Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ν. Β., Αρ. Υπόθεσης: 11383/13, 11/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B14 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11383/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Ν. Β. από την Λεμεσό Ημερομηνία: 11.4.2014 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Αναστασίου Για κατηγορούμενο: κ. Μ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος 1 παρών. (Η διαδικασία διεξάγεται με τη σύμφωνο γνώμη κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης και με την έγκριση του Δικαστηρίου, για τους λόγους που αναφέρονται σε προηγούμενα πρακτικά κεκλεισμένων των θυρών.) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τις Κατηγορίες που εκτίθενται στο Κατηγορητήριο και ως εκ τούτου δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και για τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Kατηγορούμενος, η οποία διεξήχθη εκ συμφώνου και για τους λόγους που καταγράφονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, κεκλεισμένων των θυρών. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας. Οι Μ.Κ. υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους τις καταθέσεις τους που έδωσαν στην αστυνομία, Τεκμήρια: - της ΜΚ1 Τεκμήρια 1 και 2, - του ΜΚ2 Τεκμήριο 3, - του ΜΚ3 Τεκμήριο 6, και - της ΜΚ4 Τεκμήριο 7. Πρόσθετα ο ΜΚ3 κατέθεσε σαν Τεκμήριο 4 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο ημερομηνίας 11/10/2012 και σαν Τεκμήριο 5 τη γραπτή κατηγορία που απήγγειλε στον Κατηγορούμενο στις 11/10/2012. Περαιτέρω οι ΜΚ1, 2, 3 και 4 απάντησαν σε ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου δεν προέβη σε οποιαδήποτε εισήγηση όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αφήνοντας το ζήτημα στο Δικαστήριο. Η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος η δε μαρτυρία δεν είναι αντινομική αλλά ούτε και έχει κλονιστεί από την αντεξέταση σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα καταδίκαζε τον Κατηγορούμενο. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της, που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες οι οποίες αφορούν της ίδιας φύσεως αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν σύμφωνα με την θέση της κατηγορούσας αρχής, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται׃ Στην κατηγορία 1, ότι διέπραξε το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(α) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 19
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/04 και των άρθρων 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ότι την 10.10.2012, στο Σούνι, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της συζύγου του Έλενας Χαμπουλά. Στην κατηγορία 2, ότι διέπραξε το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(α) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 19
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/04 και των άρθρων 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ότι την 11.10.2012, στο Σούνι, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της συζύγου του Έλενας Χαμπουλά. Προτού εξετάσω το ζήτημα για το κατά πόσο έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, κρίνω ότι πρέπει να παραθέσω την κρίση του δικαστηρίου σε σχέση με την ποιότητα της μαρτυρίας που έχει προσαγάγει η κατηγορούσα αρχή, πάντοτε βεβαίως επί τη βάσει των όσων άνωθι εκτίθενται. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις αρχές της νομολογίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος και αφού μελέτησα την ενώπιον μου μέχρι το στάδιο αυτό δοθείσα μαρτυρία και χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας, όπως άλλωστε τούτο επιβάλλεται στο στάδιο της διάγνωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν έχω εντοπίσει ότι αυτή εμπεριέχει, αντικειμενικά εξεταζόμενη, αντιφάσεις στο μέτρο εκείνο που να την κλονίζουν σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε να στερείται παντελούς πειστικότητας ή που να την καθιστούν εκδήλως αντινομική. Συνακόλουθα κρίνω πώς δεν συντρέχει ο λόγος αυτός για αθώωση του Κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και
- Ως προνοείται στο άρθρο 3.1 του πιο πάνω Νόμου 19(Ι)/2000: «
- -
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη, σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου «βία» με βάση το εδάφιο
(1)στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 4(20 και 5 του παρόντος Νόμου ως επίσης και το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα. ..........................................................................
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρείς χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές.» Στο δε άρθρο 4, εδάφιο 1, του ιδίου Νόμου, αναφορικά με τις ποινές που επιβάλλονται για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, όταν αυτό τελείται από ένα μέλος της οικογένειας εις βάρος άλλου μέλους της ίδιας οικογένειας, προνοούνται τα εξής: «
(4)-
(1)Όταν τα αδικήματα που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του πιο κάτω εδαφίου
(2)διαπράττονται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, αυτά θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατηγορία βασίζεται στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στη δεύτερη στήλη του εδαφίου
(2)δύναται να επιβάλει τις αυξημένες ποινές που προβλέπονται στην τρίτη στήλη του ίδιου εδαφίου αντί τις ποινές που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα του Ποινικού Κώδικα.
(2)Τα αδικήματα στα οποία αναφέρεται το εδάφιο
(1)είναι τα εξής׃ Αδικήματα Άρθρο Ποινή (α) Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας 151 Η φυλάκιση αυξάνεται από δύο χρόνια σε πέντε. (β) ................ .. .............» Όπως λοιπόν συνάγεται από τα πιο πάνω τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων δυνάμει των άρθρων 3
(1)και του εδαφίου
(1)του άρθρου 4, του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000 είναι: 1. Για το αδίκημα του άρθρου 3
(1)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000, : (α) Η άσκηση βίας. (β) Η ασκηθείσα βία να συνιστά οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται: - σωματική - σεξουαλική, η - ψυχική βλάβη στο θύμα. (γ) Η βία να έχει ασκηθεί από ένα μέλος της οικογένειας εις βάρος άλλου μέλους της οικογένειας. (δ) Η βία δε περιλαμβάνει και βία η οποία ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. 2. Σε σχέση δε με τις προβλεπόμενες ποινές δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 4, του Νόμου 119
(1)/2000, συστατικό στοιχείο για να τύχουν αυτές εφαρμογής και όχι αυτές που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα, είναι το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει επιδειχθεί συμπεριφορά που συνιστά άσεμνη επίθεση, να είναι μέλος της οικογένειας του κατηγορουμένου. Ως δε προνοείται στο άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε με τον Νόμο 64(Ι)/09, εξ ού και παρατηρείται η ανακολουθία της παραγράφου (α) στο εδάφιο 4
(2)του Ν.119(Ι)/2000 σε σχέση με το ύψος της ποινής που εκεί αναφέρονται δύο χρόνια τα οποία αυξάνονται σε πέντε: «151. Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια». Συνακόλουθα τα συστατικά στοιχεί του αδικήματος του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, είναι: (α) Η απόδειξη συμπεριφοράς από πλευράς του κατηγορούμενου η οποία να συνιστά επίθεση. (β) Η επίθεση να έχει ασκηθεί εναντίον γυναίκας. (γ) Η επίθεση να συνιστά συμπεριφορά η οποία να μπορεί να χαρακτηριστεί ως άσεμνη και ως τέτοια να κρίνεται και να εκλαμβάνεται από ένα ορθώς και υγειώς σκεπτόμενο πρόσωπο. (δ) Ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να διαπράξει την επίθεση με σκοπό άσεμνο, όπως αυτός καθορίζεται στο υπό στοιχείο (γ) ανωτέρω. Τέλος σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, επισημαίνω ότι αυτό προνοεί για το ύψος των επιβαλλόμενων ποινών σε αδικήματα τα οποία χαρακτηρίζονται ως πλημμέλημα και για αυτά δεν προβλέπεται συγκεκριμένη ποινή. Συνακόλουθα τούτο, εφόσον για τα αδικήματα της παρούσας προβλέπονται συγκεκριμένες ποινές δεν τυγχάνει εφαρμογής, κρίνω πώς δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω από την ενώπιον μου μέχρι στιγμής τεθείσα μαρτυρία αναντίλεκτο είναι το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος και η παραπονούμενη, ΜΚ1, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σύζυγοι και διέμεναν κάτω από την ίδια στέγη, ήτοι τη συζυγική τους κατοικία. Συνακόλουθα το συστατικό στοιχείο των αδικημάτων δυνάμει των άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)του Νόμου 119
(1)/2000, ότι το πρόσωπο το οποίο υπέστηκε την κατ΄ ισχυρισμό άσκηση βίας και άσεμνη επίθεση, ήταν μέλος της οικογένειας του Κατηγορούμενου (βλέπε άρθρο 2 του ιδίου νόμου στην ερμηνεία που δίδεται για το τι σημαίνει μέλος της οικογένειας), κρίνω ότι έχει αποδειχθεί. Το επόμενο λοιπόν ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον έχουν αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας και τα λοιπά συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και των δύο κατηγοριών. Ως εκ τούτου προχωρώ στην εξέταση του συγκεκριμένου ζητήματος και κατά πόσον έχουν αποδειχθεί για ένα έκαστο των αδικημάτων, τα λοιπά τους συστατικά στοιχεία. Αναφορικά με το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, τα συστατικά του στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν, είναι: α) το πρώτο συστατικό στοιχείο η επίθεση. Το αδίκημα δε της κοινής επίθεσης θεσμοθετεί το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα. Επίθεση δε, είναι οποιαδήποτε πράξη που σκόπιμα ή απερίσκεπτα προκαλεί σε κάποιον άλλο την αντίληψη πως απειλείται με άμεση και παράνομη βία. Η έννοια της, περικλείει και την πραγματική ή σκοπούμενη χρήση βίας σε αυτόν χωρίς την συναίνεση του. Θα πρέπει όμως πρώτα να αποδειχθεί η διάπραξη της επίθεσης αυτής καθεαυτής (βλ. D.P.P. v. Rogers
(1953)2 All E.R. 644). Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί ότι έχει ασκηθεί βία από τον κατηγορούμενο εναντίον του παραπονούμενου με πρόθεση η απερίσκεπτα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συνοδεύεται από εχθρική πρόθεση που είναι υπολογισμένη να προκαλέσει την αίσθηση της απειλής για χρήση βίας στο μυαλό του άλλου προσώπου διαφορετικά η επίθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. (βλ. Georgiou ν. The Police
(1961)C.L.R, Fairclough v. Whipp
(1951)2 All E.R. 834). Επίθεση μπορεί επίσης να διαπραχθεί και χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445). Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, έκδοση 1997, παρ. 19-166 και 19-167 σελ. 1624 -1625.) στην παράγραφο που δίδεται η νομική ερμηνεία για το συνιστά επίθεση, αναφέρονται τα εξής: « A. Definitions: 19-166׃ An assault is any act -and not a mere omission to act-by which a person intentionally-or recklessly - causes another to apprehend immediate and unlawful violence..................................... ..................................................................................................................................... The act must be accompanied by a hostile intent calculated to cause apprehension in the mind of the victim. Where the hostile intent is not present, there will be no assault (see R.v. Lamb {1967} 2 Q.B. 981, 51 Cr. App. R. 417,C.A., ante, 19-100) unless, of course, it is proved that the alleged assailant was reckless as to whether the complainant would apprehend immediate an unlawful violence. ....................................... ........................................» Σε ελληνική δε ελεύθερη δική μου μετάφραση: « Μια επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη - και όχι μια απλή παράλειψη προς ενέργεια πράξης - με την οποία ένα πρόσωπο με πρόθεση - ή απερίσκεπτα- αδιάφορα, - προκαλεί σε άλλο τον φόβο - αντίληψη, ότι θα υποστεί άμεση και παράνομη βία. ......................................................................... Η πράξη πρέπει να συνοδεύεται με εχθρική πρόθεση που στόχο έχει να προκαλέσει φόβο στο μυαλό του θύματος. Όταν η εχθρική πρόθεση δεν είναι παρούσα, τότε δεν υπάρχει επίθεση (see R.v. Lamb {1967} 2 Q.B. 981, 51 Cr. App. R. 417,C.A., ante, 19-100) εκτός βεβαίως αν αποδεικνύεται ότι ο κατ΄ ισχυρισμό επιτιθέμενος ήταν απερίσκεπτος - αδιάφορος, στο κατά πόσο ο παραπονούμενος θα μπορούσε να υποστεί άμεση και παράνομη βία.» Στην παράγραφο δε με τον τίτλο Recklessness in assault and battery: «19-167׃ The test of recklessness in assault and battery is that propounded in R.v. Cunningham {1957} 2 Q.B. 396, 41 Cr. App.R. 155, CCA: R. v. Spratt, 91 Cr. Appr. R. 362, C.A.; and see R. v. Savage; DPP v. Parmenter {1992} 1 A.C. 699 H.L. Recklessness in common assault, therefore, involves foresight of the possibility that the complainant would apprehend immediate and unlawful violence and taking that risk; In battery, it involves foresight of the possibility that the complainant will be subjected to unlawful force, however slight, and taking that risk. » Σε ελληνική δε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «Απερισκεψία σε επίθεση και σε επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη: Το κριτήριο δε του τι συνιστά απερισκεψία - αδιαφορία, σε επίθεση και επίθεση με σωματική βλάβη, είναι ως αυτό καθορίστηκε στην υπόθεση R.v. Cunningham {1957} 2 Q.B. 396, 41 Cr. App.R. 155, CCA: R. v. Spratt, 91 Cr. Appr. R. 362, C.A.; and see R. v. Savage; DPP v. Parmenter {1992} 1 A.C. 699 H.L. Ως εκ τούτου απερισκεψία - αδιαφορία, στην κοινή επίθεση περιλαμβάνει πρόβλεψη της πιθανότητας ότι ο παραπονούμενος, το θύμα, μπορεί να υποστεί άμεση και παράνομη βία και ο θύτης αναλαμβάνει αυτόν τον κίνδυνο. Στην επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη εξυπακούει πρόβλεψη της πιθανότητας ότι ο παραπονούμενος, το θύμα, θα υποστεί παράνομη βία, στο σώμα του όσο ελαφριά και αν είναι και παρά την πρόβλεψη αυτή ο θύτης αναλαμβάνει τον κίνδυνο αυτό να συμβεί.» (β) Σε σχέση τώρα με το δεύτερο συστατικό στοιχείο, ήτοι στο κατά πόσο οι ενέργειες, πράξεις και συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση εστρέφοντο εναντίον γυναίκας, ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε περί τούτου. Αντιθέτως αποτελεί κοινό έδαφος, πώς η ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν γυναίκα και δεί η σύζυγος του Κατηγορούμενου. Συνακόλουθα δεν κρίνω σκόπιμο να ενδιατρίψω περαιτέρω παραθέτοντας απόψεις και αυθεντίες για το ποίο πρόσωπο εμπίπτει στην έννοια «γυναίκα». (γ) Όσον αφορά την έννοια και τον χαρακτηρισμό μίας επίθεσης ως άσεμνης, ήτοι του τρίτου συστατικού στοιχείου, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, (ανωτέρω), σελ. 1733 παράγραφοi 20-148 και 20-149, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου θα πρέπει να είναι τέτοια που στον κοινό νου και του ορθώς και υγειώς σκεπτόμενου προσώπου, συνιστά τέτοιαν που να χαρακτηρίζεται ως άσεμνη. Πρόσθετα όμως θα πρέπει να αποδειχθεί και ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο επίδειξης της συμπεριφοράς αυτής είχε πρόθεση να εφαρμόσει τη συμπεριφορά που ανάγεται σε άσεμνη και ότι δεν πίστευε καλόπιστα πως το θύμα συγκατατίθετο στην εν λόγω συμπεριφορά ή ότι η πράξη η συμπεριφορά η παράλειψη, δεν ήταν ακούσια (ήτοι το τέταρτο συστατικό στοιχείο). Παραπέμπω προς τούτο στα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Regina v. Court (H.L.(E)
(1989)1 A.C. 28, του Ανακτοβουλίου της Αγγλίας από τον Δικαστή Lord Ackner, στις σελίδες 45 και 46, ως απάντηση στο ερώτημα τι θα πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή και ποία είναι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης. Λέχθηκαν λοιπόν τα εξής: «I would accordingly dismiss the appeal and answer the certified question as follows: "On a charge of indecent assault the prosecution must prove:
(1)That the accused intentionally assaulted the victim;
(2)That the assault, or the assault and the circumstances accompanying it, are capable of being considered by right-minded persons as indecent;
(3)That the accused intended to commit such an assault as is referred to in
(2)above.» Σύμφωνα επίσης με το σύγγραμμα «Blackstone's Criminal Practice»
(2002)παράγρ. Β. 3.84, σελ. 234, είναι κοινή προϋπόθεση σε όλα τα αδικήματα άσεμνης επίθεσης, η πράξη να ισοδυναμεί με επίθεση, κάτι που προϋποθέτει χρήση βίας ή απειλή χρήσης βίας από τον κατηγορούμενο στο θύμα. Μια άσεμνη επίθεση ορίζεται ως επίθεση που γίνεται κάτω από άσεμνες περιστάσεις. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, το κριτήριο για την άσεμνη επίθεση είναι κυρίως αντικειμενικό. Αυτό σημαίνει ότι η επίθεση ή οι περιστάσεις που τη συνοδεύουν, θα πρέπει να μπορούν να θεωρηθούν ως άσεμνες από ορθά σκεπτόμενους ανθρώπους. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα επιτέθηκε στο θύμα, εν γνώσει του άσεμνου των πράξεων η παραλείψεων του ή απερίσκεπτα - αδιάφορα, ως προς την ύπαρξή τους. Σε σχέση δε με το αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Ν. 119
(1)/2000, η πράξη η συμπεριφορά ή η παράλειψη του θύτη για να εμπίπτει στην έννοια της άσκησης βίας, δέον να έχει προκαλέσει σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη ή ότι η βία που έχει ασκηθεί να είχε σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος ή τον περιορισμό της ελευθερίας του. Συνακόλουθα για να ικανοποιηθούν οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου και για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση βλάβης από την άσκηση βίας στο θύμα, της φύσης που ρητά καθορίζεται, ή ότι η ασκηθείσα βία είχε ως στόχο την σεξουαλική επαφή χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος ή τον περιορισμό της ελευθερίας του η να στοιχειοθετείται το αδδ΄δικημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας δυνάμει του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα. Συνακόλουθα είναι απαραίτητη η απόδειξη ως συστατικού στοιχείου αυτού και για να συνιστά βία η οποιαδήποτε συμπεριφορά η παράλειψη, είτε να έχει προκαλέσει στο θύμα βλάβη ή ότι η άσκηση βίας να αποσκοπούσε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα είτε να αποδειχθούν όλα τα συστατικά στοιχεία της άσεμνης επίθεσης που άνωθι εκτίθενται. Επανερχόμενος τώρα στην παρούσα υπόθεση και στην ενώπιον μου μέχρι στιγμής τεθείσαν μαρτυρία, πάντοτε κρίνοντας ταύτην αντικειμενικά και στο μέτρο και στον βαθμό που επιβάλλεται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας και νοουμένου ότι θα την αποδεχόμουν ως έχει, οι ενέργειες του Κατηγορούμενου αν εκρίνοντο έξω από τα πλαίσια του θεσμού του γάμου και με κριτήριο τα όσα πιο πάνω αναφέρονται, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα συνιστούσαν άσεμνες πράξεις. Αυτές όμως έχουν γίνει από πρόσωπο που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νόμιμος σύζυγος του προσώπου που τις υπέστηκε. Αυτό λοιπόν το δεδομένο με έχει οδηγήσει στο να εξετάσω αν διαφοροποιεί και εάν ναι, μέχρι ποίο βαθμό τον χαρακτήρα των εν λόγω ενεργειών. Επισημαίνω επίσης στο στάδιο αυτό ότι για το υπό εξέταση ζήτημα παρά την έρευνα που έχω πραγματοποιήσει δεν έχω εντοπίσει Κυπριακή νομολογία ή αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων που να έχουν ασχοληθεί και καλύψει το ερώτημα κατά πόσον μπορεί να στοιχειοθετηθεί το ποινικό αδίκημα για άσεμνη επίθεση από τον ένα εκ των συζύγων εις βάρος του άλλου, ενώ ο γάμος τους δεν διαλύθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθούσαν να συζούν κάτω από την ίδια στέγη. Παλαιότερη όμως νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό του Εφετείου της Αγγλίας, ήτοι η απόφαση στην υπόθεση R. v. Kowalski, 86 C.r. App. R. 339, C.A. στην οποία παραπέμπει και ο Archbold, στο σύγγραμμα Criminal Pleading, Evidence and Practice (ανωτέρω), σελ.1735 παράγραφος 20-154, δεν αποδέχεται ότι σύζυγος είναι δυνατό να κριθεί ένοχος για άσεμνη επίθεση εναντίον της συζύγου του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο έγκριτος συγγραφέας στην εν λόγω παράγραφο: «Indecent assault within marriage׃ It is not the law that a man can never be guilty of indecent assault upon his wife: R.ν. Kowalski, 86 Cr. App. R. 339, C.A.» Σε ελεύθερη δε ελληνική δική μου μετάφραση: «Άσεμνη Επίθεση εντός γάμου׃ Δεν είναι ο νόμος (δεν αποτελεί δίκαιο), ότι ένας άντρας μπορεί ποτέ να βρεθεί ένοχος άσεμνης επίθεσης εις βάρος της γυναίκας του. R. ν. Kowalski, 86 Cr. App. R. 339, C.A.» Αυτό βεβαίως νοουμένου ότι δεν εξασκήθηκε βία με την οποία υποχρεώνεται το θύμα - η παραπονούμενη, στο να τελέσει πράξη η οποία είναι άσεμνη, μετά που εξεδήλωσε την άρνηση ή την μη συγκατάθεση της, προς τέλεση της πράξης αυτής (βλέπε R. v. Kowalski ανωτέρω). Συνακόλουθα οι πρόνοιες του αδικήματος του άρθρου 151 υπό τας συνθήκας και το καθεστώς που τελούσαν η ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, κρίνω ότι για να τύχουν εφαρμογής δεν αρκεί οι ενέργειες η παραλείψεις η πράξεις του Κατηγορούμενου εις βάρος της ΜΚ1, να μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως άσεμνες κάτω από άλλες συνθήκες και δεί μεταξύ προσώπων που δεν είναι σύζυγοι. Απαιτείται η απόδειξη πρόσθετα του στοιχείου της δια της βίας εξαναγκασμού και ότι η νοητική κατάσταση του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο να είχε κίνητρο εχθρικό, υπό την έννοια που άνωθι αναλύεται, ήτοι να αποσκοπούσε με εχθρική πρόθεση σε άσεμνη πράξη εις βάρος της συζύγου του, ΜΚ1, παρά την θέληση της . Έχοντας λοιπόν υπόψη την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία μέχρι στιγμής, το μόνο πρόσωπο το οποίο έδωσε μαρτυρία για το τι είδους συμπεριφορά, κάτω από ποιες συνθήκες και σε ποίες ακριβώς πράξεις προέβη ο Κατηγορούμενος, είναι η ΜΚ1 η οποία επισημαίνω πως είναι και το μοναδικό πρόσωπο το οποίο κατ΄ ισχυρισμό υπέστηκε την άσεμνη επίθεση αλλά και το μοναδικό πρόσωπο που ήταν παρών όταν έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα. Οι ΜΚ 2, 3 και 4 δεν είδαν και δεν ήταν παρόντες στα όσα έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο και στον επίδικο χώρο εντός της συζυγικής εστίας του Κατηγορούμενου και της ΜΚ
- Συνακόλουθα η μόνη μαρτυρία εκ της οποίας θα πρέπει να εξάξω τα συμπεράσματα μου για το κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και των δύο κατηγοριών και τούτο υπομιμνήσκοντας για μία ακόμη φορά χωρίς να υπεισέρχομαι σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας κάτι που θα γίνει στο τέλος της διαδικασίας αν και εφόσον ο Κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία, αλλά κρίνοντας ταύτην αντικειμενικά και έστω κι αν αποδεχθώ για σκοπούς εξέτασης του συγκεκριμένου ζητήματος ότι τα γεγονότα είναι ως τα εξέθεσε η ΜΚ1, είναι η δική της μαρτυρία. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, από την ενώπιον μου μαρτυρία της ΜΚ1 επισημαίνω τα εξής: (α) Η ΜΚ1 τόσο στην κυρίως εξέταση της, στην αντεξέταση της αλλά και στις γραπτές τις καταθέσεις Τεκμήρια 1 και 2, αναφέρει ρητά ότι στο περιστατικό που κατ΄ ισχυρισμό έλαβε χώρα στις 10/10/2012, ήτοι του πρώτου χρονολογικά για την κατ΄ ισχυρισμό άσεμνη επίθεση και άσκησης βίας εναντίον της, όταν ο Κατηγορούμενος ερχόμενος από πίσω της την αγκάλιασε και άρχισε να τρίβεται πάνω της δεν του ανέφερε οτιδήποτε. Η αντίδραση της ήταν να απελευθερωθεί από τον εναγκαλισμό του Κατηγορούμενου και να μην πεί τίποτα, καθ΄ ότι ήταν μπροστά ο γιός τους. Μετά δε από αυτό, όπως και πάλιν η ίδια αναφέρει στην κατάθεση της Τεκμήριο 1, ο Κατηγορούμενος της είπε «τόσα χρόνια σου άρεσε δεν είχες πρόβλημα» και αμέσως σταμάτησε να την χαϊδεύει. Δεν είπε όμως και ούτε επικαλέστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, πώς είχε ασκηθεί βία με σκοπό την σεξουαλική επαφή η τον περιορισμό της ελευθερίας της. Η ίδια δε η ΜΚ1 δεν απάντησε στη σχετική δήλωση του Κατηγορούμενου, επιλέγοντας να μη δώσει συνέχεια, αφήνοντας έτσι ανοικτό η στάση της να ερμηνευόταν από τον Κατηγορούμενο με τον δικό του τρόπο. Επίσης ρητά δήλωσε πως ουδέποτε προηγουμένως παρενοχλήθηκε σεξουαλικά η βίαια από τον Κατηγορούμενο. (β) Όσον αφορά τη δεύτερη φορά της κατ΄ ισχυρισμό άσεμνης επίθεσης και άσκησης βίας εναντίον της στις 11/10/2012, ενώ είχε προηγηθεί το κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο την προηγούμενη ημέρα εισήλθε και πάλι εντός του ιδίου χώρου από μόνη της χωρίς άσκηση οιασδήποτε βίας από πλευράς του Κατηγορουμένου, ήτοι στην γκαρνταρόμπα του συζυγικού υπνοδωματίου, όπου και πάλι ο Κατηγορούμενος κατ΄ ισχυρισμό, την χάιδεψε στα οπίσθια. Αυτή τότε σύμφωνα με τα ίδια τα λεγόμενα της τον κοίταξε με αυστηρό ύφος, πλην όμως αυτός την ξαναχαΐδεψε κάτι που είχε σαν επακόλουθο να κάνει κίνηση με το χέρι της κτυπώντας τον για να τον απομακρύνει. Το όλο κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο κράτησε ελάχιστο χρόνο, η δε συνέχεια ήταν ο Κατηγορούμενος να μην προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, να απομακρυνθεί και κρατώντας την καρδιά του, να αρχίσει να φωνάζει στο γιο του πως η ΜΚ1 τον χτύπησε στο μέρος της καρδιάς και για το σκοπό αυτό θα του ζητούσε να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. (γ) Όπως λοιπόν συνάγεται από την ίδια τη μαρτυρία της ΜΚ1 ούτε στο πρώτο κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο, ούτε και στο δεύτερο κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο, ο Κατηγορούμενος επέμεινε ασκώντας βία με οποιοδήποτε τρόπο στο να αγγίζει την ΜΚ
- Ειδικότερα σε σχέση με το επεισόδιο που κατ΄ ισχυρισμό έλαβε χώρα στις 10/10/2012 επισημαίνω πως η ΜΚ1 δεν ανέφερε στον Κατηγορούμενο τίποτα μετά που αυτός εξεδήλωσε την κατ΄ ισχυρισμό συμπεριφορά. Επίσης με τα όσα η ίδια η ΜΚ1 ανέφερε, ο Κατηγορούμενος σε καμία από τις δύο περιπτώσεις επέμενε ή εξάσκησε οποιαδήποτε μορφής βία για να την υποχρεώσει να δεχθεί τα χάδια του ή το άγγιγμα του σώματος ή συγκεκριμένου μέρους αυτού με το δικό της. (δ) Ακόμα δεν διαπιστώνω από την ενώπιον μου μέχρι στιγμής τεθείσα μαρτυρία έστω και αν την αποδεχόμουν πλήρως, να υπήρξε από πλευράς του Κατηγορούμενου πρόθεση για άσκηση βίας, εις βάρος της ΜΚ1, είτε πριν είτε μετά το άγγιγμα του σώματος του στο σώμα της ή μετά το χάϊδεμα που της είχε κάνει, που αποσκοπούσε είτε στην χωρίς την συγκατάθεση της σεξουαλική επαφή μαζί του ή στο να της περιορίσει την ελευθερίας της. Οι κατ' ισχυρισμό ενέργειες του Κατηγορούμενου επί τη βάσει των λεχθέντων από την ΜΚ1 δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αφού δεν αποδείχθηκε ούτε και νοητικά ότι αυτή ήταν η πρόθεση του, βία η βίαιες, αλλά θωπεία, ερωτικές περιπτύξεις και χάϊδεμα ή απλό άγγιγμα στο σώμα της ΜΚ1 και επί των συγκεκριμένων σημείων και στα δύο περιστατικά. Ούτε και νοητικά αλλά ούτε και εκ της φύσεως τους ως πράξεις αυτές καθ΄ εαυτές συνάγεται με βάση τα όσα εκτίθενται ανωτέρω συνιστούν πράξεις που προκάλεσαν η αποσκοπούσαν να προκαλέσουν οποιαδήποτε βλάβη στην ΜΚ
- Ακόμα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία η οποία, άλλωστε δεν υπήρξε και τέτοιος ισχυρισμός, η οποία να καταδεικνύει την πρόκληση στη ΜΚ1 ψυχικής βλάβης, κάτι άλλωστε που θα απαιτούσε και την μαρτυρία ειδικού πραγματογνώμονα. (ε) Τέλος σε σχέση με το νοητικό στοιχείο που απαιτείται να αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, επίσης δεν συνάγεται να συνόδευε τις πράξεις και ενέργειες του Κατηγορούμενου. Αυτό το οποίο συνάγεται σε νοητικό επίπεδο και πάντα σύμφωνα με την μαρτυρία της ίδιας της ΜΚ1, ήταν η πρόθεση του Κατηγορούμενου, με τις όχι βίαιες χειρονομίες και επαφές του σώματος του με αυτό της παραπονούμενης, να της προσφέρει συμπεριφορά που προηγουμένως της άρεσε και πού την κρίνω καθ' όλα ενταγμένη στα πλαίσια των σχέσεων συζύγων που δεν έχουν ακόμη διαξευχθεί και ζούν κάτω από την ίδια στέγη. Όταν μάλιστα της το ανέφερε αυτό στο πρώτο επεισόδιο, δεν έλαβε καμία απάντηση. Ερμηνευτικά δε οι λέξεις που η ίδια η ΜΚ1 χρησιμοποίησε για να χαρακτηρίσει την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και από μόνες τους δεν ενέχουν το στοιχείο της βίας. Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, του έγκριτου συγγραφέα, καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Μπαμπινιώτη, 3η Έκδοση, οι ερμηνείες που δίδονται στις λέξεις «αγκαλιάζω», «χαϊδεύω» και «τρίβομαι», κάθε άλλο από βία εμπεριέχουν, ήτοι: «αγκαλιάζω», 1.περικλείω στην αγκαλιά μου, σφίγγω στο στήθος μου. «χαϊδεύω»,
- αγγίζω κάποιον ερωτικά, κάνω ερωτικές θωπείες σε κάποιον. «τρίβομαι»,
- χαϊδεύω ερωτικά. Από το σύνολο λοιπόν της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2 ως αυτά εκτίθενται ανωτέρω. Ήτοι δεν έχει καταδειχθεί, ακόμη και για τις ανάγκες αυτού του σταδίου της υπόθεσης: · ότι η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου συνιστούσε επίθεση, · ότι αυτός άσκησε οποιασδήποτε μορφής βία εις βάρος της ΜΚ1, · ουδεμία μορφής βλάβη αποδείχθηκε ότι έχει προκληθεί στην ΜΚ1 από τις πράξεις του Κατηγορούμενου, · δεν αποδείχτηκε ότι ο Κατηγορούμενος επεδίωξε την σεξουαλική επαφή με την ΜΚ1 ασκώντας προς τούτο βία, αλλά ούτε ότι της περιόρισε την ελευθερία της, και · πρόσθετα ως σύζυγος της ΜΚ1 οι όλες ενέργειες και συμπεριφορά του δεν συνιστούν άσεμνη επίθεση υπό τας συνθήκας που αυτές έχουν επιτελεστεί. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να την αξιολογήσει. Αυτό γιατί ως είναι εμφανές, από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν είναι δυνατό να προκύψουν αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αξιολογηθεί η μαρτυρία αυτή στο τελικό στάδιο, όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του Κατηγορουμένου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Με βάση λοιπόν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1 και 2 και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται στις εν λόγω κατηγορίες. Τα έξοδα εκ €45,00 να πληρωθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) ...................................... Τ. Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινική - Εκ πρώτης όψεως - Άσεμνη Επίθεση από σύζυγο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο