Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Bαλεντίνος Αργυρού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12278/2012, 21/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12278/2012 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής εναντίον
- Bαλεντίνος Αργυρού, από την Λεμεσό
- Μιχάλης Αδάμου, από την Λεμεσό Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21.2.2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μάρκου, για να ακούσει την απόφαση γι αυτόν, η κα Α. Αναστασίου Για τον κατηγορούμενο 1: κα Αντωνιάδου Για τον κατηγορούμενο 2: κα Κοκόνια Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, μετά πού ζήτησαν άδεια να αλλάξουν απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, βρέθηκαν ένοχοι στα αδικήματα των κατηγοριών που ένας έκαστος εξ αυτών αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα βρέθηκαν ένοχοι στα ακόλουθα αδικήματα: Ο κατηγορούμενος 1: Στην 1η κατηγορία στο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας την 28.1.2010, στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος 1, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή 0.3253 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Στην 2η κατηγορία στο αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό όπως προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 24, 30, 30 Α, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας την 28.1.2010 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος 1, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή 0.3253 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Ο δε κατηγορούμενος 2: Στην 3η κατηγορία στο αδίκημα της παροχής συνδρομής στην διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20 του ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας την 28.1.2010, στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος 2, παρείχε συνδρομή στον 1ον κατηγορούμενο για να διαπράξει ποινικό αδίκημα, δηλαδή στο αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β. Στην 4η κατηγορία στο αδίκημα της παροχής συνδρομής στην διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20 του ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 24, 30, 30 Α, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας την 28.1.2010 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος 2, παρείχε συνδρομή στον 1ον κατηγορούμενο για να διαπράξει ποινικό αδίκημα, δηλαδή στο αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό όπως προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο. Στην 5η κατηγορία, στο αδίκημα του καπνίσματος φυτού καννάβεως κατά παράβαση των άρθρων 10(α), 24
(1)και 30, 31, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος 2, στις 23.1.2010 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Για σκοπούς επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο 2 στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνονται επίσης υπόψη, με τη σύμφωνη γνώμη της κατηγορούσας αρχής και τα γεγονότα των αδικημάτων στα οποία αυτός βρέθηκε ένοχος, επίσης με δική του παραδοχή, της υπόθεσης του Ε. Δ. Λεμεσού με αριθμό 12279/2012, ήτοι στα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4. Συγκεκριμένα βρέθηκε ένοχος: Στην 3η κατηγορία στο αδίκημα της παροχής συνδρομής στην διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20 του ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας την 28.1.2010, στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος 2, παρείχε συνδρομή στον 1ον κατηγορούμενο για να διαπράξει ποινικό αδίκημα, δηλαδή στο αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β. Στην 4η κατηγορία στο αδίκημα της παροχής συνδρομής στην διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20 του ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 24, 30, 30 Α, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας την 28.1.2010 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος 2, παρείχε συνδρομή στον 1ον κατηγορούμενο για να διαπράξει ποινικό αδίκημα, δηλαδή στο αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό όπως προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο. Τα γεγονότα των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3, 4 και 5, της παρούσας υπόθεσης σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και είναι καταγεγραμμένα στη γραπτή Έκθεση Γεγονότων, που κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Α και διαβάστηκε, έχουν ως ακολούθως: Την 28/01/2010 και περί ώρα 21:30 κατόπιν πληροφορίας ότι άγνωστος θα έφερνε φαγητό μέσα στο οποίο θα υπήρχαν ναρκωτικά, για να δοθεί στον κρατούμενο Μιχάλη Αδάμου, Δ.Τ. 1017419, οι Αστ. 1156 Θ. Θουκιδίδη (Μ.1), Αστ. 1828 Γ. Ευριπίδου (Μ.2) και Αστ. 1947 Μ. Πάφιος, μετέβηκαν στο μέρος. Περί ώρα 21:55 κατέφθασε στο μέρος ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος κρατούσε μια πίτα σουβλάκια και ανέφερε στην επί καθήκοντι αστυνομικό, Αστ. 310 Ι. Παπανικολάου, ότι είχε φέρει φαγητό για τον 2ο κατηγορούμενο. Αμέσως τότε οι Μ.1, Μ.2 και Αστ. 1947 ανέκοψαν τον 1ο κατηγορούμενο για έλεγχο. Ο Μ.1 έλεγξε την πίτα και βρήκε μέσα σε αυτή και συγκεκριμένα μέσα σε μια σιεφταλιά, ένα Τεμάχιο ασημόκολλας εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης μαζί με τεμάχιο άσπρης κόλλας (Τεκμήριο 1). Ο Μ. 1αφού το παρέλαβε και το κράτησε ως τεκμήριο, το υπέδειξε στον 1ο κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι η Π.Ξ.Φ.Υ. είναι κάνναβη, η κατοχή και χρήση της οποίας απαγορεύεται και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Είπε μου ο Μιχάλης να του το φέρω» Ο Μ. 1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Εντάξει». Αμέσως μετά την σύλληψη ο Μ. 1 τον ενημέρωσε προφορικά για τα νομικά του. Στη συνέχεια ο 1ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λ/σού, όπου ο Μ-1 παρέδωσε η ώρα 22:10 τόσο το ανευρεθέν τεκμήριο όσο και τον 1ο κατηγορούμενο, στον Αστ. 2690 Α. Παντελή Μ-5, ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Την ίδια ημέρα και ώρα 22:15, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Μ-5 επεξήγησε γραπτώς στον 1ο κατηγορούμενο τα νομικά του δικαιώματα. Στην συνέχεια και μεταξύ των ωρών 22:45 -22:50 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λ/σού ο Μ-5, στην παρουσία του 1ου κατηγορούμενου, συσκεύασε και σφράγισε το Τεκμήριο της υπόθεσης και αφού του εξήγησε την διαδικασία συσκευασίας και σφράγισης την σχετική σφράγιση υπέγραψαν τόσο ο Μ-5, όσο και ο 1ο κατηγορούμενος. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 23:10 - 23:30 ο Μ-5 κατέγραψε θεληματική κατάθεση από τον 1ο κατηγορούμενο μετά που εξέφρασε την επιθυμία και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, στην οποία αυτός αναφέρει ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά τα έβαλε ο ίδιος μέσα στην πίτα με τα σουβλάκια για να τα παραλάβει ο 2ος κατηγορούμενος, μετά από επανειλημμένες προτροπές του ιδίου. Ακολούθως ο 1ος κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια της ΑΔΕ Λ/σού. Την 29/01/2010 και ώρα 00:07, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Μ-5 υπέδειξε στον 2ο κατηγορούμενο το Τεκμήριο 1, το οποίο ήταν σφραγισμένο μέσα σε διαφανές πλαστικό σακουλάκι και αφού τον πληροφόρησε ότι αυτό βρέθηκε μέσα σε πίτα από σουβλάκια που του έφερε ο 1ος κατηγορούμενος με σκοπό να δοθεί σε αυτόν και ότι η Π.Ξ.Φ.Υ. του Τεκμηρίου 1 είναι κάνναβη η κατοχή και χρήση της οποίας απαγορεύεται από το Νόμο και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Είπα κάποιους φίλους μου να μου φέρουν χόρτο γιατί εν εμπόρουν». Την ίδια ημέρα και ώρα 00:10, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Μ-5 επεξήγησε γραπτώς στον 2ο κατηγορούμενο τα νομικά του δικαιώματα. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 00:25 - 00:55 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λ/σού, ο Μ-5 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο στην οποία αυτός ανέφερε ότι κατά το διάστημα που ευρισκόταν υπό κράτηση ζήτησε τηλεφωνικώς από ορισμένους φίλους του, τους οποίους δεν κατονόμασε, μεταξύ των οποίων και ο 1ος κατηγορούμενος, όπως τον προμηθεύσουν με κάνναβη. Ως ανέφερε είπε στον 1ο κατηγορούμενο να του φέρει την πίτα με τα σουβλάκια και να βάλει την κάνναβη μέσα στην σιεφταλιά. Επίσης ανέφερε ότι είχε κάνει χρήση κάνναβης στις 23/01/
- Την 29/01/2010 και ώρα 16:30 ο 1ος κατηγορούμενος απολύθηκε της κράτησης του χωρίς να κατηγορηθεί γραπτώς εν αναμονή των επιστημονικών εξετάσεων. Την 01/02/2010 και ώρα 08:25 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λ/σού ο Μ-5 παρέδωσε το Τεκμήριο 1, στον Αστ. 4557 Α. Αγαθοκλέους (Μ.3), ο οποίος την ίδια ημέρα μετέβηκε στο Γεν. Χημείο του Κράτους στην Λευκωσία όπου η ώρα 12:00 το παρέδωσε στην χημικό Κ. Κονναρή (Μ-4), για την διεξαγωγή των απαραιτήτων επιστημονικών εξετάσεων. Στις 16/08/2010 ο Μ-5 μετέβηκε στο Γενικό Χημείο του Κράτους στην Λευκωσία όπου παρέλαβε από την Μ-4 το Τεκμήριο 1 της υπόθεσης μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης του. Στις 20/08/2010 ο Μ-5 παρέλαβε μέσω αλληλογραφίας την εργαστηριακή έκθεση της Μ-4 στην οποία αναγράφεται ότι εντός του Τεκμηρίου 1 ανίχνευσε κάνναβη, συνολικού βάρους 0,3253 γραμμαρίων. Στις 23/09/2010 και μεταξύ των ωρών 17:25 - 17:35 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Μ-5 κατηγόρησε γραπτώς τον 1ο κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Παραδέχομαι και απολογούμαι. Έκαμα λάθος». Στις 09/04/2011 και μεταξύ των ωρών 19:35-19:40 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Μ-5 κατηγόρησε γραπτώς τον 2ο κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Τα γεγονότα δε των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 4, της υπόθεσης Ε. Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 12279/12 που αφορούν τον κατηγορούμενο 2 στην παρούσα, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και είναι καταγεγραμμένα στη γραπτή Έκθεση Γεγονότων, που κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Β και διαβάστηκε, έχουν ως ακολούθως: Την 28/01/2010 και περί ώρα 21:10 προσήλθε στο γραφείο παραπόνων της Α.Δ.Ε. Λεμεσού ένα άγνωστο πρόσωπο, το οποίο ανάφερε στην επί καθήκοντι αστυφύλακα του γραφείου παραπόνων, Αστ. 310 Ι. Παπανικολάου (Μ-1) ότι είχε φέρει μαζί του φαγητό για να δοθεί στον ευρισκόμενο υπό κράτηση για αδικήματα αρχαιοκαπηλίας, 2ο κατηγορούμενο. Το άγνωστο πρόσωπο παρέδωσε στην Μ-1 μια πίτα με σουβλάκια και όταν αυτή τον κάλεσε όπως της αναφέρει τα στοιχεία του για να κάνει την σχετική καταχώρηση το άγνωστο πρόσωπο αντί αυτού, τράπηκε σε φυγή. Η πράξη του αυτή θεωρήθηκε ύποπτη και ενημερώθηκε σχετικά η ΥΚΑΝ Λεμεσού και ο Αστ. 2690 Α. Παντελή (Μ-9), ο οποίος επισκέφθηκε το γραφείο παραπόνων και αφού έλεγξε την προαναφερόμενη πίτα με τα σουβλάκια, στην παρουσία της Μ-1, βρήκε εντός αυτής, η ώρα 21:20 ένα Τεμάχιο διαφανές νάϋλον σακούλι εντός του οποίου υπήρχε μέσα σε άσπρη κόλλα ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης ανάμικτη με βιομηχανοποιημένο καπνό (Τεκμήριο 1). Ο Μ-9 παρέλαβε το ανευρεθέν και το κράτησε στην κατοχή του ως Τεκμήριο. Την 28/01/2010 και ώρα 00:05, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Μ - 9 υπέδειξε στον 2ο κατηγορούμενο το Τεκμήριο 1 και αφού τον πληροφόρησε ότι αυτό βρέθηκε μέσα σε πίττα από σουβλάκια που έφερε άγνωστο πρόσωπο με σκοπό να δοθεί σε αυτόν και ότι η Π.Ξ.Φ.Υ. του Τεκμηρίου 1 είναι κάνναβη η κατοχή και χρήση της οποίας απαγορεύεται από το Νόμο και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Είπα κάποιους φίλους μου να μου φέρουν χόρτο γιατί εν εμπόρουν» Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 00:10 - 00:15, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, στην παρουσία του 2ου κατηγορούμενου, ο Μ-9 συσκεύασε και σφράγισε το Τεκμήριο 1, και αφού του εξήγησε την διαδικασία συσκευασίας και σφράγισης την σχετική σφράγιση υπέγραψαν τόσο ο Μ-5, όσο και ο 2ος κατηγορούμενος. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 00:25-00:55 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο Μ-9 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο στην οποία αυτός ανέφερε ότι κατά το διάστημα που ευρισκόταν υπό κράτηση ζήτησε τηλεφωνικώς από ορισμένους φίλους του, τους οποίους δεν κατονόμασε, όπως τον προμηθεύσουν με κάνναβη και ότι το Τεκμήριο 1 πρέπει να του το είχε φέρει ένας από τους φίλους του που είχε ζητήσει να τον προμηθεύσουν με κάνναβη, χωρίς όμως να είναι σε θέση να γνωρίζει ποιος είναι. Επίσης ανέφερε ότι είχε κάνει χρήση κάνναβης στις 23/01/
- Την 01/02/2010 και ώρα 08:30 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Μ-9 παρέδωσε το Τεκμήριο 1, στον Αστ. 4557 Α. Αγαθοκλέους (Μ-2), ο οποίος την ίδια ημέρα μετέβηκε στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, όπου η ώρα 12:40 το παρέδωσε στην Μαριλένα Χατζηβασιλείου (Μ-3), υπάλληλο του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας, η οποία την ίδια ημέρα το παρέδωσε στον Δρ. Μ. Καριόλου (Μ-4), για την διεξαγωγή των απαραίτητων επιστημονικών εξετάσεων. Την ίδια ημέρα κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ότι τρίτο πρόσωπο έχει στην κατοχή του ναρκωτικά και ότι πιθανόν να είναι το άγνωστο πρόσωπο που επιχείρησε να προμηθεύσει με κάνναβη τον 2ο κατηγορούμενο, εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας της οικίας του. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 16:00-16:50 ερευνήθηκε η οικία του στην παρουσία του, χωρίς να ανεβρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Μετά το πέρας της έρευνας το 3ο πρόσωπο κλήθηκε και προσήλθε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, όπου την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 17:35 - 18:00, ο Μ-9 κατέγραψε θεληματική κατάθεση από αυτόν, μετά που εξέφρασε την επιθυμία και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, στην οποία ανέφερε ότι είναι το πρόσωπο που επιχείρησε να προμηθεύσει τον 2ο κατηγορούμενο με την κάνναβη, μετά από επανειλημμένες προτροπές του ιδίου. Στις 12/08/2010 ο Μ-9 παρέλαβε μέσω αλληλογραφίας την εργαστηριακή έκθεση της Μ-7 στην οποία αναγράφεται ότι εντός του Τεκμηρίου 1 ανίχνευσε κάνναβη, συνολικού βάρους 0,0420 γραμμαρίων. Στις 09/04/2011 και μεταξύ των ωρών 19:25 -19:30 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Μ-9 κατηγόρησε γραπτώς το 2ο κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Εκ των όσων αναφέρθηκαν από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής επισημαίνω ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και όταν κατηγορήθηκαν από την Αστυνομία ο μεν κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε, ενώ ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε τις κατηγορίες. Επισημαίνω ακόμη ότι ο κατηγορούμενος 2 όταν κατηγορήθηκε από την αστυνομία στην υπόθεση Ε. Δ Λεμεσού 12279/2012 επίσης δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες. O συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε επίσης όπως τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση διατεθούν ως ακολούθως: ένα τεμάχιο ασημόκολλας εντός της οποίας είχε ανευρεθεί πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, βάρους 0.3253 γρ. η πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 0.3253 γραμμαρίων, και ένα τεμάχιο άσπρης κόλλας, δημευθούν και καταστραφούν. Όσον αφορά τα τεκμήρια της υπόθεσης υπ΄ αριθμό 12279/12, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ζήτησε να παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της εν λόγω υπόθεσης σε σχέση με τον κατηγορούμενο
- Ακόμα ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι έχουν προκληθεί €20,00 έξοδα. Στην έκδοση του πιο πάνω διατάγματος δεν έφεραν ένσταση οι συνήγοροι των κατηγορούμενων 1 και 2, συμφώνησαν δε και με το ποσό των εξόδων. Η συνήγορος του κατηγορούμενου 1 στην αγόρευση της για σκοπούς μετριασμού της ποινής επικαλέστηκε και ανέφερε τα εξής: · Αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων εισηγήθηκε ότι στα πλαίσια των αρχών της εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο εξετάζοντας το είδος και το εύρος της ποινής που θα επιβάλει θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου
- Επικαλέστηκε δε την αρχή και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Φιλίππου v. Αστυνομίας, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής. Ακόμα επικαλέστηκε τα όσα διά της νομολογίας έχουν αναγνωριστεί σε υποθέσεις ναρκωτικών και συγκεκριμένα ότι στην επιβολή της ποινής λαμβάνεται υπόψη το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται ναρκωτικές ουσίες. Με βάση δε τις αρχές αυτές είναι η θέση της πως επειδή η παρούσα υπόθεση εκ των όσων συνάγονται από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί δεν προκύπτει εμπλοκή του κατηγορούμενου 1 σε εμπορία ναρκωτικών ουσιών. Προς τούτο απέδωσε την ενέργεια του κατηγορούμενου 1 στην επιπολαιότητα και ανωριμότητα του, στοιχεία που σε συνάρτηση με τα επίμονα τηλεφωνήματα και την ψυχική πίεση που ο κατηγορούμενος 2 εξάσκησε στον κατηγορούμενο 1, ζητώντας του να τον προμηθεύσει «με την δόση του» ενώ αυτός ευρίσκετο υπό κράτηση στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λεμεσού, επενήργησαν έτσι ώστε να οδηγηθεί στη διάπραξη των αδικημάτων. Ακόμα επεσήμανε πως από τα γεγονότα δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 απεκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος αφού η ενέργεια του αποσκοπούσε στο να εξυπηρετήσει τον παιδικό και προσωπικό του φίλο, κατηγορούμενο 2, στο να εξασφαλίσει την δόση του στις ναρκωτικές ουσίες. Η συναισθηματική φόρτιση δε που δημιουργήθηκε στον κατηγορούμενο 1 λόγω της ανάγκης του κατηγορούμενου 2 για χρήση ναρκωτικών ουσιών αλλά και με τις επίμονες παραινέσεις αυτού, τον οδήγησαν χωρίς να έχει οποιαδήποτε πρόθεση εμπορίας ναρκωτικών ουσιών να ενεργήσει όπως ενήργησε. Περαιτέρω αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες υιοθέτησε πλήρως την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε στα πλαίσια της Νομικής Αρωγής, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 930/12, προσθέτοντας ότι τα παιδιά του σήμερα είναι ηλικίας 9 ετών, εκ των οποίων το ένα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας. Είναι ένας καλός οικογενειάρχης ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην οικογένεια του. Σήμερα δε στα πλαίσια της κοινωνικής του προσφοράς εργάζεται αφιλοκερδώς, βοηθώντας τον αδελφό του στο κτίσιμο της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου στο χωριό Ερήμη. Επίσης επικαλέστηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων δεν διέπραξε άλλο αδίκημα ή άλλη παραβατική συμπεριφορά. Σε σχέση δε με το χρόνο που μεσολάβησε είναι η θέση της πως αυτός θα πρέπει να προσμετρήσει σαν μετριαστικός παράγοντας αφού από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, χωρίς να φέρει ευθύνη ο κατηγορούμενος 1 προς τούτο, μεσολάβησε χρονικό διάστημα 28 μηνών. Αναγνώρισε βεβαίως ότι σε σχέση με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ημερομηνία που θα επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο θα πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι της τοιαύτης καθυστέρησης. Εν κατακλείδι αναγνωρίζοντας ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με αποτρεπτική ποινή και ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, εισηγήθηκε πως πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας αλλά και των όσων η νομολογία έχει αναγνωρίσει στη γνωστή υπόθεση Τζιαουχάρη, έτσι ώστε αυτή να ανασταλεί. Η συνήγορος δε του κατηγορούμενου 2 στη δική της αγόρευση για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβάλω στον κατηγορούμενο 2 επικαλέστηκε και ανέφερε τα εξής: · Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων τόσο της παρούσας υπόθεσης όσο και της υπόθεσης 12279/12, τα αδικήματα της οποίας δόθηκε άδεια να ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα, διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 λόγω της ανάγκης του να κάμει χρήση των ναρκωτικών ουσιών που έπεισε τον κατηγορούμενο 1 να τον προμηθεύσει ενώ ευρίσκετο υπό κράτηση για τη διάπραξη αδικήματος στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, για το οποίο ουδέποτε κατηγορήθηκε. Η σύλληψη του, του προκάλεσε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση και νιώθοντας την ανάγκη να χρησιμοποιήσει ναρκωτικές ουσίες ενέπλεξε τον κατηγορούμενο 1 που ήταν προσωπικός του φίλος, κάτι για το οποίο νιώθει ενοχές. Αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2 επικαλέστηκε και υιοθέτησε πλήρως την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε για αυτόν με ημερομηνίας 20.11.
- Εξ αυτών δε επεσήμανε ότι είναι άνεργος, οικογενειάρχης και το παιδί του αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας αφού αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης, σύνδρομο Dwein. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων επικαλέστηκε επίσης τη μικρή ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, το γεγονός ότι κατά το χρόνο διάπραξης τους ήταν ηλικίας 25 ετών και ότι στην απέλπιδα προσπάθεια του να εξασφαλίσει ναρκωτικές ουσίες για χρήση προέβηκε σε διάφορα τηλεφωνήματα μη γνωρίζοντας εν τέλει ποιος θα τον προμήθευε με αυτά, κάτι που είχε σαν επακόλουθο να εμπλέξει τον κατηγορούμενο 1 στην παρούσα υπόθεση και ακόμα ένα άλλο πρόσωπο. Επικαλέστηκε επίσης σαν πρόσθετο μετριαστικό παράγοντα το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση και των δύο υποθέσεων αλλά και αυτό που έχει διαρρεύσει από την καταχώρηση μέχρι σήμερα που θα επιβληθεί σε αυτόν ποινή. Εν κατακλείδι μεταφέροντας στο Δικαστήριο την απολογία του κατηγορούμενου 2 και την υπόσχεση ότι δεν πρόκειται να απασχολήσει ξανά το Δικαστήριο με οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά, ζήτησε να του δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία και να αντιμετωπιστεί με επιείκεια. Αναφορικά δε με το είδος της ποινής που θα του επιβληθεί ζήτησε επίσης να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν ηλικίας 25 ετών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχτηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, είναι πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264), Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Συγκεκριμένα για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης προβλέπονται οι εξής ποινές: (
- i)για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης B' ( ήτοι αυτού της 1ης κατηγορίας), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, (
- ii)για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως B με σκοπό την προμήθεια ( ήτοι αυτού της 2ης κατηγορίας), προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, (iii) για το αδίκημα της παροχής συνδρομής στην διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ( ήτοι των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 4), προβλέπεται η ίδια ποινή με αυτήν του αδικήματος για το οποίο παρασχέθηκε η συνδρομή στην διάπραξη του, ήτοι για μεν το αδίκημα της 3ης κατηγορίας ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, για δε το αδίκημα της 4ης κατηγορίας ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, (
- iv)για το αδίκημα της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως B' ( ήτοι αυτού της 5ης κατηγορίας), προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Για δε τα αδικήματα της υπόθεσης Ε.Δ. Λεμεσού 12279/12, που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στον 2ον κατηγορούμενο, για το αδίκημα της παροχής συνδρομής στην διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ( ήτοι των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 4), προβλέπεται η ίδια ποινή με αυτήν του αδικήματος για το οποίο παρασχέθηκε η συνδρομή στην διάπραξη του, ήτοι για μεν το αδίκημα της 3ης κατηγορίας ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, για δε το αδίκημα της 4ης κατηγορίας ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Ακόμη όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Βέβαια δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά, οπότε σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, αυτό όμως το γεγονός, σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προδιαγράφεται μέσα από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Θα πρέπει στο σημείο αυτό επίσης να λεχθεί ότι όπως είναι και σαφώς νομολογημένο, κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται συνοπτικά ύστερα από γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως είναι και η παρούσα, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη ως ανώτατη ποινή, την ποινή που προβλέπεται από το νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει με αποτέλεσμα να μπορεί, αν τα γεγονότα και οι περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν να επιβάλει ακόμα και το ανώτατο όριο ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία (βλ. Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Chikh v. Police
(1984)2 CLR, Attorney General of the Repuplic v. Vasiliotis Alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20). Σοβαρά είναι τα αδικήματα τα οποία διέπραξαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, όπως και όλα τα αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά και ως εκ της φύσεως τους (βλ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου ν. Αστυνομία και Ανδρέα Χρίστου ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 7812 και 7813 ημερ. 25.10.2004). Η χρήση δε και η εμπορία ναρκωτικών έχει χαρακτηριστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση δε που παρατηρείται στη χρήση των ναρκωτικών καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο της ποινής, γεγονός που καθιστά την φυλάκιση εμφανή επιλογή Στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 437, έχουν τονιστεί τα πιο κάτω, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Youssef Nehmed Allah Sikaf ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 467, «Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι όπως φαίνεται από την σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με την πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. μεταξύ άλλων Hassan ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 210, Abdullah ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 323, Esper v. Δημοκρατίας
(1972)2 CLR 73 και Moussa ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 320). Η χρήση και διάδοση των ναρκωτικών έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα που υπονομεύει το θεμέλιο της κοινωνίας. Η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη των αδικημάτων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί παρά να καταστήσει το στοιχείο αποτροπής στον καθορισμό της τιμωρίας των παραβατών πιο έντονο.» Στην υπόθεση Κύπρος Μ. Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 124, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την απόφαση του εκδικάσαντος Κακουργιοδικείου υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν από αυτό σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και ανέφερε τα ακόλουθα : «Το Κακουργιοδικείο, στην εμπεριστατωμένη απόφασή του, ανάλωσε ένα σημαντικό μέρος της για να αναφερθεί στη σοβαρότητα των αδικημάτων. Έκαμε μία ιστορική αναδρομή της νομολογίας με ειδική αναφορά στην Khalil v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 78, όπου προ δεκαεπταετίας, το Εφετείο προειδοποίησε ότι η απάντηση των Δικαστηρίων στην συνεχιζόμενη από τότε αύξηση της διάδοσης των ναρκωτικών, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη από την ύπαρξη πιο αυστηρών ποινών. Ειδική αναφορά έγινε και στην Mansour v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 434 στην οποία τονίστηκε η υποχρέωση των Δικαστηρίων να συμμετέχουν αποφασιστικά στην παγκόσμια εκστρατεία, για καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών. Βέβαια, η αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων που έχουν σχέση με ναρκωτικά, δυστυχώς δε συγκρατήθηκε παρά τις προειδοποιήσεις και τις αυστηρές ποινές που επιβλήθηκαν. Όμως, τα Δικαστήρια σταθερά συνέχισαν να προειδοποιούν για την ανοικτή πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και για την ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλείται στην υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου (Βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22, Zahra Ali Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30). Στη Hussein Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 356 και στην Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, διαπιστώθηκε ότι η αυξητική τάση στη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων τελικά δεν απετράπη, επειδή αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών. ...........................................................................». Και συνεχίζεται πιο κάτω: «Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια και ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών». Η ανάγκη αυτή, επιβεβαιώθηκε επίσης στις συνεκδικασθείσες ποινικές εφέσεις με αριθμούς 25/2007, 26/2007 και 27/2007. Στην εξ αυτών 27/2007, Γενικός Εισαγγελέας ν. Mahmoud Gate Elgathi κ.α.
(2007)ΑΑΔ 199, στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που υπεστήριξε πώς οι ποινές που επιβλήθηκαν πρωτόδικα στα αδικήματα της κατοχής ποσότητας ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄ και συγκεκριμένα ρητίνης καννάβεως με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα άτομα (1η κατηγορία), για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή 179,1817 γρ. ρητίνης καννάβεως χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας (2η κατηγορία), για το αδίκημα κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή της προαναφερόμενης ποσότητος ρητίνης καννάβεως, συσκευασμένο με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (3η κατηγορία), και για το αδίκημα της προμήθειας της προαναφερόμενης ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου σε τρίτο πρόσωπο (4η κατηγορία), ήταν ανεπαρκείς, αύξησε τις επιβληθείσες ποινές των 8, 8, 15 και 15 μηνών αντίστοιχα σε ποινές αμέσου φυλάκισης 15, 15, 30 και 30 μηνών αντίστοιχα. Όπως λοιπόν συνάγεται από τα πιο πάνω, στον καθορισμό του είδους και του εύρους της ποινής που θα επιβληθεί σε υποθέσεις με αδικήματα ναρκωτικών, λαμβάνεται υπόψη και συνυπολογίζεται, με δεδομένη την σοβαρότητα των αδικημάτων αυτού του είδους, η ποσότητα των ναρκωτικών, το είδος των ναρκωτικών και κυρίως ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται. Ως προς το είδος της ποινής δεν χωρεί αμφιβολία ότι ειδικά για τις υποθέσεις που αφορούν κατοχή με σκοπό την προμήθεια, η μόνη επιλογή αλλά και κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης ( βλέπε επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 ΑΑΔ 377 και Victor Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 211). Περαιτέρω η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι για σκοπούς επιμέτρηση της ποινής και σαν στοιχεία επιβαρυντικά, δέον να λαμβάνονται υπόψη η έκταση της εγκληματικής συμπεριφοράς ενός κατηγορούμενου αλλά και ο προσχεδιασμός (Βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. ΖανέττουΤσαπατσάρη
(2000)2 ΑΑΔ 304) . Στην ενώπιον μου δε υπόθεση όπως συνάγεται από τα γεγονότα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, σε συνεννόηση μεταξύ τους προσχεδίασαν τα αδικήματα των κατηγοριών που βρέθηκαν ένοχοι. Είναι δε με έκπληξη και με ταυτόχρονα λύπη, όπως συνάγεται από τα γεγονότα, που διαπιστώνω πώς τα εν λόγω αδικήματα προσχεδιάστηκαν μετά τη σύλληψη του και ενώ ευρίσκετο υπό κράτηση ο κατηγορούμενος 2 για άλλο αδίκημα, στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λεμεσού. Με την χρήση τηλεφώνου ο κατηγορούμενος 2, κατόρθωσε να επικοινωνήσει με διάφορα πρόσωπα ανάμεσα στα οποία και ο κατηγορούμενος 1, δίδοντας τους οδηγίες και εντολές για να του πάρουν την δόση του σε ναρκωτικές ουσίες. Ο δε κατηγορούμενος 1 με περισσό θράσος και αναίδεια, χωρίς φραγμούς και φόβο, αφού έθεσε σε εφαρμογή συγκεκριμένο σχέδιο, προσπάθησε να εισάξει στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, με το να ξεγελάσει τα Αστυνομικά όργανα και να παραδώσει και προμηθεύσει την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, στον κατηγορούμενο
- Ότι λέξεις και να χρησιμοποιηθούν και όπως και να χαρακτηριστεί η παραβατική συμπεριφορά των κατηγορούμενων 1 και 2, κρίνω ότι δεν μπορούν να αποδώσουν την αποτροπή, απέχθεια και αγωνία, που το Δικαστήριο αλλά και κάθε πολίτης αυτού του τόπου αισθάνεται, αντικρίζοντας τα γεγονότα που στοιχειοθετούν αυτήν την συμπεριφορά. Ιδιαίτερα για τον κατηγορούμενο 2, που όπως συνάγεται από τα γεγονότα ήταν και ο ιθύνων νούς, ότι και να λεχθεί είναι λίγο. Εκμεταλλευόμενος ακόμα και την στενή και μακρόχρονη φιλία που τον συνέδεε με τον κατηγορούμενο 1 δεν δίστασε να τον κατευθύνει και να συνδράμει με αυτόν στο να διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 και τούτο απλά και μόνο για να ικανοποιήσει τις παράνομες ορέξεις του. Αυτή δε η συμπεριφορά ενώ αυτός ευρίσκετο υπό νόμιμη κράτηση. Τα γεγονότα αυτά καταδεικνύουν πώς και οι δύο κατηγορούμενοι όχι μόνο πρόκειται περί προσώπων που δεν σέβονται τους νόμους αλλά πρόσθετα ότι δεν υπολόγισαν τίποτα προκειμένου να κάνουν αυτό το οποίο τους υπαγόρευε το εγκληματικό τους μυαλό. Ούτε και η επίκληση για τον κατηγορούμενο 1 από την ευπαίδευτο συνήγορο του της παιδικής φιλίας που τον συνέδεε με τον κατηγορούμενο 2 μπορεί να γίνει αποδεκτή σαν μετριαστικός παράγοντας. Αν όντως σκεφτόταν τον φίλο του και το καλό του, αυτό που θα έπρεπε να πράξει ήταν να ενημέρωνε άμεσα τις αρχές έτσι ώστε να επιληφθούν του όποιου θέματος αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό στερητικό σύνδρομο, έστω κι αν ήταν έτσι, που ένοιωσε ο κατηγορούμενος
- Ο δε κατηγορούμενος 2 τελώντας υπό νόμιμη σύλληψη και κράτηση θα μπορούσε να ζητήσει και να τύχει της απαραίτητης ιατρικής περίθαλψης και φαρμακευτικής αγωγής για οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας αντιμετώπισε, πάντοτε βεβαίως στα πλαίσια των σχετικών κανονισμών. Όχι μόνο δεν έπραξε κάτι τέτοιο ο κατηγορούμενος 2, αλλά πρόσθετα επικαλούμενος το συγκεκριμένο πρόβλημα, συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο 1 στη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Το εγκληματικό δε θράσος του κατηγορούμενου 2 δεν περιορίστηκε στη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης αλλά εμπλέκοντας και άλλο πρόσωπο διέπραξε και τα αδικήματα της υπόθεσης 12279/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που λαμβάνεται υπόψη. Η σοβαρότητα βεβαίως ενός αδικήματος, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα όμως διατηρώ κατά νου, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες έχουν μόνο οριακή σημασία σε αδικήματα παρόμοιας φύσεως με αυτά που οι κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση. Αυτό εν όψει των σοβαρών συνεπειών που προκύπτουν από την κατοχή, προμήθεια και εμπορία των ναρκωτικών οι οποίες είναι πλέον ορατές. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30, οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων καθώς και η εξατομίκευση έχουν τη θέση τους, αλλά δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν την μέριμνα για προστασία της κοινωνίας από αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι στην παρούσα υπόθεση. Συνακόλουθα στην παρούσα υπόθεση, από τα όσα επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 2 επισημαίνω τα εξής: Εξετάζοντας αρχικά τα γεγονότα της υπόθεσης και παρά το ότι λαμβάνω υπόψη μου την συνολική ποσότητα των ναρκωτικών που κατείχε ο κατηγορούμενος 1, αυτή θα πρέπει να ειδωθεί σε συνάρτηση και με τον σκοπό τον οποίο τα κατείχε, ήτοι για να τα προμηθεύσει στον κατηγορούμενο
- Παρά δε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2, ήταν και ό ίδιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, η συνδρομή στην κατοχή της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικών και στον σκοπό για τον οποίο την κατείχε ο κατηγορούμενος 1, δείχνουν και για αυτόν πλήρη αδιαφορία τόσο για τον εαυτό του αλλά και για τον ίδιο τον παιδικό του φίλο. Το ίδιο ισχύει και για τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος αντί ως και πιο πάνω αναφέρεται, να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές για την παράνομη απαίτηση του κατηγορούμενου 2 συνεργαζόμενος με αυτόν και ακολουθώντας τις οδηγίες του αποφάσισε να τον προμηθεύσει με ναρκωτικά, αδιαφορώντας όχι μόνο για τις όποιες συνέπειες από την παραβατική τους συμπεριφορά αλλά και τις σοβαρότατες συνέπειες στην υγεία του παιδικού του φίλου, δηλαδή το πρόσωπο που είχε σκοπό να προμηθεύσει τα ναρκωτικά. Σε σχέση δε με τον κατηγορούμενο 2 επισημαίνω πώς ουδέν αναφέρθηκε αναφορικά με τυχόν προσπάθεια απεξάρτησης του από τις ναρκωτικές ουσίες, αφού όπως συνάγεται από τα γεγονότα αλλά και από τα όσα η συνήγορος του έχει αναφέρει, αυτός ήταν χρήστης τέτοιων ουσιών. Στοιχείο που θα προσμετρούσε σε κάποιο βαθμό προς όφελος του, αφού θα καταδείκνυε την έμπρακτη μεταμέλεια του σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, ως και η νομολογία έχει αναγνωρίσει. Αναφορικά δε με τη θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ότι επειδή δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος αναφορικά με το σκοπό προμήθειας των ναρκωτικών ουσιών προς τον κατηγορούμενο 2 και συνεπώς αυτός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν έμπορος ναρκωτικών, κρίνω πως είναι στοιχείο που ναι μεν θα ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής όμως και αυτό δεν μειώνει σε ιδιαίτερα σημαντικό βαθμό τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος
- Επίσης δεν αποδέχομαι ότι οι κατηγορούμενο 1 και 2 εμπίπτουν στην κατηγορία που η νομολογία αλλά και η σχετική νομοθεσία (Ν. 27/77), αναγνωρίζει, των νεαρών προσώπων αφού κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2 ήταν ηλικίας 26 ετών, κι όχι 25 ως ανέφερε η συνήγορος του κατηγορούμενου
- Ακόμη όμως κι αν μπορούσε να γίνει δεκτή η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, η σοβαρότητα και η φύση των αδικημάτων που διέπραξαν μικρό μόνο ρόλο θα μπορούσε να παίξει στην επιλογή του τύπου και του εύρους της ποινής. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 A.A.Δ 50 : «Το κακουργιοδικείο έκανε ορθή αναφορά στο νεαρό της ηλικίας των εφεσειόντων, ως παράγοντα μετριασμού της ποινής. Είναι γνωστός ο λόγος. Κρίνεται πως δεν είναι επιθυμητό νεαρό άτομο, στα αρχικά δηλαδή στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητας του, να στερηθεί της ευκαιρίας να ωριμάσει για να κάνει τις επιλογές του στη ζωή. Πρέπει όμως να επισημάνουμε, πάνω σ' αυτό το ζήτημα, πως σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί απ' ότι ήσαν μερικές δεκαετίες πριν. Η παιδεία προσφέρεται σχεδόν σε όλους. Η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών, με τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης, πληροφορούν τον πολίτη για τα συμβαίνοντα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η κατάσταση αυτή έχει βεβαίως πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα που συνήθως αποτελούν θέματα σοβαρών συζητήσεων. Με αυτά που αναφέραμε αμέσως πιο πάνω, οδηγούμαστε στη σκέψη πως ο νέος σήμερα έχει καλύτερες ευκαιρίες διαμόρφωσης του χαρακτήρα του, φθάνει βεβαίως να κάνει τις ορθές επιλογές. Οι εφεσείοντες έδειξαν, με τη διάπραξη των εγκλημάτων που εξετάζουμε, τη δική τους επιλογή. Ας ελπίσουμε, για το μέλλον, πως το έγκλημα που διέπραξαν θα αποδεικτεί η μοναδική αντικοινωνική συμπεριφορά τους.» Ακόμη στην υπόθεση Alexey Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 381 και Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 228, επισημαίνεται υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η επιβολής ποινής φυλάκισης και σε νεαρά άτομα που για πρώτη φορά διώκονται για εγκληματικές πράξεις, εφόσον τούτο επιβάλλεται από τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη αποτροπής αδικημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση, είναι πλέον αποδεχτό. Όσον αφορά την παραδοχή των κατηγορουμένων στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ σελ.28 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην παρούσα υπόθεση υπέρ του εφεσείοντα υπήρχαν δύο στοιχεία τα οποία έχουν αναγνωρισθεί από τη νομολογία ως σημαντικοί ελαφρυντικοί παράγοντες. ........................................................................... Τονίζουμε συναφώς ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης.» Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη. Στην απόφαση δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας,
(2001)2 A.A.Δ 442, επί του συγκεκριμένου ζητήματος λέχθηκαν τα εξής: «Η νομολογία έχει βέβαια αναγνωρίσει ότι η παραδοχή ενοχής και η μεταμέλεια αποτελούν ελαφρυντικούς παράγοντες. Ωστόσο ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτος. Πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αν π.χ. ένας συλληφθεί «επ' αυτοφώρω» - όπως είναι εδώ η περίπτωση - η παραδοχή δεν οδηγεί σε μείωση της ποινής του, όπως θα οδηγούσε στην περίπτωση κατηγορούμενου του οποίου η απόδειξη της ενοχής είναι δύσκολη ή προβληματική (Ieronymides v. Republic
(1982)2 C.L.R. 258, 273). Όπου δε υπάρχει συντριπτική μαρτυρία για την ενοχή του κατηγορουμένου το Δικαστήριο μπορεί ακόμη να μη λάβει υπόψη την παραδοχή και να επιβάλει την ποινή η οποία αντανακλά πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος (R. v. Hastings
(1996)1 Cr. App. R. (S) 167 C.A. και R. v. Landy 16 Cr. App. R. (S) 908 C.A.). Αναφορικά με την βοήθεια προς τις αστυνομικές αρχές αυτή έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία σαν ελαφρυντικός παράγοντας (Attorney-General of the Republic v. Trattou
(1978)2 C.L.R. 69). Ωστόσο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο όπου η βοήθεια προσφέρεται αρκετά έγκαιρα για να είναι δυνητικά χρήσιμη (R. v. Debbag and Izett, 12 Cr. App. R. (S) 733 C.A.)*. Στην παρούσα υπόθεση ο εφεσείων έδωσε κάποιες πληροφορίες στην αστυνομία αλλά η χρησιμότητά τους είναι άγνωστη.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και της υπόθεσης 12279/12, κρίνω ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου 1, στις ανακριτικές αρχές ήταν ουσιαστικά αναπόφευκτη αναφορικά με τα αδικήματα της κατοχής των ναρκωτικών ουσιών ( ήτοι για το αδίκημα 1ης κατηγορίας στην παρούσα) αφού ουσιαστικά ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθηκε επ' αυτοφόρω. Εν πάση όμως περιπτώσει συνέβαλε ουσιαστικά, όπως και πιό πάνω αναφέρεται, στην εξιχνίαση των λοιπών αδικημάτων. Επίσης και επειδή με την παραδοχή των κατηγορούμενων 1 και 2, ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και στο στάδιο στο οποίο έγινε, έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος και δείχνει την μεταμέλεια τους, έστω κι αν αυτή είναι όψιμη (βλέπε υπόθεση Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), αποδέχομαι ότι θα πρέπει να δοθεί σε αυτήν η δέουσα βαρύτητα. Όμως και αυτή θα επηρεάσει το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί στους κατηγορούμενους και όχι το είδος της. Σε ότι αφορά την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών λαμβάνω υπόψη μου ότι δεν πρόκειται για ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα και ότι τα ναρκωτικά που κατείχε ο κατηγορούμενος 1, στην παρούσα υπόθεση ανήκουν στην τάξη Β'. Αυτό βεβαίως το στοιχείο επισημαίνω ότι από μόνο του δεν έχει αναγκαία αποφασιστική σημασία αφού θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνδυάζεται με άλλους μετριαστικούς παράγοντες όπως π.χ. η απουσία εμπορίας και η περιστασιακή χρήση (βλ. υποθέσεις Τρύφωνος v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 202/08, ημερ. 19.3.2009 και Σελλής v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 215). Συνακόλουθα τα στοιχεία αυτά θα ληφθούν μεν υπόψη σαν στοιχείο που διαφοροποιεί την παρούσαν με άλλες υποθέσεις με πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών η σκληρών τοιούτων με σκοπό την προμήθεια, όμως και αυτά σε σχέση με το εύρος και όχι το είδος της ποινής αφού τα συγκεκριμένα ναρκωτικά και ποσότητα κατέχοντο με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο. Ως ελαφρυντικά λοιπόν προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2, στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου από τα όσα οι ευπαίδευτες συνήγοροι τους έχει επικαλεστεί: Για τον κατηγορούμενο 1: Το λευκό ποινικό του μητρώο, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Την άμεση παραδοχή του στις αστυνομικές αρχές και την συνεργασία του με αυτές η οποία οδήγησε και στην ανακάλυψη και εξιχνίαση των αδικημάτων των κατηγοριών 2, 3 και 4 επί του κατηγορητηρίου, εκ των οποίων οι κατηγορίες 3 και 4 αφορούν τον κατηγορούμενο 2. Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και στο στάδιο στο οποίο έγινε, αφού αυτή έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κάτι που είχε σαν επακόλουθο να εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος και που δείχνει επίσης, έστω και αν αυτή είναι όψιμη, την μεταμέλεια του (βλ. υπόθεση Φανάρα v. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Την ποσότητα που κατείχε η οποία όχι μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη αλλά αντιθέτως ήταν πολύ μικρή. Ότι από τη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις, ως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, Έγγραφο Γ, που υιοθετήθηκε πλήρως από την συνήγορο του και δεν αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψη μου ότι׃ · Είναι ηλικίας 28 χρονών, γεννήθηκε στις 24.7.1984 στη Λεμεσό, άνεργος. Γεννήθηκε στη Λεμεσό και είναι ο μικρότερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του εργαζόταν στις οικοδομές αλλά τα τελευταία τρία χρόνια περίπου είναι άνεργος και η μητέρα του εργάζεται ως καθαρίστρια στις Βρετανικές Βάσεις. · Φοίτησε μέχρι τη Β΄ Τάξη Γυμνασίου όπου διέκοψε λόγω χαμηλής επίδοσης. Ακολούθως εργάστηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων και στις οικοδομές. Δεν υπηρέτησε τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά λόγω δυσκολίας προσαρμογής στο στράτευμα. · Η τελευταία του εργασία ήταν πλασιέ στη Coca Cola αλλά πριν ενάμιση χρόνο τερμάτισε την εργασία του και από τότε παραμένει άνεργος. · Σε ηλικία 19 χρονών γνώρισε τη σύζυγό του με την οποία νυμφεύθηκε και από το γάμο τους απέκτησαν δυο παιδιά. · Η σύζυγός του κατάγεται από τη Λεμεσό, έχει ένα μεγαλύτερο αδελφό και μετά την αποφοίτησε της από το Λύκειο σπούδασε σε Κολλέγιο στο Κλάδο των Νηπιαγωγών. Τα τελευταία πέντε χρόνια εργάζεται σε Ξενοδοχείο. Για τον κατηγορούμενο 2: Το λευκό ποινικό του μητρώο, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και στο στάδιο στο οποίο έγινε, αφού αυτή έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κάτι που είχε σαν επακόλουθο να εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος και που δείχνει επίσης, έστω και αν αυτή είναι όψιμη, την μεταμέλεια του (βλ. υπόθεση Φανάρα v. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Την ποσότητα των ναρκωτικών που κατείχε ο κατηγορούμενος 1 καθώς και το είδος της, η οποία επίσης όχι μόνο δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη αλλά αντιθέτως ήταν πολύ μικρή. Ότι από τη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, ως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε για αυτόν και βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, που υιοθετήθηκε πλήρως από την συνήγορο του και δεν αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψη μου ότι׃ · Είναι 29 ετών, γεννήθηκε στις 23/6/1984 στη Νότια Αφρική από Κύπριους γονείς οι οποίοι μετανάστευσαν για εύρεση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και εργασίας. Έχει ακόμη ένα αδελφό και διατηρεί καλές σχέσεις με την οικογένεια του. · Διάκοψε το σχολείο στη Β΄ τάξη Γυμνασίου λόγω έλλειψης μαθησιακού ενδιαφέροντος. Στη συνέχεια κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά για πέντε μήνες αλλά διάκοψε λόγω μη προσαρμογής στο στρατιωτικό περιβάλλον. · Είναι άνεργος και έχει εξαντλήσει όλα τα δικαιώματα του από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Τμήμα Γραφείου Εξευρέσεως Εργασίας, αλλά όπως ανάφερε ο ίδιος, καταβάλλει δικές του προσπάθειες εύρεσης εργασίας. · Η σύζυγος του Κατερίνα, είναι 27 ετών και κατάγεται από την Παραμύθα. Είναι απόφοιτη Λυκείου και φοίτησε στον κλάδο Γραμματειακών Σπουδών σε ιδιωτικό κολλέγιο για ένα χρόνο. Διάκοψε τις σπουδές της λόγω εγκυμοσύνης. · Τα τελευταία τέσσερα χρόνια εργάζεται ως γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο. Το ζεύγος απέκτησε ένα παιδί, τον Ανδρέα, οκτώ ετών, μαθητή στην Α΄ τάξη Δημοτικού. Παρουσιάζει προβλήματα όρασης (Σύνδρομο Dwein), υπερκινητικότητα και καθυστέρηση στην ανάπτυξη λόγου. Παρακολουθεί μαθήματα λογοθεραπείας στον ιδιωτικό τομέα δύο φορές την εβδομάδα. · Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας είναι αρμονικές. Αναφορικά όμως με τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων 1 και 2 επισημαίνω ότι λαμβάνονται μεν υπόψη, δεν είναι όμως ικανές να υπερφαλαγγίσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπράξει και δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας από την διάδοση του αργού θανάτου σε νέους κυρίως ανθρώπους (βλ. Κ. Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 124, Παυλίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 220, Chucri Saliba v. Δημοκρατία Π.Ε 216/07, 10.6.2008). Επισημαίνω δε σε σχέση με αυτές ότι δεν εντοπίζω οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει πως αυτές έχουν από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων διαφοροποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Τέλος, ένα σημαντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη προς όφελος των κατηγορουμένων 1 και 2, είναι το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα τα αδικήματα της παρούσας διαπράχθηκαν τον Ιανουάριο 2010 ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 23.5.2012, ήτοι 28 μήνες μετά την διάπραξη των αδικημάτων. Γι' αυτή την καθυστέρηση και σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου ουδεμία ευθύνη δύναται να αποδοθεί στους κατηγορούμενους 1 και 2 και ουδόλως διαφοροποιεί την ευθύνη των ανακριτικών αρχών και κατηγορούσας αρχής για την συνολική καθυστέρηση των 28 μηνών μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Όπως η νομολογία έχει αναγνωρίσει, η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση δε, M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε, ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Όμως και παρά τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Σταύρος Ιωάννου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 120/2011, ημερομηνίας 29.11.2011, επικροτώντας την επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη επιβολή ποινής φυλάκισης για παρόμοιας φύσης με της παρούσας υπόθεσης αδικήματα, διέταξε την άμεση αποφυλάκιση του εφεσείοντος καθ' ότι έκρινε πώς οι ποινές άμεσης φυλάκισης των 12 μηνών για την κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α' βάρους 3,6422 και της φυλάκισης των 6 μηνών για χρήση ελεγχομένου φαρμάκου ήταν υπό τας περιστάσεις υπερβολικές. Προς τούτο έκανε ιδιαίτερη μνεία ότι ο παράγοντας της καθυστέρησης στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου κατά 22 μήνες ορθά λήφθηκε υπόψη όμως μαζί με τους λοιπούς παράγοντες θα έπρεπε να επενεργήσει στην επιβολή ποινής φυλάκισης μικρότερης διάρκειας. Η επιλογή όμως του είδους της ποινής επικροτήθηκε. Το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Κραμβή είναι χαρακτηριστικό׃ «Στην απόφαση (πρωτόδικη δικό μου σχόλιο) καταγράφεται σειρά παραγόντων μετριαστικών της ποινής οι οποίοι, καθώς αναφέρεται, λήφθηκαν υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Οι εν λόγω παράγοντες και τα σχετικά σχόλια του δικαστηρίου, καταγράφονται στην απόφαση ως εξής: «1) Το λευκό ποινικό μητρώο, 2) την παραδοχή του η οποία επήλθε σε πρόωρο στάδιο της διαδικασίας και ως εκ τούτου μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση, 3) την μεταμέλεια του η οποία φάνηκε και έμπρακτα με την αποκοπή κάθε σχέσης του με τα ναρκωτικά. Στην προσπάθεια του αυτή δεν δίστασε να ζητήσει τη βοήθεια ειδικού, συγκεκριμένα του κ. Βερεσιέ, 4) τις προσωπικές του συνθήκες όπως εκτίθενται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και αναπτύχθηκαν σε έκταση από τον συνήγορο του. Ειδικά λαμβάνω υπόψη μου ότι πρόκειται για συγκροτημένο οικογενειάρχη πατέρα δύο ανήλικων παιδιών με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, 5) τις δυσμενείς επιπτώσεις που μπορεί να έχει στον ίδιο καθώς και στην οικογένεια του η τυχόν επιβολή σε αυτόν ποινής φυλάκισης, 6) το ότι πρόκειται για μια σχετικά μικρή ποσότητα ναρκωτικών. Φυσικά από την άλλη δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι πρόκειται για σκληρά ναρκωτικά, 7) την καθυστέρηση των 22 και πλέον μηνών στην καταχώρηση της υπόθεσης παρά το ότι δεν επρόκειτο για πολύπλοκη υπόθεση, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε επεξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Όπως έχω ήδη αναφέρει στο μεσοδιάστημα ο κατηγορούμενος έχει σταματήσει την χρήση ναρκωτικών. Φυσικά όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζήνωνα Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 271 «η καθυστέρηση εξετάζεται πάντοτε με συνάρτηση με την αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου». Στην παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε άλλη διαφοροποίηση στις προσωπικές του συνθήκες εκτός από την αποκοπή του από τα ναρκωτικά. 8) το ότι τα ναρκωτικά που κατείχε προορίζονται για δική του χρήση και συνεπώς δεν επρόκειτο για έμπορο ναρκωτικών.» .......................................................................... Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο μολονότι ταξινόμησε σωστά όλους τους μετριαστικούς παράγοντες εντούτοις φαίνεται πως δεν απέδωσε τη βαρύτητα που άξιζε στον καθένα ξεχωριστά αλλά και σε όλους ως σύνολο, παρά την περί του αντιθέτου λεκτική διατύπωση, με αποτέλεσμα η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικώς κρινόμενη, να θεωρείται εκδήλως υπερβολική. Βεβαίως η σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως ορθά επισημαίνεται στην εκκαλούμενη απόφαση, είναι δεδομένη έστω και αν η ποσότητα των ναρκωτικών ήταν μικρή. Ωστόσο, η μεγάλη καθυστέρηση των 22 περίπου μηνών στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου, η επιτυχής προσπάθεια του εφεσείοντα για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά σε συνάρτηση προς τους λοιπούς παράγοντες μετριασμού της ποινής θα δικαιολογούσαν την επιβολή ποινής φυλάκισης μικρότερου ύψους.» Στην υπόθεση δε Παναγιώτη Γ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 511, το Ανώτατο Δικαστήριο σε υπόθεση στην οποία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έκρινε τον εφεσίβλητο ένοχο ύστερα από ακροαματική διαδικασία μετά την πάροδο 3 ετών από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1 και 2 καλλιέργεια φυτών καννάβεως (14 φυτά) και παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β (τα πιο πάνω 14 φυτά), κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν. 29/77)όπως τροποποιήθηκε και 5 μηνών στην κατηγορία 3 που αφορούσε κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β (τα πιο πάνω 14 φυτά) με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλο πρόσωπο, απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα για ανεπάρκεια αφού έκρινε ότι η ευθύνη για την καθυστέρηση εβάρυνε πρωτίστως το Δικαστήριο. Απορρίπτοντας δε την έφεση μεταξύ άλλων επισημαίνει τα εξής: «Το δικαίωμα εκδίκασης μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η δε διασφάλιση του δικαιώματος τούτου αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Στην παρούσα υπόθεση θεωρούμε ότι η εκδίκαση της υπόθεσης του εφεσίβλητου έχει λάβει χώραν μετά από μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει πρωτίστως το Δικαστήριο. Ο εφεσίβλητος βαρύνεται για μικρό μόνο μέρος της καθυστέρησης. Τονίζουμε ότι σε περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ο τελευταίος δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βαρνάβα, πιο πάνω και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 A.A.Δ. 273). .......................................................................... Η σημειωθείσα καθυστέρηση στην παρούσα υπόθεση αποτελεί μετριαστικό της ποινής παράγοντα. Κρίνουμε ότι ορθά λήφθηκε υπόψη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Η επιείκεια που επιδείχθηκε δεν καθιστά την εκκαλούμενη ποινή πρόδηλα ανεπαρκή. Δεν επιτρέπεται επομένως η επέμβασή μας για να την αυξήσουμε. Έπεται πως η έφεση πρέπει να απορριφθεί.» Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω και όλες τις παραμέτρους σε σχέση με τα γεγονότα και συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, αλλά και την διαπίστωση μου όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, ότι μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μεγάλο μέρος της καθυστέρησης οφείλεται και στους ίδιους τους κατηγορούμενους 1 και 2, δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει σε συνάρτηση με όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, είναι ικανός να καταστήσει ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στους κατηγορούμενους. Επισημαίνω ακόμη ότι δεν συνάγεται από τα όσα αφορούν τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορούμενων 1 και 2, να υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή σε αυτές. Εν πάση περιπτώσει το στοιχείο αυτό θα έχει το αντίκρισμα του στην ποινή που θα επιβληθεί όχι, όμως, σε σχέση με το είδος της αλλά μόνο σε σχέση με το εύρος της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω καθώς και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τους κατηγορούμενους 1 και 2, στην παρούσα υπόθεση ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής, θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής, το οποίο θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στους κατηγορούμενους 1 και 2 όσο και σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά το εύρος της ποινής που θα επιβάλω στους κατηγορούμενους 1 και 2 λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα λέχθηκαν και αποφασίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο κάτω υποθέσεις: Στην υπόθεση Χ΄ Πέτρου v. Δημοκρατίας, 1998
(2)ΑΑΔ 123, επικυρώθηκε η επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης των 3 χρόνων, για κατοχή ρητίνης κάνναβης 228,11γρ. Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 ΑΑΔ 11, ο εφεσίβλητος ηλικίας 23 ετών παραδέχθηκε ενοχή και εξέφρασε μεταμέλεια στα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 419,96 γραμμαρίων φυτού κάνναβης και της κατηγορίας για χρήση κάνναβης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του Περί Κηδεμονίας και άλλων τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμου του 1996, (Ν.46(Ι)/96), έθεσε τον εφεσίβλητο υπό κηδεμονία με όρους κοινοτικής εργασίας. Η ποινή κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε κατ' έφεση με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός χρόνου στην 1η κατηγορία, 2 χρόνων στη 2η κατηγορία και 6 μηνών στη 3η κατηγορία. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου διαδραματίζουν μικρό μόνο ρόλο στην επιβολή ποινής. Και αυτό γιατί υπερισχύει η ανάγκη διαφύλαξης της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών η οποία επιτυγχάνεται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όσον αφορά για το πώς επηρεάζεται η επιβαλλόμενη ποινή όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του άλλα αδικήματα, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Προτού παραθέσω την τελική κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με το είδος και το εύρος της ποινής που θα επιβάλω στους κατηγορούμενους 1 και 2, κρίνω πώς θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν τέτοιες συνθήκες η περιστάσεις που δικαιολογούν την διαφοροποίηση όσον αφορά το είδος η ακόμη και το εύρος της ποινής δι ένα έκαστον εξ αυτών. Αυτό έχοντας κατά νού τις αρχές της νομολογίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Καθοδηγητική δε επί τούτου είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σιδερένου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ 190, Ποιν. Έφ. αρ.122/2009, ημερ.21/04/2010, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος διασφαλίζει την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον της Δικαιοσύνης. Όπως προβλέπει το Άρθρο, ο κάθε πολίτης δικαιούται να τύχει ίσης προστασίας και μεταχείρισης. Σε ό,τι αφορά την επιβολή ποινής, η υποχρέωση του Δικαστηρίου συνίσταται στην υποχρέωση να μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο όλους όσους βρίσκονται στην ίδια θέση (βλ. Χρυσάνθου Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.251). Η σημασία της ανισότητας στη μεταχείριση παραβατών που είναι στην ίδια θέση, έγκειται στο ότι δημιουργεί αίσθημα αδικίας και τείνει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στον ίδιο το θεσμό της δικαιοσύνης. Ωστόσο ο όρος «ίσοι ενώπιον του νόμου .. και της δικαιοσύνης» στο Άρθρο 28.1 του Συντάγματος, δεν σημαίνει και την ακριβή αριθμητική εξίσωση της ποινής δύο παραβατών, αλλά διασφαλίζει μόνο την ισότητα έναντι αυθαίρετων διακρίσεων και καθόλου δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις (βλ. Ευαγόρου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.593, Mikrommatis v. Republic 2 RSCC 125 και Λοΐζος Λοΐζου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.546).» Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω λεχθέντα κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση η κολάσιμη αντιμετώπιση του κατηγορούμενου 1 πρέπει να διαφοροποιηθεί σε σχέση με αυτήν του κατηγορούμενου 2, αφού: · Για τον κατηγορούμενο 1 δεν λαμβάνονται υπόψη αδικήματα άλλης υπόθεσης όπως ισχύει για τον κατηγορούμενο
- · Ακόμα όπως συνάγεται από τα γεγονότα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες, συνεργάστηκε πλήρως με την αστυνομία και με τη δική του κατάθεση διαλευκάνθηκαν και τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 επί του κατηγορητηρίου που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
- Από την άλλη ο κατηγορούμενος 2 δεν παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες στην αστυνομία, παρόλο που αρχικά επέδειξε πνεύμα συνεργασίας, συμφωνώντας ότι οι ναρκωτικές ουσίες που ανευρέθησαν στην κατοχή του κατηγορούμενου 1 στην παρούσα υπόθεση και άλλου προσώπου στην υπόθεση 12279/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ήταν αυτές που ζήτησε να του προμηθεύσουν τα εν λόγω πρόσωπα για να τις χρησιμοποιήσει. · Ακόμη ο κατηγορούμενος 2, επίσης όπως συνάγεται από τα γεγονότα, ήταν ο ιθύνων νούς και το πρόσωπο το οποίο συνέλαβε και συνέδραμε, στο να τεθεί σε εφαρμογή το σχέδιο για την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 4 τόσο της παρούσας όσο και της υπόθεσης 12279/12, αλλά και που διέπραξε το αδίκημα της κατηγορίας 5 στην παρούσα. Έχοντας κατά νού όλα τα πιο πάνω, καταληκτικά επιβάλλω στους κατηγορούμενους 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον κατηγορούμενο 1, καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 2ης κατηγορίας. Στην 2η κατηγορία επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 1, ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην 3η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή στον κατηγορούμενο 2, καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 4ης κατηγορίας. Στην 4η κατηγορία επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 2, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην 5η κατηγορία επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 2, ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και να ξεκινούν από τις 14.2.2014, ημερομηνία από την οποία οι κατηγορούμενοι 1 και 2, τελούν υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Το ποσό των εξόδων της κατηγορούσας αρχής στην παρούσα υπόθεση που συνολικά ανέρχονται στα €20,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχονται από το άρθρο 31 του Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 32 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διατάζω όπως τα ευρισκόμενα στην κατοχή της αστυνομίας τεκμήρια στην παρούσα υπόθεση, ήτοι: ένα τεμάχιο ασημόκολλας εντός της οποίας είχε ανευρεθεί πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, βάρους 0,3253 γρ. η πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 0,3253 γραμμαρίων, και ένα τεμάχιο άσπρης κόλλας, δημευθούν και καταστραφούν. Όσον αφορά τα τεκμήρια της υπόθεσης υπ΄ αριθμό 12279/12, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αυτά να παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της εν λόγω υπόθεσης σε σχέση με τον κατηγορούμενο
- Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές φυλάκισης πού επέβαλα στους κατηγορούμενους 1 και 2, θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση τους ή δύνανται να ανασταλούν, ως οι σχετικές εισηγήσεις των συνηγόρων τους. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/
- Με τον νόμο δε Ν.186(Ι)/2003, ο οποίος τον τροποποίησε, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται στο άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην υπόθεση δε Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Όπως κατ' αρχάς συνάγεται από τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν διαπιστώνω και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων 1 και 2, έχουν διαφοροποιηθεί και πώς και σε ποίον βαθμό αυτές θα επηρεαστούν σε περίπτωση άμεσης φυλάκισης, πλήν βεβαίως του αυτονόητου που έχει να κάνει με την φυσική απομάκρυνση τους από την οικογένεια τους και την κοινωνία, κατά το χρονικό διάστημα του εγκλεισμού τους στη φυλακή. Επίσης οι συνθήκες διάπραξης, τα κίνητρα διάπραξης των αδικημάτων αλλά και ο προσχεδιασμός τους, καθιστούν τα εν λόγω αδικήματα ως ιδιαίτερα σοβαρά. Καθοδηγούμενος λοιπόν από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και έχοντας υπόψη όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι ότι δικαιολογείται η αναστολή έκτισης των ποινών φυλάκισης που επέβαλα στους κατηγορούμενους 1 και 2. Όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία και παράγοντες έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση των ποινών και έχουν διαδραματίσει ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο σε αυτές όσον αφορά το εύρος τους. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1, στις κατηγορίες 1 και 2 και των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 2, στις κατηγορίες 3, 4 και 5, στην παρούσα υπόθεση. Στην επιβολή ποινών στον κατηγορούμενο 2, στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη και τα γεγονότα που αφορούν τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 στις οποίες βρέθηκε ένοχος στην υπόθεση 12279/2012, του Ε. Δ. Λεμεσού. (Υπ.) ...................................... Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ναρκωτικά με σκοπό την προμήθεια, Ποινή). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο