← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ά ν τ ρ ι α ν Α ν δ ρ ο ν ί κ ο υ, Αρ. Υπόθ.: 27885/13, 25/2/2014

Δημοκρατία ν. Ά ν τ ρ ι α ν Α ν δ ρ ο ν ί κ ο υ, Αρ. Υπόθ.: 27885/13, 25/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2014:6 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 27885/13 Δημοκρατία ν. Ά ν τ ρ ι α ν Α ν δ ρ ο ν ί κ ο υ Κατηγορουμένης ........ Ημερομηνία: 25.2.2014 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για την Κατηγορούμενη: κ. Ι. Μεταξάς Κατηγορούμενη παρούσα Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορουμένη κατόπιν δικής της παραδοχής βρέθηκε ένοχη συνολικά σε 13 κατηγορίες από τις οποίες (α) η μία αφορά στο αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 3), (β) οι έξι αφορούν στα αδικήματα της πλαστογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α) και 336 του ίδιου Νόμου, (κατηγορίες 5, 7, 9, 11, 13 και 15), (γ) και οι άλλες έξι αφορούν στα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 (κατηγορίες 6, 8, 10, 12, 14 και 16). Τα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: (α) Η κατηγορούμενη από την 10.12.2010 εργαζόταν ως λογίστρια στην εταιρεία UTX Ltd. Στις αρχές Αυγούστου του 2013 έγινε έλεγχος από την νεοπροσληφθείσα υπάλληλο του λογιστηρίου Einat Semana και διαπίστωσε διάφορες ατασθαλίες με αποτέλεσμα να γίνει σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. (β) Διαπιστώθηκε ότι η κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της πιστωτικές κάρτες της εταιρείας και της χρησιμοποίησε για δικό της όφελος. Η κατηγορουμένη πλήρωνε λογαριασμούς της ΑΗΚ, ΑΤΗΚ, της ΜΤΝ (εταιρεία κινητής τηλεφωνίας) καθώς και αεροπορικά εισιτήρια για λογαριασμό άλλων προσώπων. Εισέπραττε από τα πρόσωπα αυτά λιγότερα χρήματα από τους λογαριασμούς και προέβαινε στην πληρωμή τους χρησιμοποιώντας τις πιστωτικές κάρτες της εταιρείας που είχε στην κατοχή της. Με αυτό τον τρόπο μεταξύ Νοεμβρίου 2011 και Οκτωβρίου 2013 έκλεψε από την εργοδότρια εταιρεία της το συνολικό ποσό των €43.

  1. (γ) Η κατηγορούμενη δήλωνε στην εταιρεία της ότι πλήρωσε τα πιο πάνω ποσά στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων με την έκδοση επιταγών και σε τέσσερεις περιπτώσεις μεταξύ Νοεμβρίου 2011 και 18 Οκτωβρίου 2013 πλαστογράφησε αποδείξεις του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων για το συνολικό ποσό των €50.635 και τις κυκλοφόρησε στην εταιρεία που εργαζόταν. Η κατηγορούμενη δεν οικειοποιήθηκε το πιο πάνω ποσό και προέβη στις πιο πάνω πράξεις για να πείσει την εταιρεία ότι έγιναν οι σχετικές πληρωμές. (δ) Διαπιστώθηκαν δύο πληρωμές από την εταιρεία για το ποσό των €4.527,32 έκαστη προς τον υπάλληλο της εταιρείας Yishay Barlev. Η πρώτη έγινε στις 28.2.2013 και η δεύτερη την 1.3.
  2. Όταν ρωτήθηκε η κατηγορουμένη σχετικά δήλωσε ότι ήταν οι μισθοί του πιο πάνω προσώπου για τον ίδιο μήνα και ζητήθηκε από αυτή να παρουσιάσει απόδειξη από την τράπεζα. Έτσι η κατηγορουμένη παρουσίασε στην εταιρεία δύο τραπεζικά έντυπα τα οποία προηγουμένως πλαστογράφησε. Στην πραγματικότητα σε μία μόνο περίπτωση καταβλήθηκε ο μισθός στον Yishay Barlev. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης με την εμπεριστατωμένη αγόρευση του, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του: (α) την άμεση παραδοχή της, (β) το λευκό της ποινικό μητρώο, (γ) τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις. Η κατηγορουμένη είναι ηλικίας 34 ετών, γεννήθηκε στην Αμερική και είναι μητέρα ενός ανηλίκου παιδιού ηλικίας 7 ½ ετών. Λίγες μέρες πριν γεννηθεί το παιδί της εγκαταλείφθηκε από τον συμβίο της, ο οποίος δεν γνώρισε το παιδί του. Αφίχθηκε στην Κύπρο το 2010 και εργοδοτήθηκε στην εταιρεία UTX Ltd. Η μητέρα της έπασχε από σοβαρή ασθένεια και απεβίωσε σε ηλικία 56 ετών. Η κατηγορουμένη είναι η μοναδική προστάτης του παιδιού της, (δ) την απολογία και μεταμέλεια της, (ε) το γεγονός ότι έχει αποζημιώσει πλήρως την εργοδότρια εταιρεία με τη βοήθεια του πατέρα της, ο οποίος αφίχθηκε από την Αμερική για να της συμπαρασταθεί, (στ) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα. Ο συμβίος της κατηγορουμένης επιζητούσε συνεχώς χρήματα από αυτή και την κακοποιούσε σωματικά και ψυχολογικά, ως επίσης την απειλούσε. Κάτω από αυτές τις συνθήκες διέπραξε τα αδικήματα και του έδωσε τα χρηματικά ποσά τα οποία έκλεψε. Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι σοβαρά. Η σοβαρότητά τους αντικατοπτρίζεται και από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Ο Νομοθέτης αρχικά για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση του άρθρου 270 του Ποινικού Κώδικα προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια. Με το Νόμο 43

(1)/2000 ημερομηνίας 7.4.2000 η πιο πάνω ποινή αυξήθηκε από τα επτά σε δέκα έτη και με το Νόμο 84
(1)/2012 ημερομηνίας 29.6.2012 αυξήθηκε από τα δέκα σε δεκατέσσερα έτη. Για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου είναι σοβαρό αφού αναφέρεται στην ύπαρξη και διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να προσφέρουν την κατάλληλη προστασία τιμωρώντας τα πρόσωπα που παραβιάζουν την εμπιστευτική αυτή σχέση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια έχουν υποδείξει σε αριθμό υποθέσεων ότι η κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 707 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες και Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 602). Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του. Η ανάγκη προστασίας ποικίλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, το στοιχείο της αποτροπής είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες επιβολής της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει όπως έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που η κατηγορούμενη διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217). Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 το Πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών στον εφεσείοντα ηλικίας 47 ετών, δικαστικό επιδότη, για τα αδικήματα της κλοπής υπό δημόσιου λειτουργού κατά παράβαση των άρθρων 255, 267 και 29 του Ποινικού Κώδικα. Το ποσό που ο εφεσείων είχε κλέψει ανήρχετο σε Λ.Κ.15.000. Το ποσό αυτό επεστράφη πριν από την πρόσαψη κατηγορίας. Υπήρχαν ομολογουμένως, αρκετοί μετριαστικοί παράγοντες όπως αυτοί περιγράφονται στην σελίδα 27 της απόφασης. Μάλιστα η καταδίκη του εφεσείοντα σε φυλάκιση θα σήμαινε οριστικό τερματισμό της εργοδότησής του στη Δημόσια Υπηρεσία και ταυτόχρονη απώλεια της σύνταξής του και κάθε άλλου συναφούς ωφελήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι ο δικαστικός επιδότης επιτελεί ιδιαίτερα υπεύθυνο καθήκον, ότι η κατάχρηση της θέσης του κλονίζει την εμπιστοσύνη στον ευαίσθητο αυτό θεσμό και ότι η αντιμετώπιση τέτοιων κρουσμάτων πρέπει να είναι αποτελεσματική και αποτρεπτική. Ωστόσο, αφού έλαβε υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις και κυρίως το γεγονός της επιστροφής των χρημάτων και ότι ο εφεσείων θα έχανε τη θέση του, τη σύνταξή του και τα άλλα ωφελήματα, αποφάσισε να μειώσει την ποινή σε 12 μήνες. Να σημειώσουμε ότι η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή τότε για το πιο πάνω αδίκημα ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 109 ο εφεσείων δικηγόρος, βρέθηκε ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου για το οποίο τότε ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια. Οικειοποιήθηκε ποσό Λ.Κ.£3.000 που του εμπιστεύθηκε ο παραπονούμενος πελάτης του με σκοπό να το διαθέσει για τη διευθέτηση διαφοράς του με κάποια εταιρεία. Η ποινή φυλάκισης 12 μηνών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Μάλιστα το Εφετείο ανέφερε πως η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν ορθά ζυγιασμένη και ενείχε και το στοιχείο της επιείκειας. Στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ο εφεσείων, λογιστής, παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου για το οποίο τότε ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια. Οικειοποιήθηκε σε δύο περιπτώσεις το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£9.064,11 που του εμπιστεύθηκαν οι πελάτες του για να πληρώσει εισφορές τους στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επέστρεψε στην παραπονουμένη το ποσό που οικειοποιήθηκε και υπέγραψε γραμμάτιο εγγυημένο με υποθήκευση ακίνητης ιδιοκτησίας προς ικανοποίηση της άλλης παραπονουμένης. Επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης 12 μηνών στις δύο κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 219 ο εφεσείων κατόπιν παραδοχής του καταδικάστηκε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών σε επτά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα κλοπής υπό υπαλλήλου. Προβλεπόταν τότε κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης επτά ετών. Το συνολικό ποσό της κλοπής ανερχόταν σε Λ.Κ.£36.
  1. Ήταν 31 ετών, οικογενειάρχης με 3 μικρά παιδιά και με την απόλυσή του από τη θέση που κατείχε και γενικότερα την απώλεια της σταδιοδρομίας του, υπέστη μαζί με την οικογένεια του καταστροφικό πλήγμα. Λήφθηκε υπόψη και το αρκετά μεγάλο διάστημα εκκρεμότητας της υπόθεσης. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης παραμερίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και επιβλήθηκαν σε αυτόν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών καθότι τα όσα το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε στον εφεσείοντα ως ελαφρυντικά και μετριαστικούς παράγοντες για την ποινή θα έπρεπε να είχαν προσμετρήσει και άλλο στην ποινή που έπρεπε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου. Οικειοποιήθηκε συνολικά το ποσό των Λ.Κ.£3.235,
  2. Παραδέχθηκε ενοχή, συνεργάστηκε με την Αστυνομία για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης και κατέβαλε στους δικαιούχους το σύνολο των χρημάτων που παρανόμως οικειοποιήθηκε. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και οικογενειάρχης πατέρας δύο παιδιών. Η ποινή φυλάκισης των 6 μηνών που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα κρίθηκε ότι ήταν αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις. Ο Νομοθέτης τότε για το συγκεκριμένο αδίκημα προέβλεπε ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 87/12, ημερ. 20.9.2012, η εφεσείουσα βρέθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή, η οποία έγινε σε προχωρημένο στάδιο, στην κατηγορία κλοπής υπό αντιπροσώπου για την οποία τότε ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα χρόνια. Ήταν κτηματομεσίτρια και έκλεψε το ποσό των €42.250 που αποτελούσε μέρος του συνολικού ποσού των €85.000 που της εμπιστεύθηκε με σκοπό την αγορά οικοδομής. Αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό που έκλεψε. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του κατά την επιμέτρηση της ποινής την παραδοχή και την απολογία της, το λευκό της ποινικό μητρώο, την ηλικία της, ήταν 55 ετών, τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις και την καθυστέρηση. Επιβλήθηκε σε αυτή ποινή φυλάκισης 12 μηνών η οποία ήταν διαδοχική προς άλλη ποινή που ήδη εξέτιε πλην όμως η νέα ποινή θα άρχιζε από την ημερομηνία επιβολής της. Προστέθηκε περαιτέρω περίοδος φυλάκισης περίπου 6 μηνών. Η πιο πάνω ποινή επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στην παραδοχή της κατηγορουμένης ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 ΑΑΔ 28). Θα θεωρήσουμε δε την παραδοχή της ως άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, 463) και ότι αυτή συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας, η οποία μέσω της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου της ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288, 296). Είναι καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου έχουν περιθωριακή σημασία. Γνωρίζουμε βέβαια πως η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εξουδετερώνει το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής, το οποίο στις περιπτώσεις όπου τα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση έρχεται σε δεύτερη μοίρα (Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633). Το καθήκον όμως του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές. (Βλέπε Χρυσοστόμου «Κανάρη» ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 18). Από την άλλη εξατομίκευση της ποινής δεν εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος, και το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132). Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τις οικογενειακές - προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης όπως αυτές εκτίθενται ανωτέρω και τα όσα σχετικά μας ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος της γύρω από αυτές. Στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135 λέχθηκε ότι «Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.» Όπως έχει νομολογηθεί η επανόρθωση ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο που η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλεια του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων (βλ. Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 252). Η αποζημίωση του θύματος συνηγορεί υπέρ ηπιότερης τιμωρίας. Δεν αποκτά όμως κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου άλλως «Μαλέκκου»
(2003)2 ΑΑΔ 50). Όταν η μεταμέλεια έρχεται πολύ καθυστερημένα δεν αποτελεί ισχυρό ελαφρυντικό παράγοντα, ωστόσο δεν μπορεί να παραβλεφθεί ολότελα και θα πρέπει να δίδεται κάποια βαρύτητα (βλ. Ισιδώρου ν. G. M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)2 ΑΑΔ 60). Στην προκειμένη περίπτωση όπως έχει αναφερθεί η κατηγορουμένη έχει αποζημιώσει την εργοδότρια εταιρεία της καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των €43.000,00. Λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος της κατηγορουμένης το πιο πάνω γεγονός. Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, η άμεση παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου, η απολογία και μεταμέλεια της, το γεγονός ότι αποζημίωσε πλήρως την εργοδότρια εταιρεία της, το λευκό της ποινικό μητρώο, καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, και αφού λάβαμε υπόψη τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση της κατηγορούμενης (βλ. Lucian Gheorghe κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 18-20/2013, Απόφαση ημερ. 23.12.2013) επιβάλλουμε σε κάθε μια από τις κατηγορίες 3, 5 μέχρι και 16, ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Νοείται ότι οι πιο πάνω ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που η κατηγορούμενη τελούσε υπό κράτηση και δη από 30.10.2013. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. Παρατηρούμε ότι μετά την τροποποίηση του περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Ν.95/72)με το Ν.186
(1)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, και Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 221/12, ημερ. 19.12.12). Στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22 το Εφετείο, χωρίς να παραγνωρίζει τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, αποφάσισε να αναστείλει τις επιβληθείσες ποινές, αφού έλαβε υπόψη κυρίως την ψυχική και σωματική πίεση που ασκήθηκε πάνω στην κατηγορούμενη κατά την διάπραξη των αδικημάτων. Στις Ποιν. Εφέσεις 64-69/2013 Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας, απόφαση ημερ. 21.6.13, το Εφετείο ανέστειλε ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί σε κατηγορούμενους κυρίως λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας τους (ήταν ηλικίας μεταξύ 18 και 20 ετών), λόγω του λευκού τους ποινικού μητρώου και λόγω του γεγονότος ότι θα επηρεαζόταν η φοίτησή τους σε εκπαιδευτικά ιδρύματα ή η συνέχιση των σπουδών τους. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η κατηγορούμενη διέπραξε τα αδικήματα. Ουσιαστικά παροτρύνθηκε από τον φίλο της, ο οποίος, ως ελέχθη, της ζητούσε συνέχεια χρήματα, απειλώντας την και κακοποιώντας την, ως πιο πάνω έχει εκτεθεί. Να επαναλάβουμε εδώ ότι η ίδια ουδέν ποσό επωφελήθηκε από την παράνομη δραστηριότητα της, αφού όλο το ποσό που έκλεψε το έδωσε στον φίλο της. Δεν αγνοούμε ούτε το γεγονός ότι η κατηγορούμενη είναι η μοναδική προστάτιδα του ανήλικου τέκνου της, το οποίο μεγαλώνει μόνη της χωρίς τον βιολογικό του πατέρα. Περαιτέρω, το λευκό της ποινικό μητρώο, η παραδοχή της, η μεταμέλεια της, η πλήρης αποζημίωση του θύματος και οι προσωπικές περιστάσεις της, όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω, είναι παράγοντες που μας έκαναν να αποφασίσουμε να αναστείλουμε τις επιβληθείσες ποινές, παρέχοντας έτσι στην κατηγορούμενη μια τελευταία ευκαιρία να αναθεωρήσει τη στάση της στη ζωή και να μην απασχολήσει εκ νέου τα Δικαστήρια με παραβατική ή αντικοινωνική συμπεριφορά για το δικό της καλό και για το καλό του παιδιού της. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης αναστέλλονται σύμφωνα με το Νόμο (δηλαδή για τρία χρόνια). Εξηγείται στην κατηγορούμενη η φύση και η έννοια της αναστολής. (Υπ.)............... Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)............... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Η. Γεωργίου, Ε.Δ. ../ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά-Κλοπή υπό αντιπροσώπου, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.