλήθηκε σωματική βλάβη στον Μιχάλη Κυριάκου από την Λεμεσό, δηλαδή έσπρωξε με τον σπαστό βραχίονα του εκσκαφέα με αριθμό εγγραφής ΗΒΡ 351 τον πιο πάνω, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστ. 2180 κ. Θεοδόσης Θεοδοσίου. Ανέφερε ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Καλού Χωριού και υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι στις 5/12/2010 και ώρα 15:45, προσήλθε στον σταθμό ο Μιχάλης Κυριάκου, ήτοι ο παραπονούμενος, και κατάγγειλε ότι στις 29/11/2010 και περί ώρα 15:30 ενώ εργαζόταν στην εταιρεία <<SANCONY>> ιδιοκτησίας του Αγάπιου Χειράτου, στο χωριό Επταγώνια με τον συνάδελφο του, ήτοι τον κατηγορούμενο, μετέβηκε δίπλα από τον εκσκαφέα του κατηγορουμένου και που αναγράφεται στο κατηγορητήριο και του ανέφερε να προσέχει να μην σπάσει την σωλήνα η οποία ήταν μπροστά του και ακολούθως του έγνεψε με το χέρι του να πάνε να πιουν καφέ. Τότε ο παραπονούμενος είδε τον σπαστό βραχίονα του εκσκαφέα με τον οποίο εργαζόταν ο κατηγορούμενος να έρχεται προς το μέρος του και να τον σπρώχνει προς το κύριο μέρος του εκσκαφέα, όταν ο παραπονούμενος ακινητοποιήθηκε και βρισκόταν στην μέση του σπαστού βραχίονα και του εκσκαφέα, φώναξε στον κατηγορούμενο και του είπε ότι πονά, τότε ο κατηγορούμενος γέλασε και μετά από λίγα δευτερόλεπτα έφυγε τον σπαστό βραχίονα από πάνω του. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν είναι αστεία αυτά που κάνει και ο κατηγορούμενος συνέχισε να γελά και να εργάζεται. Όπως ανέφερε ο παραπονούμενος ένιωθε λίγο πόνο αλλά δεν θεώρησε ότι έπρεπε να μεταβεί στο νοσοκομείο. Ο Γεωργίου (προφανώς εκ παραδρομής αναφέρθηκε το επώνυμο του κατηγορουμένου ενώ είναι πρόδηλο ότι εννοούσε για τον παραπονούμενο) ανέφερε ότι ο λόγος που δεν κατάγγειλε στην αστυνομία το γεγονός την ημερομηνία του συμβάντος, ήταν επειδή δεν πίστευε ότι έχει κάτι σοβαρό, αλλά μετά την εξέταση που του έγινε στις 4/12/2010, κατάλαβε ότι θα χρειαστούν αρκετές μέρες μέχρι να αναρρώσει. Επίσης στην γραπτή του κατάθεση ο παραπονούμενος ανέφερε ότι παρόλο που δεν πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να του κάνει κακό και ότι έκανε το έκανε άθελα του ή από απροσεξία, επιθυμεί την ποινική του δίωξη. Στις 25/1/2011 και μεταξύ των ωρών 15:30 - 15:40 στην Λεμεσό, ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο επί του ότι προέβηκε σε απερίσκεπτη και αμελή πράξη εναντίον του παραπονούμενου και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε << Δεν παραδέχομαι εγώ ποτέ δεν έσπρωξα τον Μιχάλη>> (τεκμήριο 3). Επίσης ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου τον οποίον και αναγνώρισε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο παραπονούμενος έκανε το παράπονο του στις 5/12/2010 περί ώρα 3:30 μ.μ με βάση τον οποίο το αδίκημα έγινε στις 29/11/
- Ο μάρτυρας ρώτησε τον παραπονούμενο για την αργοπορία του στο να προβάλει το παράπονο του και ο παραπονούμενος του ανέφερε αρχικά ότι δεν θεώρησε σοβαρό τον τραυματισμό του, ενώ στις 4/12/2010 όταν ο παραπονούμενος επισκέφθηκε τον γιατρό του, είπε ότι θα χρειαστεί περαιτέρω χρόνο για ανάρρωση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι για το όλο ισχυριζόμενο περιστατικό η γνώση του πηγάζει από τα λεγόμενα του παραπονούμενου και ότι δεν τα γνωρίζει προσωπικά. Ανέφερε ότι έλαβε κατάθεση από τον κ. Αγάπιο Χειράτο (τεκμήριο Β για αναγνώριση) και από τον Μ.Υ. 1 (τεκμήριο 9) για τις οποίες ο μάρτυρας έκανε αναφορά επί του περιεχομένου τους. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατηγόρησε τον κατηγορούμενο δια μέσου του τεκμηρίου 3 με βάση την μαρτυρία του παραπονούμενου και αφού έλαβε υπόψη την μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα και από ότι θυμάται για αυτήν την υπόθεση έχει ετοιμάσει συνοπτική αναφορά η οποία στάληκε για γνωμοδότηση στην νομική υπηρεσία και έλαβε θετική απάντηση, ήτοι ότι στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα. Ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν εισηγήθηκε την μη δίωξη του κατηγορούμενου, απαντώντας έτσι σε σχετική επί του θέματος υποβληθείσα θέση, ως επίσης ανέφερε ότι εκτελεί τα καθήκοντα του όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι έχει διαταχθεί για να ασκηθεί η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται εάν έχει κάνει ο μάρτυρας οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για την παρούσα υπόθεση και δεν ήταν σε θέση να θυμάται γιατί έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από τον παραπονούμενο, ήτοι το τεκμήριο 5, αλλά όταν του υποδείχθηκε το εν λόγω τεκμήριο, ανέφερε ότι ήθελε να διευκρινιστεί από τον παραπονούμενο κατά πόσο αυτός είχε παράπονο. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Μιχάλης Κυριάκου ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τα τεκμήρια 4 και 5 και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Στην πρώτη του κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (τεκμήριο 4), ανέφερε ότι στις 29/11/2010 και περί ώρα 15:30 μ.μ. περίπου, ενώ ο κατηγορούμενος καθάριζε ένα αυλάκι, ο παραπονούμενος στάθηκε δίπλα από το τρακτέρ του παραπονούμενου και του είπε να προσέχει διότι υπήρχε ένας σωλήνας για να μην τον σπάσει και ακολούθως του έγνεψε με το χέρι του για να πάνε να πιουν καφέ. Τότε ο κατηγορούμενος είδε τον σπαστό βραχίονα του τρακτέρ που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να έρχεται προς το μέρος του και να τον σπρώχνει προς το κύριο μέρος του τρακτέρ. Όταν ακινητοποιήθηκε ο παραπονούμενος και βρισκόταν στην μέση του τρακτέρ και του σπαστού βραχίονα, φώναξε στον κατηγορούμενο και του είπε ότι πονεί και τότε ο κατηγορούμενος γέλασε και μετά από λίγα δευτερόλεπτα έφυγε τον σπαστό βραχίονα από πάνω του. Τότε ο παραπονούμενος είπε στον κατηγορούμενο ότι αυτά που κάνει δεν είναι αστεία και ο κατηγορούμενος συνέχισε να γελά και να εργάζεται. Ο παραπονούμενος ένιωθε λίγο πόνο αλλά δεν θεώρησε ότι έπρεπε να πάει στον γιατρό. Την επόμενη μέρα πήγε πάλι στην εργασία του με τον κατηγορούμενο όπου και παραπονέθηκε στον κατηγορούμενο για πόνο και ο τελευταίος δεν έχει εκλάβει ως σοβαρά τα λεγόμενα του, όμως κατά τα λοιπά τόσο την ίδια ημέρα, όσο και την επόμενη, συνέχισαν να εργάζονται κανονικά χωρίς κανένα πρόβλημα. Στις 1/12/2010 πήγε στην εργασία του, όμως επειδή δεν ένιωθε καλά, σχόλασε πιο νωρίς και πήγε στο σπίτι του και περί ώρα 22:00 ένιωθε χειρότερα και τότε πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και εξετάστηκε από γιατρό ο οποίος του ανέφερε ότι έχει κάκωση θώρακος και του χορήγησε άδεια ασθενείας. Την επόμενη μέρα πήγε στον ορθοπαιδικό του τον κ. Κώστα Κοντορζή (Μ.Κ. 4), ο οποίος του ανέφερε ότι έχει θλάση του αριστερού ημιθωρακίου και του συνέστησε επιπλέον αναρρωτική άδεια. Στις 4/12/2010 ο παραπονούμενος επισκέφθηκε ξανά το γενικό νοσοκομείο Λεμεσού όπου και του παραχωρήθηκε περαιτέρω αναρρωτική άδεια μέχρι τις 10/12/
- Στην αστυνομία δεν προσήλθε από την ημερομηνία του συμβάντος επειδή δεν θεώρησε ότι έχει κάτι σοβαρό αλλά μετά την εξέταση που έγινε στις 4/12/2010 κατάλαβε ότι θα χρειαστούν και άλλες μέρες για να αναρρώσει και συνεπώς προσήλθε στην αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν και εξέφρασε την άποψη ότι ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να του κάνει κακό αλλά το έκανε από απροσεξία. Στην συμπληρωματική του κατάθεση (τεκμήριο 5) ο παραπονούμενος ανέφερε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και εξέφρασε το παράπονο του και όπως ο κατηγορούμενος διωχθεί, έστω και αν δεν ήθελε ο κατηγορούμενος να του κάνει κακό. Στην συνέχεια της προφορικής του εξέτασης, έκανε αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ισχυριζόμενο περιστατικό. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και ο παραπονούμενος οδηγούσαν τρακτέρ, σε κάποια στιγμή ο παραπονούμενος κατέβηκε από το τρακτέρ για να πει στον κατηγορούμενο ότι υπάρχει κεντρική σωλήνα αλλά και να του κάνει σήμα όπως πάνε να πιουν καφέ. Εκείνην την στιγμή, είδε τον σπαστό βραχίονα του τρακτέρ που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να γυρίζει προς τα πάνω του, ο παραπονούμενος μετακινήθηκε λίγο και είχε στριμωχθεί από το τρακτέρ το οποίο ήταν στημένο στο έδαφος και ο κατηγορούμενος σφηνώθηκε στο κύριο μέρος του τρακτέρ με το ΄΄ντίκερ΄΄ για 3 - 4 δευτρόλεπτα του οποίου ο χειρισμός γινόταν από τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι αυτά που έκανε δεν είναι αστεία και ο παραπονούμενος ένιωσε έναν όχι δυνατό πόνο στο αριστερό μέρος του στήθους του όταν ο κατηγορούμενος αποδέσμευσε τον παραπονούμενο τον οποίο κρατούσε με την ΄΄φούχτα΄΄ και ενώ ο κατηγορούμενος εκτελούσε χωματουργικές εργασίες και γενικά ο παραπονούμενος περιέγραψε τις συνθήκες όπου έγινε το περιστατικό και τις θέσεις που είχαν τα οχήματα και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Στις 1/12/2010 δεν μπορούσε να εισέλθει ο παραπονούμενος στο αυτοκίνητο, είχε πονοκέφαλο, γενικά εκείνες τις ημέρες δεν ένιωθε καλά, δεν μπορούσε να πιάσει βάρος και αναγκάστηκε να σχολάσει πιο νωρίς και πήγε στο νοσοκομείο. Την πρώτη μέρα του συμβάντος ένιωθε πόνο στο στήθος ενώ την επόμενη μέρα είχε και ενόχληση στο δεξί του πόδι και τέλος περιέγραψε ως αρμονικές τις σχέσεις του με τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος εξέφρασε την βεβαιότητα ότι το ισχυριζόμενο περιστατικό έγινε στις 29/11/2010 και δεν έγινε οποιοδήποτε παρόμοιο περιστατικό πριν από την εν λόγω ημερομηνία και περιέγραψε εκ νέου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ισχυριζόμενο περιστατικό και τις θέσεις των οχημάτων και των εμπλεκόμενων προσώπων, λέγοντας ότι το σπρώξιμο που δέχθηκε δεν τον έριξε στο έδαφος διότι ήταν ελαφριά η ένταση του κτυπήματος που δέχθηκε. Αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι στο μέρος υπήρχαν τοίχος και σπίτι αντίστοιχα και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει θετικά ή αρνητικά σε υποβληθείσα θέση ότι στο σημείο όπου έχει ακουμπηθεί υπάρχουν γράσα και εάν έχει λερωθεί από αυτό το κτύπημα λόγω της ύπαρξης των γράσων. Ανέφερε ο παραπονούμενος ότι από το κτύπημα ένιωσε ένα τσάκρισμα που τον έκανε να νιώθει άβολα και δεν ήταν σε θέση να θυμάται μετά από πόση ώρα από το ισχυριζόμενο συμβάν σχόλασε από την εργασία του. Την επόμενη και μεθεπόμενη μέρα του ισχυριζόμενου συμβάντος ο παραπονούμενος μετέβηκε στην εργασία του με τον κατηγορούμενο ο οποίος και τον μετέφερε και δεν έχει δώσει σημασία στον τραυματισμό του και αυτός ήταν ο λόγος που δεν πήγε αμέσως στον γιατρό, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβληθείσα θέση ότι το όλο συμβάν που έχει περιγράψει είναι ψευδές, ως επίσης αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι έχει επικαλεστεί το όλο συμβάν για να διεκδικήσει χρήματα από την ασφάλεια και ότι προέτρεψε τον κατηγορούμενο να αλλάξει την κατάθεση του στην αστυνομία για να πει ότι τον έχει κτυπήσει για να διεκδικήσει χρήματα και να δώσει χρήματα και στον κατηγορούμενο, λέγοντας ταυτόχρονα ότι όταν τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος του ανέφερε να μην τον ενοχλεί και τότε ήταν που υποχρεώθηκε, ως η έκφραση του, να πάει στην αστυνομία και να δώσει κατάθεση. Ανέφερε ο παραπονούμενος ότι από το κτύπημα που δέχθηκε δεν νομίζει να άφησε σημάδια αλλά του δημιουργήθηκε εσωτερικό πρόβλημα. Αναφορικά με το τεκμήριο 5 το οποίο είναι η δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ανέφερε ότι αυτή του έχει ζητηθεί εάν ήθελε να προχωρήσει η υπόθεση δικαστικώς και ότι αυτή λήφθηκε στο σπίτι του. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο Δρ. Γρηγόρης Τρύφωνος. Ανέφερε ότι στις 1/12/2010 εργαζόταν στις πρώτες βοήθειες του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού ως ιατρός και αναγνώρισε και υιοθέτησε ως συνταχθέν από τον ίδιο το τεκμήριο 6 και ως ημερομηνία εξέτασης του παραπονούμενου ήταν η 1η ή 2/12/2010 και δόθηκε άδεια ασθενείας στον παραπονούμενο από τις 2/12/2010 μέχρι τις 4/12/
- Ανέφερε ότι η κάκωση θώρακος την οποία έχει διαγνώσει, δεν περιλαμβάνει κατάγματα αλλά περιλαμβάνει κακώσεις μαλακών μορίων στον θώρακα, ήτοι μυικού ιστού και θωρακικού κλωβού. Αντεξεταζόμενος, δεν θυμόταν ακριβώς την ώρα που έχει εξετάσει τον παραπονούμενο και δεν θυμόταν αν εξέτασε τον παραπονούμενο στις 1/12/2010 το απόγευμα προς βράδυ ή στις 2/12/2010 το πρωί. Δεν ήταν σε θέση να πει δια μέσου του τεκμηρίου 6 κατά πόσο ο παραπονούμενος του ανέφερε πότε έχει κτυπήσει ή εάν έχει ρωτήσει τον παραπονούμενο περί τούτου, λέγοντας ότι το τεκμήριο 6 δεν είναι ιατρική έκθεση αλλά πιστοποιητικό χορήγησης αναρρωτικής άδειας. Ερωτώμενος κατά πόσο με την κάκωση πρέπει ο παραπονούμενος να είχε σημάδια στο σώμα του όπως γδάρσιμο ή μώλωπα, απάντησε θετικά, όμως δεν ήταν σε θέση να θυμάται, λέγοντας ότι ενδεχομένως κατά την άσκηση πίεσης με το χέρι του στον θώρακα του παραπονουμένου να υπήρχε ανάκληση πόνου ή πρόκληση πόνου. Εξέφρασε την βεβαιότητα ότι έγινε ακτινογραφία θώρακος και απέκλεισε ο μάρτυρας την ύπαρξη κατάγματος. Η κάκωση θώρακα μπορεί να διαπιστωθεί με την κλινική εξέταση και η κάκωση με την θλάση θώρακα είναι όροι ισότιμοι, όμως σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι με τον όρο θλάση θώρακος συμπεριλαμβάνεται και ο πνεύμονας, όπου σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας ανέφερε ότι για να διαπιστωθεί θλάση πνεύμονα θα πρέπει να γίνει αξονική τομογραφία και δεν ήταν σε θέση ο μάρτυρας να πει κατά πόσο υπάρχει κάποια έκθεση στην οποία να αναγράφεται κατά πόσο υπήρχαν σημάδια στο σώμα του παραπονούμενου. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο Δρ. Κώστας Κοντοζής. Ανέφερε ότι είναι χειρούργος ορθοπεδικός και διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το τεκμήριο 7 ως συνταχθέν από τον ίδιο, σύμφωνα με το οποίο ο παραπονούμενος είχε θλάση αριστερού ημιθωρακίου και του χορηγήθηκε περαιτέρω αναρρωτική άδεια από τις 3/12/2010 μέχρι τις 13/12/
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον παραπονούμενο τον έχει εξετάσει μάλλον στις 2/12/
- Ανέφερε ότι ο παραπονούμενος του είπε ότι έχει κτυπήσει στις 29/11/2010 και ότι έχει επισκεφθεί το νοσοκομείο Λεμεσού. Με τον όρο θλάση ημιθωρακίου εννοεί μια κάκωση στην αριστερή πλευρά του θώρακα, διαπιστώθηκε ευαισθησία κατά την ψηλάφιση της περιοχής και δεν υπήρχαν εμφανή εξωτερικά τραύματα και ως προς την ημερομηνία 29/11/2010 ανέφερε ότι αυτό το γνωρίζει από τον παραπονούμενο και όχι από ιδία γνώση. Η θλάση χρειάζεται ακτινολογικό έλεγχο για να διαπιστωθεί και ζήτησε από τον παραπονούμενο να του προσκομίσει τις ακτινογραφίες θώρακα που πιθανώς να έκανε, όμως ο παραπονούμενος δεν του τις έχει προσκομίσει. Σε κατοπινό στάδιο όμως ο μάρτυρας ανέφερε ότι με τις ακτινογραφίες δεν διαγιγνώσκεται θλάση αλλά κάταγμα και ότι η θλάση διαγιγνώσκεται με την κλινική εξέταση. Η θλάση και η κάκωση είναι το ίδιο πράγμα και στην συγκεκριμένη περίπτωση η θλάση διαπιστώθηκε με την ψηλάφιση του αριστερού ημιθωρακίου όπου στην εκεί περιοχή διαπιστώθηκε έντονη ευαισθησία. Κατά την εμπειρία του, μπορεί να αντιληφθεί εάν κάποιος έχει πράγματι άλγος ή εάν προσποιείται και ανέφερε ότι πιθανόν ο παραπονούμενος να του παρουσίασε και την αναρρωτική που του δόθηκε από το νοσοκομείο και επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι το εύρημα του είναι ότι ο ασθενής είχε πόνο κατά την ψηλάφιση. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε η Δρ. Χρυσούλλα Κυριάκου. Ανέφερε ότι στις 3/12/2010 ήταν σε υπηρεσία στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου Λεμεσού. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το τεκμήριο 6 με βάση το οποίο στις 3/12/2010 δόθηκε αναρρωτική άδεια στις 3/12/2010 στον παραπονούμενο από τις 4/12/2010 μέχρι τις 10/12/2010 λόγω κάκωσης θώρακα. Η μάρτυρας ανέφερε ότι εξέτασε τον ασθενή με βάση τα δεδομένα που βρήκε στο αρχείο του νοσοκομείου εκείνην την ημέρα και κατέθεσε επίσης το τεκμήριο 8 στο οποίο αναφέρεται η εξέταση που έχει γίνει, το παράπονο του ασθενούς και ο ακτινολογικός έλεγχος όπου δεν έχει διαπιστωθεί κάταγμα και συνεστήθη η λήψη παυσιπόνων και δόθησαν οδηγίες. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι ώρα έχει εξετάσει τον ασθενή και κατά πόσο ο παραπονούμενος προσήλθε στις πρώτες βοήθειες πριν τις 3/12/
- Η κάκωση βρισκόταν στον θώρακα και υπήρχε και στην οσφυική μοίρα της σπονδυλικής στήλης αλλά ο ακτινολογικός έλεγχος δεν έδειξε κάταγμα. Η κάκωση είναι ένα κτύπημα και για να διαγνωστεί η θλάση δεν φαίνεται με το μάτι αλλά ούτε και ακτινολογικά και αυτό μπορεί να φανεί σε μια αξονική τομογραφία. Ο όρος θλάση είναι ο μωλοπισμός του οργάνου, εάν ένας τραυματίας παρουσιάζει κάποια σημεία και συμπτώματα όπως π.χ. στην περίπτωση του θώρακα, δύσπνοια ή διαταραχές αερισμού ή οξυγόνωσης των πνευμόνων, τότε θα πρέπει να γίνει αξονική τομογραφία και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο τραυματίας δεν παρουσίαζε εξωτερικές κακώσεις και δεν είχε σημάδια δύσπνοιας ή υποαερισμού των πνευμόνων και όσον αφορά την σπονδυλική στήλη ο παραπονούμενος προσήλθε περιπατικώς με ιδιωτικό όχημα και δεν παρουσίαζε καμία νευρολογική παθολογική εξέταση και γι΄ αυτό μετά τις φυσιολογικές ακτινολογικές εξετάσεις, δόθησαν κατάλληλες οδηγίες, ήτοι εάν παρουσιάσει επιδείνωση να επιστρέψει στο νοσοκομείο, χορηγήθησαν παυσίπονα και αναρρωτική άδεια όπως αναγράφεται στο πιστοποιητικό. Για να υπάρξει υποψία για θλάση, ήτοι μωλοπισμό του υποκείμενου οοργάνου, θα πρέπει να υπάρχουν κάποια σημεία και συμπτώματα, όπως η δύσπνοια, η ελάττωση αερισμού και οξυγόνωσης πνευμόνων, κάτι που δεν παρουσίαζε ο παραπονούμενος και με την αξονική τομογραφία συνεπάγεται μεγάλη ακτινοβολία και έξοδα για το κράτος και δεν μπορεί κάποιος ασθενής όταν παραπονείται απλά για πόνο να υπόκειται σε αξονική τομογραφία. Η έκθεση που ετοίμασε έχει γίνει μετά από τα όσα παραπονείτο ο παραπονούμενος και μετά από την κλινική και ακτινολογική εξέταση. Ως Μ.Κ. 6 κατέθεσε ο κ. Παντελής Χρίστου. Ανέφερε ότι στις 29/11/2010 εργαζόταν στον κ. Χειράτο και δεν ήταν μπροστά στην φάση που έγινε το ατύχημα, αλλά αρχές τον Νοεμβρίου του 2010 (για τον μήνα Νοέμβριο ερωτήθηκε επανειλημμένα και επέμενε για την ορθότητα του μήνα) ρώτησε τον κατηγορούμενο για τον λόγο που ο παραπονούμενος πήγε στον γιατρό και ο κατηγορούμενος αναρωτήθηκε γιατί ο παραπονούμενος δεν πήγε αμέσως στον γιατρό και πήγε μετά από μια εβδομάδα. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι παρών στο συμβάν ήταν ο Μ.Υ 1 όπου είδε το όλο περιστατικό. Οι σχέσεις του μάρτυρα με τον κατηγορούμενο και παραπονούμενο είναι φιλικές εξίσου και ασκούν το ίδιο επάγγελμα, ήτοι αυτό του εργοδηγού. Σε κατοπινό στάδιο της μαρτυρίας του ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει δει ξανά τον κατηγορούμενο παρά μόνο στην αίθουσα του Δικαστηρίου και επανέλαβε την θέση ότι δεν ήταν παρών και συνεπώς δεν ξέρει πως έγινε το συμβάν αλλά ακούστηκε ότι ο κατηγορούμενος αστειευόταν με τον παραπονούμενο και ότι τον κτύπησε και ο κ. Χειράτος παραπονείτο γιατί να πληρώνει για τα αστεία αυτά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έχει δώσει κατάθεση στην αστυνομία αλλά επικοινώνησε μαζί του το γραφείο εργασίας για να τον ρωτήσουν τι έχει γίνει και η εισαγγελία τον κάλεσε για να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο και ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι εάν χρειαστεί να δώσει μαρτυρία θα ειδοποιείτο σχετικά και ο παραπονούμενος ανέφερε στην αστυνομία για το πρόσωπο του μάρτυρα και ότι γνωρίζει το ιστορικό και γενικά ο μάρτυρας ανέφερε εκ νέου ότι δεν ήταν παρών στο περιστατικό αλλά γνωρίζει για το περιστατικό. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση τους και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ουσιαστικά αρνείται ότι έγινε το περιστατικό όπου έχει επικαλεστεί ο παραπονούμενος και έκανε αναφορά στα όσα του είπε ο εργοδότης του, ότι δηλαδή αρχικά τον κάλεσε να υπογράψει την διαθεσιμότητα του όπως και έγινε στις 26/11/2010 λόγω του παραπόνου του παραπονούμενου, αλλά την επόμενη μέρα ο εργοδότης του του ανέφερε ότι μπορεί να πάει ξανά στην εργασία του στις 6/12/2010 διότι ρώτησε τον Μ.Υ. 1 για το συμβάν. Περαιτέρω ο εργοδότης του του ανέφερε στις 2/12/2010 ότι ο παραπονούμενος δεν θα ερχόταν στην εργασία του λόγω του ισχυριζόμενου περιστατικού. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι την μοναδική ημέρα που ο παραπονούμενος δεν εργαζόταν με τον δικό του εκσκαφέα ήταν στις 26/11/2010 όπου ο παραπονούμενος του έδειξε στο αυλάκι που άνοιγε ότι υπάρχει νερό και ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι δεν είναι η κεντρική σωλήνα και τότε ο παραπονούμενος απεχώρησε από το μέρος και σε αυτό το περιστατικό ήταν παρών ο Μ.Υ.
- Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του ανέφερε ότι το ισχυριζόμενο περιστατικό δεν έλαβε χώρα διότι εάν αυτό συνέβαινε και ακουγόταν το ΄΄τσιακ΄΄ που ισχυρίζετο ο παραπονούμενος, τότε ο παραπονούμενος δεν θα ήταν ζωντανός και επικαλέστηκε την 40 χρόνων εμπειρία του ως μηχανοδηγός, λέγοντας ταυτόχρονα ότι το εξάρτημα όπου ισχυρίζεται ο παραπονούμενος ότι κτυπήθηκε σπάζει πέτρες και όχι κόκκαλα, ως η έκφραση του. Αντεξεταζόμενος, υιοθέτησε ουσιαστικά τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του και δεν ήταν σε θέση να θυμάται επακριβώς ημερομηνίες ή μέρες των συμβάντων που καταγράφονται στην κατάθεση του, παραπέμποντας ταυτόχρονα στο περιεχόμενο της κατάθεσης του. Ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι μια μέρα ήταν σε διαθεσιμότητα και ανέφερε στον εργοδότη του να ρωτήσει τον Μ.Υ. 1 για το συμβάν. Ο κατηγορούμενος χαρακτήρισε ως ψευδές το περιστατικό που ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος και το απέδωσε στο γεγονός ότι η σύζυγος του παραπονούμενου εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο και ότι ο παραπονούμενος ξόδευε τα χρήματα του σε τυχερά παιγνίδια και γενικά το έπραξε για να διεκδικήσει χρήματα από την ασφάλεια και ο παραπονούμενος τον κάλεσε όπως αλλάξει την κατάθεση του στην αστυνομία για να πει ότι κτύπησε τον παραπονούμενο και να του δώσει ο παραπονούμενος χρήματα όταν αποζημιωθεί, πρόταση την οποία ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όταν του υποβλήθηκε τηλεφωνικώς και έκλεισε το τηλέφωνο στον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως τον έβρισε, ως επίσης απέδωσε το γεγονός της καταγγελίας επειδή θύμωσε στον κατηγορούμενο λόγω της μη παράσχεσης βοήθειας από τον ίδιο. Αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις αναφορικά με το πως ήταν διαμορφωμένος ο χώρος εργασίας, τις συνθήκες και τους λόγους όπου έγινε το ισχυριζόμενο συμβάν και τα όσα έχουν λεχθεί από τον παραπονούμενο, δίνοντας την δική του εξήγηση παραστατικά και με μετρήσεις και λέγοντας ότι αυτό που ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος είναι αδύνατον να συμβεί, παραθέτοντας επίσης και μια παραστατική εικόνα του χώρου εργασίας. Ανέφερε ότι δεν θα έπραττε ποτέ αυτό που ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος λόγω της σοβαρότητας, υπευθυνότητας και μακρόχρονης πείρας του και επειδή δεν θα διακινδύνευε να απωλέσει την εργασία του με αστεία αυτού του είδους. Ανέφερε επίσης ότι έχει καταγγείλει τον παραπονούμενο στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ενημέρωσε για αυτό το γεγονός και την αστυνομία και περαιτέρω ο αστυνομικός την πρώτη φορά του είπε ότι ο παραπονούμενος λέει ψέματα και την δεύτερη φορά τον ρώτησε εάν παραδέχεται την κατηγορία και αυτός απάντησε αρνητικά. Ως Μ.Υ. 1 κατέθεσε ο Iouliam Joita Sorim. Αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - τεκμήριο
- Στην κατάθεση του ουσιαστικά λέει ότι δεν έλαβε χώρα το ισχυριζόμενο περιστατικό και για αυτό έχει ερωτηθεί από τον εργοδότη του, στον οποίο είπε ότι εάν γινόταν κάτι τέτοιο θα το έβλεπε και ότι απλά μόνο μια μέρα ο παραπονούμενος προσέγγισε τον κατηγορούμενο στο μέρος όπου καθάριζε κάποια αυλάκια και του είπε κάτι και μετά έφυγε από το μέρος και περαιτέρω ο μάρτυρας περιέγραψε τα καθήκοντα του. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του ανέφερε ότι εργαζόταν με τον κατηγορούμενο όπου τον βοηθούσε και δεν έχει δει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που ανέφερε ο παραπονούμενος. Αντεξεταζόμενος περιέγραψε την φύση και την έκταση των καθηκόντων του και που ήταν να βοηθά τον κατηγορούμενο, περιγράφοντας ταυτόχρονα και την φύση και έκταση των καθηκόντων του κατηγορουμένου, αλλά εργοδότης του ήταν ο κ. Χειράτος. Ανέφερε ότι ήταν συνέχεια κοντά στον κατηγορούμενο και συμφώνησε ότι η εργασία του δεν συνίστατο στο να βλέπει συνεχώς τον κατηγορούμενο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο παραπονούμενος στις 29/11/2010 πλησίασε τον κατηγορούμενο και του είπε να προσέχει να μην σπάσει τον σωλήνα, ανέφερε ότι δεν έχει ακούσει κάτι τέτοιο, ως επίσης ανέφερε ότι το ισχυριζόμενο συμβάν δεν έχει γίνει και δεν το έχει αντιληφθεί να γίνει διότι εάν γινόταν θα ακούγονταν φωνές, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι δεν το έχει αντιληφθεί λόγω της μικρής διάρκειας του, λέγοντας ότι ήταν συνεχώς στο μέρος. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση στοιχειοθέτησης του αδικήματος, αποτελεί το άρθρο 237 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: <<Όποιος διενεργεί παράνομα οποιαδήποτε πράξη ή παραλείπει να διενεργήσει πράξη την οποία έχει καθήκον να εκτελέσει η οποία δεν είναι πράξη ή παράλειψη που ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, από την οποία πράξη ή παράλειψη προκαλείται σωματική βλάβη σε άλλο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές>> Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει στην παρούσα υπόθεση την αμελή πράξη και τον τραυματισμό ο οποίος να συνδέεται με αιτιώδη συνάφεια με την αμελή πράξη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Κατ΄ αρχήν η μαρτυρία που κατατέθηκε ως τεκμήριο Β για αναγνώριση και ότι έχει λεχθεί γύρω από αυτήν και την εμπλοκή του προσώπου που έχει δώσει την εν λόγω κατάθεση - τεκμήριο Β για αναγνώριση, αγνοείται διότι δεν έχει γίνει κατάθεση του ως κανονικού τεκμηρίου. Ο Μ.Κ. 1 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ο μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθεις και προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παραθέσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να προσφύγει στην υπερβολή, στο ψεύδος ή στην ασάφεια για να βοηθήσει ή να βλάψει την υπόθεση ή τα συμφέροντα κανενός. Απαντούσε με νηφαλιότητα και γενικά η όλη του εικόνα και συμπεριφορά μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα ικανοποίησε το Δικαστήριο για την φιλαλήθεια του. Ο παραπονούμενος - Μ.Κ. 2 δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και δεν έπεισε καθόλου για την εκδοχή που παρουσίασε η οποία κρίνεται ως υστερόβουλη, επίπλαστη και υποκινούμενη από αλλότρια κίνητρα. Ξενίζει και δεν πείθει καθόλου η όλη συμπεριφορά και ενέργειες του παραπονουμένου, οι οποίες πείθουν μόνο για το υστερόβουλο και το ψευδές της εκδοχής του. Το λογικά αναμενόμενο θα ήταν ο παραπονούμενος να μεταβεί αυθημερόν στο νοσοκομείο για να κοιτάξει την υγεία του και όχι να μεταβαίνει αρχικά στο νοσοκομείο στις 1 ή 2/12/2010 για εξέταση και να λαμβάνει αναρρωτική άδεια μέχρι τις 4/12/2010, μετέπειτα να μεταβαίνει σε ιδιώτη γιατρό ενώ ισχύει ακόμα η πρώτη του αναρρωτική άδεια, ήτοι στις 1 ή 2/12/2010 και να λαμβάνει περαιτέρω αναρρωτική άδεια από τις 3 μέχρι τις 13/12/2010 και μετά εκ νέου να πηγαίνει ξανά στο γενικό νοσοκομείο στις 3/12/2010 και να λαμβάνει και από εκεί συντρέχουσα αναρρωτική άδεια για μικρότερη αυτήν την φορά περίοδο από αυτήν που του έδωσε ο ιδιώτης γιατρός. Όλο αυτό το μη σταθερό ΄΄πήγαινε - έλα΄΄ σε ιατρούς και σε υποβολή παραπόνων για πόνο, δεικνύει μια προσπάθεια του παραπονουμένου να πείσει ακόμα και τους γιατρούς για την εκδοχή του και να παρουσιάσει μια σοβαρή κατάσταση της υγείας του και δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι οι Μ.Κ. 3 και 4 δεν ανέφεραν οτιδήποτε για άλγος στην οσφυική μοίρα της σπονδυλικής στήλης παρά μόνο αναφέρεται μόνο από την Μ.Κ. 5 την οποία ο παραπονούμενος επισκέφθηκε τελευταία. Ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι ο κατηγορούμενος πιθανώς να αστειευόταν με τις πράξεις του, ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο και απορρίπτεται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Γενικά και η όλη συμπεριφορά του παραπονούμενου μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης δεν έπεισε καθόλου, δεν απαντούσε με πηγαιότητα και φυσικό τρόπο, σκεφτόταν πριν απαντήσει και γενικά οι κινήσεις του παρουσίαζαν έντονα την προσπάθεια του να πείσει για την εκδοχή του, προσπαθώντας από την άλλη να παρουσιάσει το γεγονός αλλά και τον κατηγορούμενο ως ένα επιπόλαιο συμβάν της στιγμής και που δεν θα μπορούσε να χαλάσει τις καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο. Η αξιοπιστία του έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα κατά το στάδιο της αντεξέτασης μέσα από τις απαντήσεις και τον τρόπο που τις έδινε και το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό απορρίπτει την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος ως ψευδή και υστερόβουλη. Αναφορικά με τα ισχυριζόμενα τραύματα, προσήλθαν και έδωσαν μαρτυρία οι Μ.Κ. 3, 4 και 5, οι οποίοι είναι πραγματογνώμονες ιατροί και αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή τους εν λόγω μάρτυρες όπως έδιναν μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ως επίσης έχει εξετάσει με προσοχή τα κατατιθέντα από αυτούς τεκμήρια και κρίνει ότι έχει πεπειστεί για την πληρότητα, επάρκεια και πειστικότητα της μαρτυρίας μόνο αυτής της Μ.Κ. 5. Αυτό το οποίο γίνεται κατανοητό μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ. 5 και μέσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, είναι ότι για να διαπιστωθεί ιατρικώς θλάση, θα πρέπει να υπάρχει μωλοπισμός και προβλήματα στην αναπνοή, πράγμα που δεν συνέβαινε με τον παραπονούμενο και φαίνεται μέσα από το τεκμήριο 8 δεν είναι η διαπίστωση θλάσης αλλά η καταγραφή των υποκειμενικών παραπόνων του παραπονουμένου και συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί αναφορικά με την ύπαρξη και έκταση των ισχυριζόμενων τραυμάτων του παραπονουμένου. Οι Μ.Κ. 3 και 4 σε αντιπαραβολή με την Μ.Κ. 5 και τις αντίστοιχες μαρτυρίες τους δεν έπεισαν το Δικαστήριο, διότι δεν ανέφεραν αυτά που ανέφερε η Μ.Κ. 5 η οποία έπεισε με την μαρτυρία της και για την συμπεριφορά της ως μάρτυρα μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο Μ.Κ. 3 δεν ήταν σε θέση να θυμάται κατά πόσο υπήρχαν σημάδια στο σώμα του παραπονουμένου και αυτή του η θέση σε συνδυασμό με την αποδεχθείσα θέση της Μ.Κ. 5 ότι με τον όρο θλάση θα πρέπει να υπάρχει και μωλοπισμός αλλά και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο μάρτυρας παλινδρομούσε μεταξύ της ορολογίας κάκωσης και θλάσης και τι περιλαμβάνουν αυτοί οι όροι, ήτοι εάν περιλαμβάνεται και ο πνεύμονας και κατά πόσο χρειάζεται αξονική τομογραφία, αφήνουν αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την ιατρική κατάσταση του παραπονουμένου. Ως προς την Μ.Κ. 4 ισχύουν τα ίδια που αναφέρθησαν και για τον Μ.Κ. 3 ως προς την απουσία εξωτερικών σημαδιών στο σώμα του παραπονουμένου σε συνδυασμό με αυτά που ανέφερε η Μ.Κ. 5 περί αναγκαιότητας ύπαρξης μωλοπισμού. Περαιτέρω αφήνουν αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την ιατρική κατάσταση του παραπονουμένου το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας αμφιταλαντευόταν κατά πόσο χρειάζεται ή όχι ακτινολογικός έλεγχος για να διαπιστωθεί η θλάση και σίγουρα ξένισε το Δικαστήριο η αναφορά του μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι το περιστατικό έγινε στις 29/11/2010 όπως του αναφέρθηκε έστω από τον παραπονούμενο, ενώ αυτό δεν αναγράφεται στο ιατρικό του πιστοποιητικό - τεκμήριο 7 και σίγουρα ξένισε η προσπάθεια του μάρτυρα να πείσει ότι ο παραπονούμενος δεν προσποιείτο για πόνο κατά την ψηλάφιση. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδώσει στην μαρτυρία των Μ.Κ. 3 και 4 οιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδώσει στην μαρτυρία του οιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι από την μια ανέφερε ότι δεν ήταν παρών στο ισχυριζόμενο περιστατικό και από την άλλη όμως υπεράσπιζε την θέση ότι αυτό έχει γίνει επικαλούμενος τις μαρτυρίες άλλων, τοποθετώντας όμως το περιστατικό αρχές Νοεμβρίου του 2010 και όχι στα τέλη του ιδίου μήνα ως η εκδοχή του παραπονουμένου και ως προς αυτό το χρονικό ορόσημο, ήτοι οι αρχές Νοεμβρίου 2010 ο μάρτυρας ήταν βέβαιος και κατηγορηματικός σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας του, ακόμα και κατά το στάδιο της επανεξέτασης. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση, ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της υπόθεσης που δεν είναι άλλη από την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου λόγω αμφιβολιών ως προς το αληθές και αξιόπιστο της εκδοχής του παραπονουμένου και της ιατρικής του κατάστασης και συνεπώς την αδυναμία εξαγωγής ασφαλών ευρημάτων για αυτό το ισχυριζόμενο περιστατικό, εν τούτοις το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας θα αξιολογήσει και την εκδοχή της υπεράσπισης, ως είναι άλλωστε πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί την μαρτυρία στο σύνολο της. Ο κατηγορούμενος αν και σε κάποια μέρη της μαρτυρίας του ανέφερε γεγονότα τα οποία δεν περιέχονται στην κατάθεση του και δεν τα είχε υποβάλει στην αντεξέταση του παραπονούμενου, όπως π.χ. η καταγγελία στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και την ενημέρωση του αστυνομικού για αυτό το θέμα και παρόλο που δεν ήταν σε θέση να θυμάται επακριβώς ημερομηνίες, εν τούτοις σε γενικές γραμμές άφησε θετική εικόνα και παρουσίασε μια σταθερότητα, παρόλη την προσπάθεια του να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο με την επαγγελματική του εμπειρία και επάρκια για να παρουσιαστεί ως ένας σώφρον μηχανοδηγός. Η θέση του ότι δεν έχει γίνει αυτό το συμβάν ενισχύεται και από τις αμφιβολίες που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με το αξιόπιστο και το αληθές της εκδοχής του παραπονουμένου ως έχει αναλυθεί πιο πάνω. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ. 1, ο μάρτυρας δεν έχει αναφέρει ουσιαστικά κάτι το ουσιαστικό, πέραν του γεγονότος ότι δεν έχει δει ή αντιληφθεί το συμβάν όπως το έχει παρουσιάσει ο παραπονούμενος, λέγοντας ότι εάν συνέβαινε θα το αντιλαμβανόταν. Η παρουσία του στον χώρο ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί αφού αυτό που του υποβλήθηκε είναι ότι λόγω της μικρής διάρκειας του ισχυριζόμενου συμβάντος ενδεχομένως να του διέφυγε αφού δεν μπορεί να έχει στραμμένη την προσοχή του στον κατηγορούμενο, ως ήταν η θέση που του υποβλήθηκε και που αρνήθηκε. Παρόλα αυτά δεν μπορεί να επηρεάσει η μαρτυρία τόσο του κατηγορουμένου, όσο και του Μ.Υ. 1 στην ήδη ολοκληρωμένη κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά μετο αληθές και αξιόπιστο της εκδοχής του παραπονουμένου και της αναπόφευκτης αθώωσης και απαλλαγής του κατηγορουμένου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει, επειδή η εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος δεν έχει πείσει και επειδή το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί ως προς την ιατρική κατάσταση του κατηγορουμένου και της σύνδεσης της με το ισχυριζόμενο συμβάν για το οποίο το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί ότι έλαβε χώρα. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο