Δώρου Στυλιανού ν. Αδάμου Καούλα, Αριθμός αγωγής: 5003/2008, 26/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός αγωγής: 5003/2008 Μεταξύ: Δώρου Στυλιανού, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Αδάμου Καούλα, από τη Λεμεσό Εναγόμενου ---------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.3.2014 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Χατζηλοίζου Για εναγόμενο: κ. Θεοδοσίου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, σύμφωνα με την αγωγή του η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει εναντίον του εναγόμενου: «Α. ειδικές, γενικές και/ή τιμωριτικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη του Ενάγοντος και/ή κακόβουλη καταγγελία στην Αστυνομία γενομένη υπό του Εναγόμενου εναντίον του Ενάγοντος κατά ή περί την 1/7/2008 για ισχυριζόμενη κλοπή υπό αντιπροσώπου και/ή άλλου ποινικού αδικήματος. Β. Νόμιμους τόκους. Γ. Έξοδα και ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου 509306Τ)» Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, ενώ μέρος τους είναι παραδεκτά: Στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, ο ενάγοντας ήταν διευθυντής και μέτοχος εταιρείας η οποία ασχολείτο με αγοραπωλησίες παντός οχημάτων, διατηρώντας γραφείο στην οδό Λεοντίου 246 στη Λεμεσό. Ο εναγόμενος, στις 26.6.2008 μετέβη στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού και προέβη σε γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 1) στη Μ.Ε.2, αστυφύλακα 1891 Μαρία Αττεσλή, στην οποία (κατάθεση) μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: Γνώρισε τον ενάγοντα πριν από τρία χρόνια όταν αγόρασε από την εταιρεία του ένα αυτοκίνητο. Μετά από αυτή τη συναλλαγή τού ανάφερε ότι είχε δύο αυτοκίνητα για πώληση και του πρότεινε να το βοηθήσει να τα πωλήσει. Αυτός, του είπε να του πάρει ένα στη μάντρα του για να πωληθεί και να του δώσει τα λεφτά. Έτσι, το Σεπτέμβρη του 2007, του πήρε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΚP 621 που είναι γραμμένο στην εταιρεία του ADAPAKA LTD. Tου ανάφερε ότι ήθελε £1.250,00 και να βγάλει και εκείνος όσο κέρδος ήθελε. Του παρέδωσε το αυτοκίνητο και το κλειδί του και αυτός το στάθμευσε απέναντι από την έκθεσή του στο πεζοδρόμιο, σε χώρο που είχε και δικά του αυτοκίνητα προς πώληση. Όταν έξι μήνες μετά επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς και το ρώτησε τι έγινε με το αυτοκίνητό του, εκείνος του απάντησε ότι ακόμη να πωληθεί και να το αφήσει κοντά του επειδή μελλοντικά μπορεί να πωληθεί. Όταν δύο με τρεις μήνες προτού δώσει την κατάθεση στην Αστυνομία, τηλεφώνησε στο γραφείο του ενάγοντα, απάντησε η γυναίκα του, η οποία το ρώτησε: «Δεν το πήρες εσύ;». Όταν τη ρώτησε γιατί, του απάντησε ότι το αυτοκίνητο του δεν ήταν πλέον κοντά τους. Την ίδια μέρα πέρασε από το γραφείο τους και ζήτησε να δει τον ενάγοντα, ο οποίος απουσίαζε. Τις αμέσως επόμενες μέρες τηλεφωνούσε στο γραφείο του και προσπαθούσε να μιλήσει μαζί του για να του πει τι έγινε το αυτοκίνητό του, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Αφού πέρασαν τρεις με τέσσερις μέρες, η γυναίκα του ενάγοντα, του ανάφερε πως ο τελευταίος της είπε ότι θα το έπιασε το Δημαρχείο το αυτοκίνητό του. Με τη σειρά του αυτός, της είπε ότι ουδέποτε του είπε ο ενάγοντας ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, γιατί δε θα δεχόταν. Το αυτοκίνητό του ήταν σε καλή κατάσταση. Όσες προσπάθειες κι αν κατέβαλε, δεν κατάφερε να μιλήσει με τον ενάγοντα. Έκανε έλεγχο δύο φορές στο Δημαρχείο και του ανάφεραν ότι ουδέποτε έστειλαν επιστολή της εταιρείας του ούτε και παρέλαβαν το αυτοκίνητό του. Καταλήγοντας ο εναγόμενος αναφέρει τα εξής στην κατάθεσή του: «Εγώ θέλω το αυτοκίνητό μου πίσω ή τα λεφτά μου. Έχω παράπονο εναντίον του Δώρου Θεοδώρου. Δεν έχω ασφαλιστική κάλυψη για κλοπή.» Βάσει της παραπάνω καταγγελίας του εναγόμενου, ο ενάγοντας, στις 30.6.2008 κλήθηκε στην Αστυνομία για ανάκριση. Ανακρινόμενος αρνήθηκε κάθε ανάμιξη στην υπόθεση. Συγκεκριμένα δήλωσε πλήρη άγνοια για το συμβάν και αρνήθηκε πως γνώριζε οτιδήποτε για το επίδικο όχημα. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε το τοποθέτησε στη μάντρα του ή σε άλλο χώρο για να πωληθεί. Τέλος ανάφερε πως γνώριζε ότι αυτό βρισκόταν απέναντι από το γραφείο του, ωστόσο ισχυρίστηκε ότι εκεί το τοποθέτησε ο εναγόμενος. Την ίδια μέρα (30.6.2008), εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του ενάγοντα, το οποίο εκτελέστηκε γύρω στα μεσάνυκτα. Ο ενάγοντας συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση ως ύποπτος για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου, σε σχέση με το επίδικο όχημα της εταιρείας του εναγόμενου. Την επομένη (1.7.2008) οδηγήθηκε στο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε διάταγμα προσωποκράτησης δύο ημερών εναντίον του. Μετά την έκδοση του διατάγματος προέκυψε από τις αστυνομικές εξετάσεις ότι το επίδικο όχημα, στις 25.10.2007 παραλήφθηκε από τις υγειονομικές υπηρεσίες του Δήμου Λεμεσού ως εγκαταλειμμένο, στην οδό Λέλλας Καραγιάννη στη Λεμεσό και στις 15.4.2008 πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό. Συνεπεία αυτής της εξέλιξης, στις 13:45, την ίδια μέρα, ο ενάγοντας απολύθηκε της κράτησής του, χωρίς να κατηγορηθεί γραπτώς. Επισημαίνεται ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν κυρίως από τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και 3 καθώς και από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων (βλ. τα τεκμήρια 2 μέχρι 8). Απ' εκεί και πέρα, οι θέσεις μεταξύ των διαδίκων διίστανται. Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι (βλ. την παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης): «..η ως άνω αναφερόμενη δίωξη του ήταν πραγματική και/ή κακόβουλη και/ή καταχωρήθηκε και/ή προωθήθηκε άνευ έντιμου και εύλογου πίστης στην ύπαρξη πιθανής αιτίας για εξυπηρέτηση πρωτίστως σκοπού άλλου από την προσαγωγή του Ενάγοντα ενώπιον της δικαιοσύνης και προκάλεσε σκάνδαλο περί της υπόληψης του.» Ισχυρίζεται ακόμη ο ενάγοντας ότι για να υπερασπιστεί στην εν λόγω δίωξη προσέλαβε δικηγόρο στον οποίο χρωστά ως αμοιβή το ποσό των €500,00, πλέον Φ.Π.Α. Από την άλλη, ο εναγόμενος, σύμφωνα κι αυτός με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του αντιτείνει τα εξής: Αρνείται ότι προέβη σε ψευδή καταγγελία εναντίον του ενάγοντα στην Αστυνομία. Ισχυρίζεται ότι η καταγγελία του έγινε με καλή πίστη και στην προσπάθειά του να εξακριβωθεί η τύχη του επίδικου οχήματος, το οποίο ανέλαβε υπό την προστασία του και/ή υπό την ευθύνη του και/ή υπό τη φύλαξή του ο ενάγοντας και σε ανυποψίαστο χρόνο για τον ίδιο, απωλέσθηκε (βλ. την παράγραφο 2 της υπεράσπισης). Η αγωγή του ενάγοντα είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ενοχλητική. Εξαιτίας της συμπεριφοράς του, ο ίδιος αναγκάστηκε να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου και να ζητήσει νομική συμβουλή με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί με τα σχετικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των €500,00, τα οποία οφείλει στο δικηγόρο του. Επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος αξιώνει εναντίον του ενάγοντα το παραπάνω ποσό, δυνάμει ανταπαίτησης. Με αντιπαραβολή των παραπάνω δικογραφημένων ισχυρισμών αναδεικνύεται και το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω που είναι τα εξής: Κατά πόσο το περιεχόμενο της παραπάνω καταγγελίας του εναγόμενου στοιχειοθετεί εναντίον του το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, κατά το άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Κατά τη δίκη, μαρτυρία υπέρ του ενάγοντα, εκτός από τον ίδιο, έδωσε και η αστυφύλακας 1891 Μαρία Αττεσλή καθώς και ο υγειονομικός επιθεωρητής του Δήμου Λεμεσού, Μάριος Αριστοτέλους (Μ.Ε.1 μέχρι 3 αντίστοιχα). Ο τελευταίος, βασικά, σε εφαρμογή του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, κλητεύθηκε από τον εναγόμενο και αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του, αναφορικά με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 6, 7 και 8, τα οποία παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τη Μ.Ε.2, ως εξ ακοής μαρτυρία. Από την άλλη, ο εναγόμενος είναι και ο μόνος που κατάθεσε ως μάρτυρας για την υπόθεσή του. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους διαδίκους όσο και τους δύο μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση του ενάγοντα. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Χωρίς αμφιβολία, οι δύο βασικοί μάρτυρες της υπόθεσης είναι οι διάδικοι, οι οποίοι, προκειμένου να με πείσουν να δεχθώ την εκδοχή τους σε σχέση με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, με τη μαρτυρία τους, ο ένας (ενάγοντας) προέβαλε τη θέση ότι ουδέποτε ανέλαβε υπό την κατοχή ή φύλαξή του το επίδικο όχημα της εταιρείας του εναγόμενου για να το πωλήσει, στον οποίο καταλογίζει ότι, όταν του ανάφερε πως δεν ήθελε να αγοράσει το εν λόγω όχημα, αυτός, το πάρκαρε σ' ένα χωράφι απέναντι από το γραφείο του, τοποθετώντας σ' αυτό και μία πινακίδα με τη λέξη «πωλείται», αναφέροντάς του απλώς, αν ακούσει κάποιο που ενδιαφέρεται ή αν δει κάποιο που το βλέπει και ενδιαφέρεται να τον ειδοποιήσει. Αντίθετα, ο εναγόμενος προέβαλε τη θέση, ότι ο ενάγοντας, ναι μεν του είπε πως δεν αγοράζει το επίδικο όχημα, ωστόσο συμφώνησαν ότι θα μεσολαβούσε για την πώλησή του. Η συμφωνία τους διαλάμβανε ότι θα το άφηνε στο γκαράζ του, ο οποίος θα έβρισκε αγοραστή, με την αμοιβή του να καθορίζεται σε οποιοδήποτε ποσό, πέραν των £1.250,00 που ήθελε ο ίδιος. Σ' αυτά τα πλαίσια παρέδωσε στον ενάγοντα και το κλειδί του οχήματος, ο οποίος το στάθμευσε απέναντι στο χωράφι στην οδό Λέλλας Καραγιάννη, μαζί με άλλα, δικά του αυτοκίνητα που είχε εκεί για πώληση. Δηλώνω ευθέως πως δε θεωρώ αξιόπιστους μάρτυρες τους διαδίκους και τούτο γιατί και οι δύο, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπήρξαν αντιφατικοί, ενώ ο ενάγοντας προέβαλε και ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία τους, που αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δύο ως μαρτύρων. Ειδικότερα: Ισχυρίστηκε ο ενάγοντας στην κυρίως εξέταση, ότι, όταν είπε στον εναγόμενο πως δεν τον ενδιέφερε να αγοράσει το αυτοκίνητό του, αυτός το πάρκαρε απέναντι από το γραφείο του σ' ένα χωράφι, τοποθετώντας πάνω ταμπέλλα «πωλείται». Περεταίρω ισχυρίστηκε ότι όταν ο εναγόμενος έβαλε πάνω στο αυτοκίνητο την ταμπέλλα, του είπε αν ακούσει κάποιο που ενδιαφέρεται ή αν δει κάποιο που το βλέπει και ενδιαφέρεται να τον ειδοποιήσει. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι δεν ξέρει πότε ο εναγόμενος έβαλε την ταμπέλλα πάνω στο αυτοκίνητο. Ερωτηθείς ακολούθως, πού είδε την ταμπέλλα, «αφού έφερε μου το αυτοκίνητο να το πιάσω και είχε ταμπέλλα πάνω και είδα το» ήταν η απάντησή του. Πέραν από την προφανή αντίφαση διερωτώμαι και για το εξής: Τι λόγο είχε ο εναγόμενος, όταν του πήρε το αυτοκίνητο για να το αγοράσει να τοποθετήσει σ' αυτό ταμπέλλα με τη λέξη «πωλείται»; Ποια ανάγκη θα μπορούσε να τον οδηγήσει να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, τη στιγμή που, όπως είναι η θέση του, τον επισκέφθηκε στο γραφείο του για να του πωλήσει το αυτοκίνητο; Στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε και τα εξής: Όταν ο εναγόμενος έβαλε το αυτοκίνητο στη χωράφα για να το πωλήσει ήρθε το Δημαρχείο και έβαλε πάνω αυτοκόλλητα που έγραφαν «εγκαταλειμμένο». Όταν είδε το γεγονός αυτό ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον εναγόμενο, τον οποίο ενημέρωσε σχετικά. Αυτός του απάντησε, «Ντάξει, άισε να δω ντάμπου να κάμω.» Αντεξεταζόμενος, στην υποβολή ότι ουδέποτε ειδοποίησε τον εναγόμενο, «Ειδοποιήθηκε και μάλιστα, όχι μόνο μία φορά.» απάντησε. Λίγο παρακάτω ισχυρίστηκε ότι είδε τις ταμπέλλες που έβαλε το Δημαρχείο. Ερωτηθείς γιατί δεν ανάφερε το γεγονός αυτό στην Αστυνομία προτού οδηγηθεί στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης, «Δε θυμάμαι τι είπα στην Αστυνομία», απάντησε. Επειδή δε θυμάται θα τον υπενθυμίσω. Όταν κλήθηκε στην Αστυνομία για κατάθεση, δηλαδή, προτού συλληφθεί, ανακρινόμενος, αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση και όχι μόνο. Δήλωσε πλήρη άγνοια για το συμβάν και αρνήθηκε πως γνώριζε οτιδήποτε για το επίδικο όχημα. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι ουδέποτε το τοποθέτησε στη μάντρα του ή σε άλλο χώρο για να πωληθεί. Τέλος ανάφερε πως γνώριζε ότι αυτό βρισκόταν απέναντι από το γραφείο του και ισχυρίστηκε ότι εκεί το τοποθέτησε ο εναγόμενος. Όταν αργότερα και συγκεκριμένα στις 00:10 της 1ης Ιουλίου, 2008 συνελήφθηκε ως ύποπτος δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου σε σχέση με το επίδικο αυτοκίνητο και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε «τίποτε». Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Είτε το Δημαρχείο είδε που έβαζε τις ταμπέλλες με τη λέξη «εγκαταλειμμένο» στο αυτοκίνητο της εταιρείας του εναγόμενου, είτε μόνο τις ταμπέλλες πάνω σ' αυτό και ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο ίδιος ενημέρωσε σχετικά ή όχι τον εναγόμενο και αν ναι, πόσες φορές συνέβη αυτό, πόσο λογικό είναι να μην αναφέρει στην Αστυνομία ότι είδε αυτό το τόσο κεφαλαιώδους σημασίας γεγονός, η οποία στα πλαίσια διερεύνησης της εναντίον του καταγγελίας του εναγόμενου για κλοπή του εν λόγω οχήματος, του έδωσε την ευκαιρία δύο φορές να το αναφέρει και δεν το ανάφερε; Είναι δυνατό να τον ανακρίνει η Αστυνομία και ακολούθως να το συλλαμβάνει ως ύποπτο για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής του εν λόγω οχήματος και να διαθέτει ένα τόσο ισχυρό στοιχείο υπεράσπισης και να μην το αξιοποιεί; Ασφαλώς όχι, είναι η απάντηση. Για να γίνει πλήρως κατανοητό τι θέλω να πω, προστίθενται και τα εξής: Ο Μ.Ε. 3 καθώς ήδη έχε αναφερθεί σε εφαρμογή του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου αναφορικά και με το περιεχόμενο και της επιστολής (τεκμήριο 6). Όπως ανάφερε ο μάρτυρας είναι ανώτερος υγειονομικός επιθεωρητής του Δήμου Λεμεσού. Η παραπάνω επιστολή, την οποία υπογράφει ο ίδιος, εντάσσεται στα πλαίσια της διαδικασίας κατάσχεσης κάποιου εγκαταλειμμένου οχήματος από το δήμο. Συγκεκριμένα, όπως είπε, όταν διαπιστωθεί ότι ένα όχημα βρίσκεται εγκαταλειμμένο σε μία οδό για περίοδο τριών βδομάδων ετοιμάζεται μία επιστολή με την οποία ενημερώνεται ο ιδιοκτήτης του οχήματος σχετικά. Εάν παρέλθει η προθεσμία των 15 ημερών που του δίδεται και το όχημα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ακινησία, απομακρύνεται από το δήμο και μετά πάροδο δύο μηνών βγαίνει σε δημόσιο πλειστηριασμό. Η εν λόγω επιστολή που αποστέλλεται ταχυδρομικώς στον ιδιοκτήτη του οχήματος, ταυτόχρονα τοποθετείται από τους οδικούς βοηθούς στον μπροστινό υαλοθώρακα του οχήματος, μαζί με μια ετικέτα, στην οποία αναγράφεται η λέξη «εγκαταλειμμένο». Πρόκειται για το τεκμήριο 6 στην προκειμένη περίπτωση η συγκεκριμένη επιστολή του Δήμου Λεμεσού, η οποία, όντως απευθύνεται στην εταιρεία του εναγόμενου που είναι και οι ιδιοκτήτες του επίδικου οχήματος, με περιεχόμενο ως ακολούθως: « Νο 1683 Λεμεσός 27/8/2007 Κύριο/α/ους ADAPAKA LTD ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ 4, 4007 Μετακίνηση και διάθεση εγκαταλειμμένων οχημάτων ή αντικειμένων Άρθρο 92Α του περί Δήμων Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί με το νόμο 40
(1)92 Κύριε/α/οι Έχει διαπιστωθεί ότι το αυτοκίνητο με αρ. Εγγραφής EKΡ 621 /Αντικείμενο (...), του οποίου είστε ιδιοκτήτης,/τρια, βρίσκεται εγκαταλειμμένο σε δημόσιο δρόμο / ανοικτό δημόσιο / ιδιωτικό χώρο στην οδό ΛΕΛΛΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ για περίοδο μεγαλύτερη των τριών
(3)εβδομάδων κατά παράβαση του άρθρου 92Α του περί Δήμων Νόμου 111 του 1985. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου αυτού καλείστε να απομακρύνετε το αυτοκίνητο / αντικείμενο σας σε διάστημα δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία της παρούσας ειδοποίησης, διαφορετικά ο Δήμος θα προβεί στη λήψη όλων των υπό του Νόμου προβλεπόμενων μέτρων. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν μετακίνηση του αυτοκινήτου / αντικειμένου από το Δήμο και στη συνέχεια πώληση του σε δημόσιο πλειστηριασμό εντός δύο
(2)μηνών από την ημερομηνία μετακίνησης του. Υ.Γ. Παρακαλούμε όπως μετά την εκτέλεση των πιο πάνω ειδοποιήσετε σχετικά το γραφείο μας. Με εκτίμηση ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΜΑΡΙΟΣ ............ Υγειονομικός Επιθεωρητής». Δεν έχω λόγο να μη δεχθώ τον ισχυρισμό του Μ.Ε.3 που είναι και μάρτυρας του ενάγοντα, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, εκτός από την ετικέτα με την λέξη «εγκαταλειμμένο» που τοποθετήθηκε στον μπροστινό υαλοθώρακα του επίδικου οχήματος, στο ίδιο μέρος του οχήματος τοποθετήθηκε και η παραπάνω επιστολή. Με αυτό ως δεδομένο, ο ενάγοντας, που όπως ισχυρίστηκε είδε την ετικέτα, δεν μπορεί να μην είδε και την επιστολή, με περιεχόμενο τόσο ξεκάθαρο, σε βαθμό που, αν όντως είχε επικοινωνήσει με τον εναγόμενο για να τον ενημερώσει σχετικά, εκείνο για το οποίο, κατά κύριο λόγο προείχε να τον ενημερώσει ήταν για το περιεχόμενο της επιστολής και όχι τις ετικέτας στην οποία αναγραφόταν απλώς η λέξη «εγκαταλειμμένο». Προφανώς, για τον εναγόμενο, περισσότερο από αυτό, τον ενδιέφερε η προειδοποίηση ότι εκτός κι αν απομάκρυνε το όχημα της εταιρείας του από το μέρος που αυτό βρισκόταν, ο δήμος θα έφθανε στο σημείο να προχωρήσει ακόμη και σε δημόσιο πλειστηριασμό του. Παρόλα αυτά, ο ενάγοντας, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να τον ενημερώσει και γι' αυτό, αλλά, ούτε και να πληροφορήσει την Αστυνομία για το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, είτε κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του, είτε ακόμη κατά την ώρα της σύλληψης του ως υπόπτου κλοπής του επίδικου οχήματος, κάτι που αν έκανε, θεωρώ ότι, ενδεχομένως να απέτρεπε την Αστυνομία να επιδιώξει τη σύλληψή του προτού διερευνήσει και αυτή τη πτυχή της υπόθεσης, ενέργεια που έγινε αργότερα και που αποτέλεσε την αιτία για να αφεθεί ελεύθερος. Είναι φανερό, ότι ο ενάγοντας, ενώ δεν είδε το Δήμο Λεμεσού να τοποθετεί την ταμπέλλα με την λέξη «εγκαταλειμμένο» στο όχημα της εταιρείας του εναγόμενου, στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι τον είδε σε μία περίπτωση και σε άλλη ότι είδε την ταμπέλλα, επειδή, πολύ απλά ενημερώθηκε μετά τη σύλληψή του από την Αστυνομία ότι συνέβη κάτι τέτοιο και τούτο προκειμένου να με πείσει ότι ο εναγόμενος τον οποίο υποτίθεται ότι ενημέρωσε για το παραπάνω γεγονός, κακόβουλα και ψευδώς τον κατάγγειλε στην Αστυνομία για την κλοπή του αυτοκινήτου του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε ο εναγόμενος. Για λόγους που θα παραθέσω αμέσως, ο ισχυρισμός του στο στάδιο της αντεξέτασης, ότι τρεις μήνες μετά που άφησε το αυτοκίνητό του στο show room του ενάγοντα πέρασε από εκεί και το είδε τον εκθέτει τόσο πολύ, σε βαθμό που και χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ και σε διάφορες άλλες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων, αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, πέραν όσων παρατίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), τα οποία, καθώς ήδη έχουν αναφερθεί αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Αν ληφθεί υπόψη ότι, όπως ισχυρίστηκε με την πρώτη του κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 1) αλλά και όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 10) παρέδωσε το όχημά του στον ενάγοντα για να του το πωλήσει το Σεπτέμβρη του 2007, δεδομένου ότι αυτό, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής βεβαίωσης του Δήμου Λεμεσού (τεκμήριο 7), στις 25.10.2007 περισυλλέχθηκε από το δήμο, μέσα στα πλαίσια περισυλλογής εγκαταλειμμένων αυτοκινήτων από την οδό Λέλλας Καραγιάννη, εξ αντικειμένου, ο ίδιος, δεν μπορεί να το είδε τρεις μήνες μετά και μάλιστα στο show room του ενάγοντα. Το ίδιο ισχύει ακόμη κι αν λάβω υπόψη τον ισχυρισμό του της συμπληρωματικής του κατάθεσης στην Αστυνομία (τεκμήριο 9) στην οποία αναφέρει πως νομίζει ότι είναι τον Αύγουστο και όχι το Σεπτέμβρη του 2007 που πήρε το αυτοκίνητό του στον ενάγοντα για να του το πωλήσει. Αντεξεταζόμενος και πάλι ισχυρίστηκε ότι όταν τρεις μήνες μετά που άφησε το όχημά του στον ενάγοντα για να το πωλήσει, πέρασε από το show room του και είδε το όχημα, οπότε σταμάτησε και συνάντησε τον ενάγοντα στο γραφείο του. Αυτός, του είπε ότι ενδιαφέρθηκε κάποιος να αγοράσει το αυτοκίνητό του, αλλά ήταν χαμηλή η τιμή και ρώτησε τη γνώμη του. Του είπε ότι είχε προσφορά £600,00 με £700,00 και το ρώτησε κατά πόσο θα το έδινε. Του απάντησε αρνητικά, λέγοντάς του πως ήθελε γύρω στις £1.250,00 με £1.500,00 και αν το πουλούσε, θα έπαιρνε μια προμήθεια ο ίδιος. Φυσικά, λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς για την πρόταση να πωλήσει το αυτοκίνητό του £700,
- Οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγόμενου, τους οποίους προέβαλε αντεξεταζόμενος, δε συγκρούονται μόνο μεταξύ τους, αλλά και με όσα αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Σύμφωνα με αυτή, με τον ενάγοντα συμφώνησαν την πρώτη μέρα που το συνάντησε στη μάντρα του και του πήρε το αυτοκίνητο για να του το πωλήσει πως ήθελε £1.250,00, ο οποίος, δύο με τρεις βδομάδες αργότερα, του τηλεφώνησε και του είπε πως είχε πελάτη που ενδιαφερόταν να αγοράσει το αυτοκίνητό του £500,00 με £600,
- Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Θεωρώ αρκετά τα παραπάνω παραδείγματα, προκειμένου να διαφανεί πόσο αναξιόπιστος είναι και ο εναγόμενος ως μάρτυρας, σε βαθμό που, απ' όσα έχει αναφέρει και δε συνάδουν με το περιεχόμενο των αποδεδειγμένων από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, είτε ακόμη που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, το μόνο που δέχομαι είναι τον ισχυρισμό του πως δεν παρέλαβε την επιστολή που απέστειλε ο Δήμος Λεμεσού στην εταιρεία του (τεκμήριο 6) και τούτο, όχι γιατί πιστεύω στον ίδιο, αλλά, επειδή, για λόγους που θα παραθέσω σε λίγο στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.3, ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την αποστολή της εν λόγω επιστολής. Η μαρτυρία της Μ.Ε.2, αστυφύλακα 1891, Μαρίας Αττεσλή, εκτός από αξιόπιστη, ουσιαστικά παρέμεινε και αναντίλεκτη. Κατά συνέπεια γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Ο Μάριος Αριστοτέλους (Μ.Ε.3) καθώς ήδη έχει αναφερθεί, σε εφαρμογή του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου κλητεύθηκε από τον εναγόμενο και αντεξετάστηκε από το δικηγόρο του αναφορικά με το περιεχόμενο και της επιστολής του (τεκμήριο 6), το οποίο εκτίθεται αυτούσιο σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της, με μία μόνο εξαίρεση. Δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι η συγκεκριμένη επιστολή στάλθηκε στην εταιρεία του ενάγοντα που ήταν και οι ιδιοκτήτες του επίδικου οχήματος στον ουσιώδη χρόνο. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ότι η επιστολή στάλθηκε ταχυδρομικώς συστημένη. Ερωτηθείς στη συνέχεια εάν έχει οποιαδήποτε απόδειξη παραλαβής της, απάντησε πως δε θυμάται. Στην υποβολή ότι η εν λόγω επιστολή δεν έχει παραληφθεί ποτέ από την εταιρεία ADAPAKA LTD μα ούτε και από τον εναγόμενο, «Δε γνωρίζω εάν την παρέλαβα πίσω την επιστολή, δε θυμάμαι» ήταν η απάντησή του. Και όμως, αφής στιγμής, όπως ισχυρίστηκε, η επιστολή στάλθηκε ταχυδρομικώς συστημένη, αντί να ισχυρίζεται πως δε θυμάται εάν αυτή παραλήφθηκε είτε από τον ενάγοντα είτε από την εταιρεία του, εάν συνέβη το πρώτο, δηλαδή ταχυδρομήθηκε συστημένη η επιστολή, θα μπορούσε και όφειλε να παρουσιάσει τη σχετική - γραπτή απόδειξη κατάθεσής της στο ταχυδρομείο για σκοπούς αποστολής της στον παραλήπτη της, ενώ, μολονότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση, θα μπορούσε να παρουσιάσει και τη σχετική απόδειξη του ταχυδρομείου προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο παραλήφθηκε ή όχι η επιστολή και στην πρώτη περίπτωση, από ποιον και πότε. Το τεκμήριο ότι μία επιστολή που έχει ταχυδρομηθεί χωρίς να επιστραφεί στον αποστολέα της τεκμαίρεται ότι έχει παραδοθεί στον παραλήπτη (Θεοδώρου ν. Ηγούμενος Μοναστηρίου Κύκκου
(1965)1 C.L.R.) δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή μας, επειδή, πολύ απλά, στη βάση της μαρτυρίας του υπό αναφορά μάρτυρα, δεν έχει αποδειχθεί, ούτε η αποστολή της επιστολής μα ούτε και ότι αυτή δεν έχει επιστραφεί στον αποστολέα της. Το βάρος απόδειξης ότι συνέβησαν και το ένα και το άλλο βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα, ο οποίος απέτυχε να το αποσείσει, παρότι, εάν αποτελούσε γεγονός ότι η επιστολή στάλθηκε ταχυδρομικώς συστημένη, όχι μόνο αυτά τα δύο γεγονότα θα μπορούσε να αποδείξει, αλλά και ότι η επιστολή παραλήφθηκε από τον αποδέκτη της. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη είναι και αναντίλεκτη. Κατ' ακολουθία των παραπάνω ευρημάτων μου, δεδομένης της φύσης της υπόθεσης και της αιτίας της αγωγής του ενάγοντα, το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, αναπόφευκτα, θα επιλυθεί με βάθρο το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του εναγόμενου στην Αστυνομία στις 26.6.2007, σε συνδυασμό με το γεγονός - που δεν έχει αποδειχθεί ότι γνώριζε ο εναγόμενος όταν έδινε την κατάθεση - ότι το επίδικο όχημα της εταιρείας του, ουδέποτε κλάπηκε από το σημείο που βρισκόταν στην οδό Λέλλας Καραγιάννη στη Λεμεσό, από την οποία περισυλλέχθηκε από το Δήμο Λεμεσού στις 25.10.2007 ως εγκαταλειμμένο και πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό στις 15.4.2008 σε κάποια εταιρεία και εκποιήθηκε (βλ. το τεκμήριο 7). Λέγοντας αυτά υπεισέρχομαι και στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 προνοεί ότι: «Κακόβoυλη δίωξη συvίσταται στηv πραγματική, κακόβoυλη και χωρίς εύλoγη και πιθαvή αιτία έvαρξη ή συvέχιση αvεπιτυχoύς πoιvικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλoυ πρoσώπoυ, αv η διαδικασία αυτή- (α) Πρoκάλεσε σκάvδαλo για τηv πίστη ή τηv υπόληψη τoυ πρoσώπoυ αυτoύ ή πιθαvή απώλεια της ελευθερίας τoυ και (β) κατέληξε, αv στηv πραγματικότητα μπoρoύσε με τov τρόπo αυτό vα καταλήξει, υπέρ τoυ πρoσώπoυ αυτoύ: Νoείται ότι καμιά αγωγή για κακόβoυλη δίωξη δεv εγείρεται κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ για μόvo τo λόγo ότι τo πρόσωπo αυτό παρείχε πληρoφoρίες σε κάπoια αρμόδια αρχή η oπoία και άρχισε oπoιαδήπoτε διαδικασία». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1, σελ. 105: «Το αδίκημα της κακόβουλης δίωξης (malicious prosecution) αποτελεί την πιο συνηθισμένη μορφή αδικήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με σκοπό πρόκληση ζημιάς σε άλλο. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (i) η έναρξη ή η συνέχιση ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας, (ii) η ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης και η έλλειψη εύλογης αιτίας, (iii) η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας (αθώωση στην περίπτωση ποινικής διαδικασίας) και, (iv) η πρόκληση ζημιάς (στην φήμη ή υπόληψη) ή πιθανής απώλειας της ελευθερίας.» Βλέπε (ανάμεσα σε άλλες) και τις υποθέσεις Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R 50, Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1(Α) Α.Α.Δ.728 και τέλος, Κλεάνθους ν. Μιλτιάδους
(2006)1(Β) Α.Α.Δ.
- Σύμφωνα με την Πίτσιλλος (ανωτέρω): «Κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης». Καθόλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την Αριστοδήμου (ανωτέρω και πάλιν) με αναφορά στην Paikkos (ανωτέρω επίσης): «Επιχειρώντας να συνοψίσουμε τη σκέψη του Εφετείου στην πιο πάνω υπόθεση, φρονούμε πως αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: (α) Κατά το κοινοδίκαιο χωρεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη, εφόσον υφίστανται όλα τα στοιχεία που συνιστούν κατάχρηση της νόμιμης διαδικασίας, και για διαδικασία ανάλογη ή συγγενή προς ποινική διαδικασία. Η αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν περιορίζεται στην ποινική διαδικασία, τη διαδικασία πτώχευσης ή διάλυσης εταιρείας. Το αποτέλεσμα κακόβουλης δίωξης, στην οποία μπορεί να στηριχθεί η αγωγή, περιλαμβάνει και ζημιά ή βλάβη στη φήμη ατόμου, κίνδυνο στη ζωή ή σωματική του ακεραιότητα, την προσωπική του ελευθερία καθώς και ζημιά σε περιουσία. Στην υπόθεση Paikkos αποφασίστηκε πως η αίτηση που υπέβαλε ο εφεσείων, για να κηρυχθεί ο εφεσίβλητος πνευματικά ασθενής, με αποτέλεσμα ο ενδεχόμενος εγκλεισμός του σε κατάλληλο ίδρυμα, συνιστούσε διαδικασία συγγενή προς ποινική δίωξη, και επομένως μπορούσε να καταχωριστεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη. (β) Η διαδικασία, που συνιστά τη δίωξη, πρέπει να είναι ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου». Στο ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η απάντηση είναι αρνητική. Αν υποτεθεί ότι η σύλληψη του ενάγοντα την 1η 7.2008, αρχικά, δυνάμει δικαστικού εντάλματος και ακολούθως, δυνάμει διατάγματος προσωποκράτησης, επειδή, στη βάση της εναντίον του γραπτής καταγγελίας του εναγόμενου θεωρήθηκε ύποπτος διάπραξης του ποινικού αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του αυτοκινήτου της εταιρείας του τελευταίου, συνιστά ποινική διαδικασία, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του εν λόγω συστατικού στοιχείου απαιτείται και κάτι άλλο∙ θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η σχετική διαδικασία κινήθηκε από τον εναγόμενο. Δεδομένου ότι στην περίπτωσή μας είναι η Αστυνομία ως αρμόδια αρχή που απευθύνθηκε στο Δικαστήριο και εξασφάλισε τόσο το ένταλμα σύλληψης όσο και το διάταγμα προσωποκράτησης του ενάγοντα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος μπορεί να θεωρηθεί ως υπεύθυνος για την έναρξη της σχετικής διαδικασίας και στις δύο περιπτώσεις. Το θέμα αναλύεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, Twentieth Edition, και συγκεκριμένα στην παράγραφο 16-11, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «To prosecute is to set the law in motion, and the law is only set in motion by an appeal to some person clothed with judicial authority in regard to the matter in question, and to be liable for malicious prosecution a person must at least be actively instrumental in so setting the law in motion. This involves "active steps" to ensure that a prosecution results.» Στην υπόθεση Martin v. Watson [1995] 3 All ER 559, η εφεσίβλητη κατάγγειλε επανειλημμένα τον εφεσείοντα για το αδίκημα που διώχθηκε και αθωώθηκε και ήταν μετά από επιμονή της που η υπόθεση προωθήθηκε στο Δικαστήριο όπου η ίδια ήταν παραπονούμενη και η ουσιαστική κατήγορός του. Εδώ τα γεγονότα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο εναγόμενος, στον ουσιώδη χρόνο προέβη σε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία, στην οποία, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Ο ενάγοντας, που στον ουσιώδη χρόνο είχε στην κατοχή και υπό τον έλεγχό του το αυτοκίνητο της εταιρείας του για να το πωλήσει έναντι συγκεκριμένου τιμήματος, όταν δύο με τρεις περίπου μήνες προτού ο ίδιος μεταβεί στην Αστυνομία και δώσει την επίδικη κατάθεση, του τηλεφώνησε στο γραφείο απάντησε στο τηλέφωνο η σύζυγός του, η οποία του ανάφερε ότι το αυτοκίνητό του δεν ήταν πλέον κοντά τους. Τις αμέσως επόμενες μέρες, στην προσπάθειά του να μιλήσει με τον ενάγοντα για να του πει τι έγινε το αυτοκίνητό του και πάλιν η σύζυγός του ενάγοντα - μιας και δεν κατάφερε να μιλήσει με τον ίδιο - του είπε ότι, όπως της ανάφερε ο ενάγοντας, θα το έπιασε το Δημαρχείο το αυτοκίνητό του. Ουδέποτε του είπε ο ενάγοντας ότι θα έπιαναν το αυτοκίνητό του από το Δημαρχείο, επειδή δε θα δεχόταν, μιας και το αυτοκίνητό του ήταν σε καλή κατάσταση. Καταλήγοντας την κατάθεσή του ο εναγόμενος αναφέρει κατά λέξη τα ακόλουθα: «Εγώ έκαμα έλεγχο δύο φορές στο Δημαρχείο και μου ανάφεραν ότι ουδέποτε μου απέστειλαν επιστολή (δηλ. της εταιρείας μου) ούτε και παρέλαβαν το αυτοκίνητό μου. Εγώ θέλω το αυτοκίνητό μου πίσω ή τα λεφτά μου. Έχω παράπονο εναντίον του Δώρου Θεοδώρου. Δεν έχω ασφαλιστική κάλυψη για κλοπή.» Δεδομένης της αδυναμίας μου να προβώ σε συμπεράσματα γεγονότων αναφορικά με το λόγο, καθώς και από ποιον το επίδικο όχημα τοποθετήθηκε στο σημείο από το οποίο περισυλλέχθηκε από το Δήμο Λεμεσού στις 25.10.2007 και τούτο, επειδή οι διάδικοι, που είναι και οι μόνοι που θα μπορούσαν να με διαφωτίσουν συναφώς με αυτά τα στοιχεία, για λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκαν αναξιόπιστοι ως μάρτυρες, το ερώτημα κατά πόσο στοιχειοθετείται σε βάρος του εναγόμενου το αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, θα απαντηθεί με βάθρο το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, η οποία, θα πρέπει να ιδωθεί ως πραγματικό γεγονός, δηλαδή ως έχει και ανεξάρτητα σε ποια έκταση το περιεχόμενό της είναι αληθές και σε ποια όχι, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το γεγονός - που δεν έχει αποδειχθεί ότι γνώριζε ο εναγόμενος όταν έδινε την κατάθεση - ότι το επίδικο όχημα της εταιρείας του, ουδέποτε κλάπηκε από το σημείο που βρισκόταν στην οδό Λέλλας Καραγιάννη στη Λεμεσό, από την οποία περισυλλέχθηκε από το Δήμο Λεμεσού στις 25.10.2007 ως εγκαταλειμμένο και πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό στις 15.4.2008 σε κάποια εταιρεία και εκποιήθηκε. Σε καμιά περίπτωση ο εναγόμενος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για την έναρξη της διαδικασίας που οδήγησε στη σύλληψη και κράτησή του ενάγοντα. Οι νενομισμένες διαδικασίες, ναι μεν κινήθηκαν εξαιτίας όσων ανάφερε στην κατάθεσή του ο εναγόμενος, ωστόσο, αυτό έγινε καθαρά με πρωτοβουλία και απόφαση της Αστυνομίας και όχι του ίδιου, ο οποίος, αν μπορεί να λεχθεί ότι κατάγγειλε τον ενάγοντα, τον κατάγγειλε μόνο μία φορά και όχι επανειλημμένα, ενώ, από το καταληκτικό μέρος της κατάθεσής του, είναι φανερό, ότι με αυτή, ούτε τη σύλληψή, ούτε την προσαγωγή στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης, μα ούτε και τη ποινική δίωξή του ενάγοντα ζήτησε από την Αστυνομία και μάλιστα επίμονα, μιας και αυτό που τον ενδιέφερε για τον ενάγοντα ήταν, είτε να του επιστρέψει το αυτοκίνητό του είτε να του δώσει τα λεφτά του (υποθέτω ότι με τη σχετική αναφορά εννοεί την αξία του αυτοκινήτου ή το ποσό των £1.250,00 που όπως αναφέρει στην κατάθεσή του συμφώνησαν ότι θα του κατέβαλλε ο ενάγοντας από την πώληση του αυτοκινήτου του). Προστίθενται και τα εξής: Ακόμη και στην περίπτωση που αποδεχόμουν πλήρως την εκδοχή του ενάγοντα αναφορικά με τα γεγονότα και πάλι δε θα θεωρούσα υπεύθυνο τον εναγόμενο για την έναρξη της διαδικασίας που οδήγησε στη σύλληψη και κράτησή του πρώτου. Με βάση το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ενάγοντα είναι σαφές, ότι, τα τρία βασικά στοιχεία που εξ αντικειμένου στοιχειοθετούσαν το εύλογο των υπονοιών εναντίον του ενάγοντα για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του οχήματος του εναγόμενου είναι τα εξής: πρώτο, ο ενάγοντας, ενώ είχε στην κατοχή και υπό τον έλεγχό του το αυτοκίνητο του εναγόμενου, δεύτερο, τον πληροφόρησε μέσω της συζύγου του ότι το πήρε το Δημαρχείο από το σημείο που αυτό είχε τοποθετηθεί από τον ίδιο, δηλαδή τον ενάγοντα και τρίτο, μετά από έλεγχο στον οποίο προέβη ο εναγόμενος πληροφορήθηκε από το Δημαρχείο ότι δεν ευσταθούσε ο εν λόγω ισχυρισμός του ενάγοντα. Ο εναγόμενος, ανεξάρτητα από την αλήθεια ή όχι όσων αναφέρει στην κατάθεσή του στην Αστυνομία, τα οποία συνδέουν τον ενάγοντα με την απώλεια του οχήματός του, με μόνο λόγο ότι το φέρει να του λέει ότι το πήρε το Δημαρχείο το όχημά του, έδωσε συγκεκριμένη κατεύθυνση στην Αστυνομία, η οποία, στα πλαίσια διερεύνησης της καταγγελίας του, εάν έστρεφε από την αρχή τις έρευνές της στη συγκεκριμένη κατεύθυνση, θα αποφεύγονταν όσα ακολούθησαν σε βάρος του ενάγοντα, τα οποία οδήγησαν στη σύλληψή και κράτησή του. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, δεν είναι ο εναγόμενος που είπε στην Αστυνομία ή της ζήτησε να επιδιώξει πρώτα τη σύλληψη του ενάγοντα και μετά να διερευνήσει κατά πόσο το αυτοκίνητό του περισυλλέχθηκε από το Δήμο Λεμεσού, για να αναγκαστεί να αφήσει ελεύθερο τον ενάγοντα, χωρίς καν να τον κατηγορήσει γραπτώς, όταν, μερικές μόνο ώρες αφότου τον είχε συλλάβει επιβεβαιώθηκε ο ισχυρισμός του, τον οποίο μάλιστα έθεσε υπόψη της Αστυνομίας ο ίδιος ο εναγόμενος με την κατάθεσή του. Επομένως, για να δανειστώ τα λόγια του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην Κλεάνθους (ανωτέρω), εάν η Αστυνομία ενήργησε λανθασμένα ή κακόβουλα ή πεπλανημένα ή βεβιασμένα και επιπόλαια προσθέτω με τη σειρά μου, αυτό δεν έγινε με ευθύνη του εναγόμενου μα ούτε και εξαρτάτο από τη θέλησή του, ο οποίος, (για να επαναλάβω) με την καταγγελία του, το μόνο που ζητούσε ήταν να του επιστραφεί από τον ενάγοντα το αυτοκίνητό του ή να του καταβληθεί το ποσό της αξίας του ή αυτό που συμφώνησε ότι θα του έδινε ο ενάγοντας σε περίπτωση που το πωλούσε. Ούτε και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι καθ' ον χρόνο ο εναγόμενος προέβαινε στη γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία, γνώριζε ότι το αυτοκίνητο της εταιρείας του είχε περισυλλεχθεί από το Δήμο Λεμεσού, καθόλου λόγος για κακόβουλη δίωξη εκ μέρους του μπορεί να γίνει, ενώ, οι λόγοι που συνθέτουν το εύλογο των υπονοιών εναντίον του ενάγοντα για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου του αυτοκινήτου της εταιρείας του εναγόμενου στοιχειοθετούν και την εύλογη και πιθανή αιτία που είχε ο τελευταίος να καταγγείλει και ευθέως ακόμη τον ενάγοντα καθώς και να ζητήσει την ποινική του δίωξη για τη διάπραξη του προαναφερθέντος ποινικού αδικήματος. Το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί υπό την έννοια ότι, μολονότι η Αστυνομία εξασφάλισε την έκδοση τόσο εντάλματος σύλληψης του ενάγοντα όσο και διάταγμα προσωποκράτησής του, την ίδια μέρα αναγκάστηκε να τον αφήσει ελεύθερο, χωρίς καν να τον κατηγορήσει γραπτώς. Και το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Η στέρηση της ελευθερίας του ενάγοντα για 14 περίπου ώρες, κατά τη διάρκεια των οποίων τελούσε υπό αστυνομική κράτηση (από τις 00:10 της 1ης 7.2008 που συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης μέχρι και τις 13:45 της ίδιας ημέρας που αφέθηκε ελεύθερος) συνιστά και αποδεικνύει το συγκεκριμένο στοιχείο που είναι ζημία που υπέστη, απότοκο όσων ακολούθησαν της εναντίον του καταγγελίας του ενάγοντα. Ερωτηθείς από το δικηγόρο του ο ενάγοντας πώς ένιωσε όταν κρατήθηκε μέσα και ήρθε Δικαστήριο με χειροπέδες, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Έχει σχεδόν 20 χρόνια που κάνω τούτη δουλειά. Δεν είχα ξανά οτιδήποτε ή παρόμοιο περιστατικό εναντίον μου, προσβάλθηκα και ακόμα χειρότερα, την επομένη όταν ήρθα Δικαστήριο με χειροπέδες.» Έχοντας υπόψη ότι η παραπάνω απάντηση του ενάγοντα παρέμεινε αναντίλεκτη, σε περίπτωση που αποδεικνύονταν όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και πετύχαινε η αγωγή του, λαμβάνοντας υπόψη την ταλαιπωρία και προσβολή που υπέστη, σε συνδυασμό και με τη διάρκεια της κράτησής του (ως υπόπτου έστω, ωστόσο, για το εξόχως σοβαρό αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου), κατά την οποία στερήθηκε της προσωπικής του ελευθερίας οπότε και μειώθηκε η αξιοπρέπειά του, θεωρώ ότι ένα ποσό της τάξεως των €4.000,00, θα αποτελούσε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για σκοπούς αποκατάστασής του, το οποίο και θα του επιδίκαζα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Περαιτέρω, θα του επιδίκαζα και το ποσό των €500,00, πλέον Φ.Π.Α., που θα καταβάλει στο δικηγόρο του ως αμοιβή, για τις υπηρεσίες που του προσέφερε εκπροσωπώντας τον στο Δικαστήριο, στα πλαίσια της διαδικασίας της αίτησης για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησής του. Το ποσό αυτό, θα του το επιδίκαζα υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του εναγόμενου ότι η απόδειξη των ειδικών ζημιών κινείται σε αυστηρά πλαίσια, με βρίσκει σύμφωνο. Ωστόσο, η εν λόγω αρχή θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με την επίσης νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία, αφής στιγμής υπάρχει θετική μαρτυρία συναφώς με τις ειδικές ζημιές, στην προκειμένη περίπτωση από τον ενάγοντα, έχοντας υπόψη ότι αυτός δεν αντεξετάστηκε επί του θέματος, η συγκεκριμένη παράλειψη, ουσιαστικά αποτελεί παραδοχή ότι υπέστη τη σχετική ζημία. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και για την ανταπαίτηση η οποία απορρίπτεται λόγω παράλειψης προώθησής της από τον εναγόμενο. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Έχοντας υπόψη ότι η αγωγή του ενάγοντα απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία, λόγω της αποτυχίας του να στοιχειοθετήσει την απαίτησή του εναντίον του εναγόμενου, ενώ η ανταπαίτηση του τελευταίου απορρίφθηκε λόγω παράλειψης προώθησής της, θεωρώ ότι η πλέον ορθή διαταγή ως προς τα έξοδα είναι να επιδικαστούν υπέρ του εναγόμενου, μειωμένα όμως σε κάποιο βαθμό. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, σε ποσοστό 3/
- (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - κακόβουλη δίωξη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο