← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνου Ιωάννου, Αρ. Υποθ: 29523/10, 24/3/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνου Ιωάννου, Αρ. Υποθ: 29523/10, 24/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υποθ: 29523/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Κωνσταντίνου Ιωάννου Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 24/3/2014 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ"Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών γι' αυτόν ο κ. X"Πιέρας Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία που στηρίζεται στο Άρθρο 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο αναφέρει τα εξής: "

  1. Όποιος με σκοπό ακρωτηριασμού, παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο ή με σκοπό αντίστασης εναντίον της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης οποιουδήποτε προσώπου ή αποτροπής αυτής - (α) με οποιοδήποτε μέσο τραυματίζει παράνομα ή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στη ποινή της φυλάκισης διά βίου". Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 20 Οκτωβρίου 2010 στη Λεμεσό με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στο Πανίκο Χρυσοστόμου από τη Λεμεσό παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον πιο πάνω με την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος δηλαδή του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής AAG
  2. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έντεκα μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε επίσης δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρεται στις ενέργειες των αστυνομικών μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων τους και για τους μάρτυρες αυτούς θα περιοριστώ σε περιληπτική αναφορά στις ενέργειες τους. Ο Μ.Κ.1 αστυφ. 2492 Σ. Περικλέους υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης η οποία έγινε Τεκμήριο 1 και κατέθεσε επίσης δέσμη φωτογραφιών η οποία έγινε Τεκμήριο
  3. Οι ενέργειες του μάρτυρα περιορίστηκαν στη λήψη των φωτογραφιών αυτών. Ο Μ.Κ.2 αστυφ. 2118 Α. Κόλιας κατέθεσε τη γραπτή του κατάθεση η οποία έγινε Τεκμήριο 2, υιοθέτησε το περιεχόμενο της και κατέθεσε τα Τεκμήρια 4-
  4. Η δραστηριότητα του περιορίστηκε στη λήψη και διακίνηση των τεκμηρίων αυτών. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού ο κ. Χ"Πιέρας δήλωσε ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση εκ μέρους της υπεράσπισης για τη διακίνηση των τεκμηρίων και η δήλωση αυτή έγινε παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Κατατέθηκε επίσης από το μάρτυρα το Τεκμήριο 9 που αφορά υπόδειξη σκηνών και έγινε μετά από επιθυμία του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.3 αστυφ. 2683 Χρ. Ευσταθίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της δικής του κατάθεσης που έγινε Τεκμήριο 10 ο οποίος μαζί με τον αστυφύλακα 2118 συνόδεψαν τον κατηγορούμενο στην υπόδειξη των σκηνών. Ο Μ.Κ.4 αστυφ. 494 Ν. Φιλίππου υιοθέτησε τη δική του κατάθεση η οποία έγινε Τεκμήριο 11 και κατέθεσε επίσης σαν Τεκμήριο 12 την κατάθεση του κατηγορουμένου ημερ. 20.10.
  5. Όπως ανέφερε το μόνο που έκαμε στη παρούσα υπόθεση ήταν να καταγράψει την κατάθεση του κατηγορούμενου. Δεν ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας και κατέγραψε «αυτολεξί» ότι του ανέφερε ο κατηγορούμενος. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 11 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε προφορικά ότι στις 20.10.2010 και γύρω στις 15.30 ο παραπονούμενος μετά από συνομιλία που είχαν τον χτύπησε με γροθιά στο κεφάλι. Αμέσως τότε ο κατηγορούμενος έβαλε πισινή ταχύτητα και χτύπησε τον παραπονούμενο με το αυτοκίνητο. Αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο κατέγραψε τη θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου. Όπως αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο 12 ο κατηγορούμενος «όπως μου έδωσε την γροθιά έβαλα πισινή ταχύτητα και τον ετσίλισσα για να γλυτώσω». Όταν συνάντησε τον κατηγορούμενο στο νοσοκομείο ο κατηγορούμενος είχε ερυθρότητα στο δεξιό μέρος του κεφαλιού και στην μύτη και του έδωσε ιατρικό έντυπο να εξεταστεί από γιατρό. Ο υπαστυνόμος Μαρίνος Βασιλείου (Μ.Κ.5) υιοθέτησε το περιεχόμενο της δικής του κατάθεσης η οποία έγινε Τεκμήριο 14 και ανέφερε ότι το πρόσωπο που συνέλαβε και αναφέρει στην κατάθεση του είναι ο κατηγορούμενος. Κατέθεσε επίσης σαν Τεκμήριο 15 το ένταλμα σύλληψης για τον κατηγορούμενο. Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι την ώρα που ο ίδιος επισκέφθηκε την σκηνή δεν βρήκε κάτι το ιδιαίτερο, ρώτησε τον παραπονούμενο να του πει τι έγινε όμως ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να του αναφέρει τίποτε λόγω των τραυμάτων του. Δεν του απάντησε ούτε για το επεισόδιο ούτε για τον ποιος τον χτύπησε. Ο παραπονούμενος είχε τις αισθήσεις του όμως δεν μπορούσε να μιλήσει γιατί όπως χαρακτηριστικά είπε ο μάρτυρας σφάδαζε από τους πόνους. Όπως αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 14 στις 20.10.2010 και η ώρα 20.15 συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι ήταν άμυνα που τον χτύπησε με το αυτοκίνητο γιατί τον γρονθοκόπησε. Ο Μ.Κ.6 αστυφ. 316 Γ. Γεωργίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του η οποία έγινε Τεκμήριο 16 και δέσμη φωτογραφιών που ετοίμασε ο μάρτυρας έγινε Τεκμήριο
  6. Όπως ανέφερε στην προφορική του μαρτυρία η ιατροδικαστής κα Ελένη Αντωνίου του είπε τι ακριβώς να φωτογραφήσει και ότι του έλεγε το φωτογράφιζε. Η Ελένη Αντωνίου (Μ.Κ.7) υιοθέτησε την γραπτή της κατάθεση η οποία έγινε Τεκμήριο 18 και ανέφερε ότι είναι ειδική παθολογοανατόμος, ιατροδικαστής διορισμένη στο δημόσιο. Οι φωτογραφίες που αποτελούν το Τεκμήριο 17 λήφθηκαν μετά από δική της υπόδειξη και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο σαν το πρόσωπο που εξέτασε. Ανέφερε ότι ερυθρότητα και πρήξιμο είναι επιπόλαια τραύματα που εξαφανίζονται σε 4 με 10 ώρες. Εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 21.10.2010 γιατί παραπονέθηκε ότι χτυπήθηκε και πονούσε. Το παράπονο του ήταν ότι χτυπήθηκε στην δεξιά πλευρά. Αφορούσαν το δεξί μάτι και την μύτη. Όσον αφορά τον παραπονούμενο τον εξέτασε στις 21.10.2010 μετά από καταγγελία του για απόπειρα φόνου. Ο παραπονούμενος έφερε χειρουργική τομή 8 cm στο δεξιό γόνατο με 18 κλίπ. Στην έσω άνω δεξιά κνήμη έφερε χειρουργική τομή 4 cm με 4 κλιπ, στη μέση πρόσθια δεξιά κνήμη έφερε χειρουργική τομή 4 cm με 8 κλίπ, στην κάτω πρόσθια δεξιά κνήμη έφερε τρεις μικρές τομές με 2 κλίπ η κάθε μια. Ολόκληρο το δεξιό κάτω άκρο έφερε οίδημα και στο δεξιό έξω αγκώνα μικρή εκδορά. Στο αριστερό έξω και κάτω βραχιόνιο 4 cm άνωθεν του καρπού έφερε εκδορά. Σύμφωνα με τις ακτινογραφίες πρόκειται για επιπλεγμένο κάταγμα δεξιάς κνήμης και περόνης. Ο Μ.Κ.8 αστυνόμος Β' Βάσος Κοσμά κατέθεσε έκθεση που ετοίμασε σαν Τεκμήριο 19 στην οποία φαίνονται σαν αποτελέσμα επιστημονικής εξέτασης ίχνη κόκκινης μπογιάς που είναι όμοιου τύπου με το εξωτερικό στρώμα κόκκινης μπογιάς που λήφθηκαν από το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής AAG253 που ανήκει στο κατηγορούμενο και βρέθηκαν στα ρούχα που φορούσε ο παραπονούμενος στον ουσιαστικό χρόνο. Ο Μ.Κ.9 αστυνόμος Β' Ιωάννης Γεωργίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης Τεκμήριο 20 και ανέφερε ότι το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεση του είναι ο κατηγορούμενος. Στην κατάθεση του (Τεκμ. 20) ο μάρτυρας αναφέρει ότι στις 20.10.2010 μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο ο οποίος θεωρείτο ύποπτος για τον τραυματισμό του Πανίκου Χρυσοστόμου. Αφού τον ανέκρινε προφορικά σχετικά με τον τραυματισμό του Πανίκου Χρυσοστόμου ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι εσκεμμένα με το αυτοκίνητο που οδηγούσε με αριθμό εγγραφής AAG253 χτύπησε τον παραπονούμενο για τον λόγο ότι ο παραπονούμενος γρονθοκόπησε τον κατηγορούμενο μετά που λογομάχησαν επειδή ο κατηγορούμενος απαιτούσε να του δώσει €50,000 για το λατομείο που αγόρασε ο πατέρας του. Όπως αναφέρει περαιτέρω στην κατάθεση του ο μάρτυρας αφού επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «έκαμα το ξεπίτηδες επειδή με πούνιαρε». Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε έντονα από τον κ. Χ"Πιέρα και του υπεβλήθηκε ότι δεν είναι αλήθεια ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι το έκαμε ξεπίτηδες αλλά τα γεγονότα όπως διαδραματίστηκαν οδηγούν σε αυτοάμυνα του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην αρχή δόθηκαν πληροφορίες ότι έγινε δυστύχημα και στη συνέχεια εξέταζαν υπόθεση απόπειρας φόνου. Ανέφερε επίσης ότι όταν συνάντησε τον κατηγορούμενο στο χώρο του νοσοκομείου τον κάλεσε για να τον ανακρίνει σε χώρο της αστυνομίας. Ο κατηγορούμενος έδωσε την συγκατάθεση του για να τον ακολουθήσει και όταν μπήκαν στον χώρο που θα έπαιρνε την κατάθεση του επέστησε την προσοχή στο νόμο. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι τον «πούνιαρε» ο παραπονούμενος ο οποίος είναι ένα πρόσωπο που απασχόλησε επανειλημμένα την αστυνομία ενώ ο κατηγορούμενος ήταν άγνωστος στην αστυνομία και πρώτη φορά την απασχολούσε. Ανέφερε επίσης στη μαρτυρία του ότι αυτό έγραψε στην κατάθεση του γιατί όντως ήταν ο στόχος του να δει τι έκαμε ο κατηγορούμενος και γιατί. Σε υποβολή του κ. Χ"Πιέρα ότι ο κατηγορούμενος επαναλάμβανε ότι ήταν άμυνα ο μάρτυρας ανέφερε ότι την λέξη άμυνα δεν του την είπε. Για την κατάθεση της γραπτής κατάθεσης του Μ.Κ.10 Λοχία 2369 Χρ. Αναστασίου σαν Τεκμήριο διεξήχθηκε δίκη εντός δίκης και στα πλαίσια της δίκης αυτής ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε την κατάθεση του σαν Τεκμήριο
  7. Ο μάρτυρας κατέθεσε σαν Τεκμήριο 22 πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και συμμετρικό σχέδιο σαν Τεκμήριο
  8. Αναφέρθηκε στα ευρήματα του και επεξήγησε το σχεδιάγραμμα της σκηνής. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας ο παραπονούμενος χτυπήθηκε με το λάστιχο του αυτοκινήτου, με τον τροχό. Η φορά του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ήταν με πισινή ταχύτητα, ο ίδιος δεν υπέδειξε το σχέδιο της σκηνής στον κατηγορούμενο. Στην γραπτή του κατάθεση ο μάρτυρας αναφέρει ότι φθάνοντας στο νοσοκομείο εντόπισε τον οδηγό του αυτοκινήτου που ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος ανακρινόμενος ανέφερε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο AAG 253 και χτύπησε τον παραπονούμενο. Αναφέρει επίσης στην κατάθεση του ότι ο υπαστυνόμος Ιωάννης Γεωργίου αφού ανέκρινε τον κατηγορούμενο αυτός παραδέχθηκε ότι εσκεμμένα χτύπησε τον παραπονούμενο λόγω προσωπικών και οικονομικών διαφορών που είχαν μεταξύ τους. Όταν ο κατηγορούμενος ανέφερε τι έγινε ο υπαστυνόμος Γεωργίου είπε στο μάρτυρα ότι δεν τον χρειαζόταν και έτσι έφυγε από το νοσοκομείο. Ο Μ.Κ.11 Φώτης Κοντίδης υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του η οποία έγινε Τεκμήριο 25 και ανέφερε ότι ο παραπονούμενος βρισκόταν μπροστά από το άσπρο αυτοκίνητο όπως φαίνεται στην πρώτη φωτογραφία του Τεκμηρίου
  9. Στις φωτογραφίες 7,8 και 9 του Τεκμηρίου 24 αναγνώρισε το αυτοκίνητο που αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 25 και όπως επίσης ανέφερε δεν αντιλήφθηκε κανένα εμπόδιο μπροστά ή πίσω από το αυτοκίνητο που απομακρύνθηκε. Δεν είδε ξανά προηγουμένως τον κατηγορούμενο και δεν θυμόταν να μίλησε ξανά μαζί του. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας και σε ερώτηση του κ. Χ"Πιέρα αν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι το αυτοκίνητο ήταν έτσι όπως φαίνεται στις φωτογραφίες στην σκηνή ανέφερε ότι το μόνο που μπορεί να πει ήταν για το άσπρο αυτοκίνητο «και αυτό στο περίπου». Έγινε επίσης παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι στον ουσιαστικό χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου AAG
  10. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 25 ο μάρτυρας αναφέρει ότι στις 20.10.2010 και γύρω στις 15.30 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Ετεοκλέους. Στην συμβολή με την οδό Πελοπίδα σταμάτησε στο αλτ και αντελήφθηκε ακριβώς απέναντι του ένα πρόσωπο ξαπλωμένο στην άσφαλτο και ταυτόχρονα ένα αυτοκίνητο χρώματος κόκκινου με αρ. εγγραφής AAG253 να εκκινά και να απομακρύνεται από το μέρος με ταχύτητα αλλά χωρίς να στριφογυρίζει τους τροχούς. Το πρόσωπο που ήταν στο έδαφος φαινόταν όπως αναφέρει στην κατάθεση του ψύχραιμο ωστόσο το πόδι του ήταν αρκετά τραυματισμένο. Δεν αντιλήφθηκε τον οδηγό του κόκκινου αυτοκινήτου αλλά ούτε και άκουσε το χτυπημένο πρόσωπο να αναφέρεται σε οτιδήποτε ή να εκφράζει παράπονο εναντίον οποιουδήποτε. Κατατέθηκαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους τα Τεκμήρια 27 και 28 και έγινε παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 29, 30 και 31 όπως επίσης και ότι από την οδήγηση ο παραπονούμενος υπέστη τα τραύματα που φαίνονται στο σχετικό πιστοποιητικό με την επιφύλαξη μόνο για την αναφορά σε συντριπτικό κάταγμα. Έγινε επίσης παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  11. Ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία και υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 αναφέροντας ότι είναι η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Ανέφερε περαιτέρω στην μαρτυρία του ότι όταν άκουσε να του φωνάζει κάποιο πρόσωπο αντιλήφθηκε ότι ήταν ο παραπονούμενος. Έβαλε πισινή ταχύτητα και σταμάτησε. Ρώτησε τον παραπονούμενο αν θα του επιστρέψει «τα κλεψιμιά». Ο παραπονούμενος σηκώθηκε πάνω και του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο. Όταν τον χτύπησε ο παραπονούμενος φοβήθηκε γιατί ήταν δεμένος με την ζώνη ασφαλείας και στην προσπάθεια του να φύγει «για να γλιτώσει» έβαλε πισινή ταχύτητα και τον χτύπησε αφού ο παραπονούμενος ήταν ακουμπισμένος πάνω στο αυτοκίνητο. Επισκέφθηκε το νοσοκομείο και εκεί ένα άλλο πρόσωπο που ήταν γνωστό του παραπονούμενου τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ήλθε η αστυνομία και δύο αστυνομικοί τον πήραν στο δωμάτιο της αστυνομίας και ο αστυνόμος τον πίεζε να παραδεχθεί ότι εσκεμμένα χτύπησε τον παραπονούμενο με το αυτοκίνητο. Όπως περαιτέρω ανέφερε στην μαρτυρία του δεν ήθελε να χτυπήσει τον παραπονούμενο, το έκαμε γιατί φοβήθηκε. Ο παραπονούμενος είναι όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «κακοποιός». Κατάθεσε αντίγραφο πολιτικής αγωγής που έγινε Τεκμήριο 32 την οποία ο παραπονούμενος καταχώρισε εναντίον του. Στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο παραπονούμενος την στιγμή που τον χτύπησε στεκόταν δίπλα στην πόρτα του οδηγού και του έδωσε μια γροθιά. Ο παραπονούμενος του έκλεψε καλώδια από μηχανήματα και είχαν οικονομικές διαφορές. Μετά από την ενέργεια αυτή του παραπονούμενου έβαλε πισινή ταχύτητα, δεν έστριψε καθόλου το τιμόνι το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει γιατί φοβήθηκε. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είπε στον αστυνόμο ότι ήταν ξεπίτηδες που το έκαμε αλλά ήταν ο αστυνόμος που επέμενε να του πει ότι ήταν ξεπίτηδες που το έκαμε. Στη γραπτή του κατάθεση είπε αυτό που ήθελε και δεν τον πίεσε ο αστυνομικός. Ο Αριστείδης Μαλιαλής (Μ.Υ.1) ανέφερε ότι στις 20.10.2010 υπηρετούσε στις αλλαγές στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό στα κρατητήρια. Τον επισκέφθηκε ένα πρόσωπο το οποίο αναγνώρισε σαν τον κατηγορούμενο το οποίο του έκαμε παράπονο. Αναγνώρισε το Τεκμήριο Α για Αναγνώριση σαν την δική του κατάθεση η οποία έγινε Τεκμήριο
  12. Το μόνο που θυμάται όπως είπε ο μάρτυρας ήταν το πρησμένο φρύδι του κατηγορούμενου ο οποίος του ανέφερε ότι κάποιο πρόσωπο τον χτύπησε. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης. Η Μ.Υ.2 Άννα Στυλιανού, πρωτοκολλητής στο Πολιτικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού κατέθεσε από το φάκελο της αγωγής 4528/13 αντίγραφα τα οποία έγιναν Τεκμήριο
  13. Η μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.8 κρίνω ότι δεν προσθέτει οτιδήποτε ουσιαστικό στα γεγονότα αφού αναφέρεται στις ενέργειες που οι μάρτυρες έκαμαν μέσα στα πλαίσια των εξετάσεων της υπόθεσης και των καθηκόντων τους και αποδέχομαι την μαρτυρία τους στο σύνολο της. Αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του Μ.Κ.4 και τον ισχυρισμό του ότι κατέγραψε ότι ακριβώς του ανέφερε ο κατηγορούμενος. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται ότι στο μάρτυρα αυτό είπε ότι ακριβώς ο ίδιος ήθελε και δεν τον πίεσε ο μάρτυρας. Ο Μ.Κ.5 κρίνω επίσης ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο για ότι περιήλθε σε γνώση του και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.11 κρίνω επίσης ότι είπε την αλήθεια για τα όσα περιήλθαν σε γνώση του, η μαρτυρία του όμως αφορά τα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε αμέσως μετά το περιστατικό. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του μάρτυρα ότι ο παραπονούμενος αν και χτυπημένος δεν εξέφρασε παράπονα εναντίον οποιουδήποτε. Παρά την έντονη αμφισβήτηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.7 εκ μέρους της υπεράσπισης κρίνω ότι η μάρτυρας είπε την αλήθεια για ότι περιήλθε σε γνώση της όπως και για τα ευρήματα της. Η μάρτυρας ανέφερε ότι το οίδημα μπορεί να υποχωρήσει μετά από 4-10 ώρες από την πρόκληση του. Η μάρτυρας όπως αναφέρει στην κατάθεση της εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 21.10.2010 και κατά συνέπεια η πιθανότητα στο χρόνο που τον εξέταζε να μην ήταν εμφανές το οίδημα είναι ορατή. Στο Τεκμήριο 13 φαίνεται ότι στις 20.10.2010 ο κατηγορούμενος παρουσίαζε ερυθρότητα και πρήξιμο στη μύτη και επίσης μικρό σημείο ερυθρότητας στην δεξιά βρεγματική χώρα. Αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του Μ.Υ.1 ότι όταν ο ίδιος είδε τον κατηγορούμενο αυτός είχε πρήξιμο στο δεξί φρύδι. Ο παραπονούμενος παρά τις προσπάθειες της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιαστεί στη διαδικασία δεν εμφανίστηκε και δεν έδωσε μαρτυρία. Ο παραπονούμενος είναι το πλέον αρμόδιο πρόσωπο να αναφέρει τα γεγονότα και το τι ακριβώς διαδραματίστηκε όμως δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ουσιαστικοί μάρτυρες για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι οι Μ.Κ.9 και Μ.Κ.10 στην μαρτυρία των οποίων στηρίζεται ουσιαστικά η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Οι μάρτυρες αυτοί αντεξετάστηκαν έντονα από την υπεράσπιση και αμφισβητήθηκε έντονα από τον κ. Χ"Πιέρα τόσο η αλήθεια του ισχυρισμού του Μ.Κ.9 ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι «ξεπίτηδες» χτύπησε τον παραπονούμενο όσο και ο τρόπος κάτω από τον οποίο λήφθηκε τέτοια αναφορά. Είναι ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος αντέδρασε και χτύπησε τον παραπονούμενο μέσα στα πλαίσια αυτοάμυνας αφού ο παραπονούμενος χτύπησε τον κατηγορούμενο με γροθιά ενώ αυτός βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του και δεμένος με την ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου. Σκοπός του κατηγορούμενου δεν ήταν να τραυματίσει τον παραπονούμενο αλλά να διαφύγει από την σκηνή. Είναι βασική αρχή ότι έστω και αν η ομολογία έγινε θεληματικά το Δικαστήριο προχωρεί να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων όπως αυτά έχουν διακριβωθεί (βλ. Μάρτιν ν. Δημοκρατίας

(1994)2 ΑΑΔ). Είναι ο ισχυρισμός της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος στις 20.10.2010 και ώρα 17.00 ανέφερε στο Μ.Κ.9 ότι «ξεπίτηδες» χτύπησε τον παραπονούμενο. Η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή καταδεικνύει επίσης ότι την ίδια ημέρα στις 20.15 ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Μ.Κ.5 που εκτέλεσε εναντίον του ένταλμα σύλληψης ότι: «ήταν άμυνα που τον χτύπησα με το αυτοκίνητο γιατί με γρονθοκόπησε». Προηγουμένως δε στις 16.15 της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος κατήγγειλε στον Μ.Υ.1 ότι χτυπήθηκε από άλλο πρόσωπο. Στην γραπτή του κατάθεση στο Μ.Κ.4 στις 17.30 της ίδιας ημέρας αναφέρει ότι «έβαλα πισινή ταχύτητα και τον ετσίλισσα για να γλυτώσω». Στην κατάθεση που έδωσε (Τεκμήριο 21) ο Μ.Κ.10 αναφέρει ότι εντόπισε τον οδηγό του αυτοκινήτου ονόματι Κωνσταντίνου Ιωάννου ο οποίος ανακρινόμενος ανέφερε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο AAG253 και χτύπησε τον «πίκλα» (παραπονούμενο). Στη συνέχεια της κατάθεσης του ο Μ.Κ.10 αναφέρει επίσης τα εξής "στο νοσοκομείο έφτασε ο υπαστυνόμος Ιωάννης Γεωργίου ο οποίος αφού ανέκρινε τον Ιωάννου αυτός παραδέχτηκε ότι εσκεμμένα χτύπησε τον «πίκλα»". Η μαρτυρία του Μ.Κ.9 και ειδικά η λέξη «ξεπίτηδες» που αναφέρει δεν συνάδουν με τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε τόσο στον Μ.Κ.5 όσο και στον M.K.4 και στην γραπτή του κατάθεση Ακόμη και το περιεχόμενο της κατάθεσης του Μ.Κ.10 παρουσιάζει δύο αναφορές του κατηγορουμένου με παραδοχή μόνο ενώπιον του Μ.Κ.
  1. Ούτε η καταγγελία του κατηγορούμενου στο Μ.Υ.1 συνάδει με την παραδοχή του στο Μ.Κ.9 και ως εκ τούτου παραμένουν πολλά ερωτηματικά για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος ανέφερε και αν ακριβώς ανέφερε ότι ξεπίτηδες χτύπησε τον παραπονούμενο στο Μ.Κ.
  2. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου και για σκοπούς συζήτησης ακόμη και αν δεχθώ ότι ο κατηγορούμενος αυθόρμητα ανέφερε στον Μ.Κ.9 ότι «έκαμα το ξεπίτηδες επειδή με πούνιαρε» το ερώτημα είναι κατά πόσο η παραδοχή αυτή οδηγεί στην στοιχειοθέτηση του άρθρου 228(α). Είχε ο κατηγορούμενος τη πρόθεση που απαιτεί το άρθρο 228(α) δηλαδή να προκαλέσει αναπηρία και βαριά σωματικά βλάβη στον παραπονούμενο; Είχε πρόθεση να τον σκοτώσει αφού η αστυνομία εξέταζε απόπειρα φόνου, είχε σκοπό να εμποδίσει τον παραπονούμενο να τον χτυπήσει περαιτέρω ή η πρόθεση του ήταν απλώς να φύγει γιατί φοβήθηκε; Ο μόνος που ήταν σε θέση να περιγράψει τις πραγματικές συνθήκες και τα γεγονότα ήταν ο ίδιος ο παραπονούμενος ο οποίος έζησε τα γεγονότα και υπέστη τις συνέπειες των ενεργειών του κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος όμως δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αλλά με την αγωγή που καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 34) όχι μόνο δεν υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της αστυνομίας η οποία στην αρχή εξέταζε όπως ανέφερα απόπειρα φόνου αλλά παρουσιάζει το γεγονός σαν ένα τροχαίο ατύχημα και καταλογίζει στον κατηγορούμενο αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών του υποχρεώσεων κάτω από τις οποίες έπαθε τα τραύματα που φαίνονται στο Τεκμήριο
  3. Για τη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα απαιτείται η ύπαρξη από την πλευρά του αδικοπραγούντα ειδικής πρόθεσης και συγκεκριμένα της πρόθεσης να προκαλέσει αναπηρία ή βαριά σωματική βλάβη με οποιοδήποτε τρόπο. Είναι αναγκαία η απόδειξη της ύπαρξης συγκεκριμένης ειδικής πρόθεσης και το Δικαστήριο μέσα από το μαρτυρικό υλικό θα πρέπει να προσδιορίσει ποια ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο (βλ. Νιόβη Παρούτη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 446). Η μαρτυρία του Μ.Κ.9 όπως φαίνεται μέσα από την κατάθεση του αλλά και την προφορική του μαρτυρία δεν αποδεικνύει συγκεκριμένη ειδική πρόθεση του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος όπως ανέφερα ισχυρίζεται ότι χτύπησε τον παραπονούμενο στην προσπάθεια του να διαφύγει όταν ο παραπονούμενος τον χτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Τo άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι η άμυνα και η χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης είναι υπό ορισμένες προϋποθέσεις νόμιμη αλλά θα πρέπει να έχει ως αντικειμενικό στόχο την απόκρουση μιας επιθετικής ενέργειας. Η υπεράσπιση αυτή, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του Andrew Ashworth: Principles of Criminal Law, 3η έκδ., σελ. 137-138, εμπίπτει στο ευρύτερο «doctrine of justification» και στην ουσία εξουδετερώνει τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας με την έννοια ότι η επιτυχής προβολή της, σημαίνει ταυτόχρονα και την αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η εγκληματική συμπεριφορά δεν ήταν είτε δικαιολογημένη, είτε νόμιμη. Στο σύγγραμμα του Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, έκδ. 2007, σελ. 1812-1814, παρ. 19-41 έως 19-45, εξηγείται επίσης με αναφορά στην κλασσική υπόθεση επί του θέματος της αυτοάμυνας, Palmer v. R. [1971] AC 814, απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου, ότι είναι ζήτημα δικαίου και ταυτόχρονα κοινής λογικής, ότι άτομο το οποίο υφίσταται επίθεση δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πράττοντας οτιδήποτε είναι λογικώς αναγκαίο. Γνώμονας για το τι είναι λογικό και τι αναγκαίο, είναι τα περιστατικά και οι ιδιάζουσες συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αχτάρ Ανδρέας κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ σελ. 397). Στις υποθέσεις Maifoshis v. Police
(1978)2 CLR 2 και Lekishvill άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351 αναφέρθηκε ότι «η άμυνα και η χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης είναι υπό ορισμένες προϋποθέσεις νόμιμη, θα πρέπει όμως να έχει ως αντικειμενικό στόχο την απόκρουση μιας επιθετικής ενέργειας. Επίσης ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η ψυχολογική κατάσταση του ατόμου που προβάλλει την υπεράσπιση αυτή, από την άποψη ότι οι πράξεις αυτοάμυνας ήταν αναγκαίες, αν στις συνθήκες που επικρατούσαν το άτομο πίστευε ότι χρειαζόταν να προστατεύσει τον εαυτό του ή την περιουσία του». Ο κατηγορούμενος όπως προκύπτει από την δική του μαρτυρία και δεν αμφισβητήθηκε περνούσε από το σημείο που βρισκόταν ο παραπονούμενος τυχαία. Άκουσε κάποιο που του φώναξε έβαλε πισινή ταχύτητα και σταμάτησε. Αναγνώρισε τον παραπονούμενο και μεσολάβησε συζήτηση μεταξύ τους αφού παραπονούμενος και κατηγορούμενος είχαν προηγούμενες οικονομικές διαφορές. Ο κατηγορούμενος δέχθηκε γροθιά στο πρόσωπο από τον παραπονούμενο όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 13 αλλά και από την μαρτυρία του Μ.Υ.1. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο δεμένος με την ζώνη ασφαλείας και ο κατηγορούμενος στεκόταν δίπλα από το παράθυρο του οδηγού. Η πιο πάνω εικόνα δημιούργησε στον κατηγορούμενο φόβο και η προσπάθεια του ήταν να αμυνθεί. Στην προσπάθεια του αυτή οδήγησε το αυτοκίνητο του με πισινή ταχύτητα και χτύπησε τον παραπονούμενο. Σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούσαν ο κατηγορούμενος πίστευε κατά την κρίση μου ότι χρειαζόταν να προστατεύσει τον εαυτό του και είναι η κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου δεν ήταν δικαιολογημένη και επίσης απέτυχε να αποδείξει ότι πρόθεση του κατηγορούμενου ήταν να τραυματίσει τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος χαρακτηρίζει μέσα από την πολιτική αγωγή που καταχώρισε εναντίον του κατηγορούμενου το περιστατικό σαν τροχαίο ατύχημα που οφείλεται στην αμέλεια του κατηγορούμενου. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει στο βαθμό που έχει υποχρέωση την κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου. Η κατηγορία εναντίον του απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal / Final Αναφορά: Πράξεις που σκοπεύουν πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.