Δημοκρατία ν. Μ ά ρ ι ο υ Σ ι α η λ ή, Αρ. Υπόθ.: 11945/13, 21/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2014:5 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 11945/13 Δημοκρατία ν. Μ ά ρ ι ο υ Σ ι α η λ ή Κατηγορούμενου ....................................... Ημερομηνία: 21.2.2014 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας (για να ακούσει απόφαση ο κ. Γ. Αργυρού) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Πουργουρίδης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος σε τέσσερεις κατηγορίες. Σε άλλες κατηγορίες που αντιμετώπιζε απαλλάχθηκε μετά που η Κατηγορούσα Αρχή ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Από τις τέσσερεις κατηγορίες που παραδέχθηκε, οι δύο αφορούν στα αδικήματα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1 και 4) και οι άλλες δύο αφορούν στα αδικήματα της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 6 και 9). Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή έχουν ως ακολούθως: «
- Κατά τον Απρίλιο του 2005 η Olena Bakuma, διευθύντρια της εταιρείας WIGEON CONSTRUCTION COMPANY Ltd, που εδρεύει στην Λεμεσό, δάνεισε στον κατηγορούμενο, εκ μέρους της εταιρείας, το χρηματικό ποσό των 85.000ΛΚ .
- Ο κατηγορούμενος εξέδωσε στις 4.7.2005 τραπεζική επιταγή προς όφελος της εν λόγω εταιρείας ώστε να εξοφλήσει το προαναφερθέν χρέος. Συγκεκριμένα εξέδωσε την επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου ΛΤΔ με αριθμό 06833696 για το ποσό των 85.000ΛΚ, η οποία κατέστη πληρωτέα στις 4.7.
- Όταν η πιο πάνω επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα στις 10.11.2005 δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών.
- Κατά τον Ιανουάριο του 2006 η παραπονούμενη Olena Bakuma δάνεισε εκ νέου στον κατηγορούμενο το ποσό των 35.000 Δολαρίων Αμερικής. Ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή μεταξύ Ιανουαρίου 2006 και Οκτωβρίου 2006 εξέδωσε τραπεζική επιταγή προς όφελος της παραπονούμενης για πληρωμή μέρους του ως άνω χρέους. Συγκεκριμένα εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ με αριθμό 49640925 για το ποσό των 10.000ΛΚ , η οποία κατέστη πληρωτέα στις 27.9.
- Όταν η πιο πάνω επιταγή παρουσιάστηκε στις 14.11.2006 στην Τράπεζα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών.
- Τον Ιούνιο του 2003 ο παραπονούμενος στην 6η κατηγορία Leslie Glassock, μόνιμος κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου, αγόρασε οικία από την εταιρεία κατασκευών KANIKA DEVELOPMENTS Ltd για το ποσό των ΛΚ 239.
- Η καταβολή του εν λόγω ποσού συμφωνήθηκε να γίνει με δόσεις και ο παραπονούμενος διόρισε ως δικηγόρο του τον κατηγορούμενο με εντολή να προβαίνει στην καταβολή της εκάστοτε δόσης επ' ονόματι του.
- Στις 16.8.06 ο παραπονούμενος έμβασε στον λογαριασμό του κατηγορούμενου το ποσό των ΛΚ87.802- με εντολή να το καταβάλει στην προαναφερθείσα εταιρεία ως δόση για την αγορά της οικίας. Την 1.9.06 ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των ΛΚ1.920 ώστε να πληρωθούν τα έξοδα μεταβίβασης της αγορασθείσας οικίας. Ο κατηγορούμενος έκλεψε μεταξύ 18.8.2006 και 1.9.2006 τα εν λόγω ποσά και τα χρησιμοποίησε για δικούς του προσωπικούς σκοπούς αντί να τα χρησιμοποιήσει σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του παραπονούμενου.
- Οι παραπονούμενοι στην 9η κατηγορία Γεώργιος Κυριάκου και Ελένη Ονουφρίου, τέκνα της Μαρίας Lewis, η οποία απεβίωσε στις 16.06.05, ως νόμιμοι κληρονόμοι αυτής απευθύνθηκαν στον κατηγορούμενο, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου, ζητώντας του να αναλάβει την διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας.
- Ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια της αίτησης αρ. 71/06, προέβη στις εκ του νόμου απαραίτητες διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και διορίσθηκε ως διαχειριστής της περιουσίας. Σύμφωνα με την απογραφή της περιουσίας, που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η θανούσα είχε κατατεθειμένο στην Τράπεζα Κύπρου ΛΤΔ το ποσό των ΛΚ 59.487- στον λογαριασμό της με αριθμό 343-42-01-
- Ο κατηγορούμενος στις 29.3.06 παρουσιάστηκε στην Τράπεζα υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής και προέβη σε ανάληψη του πιο πάνω ποσού, το οποίο στη συνέχεια μεταξύ 1.5.2006 και 1.8.2006 έκλεψε και το χρησιμοποίησε για δικούς του προσωπικούς σκοπούς.
- Η αποβιώσασα επίσης κατείχε 7895 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου οι οποίες μεταβιβάστηκαν κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου στην εταιρεία MEGA EQUITY. Ακολούθως μεταξύ 1.5.2006 και 1.8.2006 οι εν λόγω μετοχές πωλήθηκαν με εντολή του κατηγορούμενου στην τιμή των ΛΚ 4,04- έκαστη και το αντίτιμο εισπράχτηκε από τον κατηγορούμενο με επιταγή. Ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή μεταξύ 1.5.2006 και 1.8.2006 εξαργύρωσε την προαναφερθείσα επιταγή, έκλεψε το αντίστοιχο ποσό της επιταγής και το χρησιμοποίησε για δικούς του προσωπικούς σκοπούς.
- Στις 4.10.06 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου το οποίο δεν εκτελέστηκε ενόψει του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είχε ήδη εγκαταλείψει τη Δημοκρατία. Στις 13.10.06 εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Εν τέλει ο κατηγορούμενος συνελήφθη κατά την άφιξή του στο Αεροδρόμιο Λάρνακας την 1η Ιουνίου 2013
- Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.» Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου προς μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους παράγοντες: (α) την άμεση παραδοχή του. (β) Το λευκό του ποινικό μητρώο. (γ) Την καθυστέρηση. Επί τούτου ανέφερε ότι στις 14 Σεπτεμβρίου 2006 έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του ενώ βρισκόταν στο σπίτι του με τη σύζυγο και τα παιδιά του. Έτσι στις 17 Σεπτεμβρίου του 2006 εγκατέλειψε την Κύπρο, ως ανέφερε ο συνήγορος του, όχι για να αποφύγει την τιμωρία αλλά για να γλυτώσει τη ζωή του και της οικογένειας του. Δήλωσε ότι η καθυστέρηση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας «όχι εν τη εννοία απόδοσης ευθύνης στην Κατηγορούσα Αρχή.» αλλά ως ο χρόνος που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα. (δ) Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις ως εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας την οποία υιοθέτησε. (ε) Τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα. Ο κατηγορούμενος, ως ανέφερε, μέχρι το 2001 ήταν ένας αξιόλογος δικηγόρος. Στη ζωή του επήλθαν δύο καθοριστικά γεγονότα. Το πρώτο αφορούσε στο διαζύγιο με την πρώτη του σύζυγο και το δεύτερο αφορούσε στην αποχώρηση του συνεταίρου του από το συνεταιρισμό που διατηρούσαν. Τα πιο πάνω γεγονότα δημιούργησαν στον κατηγορούμενο χρέη ύψους ενός εκατομμυρίου λιρών. Παρά τις προσπάθειες του να αντεπεξέλθει στο οικονομικό βάρος, αδυνατούσε και προκειμένου να μην διασυρθεί το όνομά του προσέφυγε σε δανεισμό από τοκογλύφους. Δανειζόταν χρήματα με τόκο μέχρι και 60% την εβδομάδα. Υπό το κράτος των απειλών των δανειστών - τοκογλύφων του να εξοφλήσει τα χρέη του, αναγκαζόταν να δανείζεται από άλλους τοκογλύφους για να εξοφλήσει τους πρώτους. Έτσι γύρω στα μέσα του 2006 επήλθε η οικονομική του κατάρρευση. Οι τοκογλύφοι αλλά και άλλα εγκληματικά στοιχεία πίεζαν και απειλούσαν τόσο τον ίδιο όσο και την οικογένεια του να εξοφλήσει. Αποκορύφωμα όλων των πιο πάνω ήταν η απόπειρα δολοφονίας εναντίον του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, λόγω των οικονομικών δυσκολιών και κάτω από έντονο ψυχοσυναισθηματικό στρες διέπραξε τα αδικήματα. (στ) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει αποζημιώσει πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης τον Leslie Glassock ο οποίος ήταν το πρόσωπο που του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.89.722 για να το παραδώσει στην εταιρεία από την οποία αγόρασε την κατοικία του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος στις 29.1.2014 υπέγραψε και παρέδωσε γραμμάτιο συνήθους τύπου το οποίο διαλαμβάνει την καταβολή με μηνιαίες δόσεις των €5.000 εκάστη, συνολικού ποσού €300.000 προς όφελος των παραπονουμένων. Η πρώτη δόση καταβλήθηκε στις 29.1.2014 και ο κατηγορούμενος θα συνεχίσει να καταβάλλει τη δόση την 29η ημέρα κάθε επόμενου μήνα. Όπως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του δεν έχει πληρώσει τις επιταγές (κατηγορίες 1 και 4) συνολικού ποσού Λ.Κ.95.000 αλλά προτίθεται να το πράξει. Ο κατηγορούμενος πρότεινε στους δικαιούχους των επιταγών να παραδώσει γραμμάτιο συνήθους τύπου με εγγυητές για το συνολικό ποσό των επιταγών πλέον τόκους το οποίο θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις των €15.000 η κάθε μία, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 20.5.
- Οι δικαιούχοι των επιταγών δεν αποδέχθηκαν την πιο πάνω πρόταση και ζητούν την καταβολή ολόκληρου του ποσού σε μετρητά ή με τραπεζική εγγύηση. (ζ) Την εξωδικαστηριακή τιμωρία του κατηγορουμένου αφού θα απωλέσει την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος του δικηγόρου. (η) Τις επιπτώσεις τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας. Ο ίδιος πολύ πρόσφατα βρήκε εργασία ως διευθυντής πωλήσεων σε διαφημιστική εταιρεία, και τυχόν φυλάκισή του θα έχει δύσκολες συνέπειες στα εξαρτώμενα του αφού αυτός είναι που συντηρεί την οικογένεια του, εφόσον η σύζυγός του δεν εργάζεται. Αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου έχει συνταχθεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 44 ετών, πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών ηλικίας 17, 8 και 6 ετών. Το μεγαλύτερο του παιδί προέρχεται από τον πρώτο του γάμο ενώ τα άλλα δύο από το δεύτερο γάμο. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του είναι δικηγόροι. Ο κατηγορούμενος στις 27.1.2014 εργοδοτήθηκε ως διευθυντής πωλήσεων σε διαφημιστική εταιρεία ενώ η σύζυγός του είναι άνεργη. Διατηρεί καλές σχέσεις με την οικογένεια του. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στην Πάφο και είναι ένα από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του. Μεγάλωσε σε μια συγκροτημένη οικογένεια και μετά που ολοκλήρωσε τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά, σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παντρεύτηκε το 1994 και από το γάμο του απέκτησε ένα παιδί. Το 1996 δημιούργησε το δικό του δικηγορικό γραφείο και ασκούσε το επάγγελμα μέχρι το Σεπτέμβριο του
- Το 1999 ήρθε σε διάσταση με τη σύζυγό του και το 2002 εκδόθηκε διαζύγιο. Το 2003 τέλεσε νέο γάμο. Στις 14.9.2006 ως αναφέρεται και πιο πάνω, έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του και λίγες μέρες αργότερα αναχώρησε για το εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2010 η σύζυγός του και τα παιδιά του επέστρεψαν στην Κύπρο καθότι το μεγαλύτερο παιδί του δεν μπορούσε να φοιτήσει σε σχολείο αφού ήταν παράνομοι στη Ν. Ζηλανδία. Την 1.6.2013 ο κατηγορούμενος αποφάσισε να επιστρέψει στην Κύπρο και ειδοποίησε σχετικά τις αρμόδιες αρχές οι οποίες τον συνέλαβαν στο αεροδρόμιο. Ο πατέρας του λόγω των πιο πάνω καταστάσεων αρρώστησε και δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Λόγω των πιο πάνω δυσκολιών δημιουργούνται διενέξεις μεταξύ του ζευγαριού και έτσι αποφάσισαν να αποταθούν σε ψυχολόγο. Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Η σοβαρότητά τους αντικατοπτρίζεται και από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Ο Νομοθέτης αρχικά για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση του άρθρου 270 του Ποινικού Κώδικα προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια. Με το Νόμο 43
(1)/2000 ημερομηνίας 7.4.2000 η πιο πάνω ποινή αυξήθηκε από τα επτά σε δέκα έτη και με το Νόμο 84
(1)/2012 ημερομηνίας 29.6.2012 αυξήθηκε από τα δέκα σε δεκατέσσερα έτη. Για τα αδικήματα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα ο Νομοθέτης αρχικά με το Νόμο 186/86 ο οποίος εισήξε το άρθρο 305(Α) του Ποινικού Κώδικα προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι έξι μήνες. Στη συνέχεια με το Νόμο 36
(1)/97, ημερομηνίας 16.5.97, η εν λόγω ποινή αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο χρόνια και χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.£1.500 ή και στις δύο ποινές. Με το Νόμο 25
(1)/2003, ημερομηνίας 31.1.2003 ο Νομοθέτης αντικατέστησε το άρθρο 305(Α) και προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή συνδυασμός και των δύο ποινών. Στη συνέχεια ο Νομοθέτης αντικατέστησε και πάλι το άρθρο 305(Α) με το Νόμο 70
(1)/2008 ημερομηνίας 25.7.2008 και προέβλεψε για το εν λόγω αδίκημα ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000 ή και στις δύο ποινές. Δεν διέλαθε της προσοχής μας ότι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο Νομοθέτης για τα αδικήματα της κλοπής υπό αντιπροσώπου προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα χρόνια ενώ για τα αδικήματα της έκδοσης επιταγών κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και στις δύο ποινές. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου είναι σοβαρό αφού αναφέρεται στην ύπαρξη και διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να προσφέρουν την κατάλληλη προστασία τιμωρώντας τα πρόσωπα που παραβιάζουν την εμπιστευτική αυτή σχέση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια έχουν υποδείξει σε αριθμό υποθέσεων ότι η κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 707 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες και Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 602). Το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι σοβαρό. Κι αυτό γιατί έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη. Τα τελευταία χρόνια κατήντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου. Ένας κοινότατος τρόπος συναλλαγής μεταβλήθηκε από τους επιτήδειους σε όργανο εξαπάτησης. (Βλ. Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) ν. Samoa Clothing Industry Ltd κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ 79). Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Ορθά χαρακτηρίστηκε ως οικονομική μάστιγα. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί κρίθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ως επιβαρυντικοί. (Βλ. Σιδέρης Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)2 ΑΑΔ 60). Να σημειώσουμε πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των Δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο Δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. (Βλ. Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 AAΔ 546, Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 663). Τα Δικαστήρια που είναι οι φρουροί της νομιμότητας και ευταξίας, έχουν ευθύνη έναντι της κοινωνίας να πατάξουν το έγκλημα. Τούτο επιτυγχάνεται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Αποτρεπτικές ποινές μπορούν και πρέπει να επιβάλλονται όπου η φύση των αδικημάτων το απαιτεί ή όπου η παρανομία του είδους της εκδικαζόμενης υπόθεσης αυξάνεται σε έκταση. Οι προσωπικές συνθήκες σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα. Η ποινή δεν πρέπει να είναι μικρή γιατί αυτό αποτελεί ενθάρρυνση στην παρανομία. (Βλ. Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd κ.ά.
(1993)2 ΑΑΔ 117). Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, το στοιχείο της αποτροπής είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες επιβολής της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει όπως έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217). Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14 το Πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών στον εφεσείοντα ηλικίας 47 ετών, δικαστικό επιδότη, για τα αδικήματα της κλοπής υπό δημόσιου λειτουργού κατά παράβαση των άρθρων 255, 267 και 29 του Ποινικού Κώδικα. Το ποσό που ο εφεσείων είχε κλέψει ανήρχετο σε Λ.Κ.15.000. Το ποσό αυτό επεστράφη πριν από την πρόσαψη κατηγορίας. Υπήρχαν ομολογουμένως, αρκετοί μετριαστικοί παράγοντες όπως αυτοί περιγράφονται στην σελίδα 27 της απόφασης. Μάλιστα η καταδίκη του εφεσείοντα σε φυλάκιση θα σήμαινε οριστικό τερματισμό της εργοδότησής του στη Δημόσια Υπηρεσία και ταυτόχρονη απώλεια της σύνταξής του και κάθε άλλου συναφούς ωφελήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι ο δικαστικός επιδότης επιτελεί ιδιαίτερα υπεύθυνο καθήκον, ότι η κατάχρηση της θέσης του κλονίζει την εμπιστοσύνη στον ευαίσθητο αυτό θεσμό και ότι η αντιμετώπιση τέτοιων κρουσμάτων πρέπει να είναι αποτελεσματική και αποτρεπτική. Ωστόσο, αφού έλαβε υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις και κυρίως το γεγονός της επιστροφής των χρημάτων και ότι ο εφεσείων θα έχανε τη θέση του, τη σύνταξή του και τα άλλα ωφελήματα, αποφάσισε να μειώσει την ποινή σε 12 μήνες. Να σημειώσουμε ότι η προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή τότε για το πιο πάνω αδίκημα ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 109 ο εφεσείων δικηγόρος, βρέθηκε ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου για το οποίο τότε ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια. Οικειοποιήθηκε ποσό Λ.Κ.£3.000 που του εμπιστεύθηκε ο παραπονούμενος πελάτης του με σκοπό να το διαθέσει για τη διευθέτηση διαφοράς του με κάποια εταιρεία. Η ποινή φυλάκισης 12 μηνών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Μάλιστα το Εφετείο ανέφερε πως η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν ορθά ζυγιασμένη και ενείχε και το στοιχείο της επιείκειας. Στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ο εφεσείων, λογιστής, παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου για το οποίο τότε ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια. Οικειοποιήθηκε σε δύο περιπτώσεις το συνολικό ποσό των Λ.Κ.£9.064,11 που του εμπιστεύθηκαν οι πελάτες του για να πληρώσει εισφορές τους στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επέστρεψε στην παραπονουμένη το ποσό που οικειοποιήθηκε και υπέγραψε γραμμάτιο εγγυημένο με υποθήκευση ακίνητης ιδιοκτησίας προς ικανοποίηση της άλλης παραπονουμένης. Επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης 12 μηνών στις δύο κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου επικυρώθηκαν κατ΄ έφεση. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 219 ο εφεσείων κατόπιν παραδοχής του καταδικάστηκε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών σε επτά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα κλοπής υπό υπαλλήλου. Προβλεπόταν τότε κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης επτά ετών. Το συνολικό ποσό της κλοπής ανερχόταν σε Λ.Κ.£36.
- Ήταν 31 ετών, οικογενειάρχης με 3 μικρά παιδιά και με την απόλυσή του από τη θέση που κατείχε και γενικότερα την απώλεια της σταδιοδρομίας του, υπέστη μαζί με την οικογένεια του καταστροφικό πλήγμα. Λήφθηκε υπόψη και το αρκετά μεγάλο διάστημα εκκρεμότητας της υπόθεσης. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης παραμερίστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και επιβλήθηκαν σε αυτόν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών καθότι τα όσα το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε στον εφεσείοντα ως ελαφρυντικά και μετριαστικούς παράγοντες για την ποινή θα έπρεπε να είχαν προσμετρήσει και άλλο στην ποινή που έπρεπε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου. Οικειοποιήθηκε συνολικά το ποσό των Λ.Κ.£3.235,
- Παραδέχθηκε ενοχή, συνεργάστηκε με την Αστυνομία για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης και κατέβαλε στους δικαιούχους το σύνολο των χρημάτων που παρανόμως οικειοποιήθηκε. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και οικογενειάρχης πατέρας δύο παιδιών. Η ποινή φυλάκισης των 6 μηνών που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα κρίθηκε ότι ήταν αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις. Ο Νομοθέτης τότε για το συγκεκριμένο αδίκημα προέβλεπε ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 87/12, ημερ. 20.9.2012, η εφεσείουσα βρέθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή, η οποία έγινε σε προχωρημένο στάδιο, στην κατηγορία κλοπής υπό αντιπροσώπου για την οποία τότε ο Νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα χρόνια. Ήταν κτηματομεσίτρια και έκλεψε το ποσό των €42.250 που αποτελούσε μέρος του συνολικού ποσού των €85.000 που της εμπιστεύθηκε με σκοπό την αγορά οικοδομής. Αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό που έκλεψε. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του κατά την επιμέτρηση της ποινής την παραδοχή και την απολογία της, το λευκό της ποινικό μητρώο, την ηλικία της, ήταν 55 ετών, τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις και την καθυστέρηση. Επιβλήθηκε σε αυτή ποινή φυλάκισης 12 μηνών η οποία ήταν διαδοχική προς άλλη ποινή που ήδη εξέτιε πλην όμως η νέα ποινή θα άρχιζε από την ημερομηνία επιβολής της. Προστέθηκε περαιτέρω περίοδος φυλάκισης περίπου 6 μηνών. Η πιο πάνω ποινή επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Στην υπόθεση Λοίζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108 ο εφεσείων, δικηγόρος, βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για το ποσό των Λ.Κ.30.000 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών. Το ανώτατο όριο ποινής που προβλεπόταν τότε στο Νόμο ήταν έξι μήνες. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και άμεμπτου χαρακτήρα. Άλλο βασικό στοιχείο ήταν πως θα αντιμετώπιζε με βεβαιότητα και πειθαρχική δίωξη από το πειθαρχικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου με πολύ σοβαρές επιπτώσεις στη σταδιοδρομία του. Η δε υγεία του ήταν κλονισμένη. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή ήταν με προσοχή ζυγισμένη και δεν υπήρχαν περιθώρια επέμβασης με αποτέλεσμα να απορρίψει την έφεση. Στην υπόθεση Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd κ.ά.
(2002)2 ΑΑΔ 368 επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, δημόσιο υπάλληλο ποινή φυλάκισης δύο μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία για τα αδικήματα της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα συνολικού ποσού Λ.Κ.32.000. Αποζημίωσε μόλις θεωρήθηκε από την καταδικαστική απόφαση ότι το όφειλε. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που επικαλέστηκε δεν ήταν ικανοί να μετατρέψουν το είδος της ποινής και συνακόλουθα απέρριψε την έφεση. Στην υπόθεση Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ.2)
(2003)2 ΑΑΔ 343 η εφεσείουσα αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες για έκδοση ακάλυπτων επιταγών για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.738,
- Το Πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία επέβαλε στην εφεσείουσα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών. Κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ο Νομοθέτης προέβλεπε ποινή φυλάκισης μέχρι δύο χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.500 ή και στις δύο ποινές. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης της έφεσης τέθηκε ένας παράγοντας ο οποίος δεν ήταν ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αυτός συνίστατο από το συμβιβασμό των διαφορών των διαδίκων οι οποίες προέκυψαν από την επίδικη συναλλαγή. Έτσι για μόνο αυτό το λόγο το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή σε φυλάκιση 10 μηνών στην κάθε μία από τις τρεις κατηγορίες. Στην υπόθεση Λεωνίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ο εφεσείοντας καταδικάστηκε με δική του παραδοχή σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 μηνών σε 7 κατηγορίες που αφορούσαν στην έκδοση ακάλυπτων επιταγών για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.26.
- Συνεργάστηκε με την Αστυνομία, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, εξόφλησε τις επιταγές και ο ανήλικος γιος του διέμενε μαζί του μετά το χωρισμό με τη σύζυγό του. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση και επισήμανε ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν εκτόπιζαν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής άμεσης φυλάκισης ως εκ της φύσης και της έξαρσης του αδικήματος. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 ΑΑΔ 28). Θα θεωρήσουμε δε την παραδοχή τους ως άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, 463) και ότι αυτή συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας. Είναι καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου έχουν περιθωριακή σημασία. Γνωρίζουμε βέβαια πως η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εξουδετερώνει το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής, το οποίο στις περιπτώσεις όπου τα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση έρχεται σε δεύτερη μοίρα (Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το καθήκον όμως του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές. (Βλέπε Χρυσοστόμου «Κανάρη» ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 18). Από την άλλη εξατομίκευση της ποινής δεν εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος, και το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132). Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τις οικογενειακές - προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου όπως εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ανωτέρω και τα όσα σχετικά μας ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του γύρω από αυτές. Στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135 λέχθηκε ότι «Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.» Αναφορικά με την καθυστέρηση στην οποία έγινε αναφορά από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου, επισημαίνουμε ότι είναι γεγονός ότι τα αδικήματα έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2005-2006 και το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή το Φεβρουάριο του 2014, δηλαδή μετά την πάροδο 8 και πλέον ετών. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Είναι δε νομολογημένο ότι, εκτός από τις περιπτώσεις που είναι απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271 υποδείχθηκε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του.» Ωστόσο στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 109 η καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης δεν λειτούργησε ως μετριαστικός παράγων αφού «οφειλόταν αποκλειστικά στον ίδιο, ο οποίος, προφανώς, απέφευγε τον εντοπισμό του από τις αρχές». Στη μεταγενέστερη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272 τονίστηκε και πάλι ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσίβλητου έκρινε ως ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης. Στην υπόθεση CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288, το Εφετείο θεώρησε ορθή την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει ως μετριαστικό παράγοντα «Το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.». Παρόμοια προσέγγιση υπήρξε και στις Ποινικές Εφέσεις 190/11 και 195/11 Γενικός Εισαγγελέας ν. Μπλακέ Ανδρέα Σενέκκη κ.ά., Απόφαση ημερ. 23.5.12, όπου αναφέρθηκε ότι η νομολογία μας αναγνωρίζει ως μετριαστικό της ποινής παράγοντα και την καθυστέρηση στην καταχώριση της ποινικής υπόθεσης. Η καθυστέρηση στην εν λόγω υπόθεση ήταν περίπου 42 μήνες από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής. Μάλιστα μέσα σε αυτή την καθυστέρηση οι προσωπικές συνθήκες και των δύο κατηγορουμένων είχαν στο μεταξύ διαφοροποιηθεί. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι η επιείκεια που είχε επιδειχθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν καθιστούσε την εκκαλούμενη ποινή έκδηλα ανεπαρκή και απέρριψε τις εφέσεις του Γενικού Εισαγγελέα. Ως ελέχθη, εδώ καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή οκτώ και πλέον χρόνια από τη διάπραξη των αδικημάτων. Για τη μεγάλη αυτή καθυστέρηση δεν ευθύνεται η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία μάλιστα μερίμνησε και τροχοδρόμησε τη διαδικασία για έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου. Το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε στις 4.10.2006 χωρίς όμως αυτό να εκτελεστεί αφού ο κατηγορούμενος είχε ήδη εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία στις 13.10.2006 μερίμνησε και εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ο κατηγορούμενος τελικά συνελήφθηκε την 1.6.2013 στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Δεν αγνοούμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε την Κύπρο όχι για να αποφύγει την τιμωρία για τις πράξεις του, όπως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του, αλλά για να προστατεύσει τη ζωή του και την οικογένεια του. Από την άλλη δεν μπορούμε να αφήσουμε απαρατήρητο ότι ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι διέπραξε τα αδικήματα που παραδέχθηκε, εντούτοις αποφασίζει, για τους λόγους που ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορός του, να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία, χωρίς να αποζημιώσει τα θύματά του, και να παραμείνει εκτός αυτής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εν κατακλείδι θα λάβουμε προς όφελος του κατηγορούμενου την καθυστέρηση που παρατηρείται εδώ υπό το φως και των όσων μας ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του και ιδίως του γεγονότος ότι σήμερα ο κατηγορούμενος έχει εξεύρει εργασία σε διαφημιστική εταιρεία. Όπως έχει νομολογηθεί η επανόρθωση ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο που η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλεια του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων (βλ. Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 252). Η αποζημίωση του θύματος συνηγορεί υπέρ ηπιότερης τιμωρίας. Δεν αποκτά όμως κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου άλλως «Μαλέκκου»
(2003)2 ΑΑΔ 50). Όταν η μεταμέλεια έρχεται πολύ καθυστερημένα δεν αποτελεί ισχυρό ελαφρυντικό παράγοντα, ωστόσο δεν μπορεί να παραβλεφθεί ολότελα και θα πρέπει να δίδεται κάποια βαρύτητα (βλ. Ισιδώρου ν. G. M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (ανωτέρω)). Στην προκειμένη περίπτωση όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο κατηγορούμενος έχει αποζημιώσει πριν από την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης το Leslie Glassock ο οποίος ήταν το πρόσωπο που του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.89.722 για να το παραδώσει στην εταιρεία από την οποία αγόρασε την οικία του (κατηγορία 6). Η αποζημίωση επήλθε λίγα χρόνια μετά. Περαιτέρω οκτώ περίπου χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου (κατηγορία 9) και ειδικότερα στις 29.1.2014 υπέγραψε και παρέδωσε γραμμάτιο συνήθους τύπου για το συνολικό ποσό των €300.000, το οποίο είναι πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις των €5.
- Η πρώτη δόση καταβλήθηκε στις 29.1.
- Για τις δύο πιο πάνω κατηγορίες της κλοπής υπό αντιπροσώπου λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου τα πιο πάνω γεγονότα παρόλο που η γραπτή υπόσχεση για εξόφληση του σεβαστού ποσού της 9ης κατηγορίας δεν μπορεί να εξισωθεί με την εξόφληση. Περαιτέρω, όπως διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων, ο κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει τις δύο ακάλυπτες επιταγές που έχει εκδώσει για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.95.
- Λαμβάνουμε όμως υπόψη προς όφελός του, τις προσπάθειες που κατέβαλε για να εξοφλήσει τα ποσά των επιταγών με τη διαδικασία των μηνιαίων δόσεων, κάτι όμως που οι παραπονούμενοι δεν αποδέχθηκαν αφού ζήτησαν, ως είχαν δικαίωμα, την καταβολή ολόκληρου του ποσού σε μετρητά ή με τραπεζική εγγύηση. Στην υπόθεση Lucian Gheorghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 18-20/2013, Απόφαση ημερομηνίας 23.12.2013 λέχθηκε ότι: «Τα Δικαστήρια πρέπει να λαμβάνουν βεβαίως υπόψη τα ελαφρυντικά περιστατικά ενός κατηγορούμενου, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να υπολογίζουν κατά την επιμέτρηση της ποινής και την επίπτωση της εγκληματικής συμπεριφοράς επί του θύματος ή των θυμάτων αυτής.» Ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος και όπως αναφέρθηκε πρόσφατα, εργοδοτήθηκε ως διευθυντής πωλήσεων σε διαφημιστική εταιρεία. Ο συνήγορος του τόνισε ότι συνεπεία της καταδίκης θα απωλέσει την άδεια εξασκήσεως του δικηγόρου και κάλεσε το Δικαστήριο όπως το λάβει υπόψη του κατά την επιμέτρηση της ποινής. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνουμε προς όφελος του κατηγορουμένου, τις επαγγελματικές συνέπειες της ποινής και ειδικότερα ότι θα απωλέσει την άδεια εξασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330). Περαιτέρω λαμβάνουμε προς όφελος του κατηγορουμένου ότι διέπραξε τα αδικήματα κάτω από έντονη ψυχοσυναισθηματική φόρτιση, τις επιπτώσεις τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του, στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, αλλά και των όσων ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του στην εμπεριστατωμένη αγόρευσή του. Από την άλλη, δεν αγνοούμε, και μας λυπεί ιδιαίτερα, ότι ο κατηγορούμενος, δικηγόρος, εντεταλμένος στην τήρηση των Νόμων της πολιτείας ως λειτουργός της Δικαιοσύνης, διέπραξε σοβαρά αδικήματα που αντιστρατεύονται τη σχέση εμπιστοσύνης πελάτη προς δικηγόρο. Ως ελέχθη, έκλεψε σημαντικό ποσό που του εμπιστεύτηκε σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες πελάτης του για να το παραδώσει στον πωλητή οικίας που ο πελάτης του είχε αγοράσει (Λ.Κ.87.802) και για να χρησιμοποιηθεί για τη μεταβίβαση της εν λόγω οικίας (Λ.Κ.1.920) (6η κατηγορία). Παραβίασε και πάλι αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης όταν νόμιμοι κληρονόμοι αποβιώσασας αποτάθηκαν κοντά του υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου για να αναλάβει τη διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας. Αφού ανέλαβε την υπόθεση και διορίστηκε διαχειριστής, αποτάθηκε σε τράπεζα όπου η αποβιώσασα διατηρούσε λογαριασμό, έκανε ανάληψη του σεβαστού ποσού των Λ.Κ.59.487 και το οικειοποιήθηκε παράνομα, διαπράττοντας το αδίκημα της 9ης κατηγορίας. Μάλιστα ως διαχειριστής της περιουσίας πώλησε μετοχές και έκλεψε και πάλι το ποσό της πώλησης των μετοχών που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.31.895 περίπου. Ως αντιπρόσωπος παράνομα οικειοποιήθηκε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.181.000 περίπου (€309.256). Να σημειώσουμε, για ό,τι αξίζει, ότι στις υποθέσεις που οι παραβάτες ήταν δικηγόροι τα ποσά που αυτοί είχαν οικειοποιηθεί, ήταν πολύ μικρότερα. Περαιτέρω εξέδωσε δύο ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού Λ.Κ.95.000 (€162.317) για δάνεια που έλαβε. Συνολικά, η παράνομη δραστηριότητα του κατηγορούμενου καλύπτει το σεβαστό ποσό των Λ.Κ.276.000 (€471.574) περίπου. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 109 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. η σχέση δικηγόρου και πελάτη βασίζεται εξ ολοκλήρου, και με ιδιαίτερο τρόπο, στην εμπιστοσύνη του τελευταίου προς τον πρώτο. Έτσι και κλονισθεί τούτο το αίσθημα οι τριγμοί θα φθάσουν τα θεμέλια του οικοδομήματος της απονομής της δικαιοσύνης. Είμαστε βέβαιοι πως όσοι ανήκουν στο δικηγορικό επάγγελμα συμμερίζονται αυτές τις σκέψεις.» Στην υπόθεση Georghiou v. Republic
(1984)2 CLR 65, στην οποία έκανε αναφορά ο κ. Πουργουρίδης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα από το Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε): «It has been said time and again and, now we repeat, that the higher one stands, the higher becomes his duty to observe the law; in fact, give by his conduct an example of obedience to the law.» Επίσης λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε, έστω και καθυστερημένα οικιοθελώς στην Κύπρο. Θεωρούμε ότι ο παράγοντας αυτός είναι μικρής σημασίας στην παρούσα υπόθεση πλην όμως δεν παραγνωρίζεται (βλ. υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Δεν διέλαθε της προσοχής μας ότι τα ποσά των κατηγοριών που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος διαφέρουν. Ωστόσο, στην υπόθεση Lucian Gheorghe (πιο πάνω) το Εφετείο απορρίπτοντας τη θέση του κατηγορούμενου ότι η ποινή που του επιβλήθηκε σε συγκεκριμένη κατηγορία ήταν αυστηρή επειδή από τη διάρρηξη της συγκεκριμένης κατηγορίας απεκόμισε μόνο €230.- ανέφερε ότι εκείνο που έχει σημασία είναι η όλη εγκληματική συμπεριφορά και οι συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση. Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή και ειδικότερα η επιβολή και έκτιση ποινής περιοδικής φυλάκισης, ως η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου, θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, η άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η απολογία και μεταμέλεια του, το γεγονός ότι αποζημίωσε τον παραπονούμενο στην 6η κατηγορία (έστω και καθυστερημένα), το γεγονός ότι υπέγραψε προς όφελος των παραπονουμένων στην 9η κατηγορία γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό που απέσπασε (παρόλο που η υπόσχεση για καταβολή του ποσού δεν ισοδυναμεί με εξόφληση), το γεγονός ότι είχε την υποκειμενική ευγενή πρόθεση κάποτε να επιστρέψει τα χρήματα που έκλεψε παρόλο που η πρόθεση αυτή δεν συνοδευόταν από υπαρκτή αντικειμενική δυνατότητα, οι προσπάθειες που έγιναν εκ μέρους του για εξόφληση των ακάλυπτων επιταγών όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται πιο πάνω, το λευκό του ποινικό μητρώο, οι συνέπειες στην επαγγελματική του ζωή από την επιβολή της ποινής, το γεγονός ότι επέστρεψε στην Κύπρο οικιοθελώς, οι επιπτώσεις τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του από την επιβολή της ποινής, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τα αδικήματα όπως εκτίθενται ανωτέρω, η συναισθηματική του φόρτιση, καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης. Συνακόλουθα επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην 9η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. Παρατηρούμε ότι μετά την τροποποίηση του περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Ν.95/72)με το Ν.186
(1)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 και Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 221/12, ημερ. 19.12.12). Στις Ποιν. Εφέσεις 64-69/2013 Θεόδωρος Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας, απόφαση ημερ. 21.6.13, το Εφετείο ανέστειλε ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί σε κατηγορούμενους κυρίως λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας τους (ήταν ηλικίας μεταξύ 18 και 20 ετών), λόγω του λευκού τους ποινικού μητρώου και λόγω του γεγονότος ότι θα επηρεαζόταν η φοίτησή τους σε εκπαιδευτικά ιδρύματα ή η συνέχιση των σπουδών τους. Εδώ, ως έχουμε ήδη αναφέρει, ο κατηγορούμενος, δικηγόρος, διέπραξε σοβαρά αδικήματα. Σε δύο περιπτώσεις παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και στα πλαίσια του λειτουργήματός του, έλαβε περιουσία με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Η συμπεριφορά του αυτή δεν συνάδει με το δικηγορικό λειτούργημα. Σε δύο άλλες περιπτώσεις, όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω, εξέδωσε δύο επιταγές για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.95.000 τις οποίες δεν εξόφλησε παρά τις προσπάθειες του. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση τα οποία είναι σοβαρά, χωρίς από την άλλη να αγνοούμε τους μετριαστικούς παράγοντες που υπάρχουν εδώ και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, βρίσκουμε ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. (Υπ.) .............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. ../ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά-Κλοπή υπό αντιπροσώπου, ακάλυπτες επιταγές cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο