← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Mohamed Hedaia Almahmodoud, Αρ. Υπόθεσης: 13777/12, 27/3/2014

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Mohamed Hedaia Almahmodoud, Αρ. Υπόθεσης: 13777/12, 27/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13777/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Mohamed Hedaia Almahmodoud Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27/3/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κα Σύλβια Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο

  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 11 Σεπτεμβρίου του 2011 στη Λεμεσό, έκλεψε από το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚΕΤ 554 το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, περιουσία της Χρύσως Σταύρου από τη Λεμεσό( μάρτυρας κατηγορίας 1). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα που ουσιαστικά είναι η παραπονούμενη. Το λοιπό μαρτυρικό υλικό εκ συμφώνου και από τις 2 πλευρές κατατέθηκε και με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της μάρτυρας κατηγορίας 1, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74.1(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφάλαιο 155, επέλεξε ως ήταν και δικαίωμα του, να παραμείνει σιωπηλός και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Στο τέλος αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν επιχειρηματολογήσει με τις εμπεριστατωμένες τους αγορεύσεις για να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο δε θα παραθέσει βεβαίως αυτολεξεί την όλη μαρτυρία που έχει εκτεθεί ενώπιον του, όμως το Δικαστήριο θα παραθέσει τον κεντρικό πυρήνα της μαρτυρίας που έχει εκτεθεί ενώπιον του από την παραπονούμενη, που έχει τεθεί για να υποστηρίξει την εκδοχή της η Κατηγορούσα Αρχή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παραπονούμενη, στις 11 Σεπτεμβρίου του 2011 στη Λεμεσό, ενώ η παραπονούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΕΤ 554 και με συνοδηγό τον κατηγορούμενο και αφού έχει σταματήσει σε περίπτερο που έχει κατονομάσει για αγορά κάποιων προϊόντων και σε εκείνη τη χρονική περίοδο ουσιαστικά ο κατηγορούμενος, κατά την ίδια, χωρίς βέβαια να τον έχει δει, έκλεψε το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, το οποίο προήλθε ουσιαστικά από εξαργύρωση επιταγής, αντίγραφο της οποίας έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η εν λόγω επιταγή εξαργυρώθηκε σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει κατονομάσει, ως επίσης και την ημερομηνία που έχει αναφέρει. Κατά την παραπονούμενη, δεν γνώριζε κανείς ότι το χρηματικό ποσό βρισκόταν στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου της και μόνο ο κατηγορούμενος εισήλθε στο αυτοκίνητο της. Η ίδια θεωρεί τον κατηγορούμενο ως υπαίτιο για την κλοπή του χρηματικού ποσού των 500 ευρώ. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το χρηματικό ποσό έφθασε στην κατοχή της, η παραπονούμενη ανέφερε ότι μετά την εξαργύρωση της επιταγής η παραπονούμενη άφησε το εν λόγω χρηματικό ποσό στο ντουλαπάκι στο αυτοκίνητο της και όχι στην τσάντα της. Περαιτέρω η παραπονούμενη κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ουσιαστικά επανέλαβε την πιο πάνω θέση της και αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, η οποία αμφισβήτησε ευθέως τόσο τη γνησιότητα της καταγγελίας αλλά και τη βασιμότητα των όσων έχουν λεχθεί από την παραπονούμενη. Οι απαντήσεις της παραπονούμενης είναι καταγραμμένες στα πρακτικά και το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο στο παρόν στάδιο να την παραθέσει αυτολεξεί και λεπτομερώς, παρά μόνο θα γίνεται ειδική αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις όπως και στην παρούσα, η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος απόδειξης, όπως αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αλλά αν στο μυαλό του Δικαστηρίου παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία αναφορικά με την εκδοχή που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, αναμφίβολα το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Υπάρχει σχετική πλούσια και πάγια νομολογία επί του θέματος και το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να την παραθέσει και να την επαναλάβει αφού είναι γνωστή και στις δύο πλευρές, αλλά είναι και γνωστός ο δικαιϊκός κανόνας του ποινικού δικαίου. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της κλοπής δυνάμει του άρθρου 255 Κεφάλαιο
  2. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση πράγματος που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, β), κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με πρόθεση να το αποστερήσει μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του, γ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του πράγματος, δ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με δόλιο τρόπο και όχι καλόπιστα, ε) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να μην πιστεύει ειλικρινά ότι με την πράξη του ασκεί ή αξιώνει δικό του περιουσιακό δικαίωμα επί του πράγματος, δηλαδή να μην συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφαλαίου
  3. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει τη μοναδική μάρτυρα, δηλαδή την παραπονούμενη όπως κατέθετε κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία της μέσα από την όλη γενική της συμπεριφορά μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα και ιδιαίτερα κατά τον τρόπο όπου έδινε μαρτυρία τα όσα έλεγε και το Δικαστήριο έχει επίσης ως γνώμονα την αναζήτηση τυχόν προσωπικού συμφέροντος ή οποιασδήποτε μεροληπτικής στάσης εναντίον του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί ιδιαίτερα αναφορικά με το πρόσωπο της μάρτυρα καθότι ουσιαστικά είναι το κλειδί της υπόθεσης και η μοναδική μάρτυρας που έχει καταθέσει εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με εξαιρετικά πάρα πολλή προσοχή τη μάρτυρα όταν κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα διότι κάθε μάρτυρας είναι ξεχωριστός και η συγκεκριμένη μάρτυρας αναμφίβολα φαινόταν και μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα ότι ήταν άτομο το οποίο παρουσίαζε και ιδιαίτερα λεκτικά και συντακτικά προβλήματα κατά την άρθρωση του λόγου της, αλλά και γενικά η συμπεριφορά της ήταν ιδιόμορφη, παρ'όλα αυτά δεν σημαίνει εκ των προτέρων ότι μια μάρτυρας είναι αξιόπιστη ή αναξιόπιστη με μόνο αυτά τα συμβάντα τα οποία έχει καταγράψει το Δικαστήριο. Όμως το Δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις και ενόψει των όσων έχουν λεχθεί από τη μάρτυρα και παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή τον τρόπο όπου έδινε μαρτυρία, αλλά και τα όσα ανέφερε η μάρτυρας ότι η μάρτυρας αυτή δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια της εκδοχής της. Πιο συγκεκριμένα η εν λόγω μάρτυρας σε ουσιώδη ζητήματα κατά το στάδιο της αντεξέτασης ευθαρσώς και χωρίς κανένα δισταγμό ανέφερε ότι δεν ήθελε να απαντήσει. Δεν αφορούσε απλά επουσιώδη πράγματα ή άσχετα πράγματα για τα οποία ούτως ή άλλως το Δικαστήριο σε ορισμένες περιπτώσεις δεν επέτρεπε την ερώτηση αφού προηγουμένως η μάρτυρας ανέφερνε και πάλι ότι δεν ήθελε να δώσει μαρτυρία, αλλά σε καίριας σημασίας γεγονότα και ερωτήσεις απέφευγε να απαντήσει δηλώνοντας ευθαρσώς ότι δεν ήθελε να απαντήσει. Η μαρτυρία χωρίς κανένα δισταγμό της μάρτυρος είναι ουσιαστικά περιστατική αφού και η ίδια η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να κλέβει το ισχυριζόμενο ποσό. Συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει τη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα και να κρίνει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας ως περιστατικής και κατά πόσο έπεισε το Δικαστήριο. Χωρίς κανένα δισταγμό το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκδοχή της παραπονούμενης δεν έπεισε για τους εξής λόγους: α) δεν έπεισε το Δικαστήριο το λογικό των ενεργειών της, όπως π.χ. για ένα τόσο σημαντικό χρηματικό ποσό η παραπονούμενη να το βγάλει από την τσάντα της και το πορτοφόλι της και να το τοποθετήσει στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου της και υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο δεν έπεισε αυτή η εκδοχή. β) η καταγγελία της μάρτυρος έλαβε χώρα 3 μέρες μετά την κατ' ισχυριζόμενη από τη μάρτυρα κλοπή και το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο μέσα από τη μαρτυρία και τις καταθέσεις της μάρτυρος γιατί η μάρτυρας πήγε μετά από 3 μέρες να καταγγείλει το συμβάν και δεν έχει δώσει οποιοδήποτε πειστικό λόγο μέσα από τις καταθέσεις και μέσα από τη μαρτυρία της γιατί έχει περάσει το χρονικό διάστημα των 3 ημερών για να διαπιστώσει την κλοπή ενός τόσο σημαντικού χρηματικού ποσού, γ) η όλη συμπεριφορά της μάρτυρας μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα δεν έπεισε το Δικαστήριο καθότι σε πολύ σημαντικά ζητήματα απέφευγε να απαντήσει ή ακόμα δεν ήθελε να απαντήσει, μη θέλοντας να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε καίριας σημασίας αμφισβητούμενα γεγονότα. Η μαρτυρία η περιστατική που παρουσίασε η παραπονούμενη όχι μόνο δεν έπεισε, αλλά δεν έχει και εκείνα τα εχέγγυα της αλυσίδας γεγονότων που να οδηγούν σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα, δηλαδή αυτό της ενοχής του κατηγορουμένου. Γενικά η όλη εκδοχή που παρουσίασε η παραπονούμενη στο Δικαστήριο πραγματικά δεν έχει πείσει και μάλιστα έχει ξενίσει η εκδοχή αυτή που παρουσίασε προς το Δικαστήριο, η οποία κρίνεται ως μη λογική και πειστική υπό τις περιστάσεις. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω λοιπόν αξιολόγηση το Δικαστήριο έχοντας απορρίψει στην ολότητα της την εκδοχή που παρουσίασε η παραπονούμενη και που είχε σκοπό να καταδείξει και να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση επομένως να προβεί σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου και συνακόλουθα το μόνο εύρημα και συμπέρασμα που μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή δια μέσου της παραπονούμενης, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος ενέχεται στην κλοπή του χρηματικού ποσού των 500 ευρώ κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο, ως έχει εκτεθεί από τη μοναδική μάρτυρα κατηγορίας. Κατάληξη Για τους λόγους που στο Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει η Κατηγορούσα Αρχή δια μέσου της παραπονούμενης‑ μάρτυρας κατηγορίας 1, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή και εμπλοκή του κατηγορουμένου στο αδίκημα που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.