Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ελευθέριος Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 3985/11, 24/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3985/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ελευθέριος Κωνσταντίνου Κατηγορούμενου --------- Ημερομηνία: 24 Ιουνίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ΄΄ Ιωάννου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Βραχίμης Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες που στηρίζονται στα άρθρα 228 (α) και 82
(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 19.2.2011 στη Λεμεσό με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στο Νεόφυτο Γιούπη, παράνομα τον τραυμάτισε με τη χρήση ενός μαχαιριού και την ίδια μέρα μετέφερε μάχαιρα απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο εκτός της οικίας του ή του περιβόλου της. Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε πέντε μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε επίσης ένα μάρτυρα. Έγινε επίσης παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η διακίνηση των Τεκμηρίων έγινε νομότυπα χωρίς αλλοίωση και χωρίς επηρεασμό της αλυσίδας διακίνησης τους όπως επίσης και ότι από τη στιγμή της άφιξης της αστυνομίας στη σκηνή, η σκηνή δεν αλλοιώθηκε και κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εισήλθε εντός αυτής και η σκηνή αποκλείστηκε με αστυνομική κορδέλα. Κατατέθηκε επίσης και έγινε παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο της έκθεσης του κ. Καριόλου όπως επίσης και η κατάθεση του γιατρού Χρίστου Θρασυβούλου. Δηλώθηκε επίσης σαν παραδεκτό γεγονός ότι τα τραύματα που αναφέρονται στην κατάθεση του γιατρού Χρίστου Θρασυβούλου και η περίθαλψη που έτυχε ο Νεόφυτος Γιούπης είναι συνεπεία των τραυμάτων που του επέφερε ο κατηγορούμενος με το μαχαίρι. Πρώτος μάρτυρας (Μ.Κ.1) για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Αστ. 4860 Ιωάννης Χ΄΄ Φιλίππου, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Τεκμήριο 1) και κατέθεσε τη θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου σαν Τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 3 - 19, στα οποία θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Στο στάδιο της αντεξέτασης του ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 20, 21 και 22 και ανέφερε ότι για τον κατηγορούμενο εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης και την ίδια μέρα μεταφέρθηκε στο ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Κατέθεσε επίσης ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά τον κατηγορούμενο σαν Τεκμήριο 23 και ανέφερε ότι μετά την απόλυση του από την ψυχιατρική κλινική ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε ξανά και οδηγήθηκε στο Δικαστήριο για προσωποκράτηση. Δεύτερος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή (Μ.Κ.2) ήταν ο Αστ. 2352 Αναστάσης Παναγίδης, η κατάθεση του έγινε Τεκμήριο 26 και ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι μαχαίρωσε τον Φύτο όταν αυτός πήγε στο σπίτι του για να τον δείρει. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3) Νεόφυτος Γιούπης υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης Τεκμήριο 29 και ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παρενοχλούσε την κόρη του και το προηγούμενο βράδυ παραβίασε την κατοικία του η ώρα 2.30 τα ξημερώματα. Η πρόθεση του δεν ήταν να προξενήσει οποιαδήποτε ζημιά στον κατηγορούμενο αλλά μόνο να του μιλήσει για να σταματήσει να παρενοχλεί την κόρη του. Αναφέρει επίσης στο Τεκμήριο 29 ότι ενώ πήγαινε προς το σπίτι του φεύγοντας από το κέντρο «Απρόοπτο» είδε κάτι νεαρούς έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου. Αντελήθφηκε ότι θα ήταν και ο κατηγορούμενος εκεί και έτσι ζήτησε από τον οδηγό του αυτοκινήτου να σταματήσει για να μιλήσει στον κατηγορούμενο. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και είδε τον κατηγορούμενο στη βεράντα του σπιτιού του να κρατά ένα μεγάλο μαχαίρι να το ανεμίζει φωνάζοντας ότι θα τον σκοτώσει. Αντάλλαξε με τον κατηγορούμενο κάποια λόγια και ενώ στεκόταν έξω από το κάγκελο της οικίας του κατηγορούμενου ο κατηγορούμενος έτρεξε και του «έμπηξε» το μαχαίρι κάτω από την μασχάλη και τότε έπεσε στο έδαφος. Στον παραπονούμενο υπεβλήθηκε από τον κ. Βραχίμη ότι το επίδικο βράδυ κάτω από την επήρεια αλκοόλ πήγε στο σπίτι του κατηγορούμενου για να πάρει «τον νόμο στα χέρια του». Υπεβλήθηκε επίσης στον μάρτυρα ότι μαζί με άλλους δυο φίλους του οι οποίοι κρατούσαν ρόπαλα κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και αναζητούσαν τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Βραχίμη και ανέφερε ότι από το αυτοκίνητο κατέβηκε μόνο ο ίδιος και δεν μπήκε στο σπίτι του κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος ανέφερε στην προφορική του μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος τον χτύπησε πισώπλατα με το μαχαίρι όταν ξεκίνησε να φύγει και αρνήθηκε ότι τα πρόσωπα που τον συνόδευαν χτυπήσαν με ρόπαλα στο κεφάλι τον κατηγορούμενο. Ο Αντρέας Αριστείδου (Μ.Κ.4) ανέφερε ότι ο παραπονούμενος είναι θείος του και στον επίδικο χρόνο πήγαν μαζί στο σπίτι του κατηγορούμενου με σκοπό ο θείος του να του πει να σταματήσει να παρενοχλεί την κόρη του. Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων του Τεκμήρια 30 και 31 και όπως ανέφερε στην μαρτυρία του ο κατηγορούμενος πετάχτηκε πάνω από το κάγκελο, πέρασε μπροστά του και χτύπησε τον θείο του ο οποίος βρισκόταν περίπου στη μέση του δρόμου. Ο κατηγορούμενος έριξε επίσης μια πέτρα στο αυτοκίνητο του αναγνωρίζοντας στο Τεκμήριο 2 φωτογραφία 13 την πέτρα αυτή. Όπως ανέφερε όταν πήγαν στο σπίτι του κατηγορούμενου δεν κρατούσαν οτιδήποτε και όπως περαιτέρω ανέφερε το κάγκελο της εισόδου ήταν κλειστό. Στον μάρτυρα υπεβλήθηκε ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο με σκοπό να τον απειλήσει, θέση που ο μάρτυρας αρνήθηκε και υπεβλήθηκε επίσης ότι κρατούσε λοστό όταν επισκέφθηκε την κατοικία του κατηγορούμενου θέση που ο μάρτυρας επίσης αρνήθηκε. Ήταν η θέση του κ. Βραχίμη ότι τόσο ο μάρτυρας όσο και ο παραπονούμενος επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο και τον τραυμάτισαν και ως αποτέλεσμα αυτής τους της συμπεριφοράς ο κατηγορούμενος προσπάθησε να αμυνθεί με την λαβή του μαχαιριού και λόγω της συμπλοκής που ακολούθησε χτύπησε τον παραπονούμενο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε τις θέσεις αυτές και επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε τον παραπονούμενο ενώ ο παραπονούμενος απομακρύνετο Ο Αντρέας Θεοχάρους (Μ.Κ.5) υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του η οποία έγινε Τεκμήριο
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι στις 18.2.2011 και γύρω στις 23.00 βρισκόταν στο εστιατόριο του και εκεί ήλθε ο θείος του Νεόφυτος Γιούπης όπου και παρέμεινε μέχρι τις 2.00 πμ. Επειδή ο θείος του είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά θα τον έπαιρνε ο ίδιος στο σπίτι του. Πέρασαν από το σπίτι του κατηγορούμενου και όταν ο παραπονούμενος τον αντιλήφθηκε στην βεράντα του είπε να μην ενοχλεί την κόρη του. Ο κατηγορούμενος δείχνοντας του ένα μαχαίρι του είπε ότι θα τον σφάξει. Ο κατηγορούμενος πετάχτηκε από την βεράντα και χτύπησε τον παραπονούμενο στην κοιλιά. Ο μάρτυρας υιοθέτησε επίσης την κατάθεση του Τεκμήριο 35 και όπως ανέφερε ο ίδιος είναι κατηγορούμενος σε άλλη υπόθεση που αφορά το επίδικο περιστατικό. Ο κατηγορούμενος όπως είχε δικαίωμα προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε τον Μ.Υ.1 Παναγιώτη Φιλίππου. Στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο 36 και ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο ήταν σε μια κοινή παρέα και το επίδικο βράδυ βρισκόταν έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου μαζί με άλλα πρόσωπα. Σε κάποια στιγμή αντελήφθηκε ένα αυτοκίνητο να έρχεται το οποίο όταν έφθασε κοντά τους σταμάτησε και κατέβηκε ο συνοδηγός ο οποίος δεν κρατούσε οτιδήποτε στα χέρια του. Άρπαξε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, τον Κωνσταντίνο, ένα άλλο φίλο τους, όμως δεν τον χτύπησε, τον ταρακούνησε λίγο, νομιζόμενος ότι ήταν ο Λευτέρης δηλαδή ο κατηγορούμενος. Ο Λευτέρης ήταν εκεί όμως την στιγμή που έφθασε το αυτοκίνητο δεν είδε που ακριβώς ήταν. Από το αυτοκίνητο κατέβηκαν ακόμα δυο άτομα τα οποία κρατούσαν στα χέρια τους ρόπαλα τυλιγμένα με τέλλα. Όταν αντιλήφθηκαν ότι τα πρόσωπα αυτά ήθελαν τον Λευτέρη προσπάθησαν να τα πείσουν να φύγουν αλλά τα πρόσωπα αυτά τους έλεγαν να μην ανακατευτούν γιατί είχαν προηγούμενα με τον Λευτέρη. Όπως ο συνοδηγός, έτσι και τα άλλα δυο πρόσωπα που ήταν στο αυτοκίνητο ήταν μεθυσμένοι και μύριζε έντονα η αναπνοή τους οινόπνευμα. Σε κάποια στιγμή ο Λευτέρης εμφανίστηκε στην πόρτα του σπιτιού του και τότε τα τρία άτομα προσπάθησαν να κινηθούν προς το μέρος του. Προσπάθησαν να τους εμποδίσουν αλλά ο συνοδηγός τους έσπρωξε και κατάφερε να πλησιάσει τον Λευτέρη και άρχισαν να αλληλοκτυπιούνται. Σε κάποια στιγμή ο συνοδηγός που όπως προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ο παραπονούμενος στα γεγονότα, κατάφερε να τραβήξει τον Λευτέρη έξω από την αυλή ενώ συνέχιζαν να κτυπούν ο ένας τον άλλο. Προσπαθούσαν να τους χωρίσουν και τότε ο ένας από τα άλλα δυο πρόσωπα κατάφερε να χτυπήσει τον κατηγορούμενο πάνω στο κεφάλι με το ρόπαλο. Σε κάποια στιγμή τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο παραπονούμενος ήταν γεμάτοι αίματα και τότε είδε ότι ο Λευτέρης κρατούσε στα χέρια του ένα μαχαίρι. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο συνοδηγός του αυτοκινήτου δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν κρατούσε οτιδήποτε στα χέρια του και σε υποβολή του κ. Χ΄΄ Ιωάννου ότι ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε τον παραπονούμενο στο δρόμο ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που έγινε ακριβώς όμως είναι μέσα στο δρόμο που αντιλήφθηκαν ότι και οι δυο είχαν αίματα. Σε υποβολή επίσης του κ. Χ΄΄ Ιωάννου ότι το πρόσωπο που ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου χτύπησε τον κατηγορούμενο στο κεφάλι όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε τον παραπονούμενο, ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, τόσο ο κ. Βραχίμης όσο και ο κ. Χ΄΄ Ιωάννου ανέπτυξαν τις θέσεις τους στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ2 κρίνω ότι είπαν στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια για ότι περιήλθε σε γνώση τους αφού οι μάρτυρες αυτοί προέβησαν στις ενέργειες τους μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων τους και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στο σύνολο της. Ο Μ.Κ.3 κρίνω ότι είπε την αλήθεια όταν ανέφερε ότι δεν κρατούσε οτιδήποτε όταν κατέβηκε έξω από το σπίτι του κατηγορούμενου όπως επίσης ότι δεν είχε πρόθεση να προξενήσει ζημιά στον κατηγορούμενο αλλά μόνο να του μιλήσει. Έστω και αν η πρόθεση του ήταν όμως μόνο να μιλήσει με τον κατηγορούμενο σίγουρα η ώρα 02:00 δεν ήταν η καταλληλότερη για κάτι τέτοιο. Ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε στην προφορική του μαρτυρία ότι ξεκίνησε να φύγει και τότε τον κτύπησε πισώπλατα με το μαχαίρι ο κατηγορούμενος. Η πραγματική μαρτυρία δεν υποστηρίζει όμως τον ισχυρισμό του αυτό αφού τα ουσιαστικότερα τραύματα του παραπονούμενου βρίσκονται στην αριστερή πλάγια θωρακική χώρα και στο αριστερό ημιθωράκιο στο ύψος της θηλής. Ο ίδιος εξάλλου στην κατάθεση του Τεκμήριο 29 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε κάτω από την μασχάλη. Ο Μ.Κ.3 δεν είπε όλη την αλήθεια για τα γεγονότα όμως αποδέχομαι ότι η πρόθεση του δεν ήταν να κτυπήσει τον κατηγορούμενο και δεν κρατούσε οτιδήποτε όταν έφθασε στο σπίτι του κατηγορούμενου. Οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 κρίνω ότι δεν είπαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία τους δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο. Ουσιαστικός μάρτυρας κατά την κρίση μου είναι ο Μ.Υ.1 ο οποίος κρίνω ότι είπε την αλήθεια για τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις 18.2.2011 έξω από την οικία του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του τόσο ο παραπονούμενος όσο και τα δυο πρόσωπα που τον συνόδευαν έφθασαν στο σπίτι του κατηγορούμενου με όχημα που οδηγούσε ο Μ.Κ.
- Ο παραπονούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο αναζητώντας τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στην βεράντα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του και τα τρία πρόσωπα προσπάθησαν να κινηθούν προς το μέρος του. Εμποδίστηκαν από τον μάρτυρα και άλλους παρευρισκόμενους αλλά ο παραπονούμενος τους έσπρωξε και κατάφερε να πλησιάσει τον κατηγορούμενο και άρχισαν να αλληλοκτυπιούνται. Ο παραπονούμενος δεν κρατούσε οτιδήποτε στα χέρια του και ειδικά δεν ήταν «οπλισμένος για να πάρει το νόμο στα χέρια του» όπως ήταν η υποβολή του κ. Βραχίμη. Ο παραπονούμενος κατάφερε να τραβήξει τον κατηγορούμενο έξω από την αυλή του σπιτιού και συνέχισαν να κτυπούν ο ένας τον άλλο. Σε κάποια στιγμή και ενώ βρίσκονταν μέσα στο δρόμο ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι και οι δυο είχαν αίματα και ο μάρτυρας είδε ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε στο χέρι του ένα μαχαίρι. Φαίνεται μέσα από την προφορική μαρτυρία του Μ.Υ.1 ότι ο παραπονούμενος όταν έφθασε στο σπίτι του κατηγορούμενου δεν κρατούσε οτιδήποτε στα χέρια του και όταν «άρπαξε» ένα άλλο πρόσωπο νομιζόμενος ότι ήταν ο κατηγορούμενος δεν το χτύπησε αλλά το «ταρακούνησε». Φαίνεται επίσης από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και σε απάντηση υποβολής του κ. Χ΄΄ Ιωάννου ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο παραπονούμενος χτύπησε τον κατηγορούμενο στο κεφάλι όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος μαχαίρωσε τον παραπονούμενο. Ο μάρτυρας υπέδειξε και σημείωσε στο Τεκμήριο 11 φωτογραφία 1 το σημείο όπου αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο να έχουν αίματα και το σημείο αυτό είναι εκτός της κατοικίας εντός του δρόμου σχεδόν προς την απέναντι πλευρά που βρίσκεται η κατοικία του κατηγορούμενου. Αποδεχόμενη, όπως ανέφερα, την πιο πάνω μαρτυρία σαν αξιόπιστη γίνονται ανάλογα ευρήματα. Από τον τραυματισμό του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο ο παραπονούμενος έφερε τα τραύματα όπως αυτά περιγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 24 και γίνονται επίσης ανάλογα ευρήματα. Εκ μέρους της υπεράσπισης τέθηκε επανειλημμένα στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε αυτοάμυνα όταν τραυματίστηκε ο παραπονούμενος. Η υπεράσπιση αυτή στην ουσία εξουδετερώνει τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας με την έννοια ότι η επιτυχής προβολή της σημαίνει ταυτόχρονα και την αποτυχία της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η εγκληματική συμπεριφορά δεν ήταν είτε δικαιολογημένη είτε νόμιμη. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice Έκδοση 2007 σελ. 1812-1814 παρ. 1941 - 1945 αναφέρεται ότι είναι ζήτημα δικαίου και ταυτόχρονα κοινής λογικής ότι άτομο το οποίο υφίσταται επίθεση μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του πράττοντας οτιδήποτε είναι λογικώς αναγκαίο. Γνώμονας του τι είναι λογικό και τι αναγκαίο είναι τα περιστατικά και οι ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης. (βλ. Ανδρέας Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν.Εφ. 207, 208 και 209
(2008)ημερ. 16.7.2010). Στην υπόθεση επίσης Maifoshis v. Police
(1978)2 CLR 2 και Lekishvill άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 351 αναφέρθηκε ότι η άμυνα και η χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης είναι υπό ορισμένες προϋποθέσεις νόμιμη και θα πρέπει να έχει ως αντικειμενικό σκοπό την απόκρουση μιας επιθετικής ενέργειας. Επίσης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η ψυχολογική κατάσταση του ατόμου που προβάλλει την υπεράσπιση αυτή υπό την άποψη ότι οι πράξεις αυτοάμυνας ήταν αναγκαίες αν στις συνθήκες που επικρατούσαν το άτομο πίστευε ότι χρειαζόταν να προστατεύσει τον εαυτό του ή την περιουσία του. Στην απόφαση Αχτάρ έγινε παραπομπή στην απόφαση Beckford v. R
(1988)AC 130 στη σελ. 144 όπου αναφέρθηκε ότι αν η κατηγορούσα αρχή αποτύχει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να αποδείξει ότι η εγκληματική συμπεριφορά δεν ήταν δικαιολογημένη τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί γιατί η κατηγορούσα αρχή θα έχει αποτύχει να αποδείξει ένα ουσιαστικό στοιχείο του εγκλήματος δηλαδή ότι η χρήση βίας από τον κατηγορούμενο ήταν παράνομη. Όπως ανέφερα ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση στην οποία αναφέρει ότι ο παραπονούμενος και τα άλλα δυο πρόσωπα που ήταν μαζί του ήταν τόσο μεθυσμένοι που επιτέθηκαν σε κάποιο φίλο του που βρισκόταν εκεί νομίζοντας ότι ήταν ο ίδιος και έτσι όταν τους είδε με τα ρόπαλα τρομοκρατήθηκε και έτρεξε μέσα στο σπίτι. Σκέφθηκε να πάρει τηλέφωνο στην αστυνομία αλλά από το φόβο και τη σύγχυση του δεν τα κατάφερε. Άκουσε φωνές και την πόρτα να κτυπά πολύ δυνατά, φοβήθηκε τόσο πολύ που σκέφθηκε ότι θα τον σκότωναν και όπως ήταν μέσα στο σπίτι άρπαξε ένα μαχαίρι που είχε στον τοίχο κρεμασμένο σαν διακοσμητικό και βγήκε στη βεράντα του σπιτιού του. Τότε ήλθε κατά πάνω του ο παραπονούμενος τον χτύπησε και του έσχισε τα ρούχα και ταυτόχρονα ήλθε και ένα άλλο πρόσωπο με ρόπαλο και άρχισαν να του χτυπούν στο κεφάλι το ρόπαλο, ο παραπονούμενος τον κρατούσε για να μην μπορέσει να φύγει και πάνω στην απόγνωση του που δεν μπορούσε να ξεφύγει και δεχόταν αλλεπάλληλα χτυπήματα αναγκαστικά χτύπησε τον παραπονούμενο στην κοιλιά και κατάφερε να του ξεφύγει. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης όμως ενώ δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από κάποια διαφορετική σκοπιά. Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου καταρρίπτονται από την μαρτυρία του μάρτυρα που ο ίδιος κάλεσε και ο παραπονούμενος όπως φαίνεται μέσα από τη μαρτυρία αυτή δεν του έσχισε τα ρούχα αλλά ούτε και τον κτυπούσαν με ρόπαλο στο κεφάλι. Περαιτέρω όμως ο κατηγορούμενος αφού φοβήθηκε όπως είπε από την παρουσία του παραπονούμενου και των άλλων δυο προσώπων και έτρεξε μέσα στο σπίτι του λογικό και αναμενόμενο ήταν να μην βγει έξω από αυτό. Η αναφορά του ότι άρπαξε ένα μαχαίρι και βγήκε στη βεράντα του σπιτιού δεν συνάδει με τη λογική αλλά και την έννοια της αυτοάμυνας αφού μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του αλλά και να δώσει τέλος στο επεισόδιο παραμένοντας στο σπίτι. Κατά συνέπεια ούτε λογικό ούτε αναγκαίο ήταν να πάρει το μαχαίρι και να βγει στη βεράντα αλλά αντίθετα με την πράξη του αυτή δείχνει ότι ανέμενε τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος και τα άλλα δυο πρόσωπα που τον συνόδευαν αντελήφθηκαν τον κατηγορούμενο όπως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Υ.1 όταν αυτός βγήκε στη βεράντα της οικίας του. Εκεί τον πλησίασε ο παραπονούμενος και άρχισαν να αλληλοκτυπιούνται. Παρενθετικά να αναφέρω ότι όπως φαίνεται μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ο παραπονούμενος «ταρακούνησε» τον φίλο του κατηγορούμενου όταν υπέθεσε ότι ήταν ο κατηγορούμενος αλλά δεν τον κτύπησε ενέργεια που κατά την κρίση μου δείχνει και την πρόθεση του παραπονούμενου και ο οδηγός του αυτοκινήτου κτύπησε τον κατηγορούμενο μετά που αντελήφθηκε ότι ο παραπονούμενος είχε αίματα στο σώμα του δηλαδή που ο παραπονούμενος τραυματίστηκε από τον κατηγορούμενο. Πως ακριβώς ξεκίνησαν να αλληλοκτυπιούνται και ποιος έκαμε πρώτος κίνηση δεν είναι γνωστό. Ο κατηγορούμενος είχε όμως στην κατοχή του το μαχαίρι το οποίο χρησιμοποίησε τραυματίζοντας τον παραπονούμενο. Η χρήση του μαχαιριού από τον κατηγορούμενο κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται πιο πάνω δεν ήταν αναγκαία για σκοπούς αυτοάμυνας αλλά ούτε τυχαία. Ήταν πράξη ηθελημένη όπως και το αποτέλεσμα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης επιδιωκόμενο γι΄ αυτό και ο κατηγορούμενος μπήκε στο σπίτι και πήρε το μαχαίρι. Ως εκ τούτου και για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στο βαθμό που έχει υποχρέωση και τις δυο κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος ότι στις 19.2.11 παράνομα και με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης τραυμάτισε τον Νεόφυτο Γιούπη με τη χρήση ενός μαχαιριού το οποίο μετέφερε εκτός της οικίας και του περιβόλου της. (Υπ:) ................ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Criminal / Final Αναφορά: Τραυματισμός cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο