ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Λυσώ Σοφοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 4108/12, 18/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4108/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Λυσώ Σοφοκλέους Κατηγορούμενη ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/6/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού με κα Ζ. Παπαγιάννη και κα Χ. Παυλίδου Για την κατηγορούμενη: κος Ζ. Νικολαίδης με κ. Θ. Κατσικίδη Κατηγορούμενη: παρούσα ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορουμένη στις 14 Αυγούστου του 2010 στην Εταιρεία Ζορπάς ΛΤΔ, παράνομα επιτέθηκε κατά της Ευτυχίας Χ"Ζαχαρία από την Λεμεσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: "Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές". Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574. Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος (ανωτέρω). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρώτη κατάθεσε η παραπονούμενη η κυρία Ευτυχία Χ"Ζαχαρία η οποία υιοθέτησε τις καταθέσεις - Τεκμήρια 1 και 2, αλλά αναφέρθηκε και προφορικά στις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν στην ισχυριζόμενη επίθεση που δέχτηκε από την παραπονούμενη, τη φύση και την έκταση της επίθεσης, αλλά και τις ενέργειες που προέβηκε η ίδια. Συγκεκριμένα έχει αναφέρει η μάρτυρας με τον δικό της παραστατικό τρόπο, ότι δέχτηκε επίθεση από την κατηγορουμένη, δέχτηκε ένα δυνατό χαστούκι και συνεπεία αυτού έχει υποστεί τραύματα τα οποία της έχουν στοιχίσει αρκετό χρόνο ανάρρωσης και ανάφερε ότι υπάρχουν σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά που να αποδεικνύουν αυτό και πιο συγκεκριμένα της δημιουργήθηκαν πρόβλημα στα δόντια αλλά και στον αυχένα της. Ως ΜΚ 2 κατέθεσε η γυναίκα αστυφύλακας 3362 η κα Κυριακή Μιχαήλ η οποία κατάθεσε ως Τεκμήρια 3 και 4 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την κατηγορουμένη και την κατάθεση της ίδιας της μάρτυρος, αλλά και τη γραπτή κατηγορία που απάγγειλε στην κατηγορουμένη. Επίσης κατέθεσε το Τεκμήριο A για αναγνώριση αλλά το Τεκμήριο επειδή παρέμενε ως τέτοιο για αναγνώριση, το Δικαστήριο δεν θα προσδώσει στο εν λόγω έγγραφο οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Με την ολοκλήρωση της μάρτυρος αυτής, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση, έχει κρίνει ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφάλαιο 155, αυτή επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η κατηγορουμένη υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, δηλαδή το Τεκμήριο 4, και αντεξετάστηκε εκτενώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη τόσο στην κατάθεση της, όσο και προφορικά ουσιαστικά παραδέχεται ότι επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης αλλά αμφισβήτησε τη φύση και την έκταση της εν λόγω επίθεσης. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη αναφέρει ότι παραδέχεται ότι επιτέθηκε στην παραπονούμενη με την ρίψη ενός σακουλιού με αλμυρά και το εν λόγω σακούλι κτύπησε την παραπονούμενη στο στήθος της. Αρνήθηκε τη φύση και την έκταση της επίθεσης όπως αυτή έχει αναλυθεί από την παραπονούμενη. Η κατηγορουμένη με τη σειρά της έχει δώσει τη δική της εκδοχή αναφορικά με τη φύση και την έκταση της επίθεσης αλλά και γενικά έχει εξιστορήσει το όλο περιστατικό όπως το είχε περιγράψει. Το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να παραθέσει αυτολεξεί τόσο τη μαρτυρία της κατηγορουμένης αλλά όσων και των υπολοίπων μαρτύρω,ν παρά μόνο το Δικαστήριο θα κάνει ειδική αναφορά σε σχετικές αναφορές των μαρτύρων κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις όπως είναι και η παρούσα, η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την υπόθεση της με αξιόπιστη μαρτυρία και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε περίπτωση που στο Δικαστήριο παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία, αυτή θα πρέπει να επενεργήσει υπέρ του κατηγορουμένου και υπάρχει πλούσια και πάγια επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να παραθέσει τέτοια νομολογία αφού είναι γνώστη και στις δύο πλευρές οι οποίες συμφωνούν με αυτό, καθότι είναι πάγια καθιερωμένη αρχή του δικαιικού ποινικού συστήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει τους μάρτυρες όταν αυτοί έδιδαν μαρτυρία δια ζώσης από το εδώλιο του μάρτυρα και το Δικαστήριο παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες όταν έδιδαν αυτή τη μαρτυρία, είναι σε θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με βάση τα λεγόμενά τους, τον τρόπο με τον οποίο έδιδαν τη μαρτυρία, τη φύση της μαρτυρίας τους, τις ευκαιρίες που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα και τους λόγους που είχαν να αναφέρουν αυτά, αλλά και το βαθμό εμπλοκής τους. Η ΜΚ 1 ήταν η παραπονούμενη και ουσιαστικά η μια εκ των δύο άμεσα εμπλεκόμενων στο επίδικο συμβάν και το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την εν λόγω μάρτυρα όταν έδιδε μαρτυρία και το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι η μάρτυρας έδιδε μαρτυρία με ένα ιδιαίτερο έντονο και παραστατικό τρόπο. Το Δικαστήριο αξιολογώντας τον τρόπο που έδινε μαρτυρία η εν λόγω μάρτυρας κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχει διακρίνει ότι ήταν έντονη η πρόθεση της να διογκώσει το όλο συμβάν όπως έχει διαδραματισθεί και προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο όχι μόνο για τη φύση και την έκταση της κοινής επίθεσης όπου έχει δεχτεί σύμφωνα με την ίδια, αλλά έχει αναφέρει ότι έχει υποστεί τέτοιους τραυματισμούς οι οποίοι την οδήγησαν σε προβλήματα υγείας για τα οποία παρήλθε χρονικό διάστημα 5 ‑ 6 μηνών για να ιαθούν. Μάλιστα παρέπεμψε η εν λόγω μάρτυρας σε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά και μαρτυρία γιατρών του νοσοκομείου, οι οποίοι όμως δεν προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά ούτε και η ίδια η μάρτυρας έχει καταθέσει ως Τεκμήρια. Ελλείψει αυτής της μαρτυρίας και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρας έχει κριθεί ως υπερβολική και σε μια απόπειρα διόγκωσης της εκδοχής της, το Δικαστήριο δεν έχει πεπεισθεί για την εκδοχή της παραπονούμενης αναφορικά με τη φύση και κυρίως την έκταση που έχει δεχτεί από την ίδια την κατηγορουμένη. Συνακόλουθα το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή της ΜΚ 1 ως προς την φύση και την έκταση της κοινής επίθεσης όπως την έχει παρουσιάσει. Η ΜΚ 2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε απόπειρα της μάρτυρος να δώσει μαρτυρία υπέρ ή εναντίον οποιωνδήποτε από τους διαδίκους της παρούσας διαδικασίας και το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε απόπειρα μεροληψίας υπέρ ή εναντίον τόσο της παραπονούμενης όσον και της κατηγορούμενης, αφού η μάρτυρας παράθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της η οποία μάρτυρας δεν ήταν ούτως ή άλλως αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας των διαδραματισθέντων στην παρούσα υπόθεση. Συνακόλουθα το παρόν Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της, χωρίς το Δικαστήριο να δύναται να βασιστεί σε αυτή σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με τη φύση και την έκταση της συγκεκριμένης κοινής επίθεσης, αφού από τη μια ή εν λόγω μάρτυρας δεν την αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας αλλά από την άλλη, κλειδιά της παρούσας υπόθεσης είναι από την μια η παραπονούμενη και από την άλλη η κατηγορουμένη. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει επίσης με ιδιαίτερη προσοχή την κατηγορουμένη όπως έχει δώσει μαρτυρία δια ζώσης από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ακροαματική διαδικασία και επίσης το Δικαστήριο έχει διακρίνει ότι και η κατηγορουμένη με τη σειρά της έχει αποπειραθεί να αποποιηθεί οποιασδήποτε ποινικής ευθύνης και μάλιστα εμπλούτισε τα γεγονότα με γεγονότα τα οποία δεν έχει αναφέρει στην κατάθεσή της, όπως οι σχετικές ύβρεις αλλά και γενικά με την εμπλοκή τρίτου προσώπου όπως είναι η κυρία Τζούντη Κουλάς, αλλά και γενικά έχει εξιστορήσει το όλο περιστατικό όπως έχει γίνει στην παρούσα υπόθεση με τέτοιο τρόπο που σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχε σαφής ρήξη με την κατάθεσή της, αλλά υπήρχαν επίσης και αντιφάσεις στην προφορική της μαρτυρία. Οξύμωρο αποτελεί και το εξής γεγονός και ουσιαστικά είναι το μόνο σημείο το οποίο μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα κατά πόσο δηλαδή έλαβε η κοινή επίθεση χώρα και ποια ήταν η φύση και η έκταση αυτής, δηλαδή η κατηγορουμένη παραδέχεται ότι επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης ρίχνοντας σε αυτήν σακούλι με αλμυρά και το εν λόγω σακούλι βρήκε στο στήθος την παραπονούμενη. Αυτή η παραδοχή της κατηγορουμένης δεν μπορεί βεβαίως σε καμία περίπτωση να παραγνωριστεί και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι αυτή η παραδοχή της κατηγορουμένης αποτελεί το μόνο και ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με το τι έλαβε χώρα στις 14 Αυγούστου του 2010 σε υποκατάστημα του φούρνου Ζορπάς στη Λινόπετρα της επαρχίας Λεμεσού. Συνακόλουθα με βάση και την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και αφού βεβαίως το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στο Τεκμήριο A για αναγνώριση το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: ΕΥΡΗΜΑΤΑ ‑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στις 14 Αυγούστου του 2010 σε υποκατάστημα του φούρνου Ζορπάς στη Λινόπετρα της Επαρχίας Λεμεσού, η κατηγορουμένη παράνομα επιτέθηκε στην παραπονούμενη και με πρόθεση, ρίχνοντας σε αυτή ένα σακούλι με αλμυρά προς την παραπονούμενη και το εν λόγω σακούλι βρήκε το στήθος της παραπονούμενης. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα σε συνδυασμό με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154 αλλά και το τι συνιστά κοινή επίθεση ως πιο πάνω έχει αναφερθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη και κρίνει αυτή ενοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο