← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νίκος Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 5598/12, 26/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νίκος Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 5598/12, 26/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5598/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νίκος Γεωργίου, από την Λεμεσό Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26 Ιουνίου, 2014. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Μάρκου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά που ζήτησε να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (κατηγορίες 5, 8, 11, 14, 17 και 20) και στο αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 6, 9, 12, 15, 18 και 21). Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων του Τροποποιηθέντος Κατηγορητηρίου, στα οποία βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος׃ Του αδικήματος στην κατηγορία 5, ο κατηγορούμενος την 29ην Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την επιταγή που αναφέρεται στην 4η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Του αδικήματος στην κατηγορία 6, ο κατηγορούμενος την 29η Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Αναστάση Δημητρίου από τη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως υπευθύνου της Τράπεζας Κύπρου, στον Ποταμό Γερμασόγειας, το ποσό των €500,00, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον πιο πάνω αναφερόμενο την πιο πάνω ταξιδιωτική επιταγή που αναφέρεται στην 4η κατηγορία για εξαργύρωση, ψευδώς προσποιηθείς ότι ήταν γνήσια ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένη. Του αδικήματος στην κατηγορία 8, ο κατηγορούμενος την 29ην Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την επιταγή που αναφέρεται στην 7η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Του αδικήματος στην κατηγορία 9, ο κατηγορούμενος την 29η Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Αναστάση Δημητρίου από τη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως υπευθύνου της Τράπεζας Κύπρου, στον Ποταμό Γερμασόγειας, το ποσό των €500,00, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον πιο πάνω αναφερόμενο την πιο πάνω ταξιδιωτική επιταγή που αναφέρεται στην 7η κατηγορία για εξαργύρωση, ψευδώς προσποιηθείς ότι ήταν γνήσια ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένη. Του αδικήματος στην κατηγορία 11, ο κατηγορούμενος την 29ην Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την επιταγή που αναφέρεται στην 10η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Του αδικήματος στην κατηγορία 12, ο κατηγορούμενος την 29η Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Αναστάση Δημητρίου από τη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως υπευθύνου της Τράπεζας Κύπρου, στον Ποταμό Γερμασόγειας, το ποσό των €500,00, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον πιο πάνω αναφερόμενο την πιο πάνω ταξιδιωτική επιταγή που αναφέρεται στην 10η κατηγορία για εξαργύρωση, ψευδώς προσποιηθείς ότι ήταν γνήσια ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένη. Του αδικήματος στην κατηγορία 14, ο κατηγορούμενος την 29ην Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την επιταγή που αναφέρεται στην 13η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Του αδικήματος στην κατηγορία 15, ο κατηγορούμενος την 29η Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Αναστάση Δημητρίου από τη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως υπευθύνου της Τράπεζας Κύπρου, στον Ποταμό Γερμασόγειας, το ποσό των €500,00, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον πιο πάνω αναφερόμενο την πιο πάνω ταξιδιωτική επιταγή που αναφέρεται στην 13η κατηγορία για εξαργύρωση, ψευδώς προσποιηθείς ότι ήταν γνήσια ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένη. Του αδικήματος στην κατηγορία 17, ο κατηγορούμενος την 29ην Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την επιταγή που αναφέρεται στην 16η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Του αδικήματος στην κατηγορία 18, ο κατηγορούμενος την 29η Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Αναστάση Δημητρίου από τη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως υπευθύνου της Τράπεζας Κύπρου, στον Ποταμό Γερμασόγειας, το ποσό των €500,00, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον πιο πάνω αναφερόμενο την πιο πάνω ταξιδιωτική επιταγή που αναφέρεται στην 16η κατηγορία για εξαργύρωση, ψευδώς προσποιηθείς ότι ήταν γνήσια ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένη. Του αδικήματος στην κατηγορία 20, ο κατηγορούμενος την 29ην Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, την επιταγή που αναφέρεται στην 19η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Του αδικήματος στην κατηγορία 21, ο κατηγορούμενος την 29η Οκτωβρίου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Αναστάση Δημητρίου από τη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως υπευθύνου της Τράπεζας Κύπρου, στον Ποταμό Γερμασόγειας, το ποσό των €500,00, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος έδωσε στον πιο πάνω αναφερόμενο την πιο πάνω ταξιδιωτική επιταγή που αναφέρεται στην 19η κατηγορία για εξαργύρωση, ψευδώς προσποιηθείς ότι ήταν γνήσια ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένη. Οι κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 7, 10, 13, 16, 19, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48 και 49 διεκόπηκαν στις 20.2.2014, από την Κατηγορούσα Αρχή με επακόλουθο ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από τις κατηγορίες αυτές. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που αφορούν τις κατηγορίες στις οποίες ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος, είναι καταγεγραμμένα στην γραπτή έκθεση γεγονότων η οποία έχει καταχωρηθεί από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, σημειώθηκε σαν Έγγραφο Α και αναγνώστηκε. Αυτά έχουν ως ακολούθως׃ Στις 29.10.2009 ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην Τράπεζα Κύπρου παράρτημα 338 στον Π. Γερμασόγειας και ζήτησε να εξαργυρώσει έξι ταξιδιωτικές επιταγές AMERICAN EXPRESS των €500 η κάθε μια. Ο Μ2 υπεύθυνος συναλλαγών στο εν λόγω υποκατάστημα, αφού εκ πρώτης όψεως θεώρησε έγκυρες τις ταξιδιωτικές επιταγές, εξακρίβωσε τα στοιχεία του κατηγορούμενου και ότι είναι πελάτης της Τράπεζας Κύπρου και έδωσε οδηγίες στην Μ3 ταμία του υποκαταστήματος να προχωρήσει στην εξαργύρωση των επιταγών. Η Μ3 παρέλαβε τις έξι επιταγές και έδωσε σε μετρητά το χρηματικό ποσό των €3.000 στον κατηγορούμενο. Οι εν λόγω ταξιδιωτικές επιταγές στάλθηκαν την ίδια μέρα στα κεντρικά της τράπεζας Κύπρου στη Λευκωσία. Την 30.10.2009 ο Μ1 διευθυντής στον εν λόγω υποκατάστημα της τράπεζας Κύπρου, ενημερώθηκε από το τμήμα τραπεζικών συναλλαγών στην Λευκωσία όπου στάλθηκαν οι τραπεζικές επιταγές, ότι αυτές δεν ήταν αυθεντικές. Την ίδια ώρα ο Μ2 ήρθε σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο ο οποίος του ανάφερε ότι μέχρι η ώρα 12:00 της ίδιας μέρας θα έρθει στη Λεμεσό για να διευθετήσει το πρόβλημα. Την ίδια μέρα και ώρα 12:30 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε μόνος του και πάλι το κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου

(0338)λέγοντας πως δεν βρήκε τα χρήματα να τους τα επιστρέψει και ζήτησε όπως του κάνουν δάνειο από την τράπεζα για εξόφληση του ποσού. Στη συνέχεια ο Μ1 αφού αρνήθηκε να κάνει δάνειο στον κατηγορούμενο μετέβηκε την ίδια μέρα και περί ώρα 13:00 στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας συνοδευόμενος από τον κατηγορούμενο για να καταγγείλει την υπόθεση. Αμέσως μετά την επίσκεψη τους στο σταθμό ειδοποιήθηκε το ΤΑΕ Λεμεσού όπου μέλη του μετέβηκαν στο μέρος και ανέλαβαν την διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ1 με την άφιξη των μελών του ΤΑΕ στο σταθμό Γερμασόγειας υπέδειξε στον Μ9 τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του και εξαργύρωσε τις ταξιδιωτικές επιταγές. Ο Μ9 του ΤΑΕ Λεμεσού έλαβε γραπτό παράπονο από τον Μ1 και την ίδια μέρα 30.10.09 και ώρα 14:20 o M1 του παρέδωσε έξι φωτοαντίγραφα των πιο πάνω ταξιδιωτικών επιταγών που έφεραν το όνομα Νίκος Γεωργίου στη θέση του δικαιούχου. Του παρέδωσε επίσης ακόμη 14 ταξιδιωτικές επιταγές με αρ. ΒΡ008763210, 209, 170, 169, 168, 167, 166, 165, 164, 163, 162, 161, 158 και 151 , αντίστοιχα της American Express οι οποίες έγραφαν το όνομα Νίκος Γεωργίου στη μέση και έξι εξ αυτών έγραφαν το όνομα Νίκος Γεωργίου στη θέση του δικαιούχου. Τις 14 αυτές επιταγές τις συσκεύασε σε φάκελο με διακριτικά Α.Φ. 2 και τις έθεσε υπό τη φύλαξη του ως τεκμήριο
  1. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ο οποίος βρισκόταν στο μέρος, οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού για ανάκριση. Μεταξύ των ωρών 15:00 - 16:00 της 30.10.09, στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού ο Μ9 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σχετικά με τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, πλαστογραφίας 6 ταξιδιωτικών επιταγών αξίας €500 έκαστη, κυκλοφορίας πλαστών ταξιδιωτικών επιταγών και απόσπασης του χρηματικού ποσού €3.000 με ψ/π αφού προηγουμένως του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο. Στη κατάθεση ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι ο ίδιος παρουσίασε τις έξι επιταγές για εξαργύρωση λαμβάνοντας το ποσό των €3.000 πλην όμως δήλωσε ότι τις επιταγές αυτές μαζί με τις άλλες δεκατέσσερις που είχε στην κατοχή του, του τις έδωσε κάποιος μελαχρινός Αφρικανός με το όνομα Romeo του οποίου δεν γνώριζε περισσότερα στοιχεία και είχαν συμφωνήσει από προηγουμένως ότι εάν εξαργύρωνε όλες τις ταξιδιωτικές επιταγές θα του έδινε €
  2. Επίσης ανάφερε ότι έδωσε όλα τα χρήματα στον Romeo και του έδωσε πίσω το χρηματικό ποσό των €300 τα οποία όμως ξόδεψε την ίδια μέρα. Συγκεκριμένα όπως ισχυρίστηκε στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος στις 29.10.2009 μαζί με τον Romeo τον οποίο είχε γνωρίσει τυχαία σε ένα πάρκο, επισκέφθηκαν το ξενοδοχείο Elias στη Λεμεσό με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου όπου ο Romeo θα παραλάμβανε χρήματα ύψους €10.000 που θα του έστελνε ο πατέρας του από την Αμερική. Ο κατηγορούμενος τον ανέμενε στο αυτοκίνητο και αφού έκανε λίγα λεπτά στο ξενοδοχείο ο Romeo επέστρεψε και του έδωσε τις έξι προαναφερόμενες επιταγές ζητώντας του να τις εξαργυρώσει στην τράπεζα, μέχρι να πάει ο ίδιος στο περίπτερο. Ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε το όνομα του στη θέση του δικαιούχου και εξαργύρωσε τις 6 ταξιδιωτικές επιταγές της Τράπεζας Κύπρου και έδωσε τις €3.000 στον αλλοδαπό ο οποίος του επέστρεψε τα €
  3. Την ίδια μέρα 30.10.09 εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και η ώρα 16:45 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, ο Μ9 τον συνέλαβε για τα προαναφερόμενα αδικήματα και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Είμαι αφελής.» Αμέσως μετά τη σύλληψη τον ενημέρωσε για τα δικαιώματα του για επικοινωνία με δικηγόρο και ανάφερε ότι δεν επιθυμούσε να ασκήσει τα δικαιώματα του. Στις 31.10.09 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπου εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο 6 ημερών. Στις 5.11.09 και μεταξύ των ωρών 15:15 - 15:35 στο ΤΑΕ Λεμεσού ο Μ6 κατηγόρησε γραπτώς τον Νίκο Γεωργίου (κατηγορούμενο) για τα πιο πάνω αδικήματα, που διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 29.10.09 - 30.10.09 στη Λεμεσό και αφού επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Παραδέχομαι μόνο για τις έξι επιταγές που εξαργύρωσα. Τις υπόλοιπες που βρέθηκαν στην κατοχή μου, όταν το έμαθα ότι ήταν πλαστές τις πήρα από τον άλλο και τις έδωσα στον διευθυντή της τράπεζας.» Από τα αποτελέσματα των γραφολογικών εξετάσεων σύμφωνα με την έκθεση του Μ4, ημερ. 25.11.09 ότι το όνομα Νίκος Γεωργίου που αναγραφόταν στη θέση του δικαιούχου και η ημερ. 29.10.09 που υπήρχε στις 6 επιταγές που εξαργυρώθηκαν είχαν γραφτεί από τον κατηγορούμενο Νίκο Γεωργίου. Όσον αφορά το όνομα Νίκος Γεωργίου που υπάρχει στο κέντρο των ταξιδιωτικών επιταγών στα αγγλικά, αυτό δεν γράφτηκε από τον κατηγορούμενο. Από τα αποτελέσματα των εξετάσεων σύμφωνα με την έκθεση του Μ5 υπό Κ-26, όλες οι προαναφερόμενες ταξιδιωτικές επιταγές ήταν πλαστές. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι μετά την διάπραξη των αδικημάτων αποζημίωσε πλήρως τους παραπονούμενους. Ακόμη με μία σαφή δήλωση ανέφερε πώς για την παρατηρούμενη καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής πρόσθετα ζήτησε να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως τα τεκμήρια που βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας, ήτοι: · 10 δείγματα γραφής του κατηγορούμενου, και · 20 ταξιδιωτικές επιταγές, δημευθούν και καταστραφούν. Τέλος ανέφερε ότι στην παρούσα υπόθεση έχουν προκληθεί €20,00 έξοδα. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής ανέφερε και επικαλέστηκε τα πιο κάτω: Την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διάπραξη των αδικημάτων, ήτοι έχουν περάσει 4½ χρόνια και ότι έκτοτε ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα. Επίσης για το συγκεκριμένο ζήτημα επεσήμανε και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση του κατηγορητηρίου, ήτοι 3½ χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων, στοιχείο που ως η νομολογία αναγνωρίζει λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά πόσο θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες, υιοθέτησε πλήρως την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 24.3.14 εκ της οποίας επεσήμανε τα εξής: ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 57 ετών, νυμφευμένος με ένα παιδί ηλικίας 13 ετών. το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, και ότι αυτές από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων έχουν διαφοροποιηθεί, αφού στο μεσοδιάστημα έχει υποβληθεί σε πρόσθετη χειρουργική επέμβαση και προς τούτο κατέθεσε σχετική ιατρική βεβαίωση η οποία σημειώθηκε σαν Έγγραφο Β, του ιατρού κου Θρασυβούλου. Αυτό δε το γεγονός είναι εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου σε συνάρτηση με το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη σαν σοβαρός μετριαστικός παράγοντας. Επίσης επικαλέστηκε την δήλωση πού έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα 1 επί του κατηγορητηρίου, εκ μέρους των παραπονούμενων, ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε αμέσως μετά την διάπραξη των αδικημάτων, πλήρως τους παραπονούμενους κάτι με το οποίο συμφώνησε και η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής. Συνακόλουθα είναι εισήγηση του ότι στο μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι που το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή στο κατηγορούμενο δεν συνέτεινε με οποιοδήποτε τρόπο ο κατηγορούμενος και αυτός είναι παράγοντας που με βάσει την σχετική νομολογία θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του. Σε σχέση δε με την παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου εισηγήθηκε πως αυτή ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό στην μέχρι σήμερα ζωή του και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έκτοτε δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τα αδικήματα των 12 κατηγοριών, στις οποίες ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος, επεσήμανε ότι έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα και στον ίδιο ουσιαστικά χρόνο. Συνακόλουθα είναι εισήγηση του να μην επιβληθούν ποινές και στις 12 κατηγορίες, αλλά στις δύο εξ αυτών, ήτοι σε μια που αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και σε μια που αφορά την απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ακόμη εισηγήθηκε ότι τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης θα έχει σοβαρό αντίκτυπο στον ανήλικο γιο του τον οποίο στηρίζει βασικά μόνο ο κατηγορούμενος. Εν κατακλείδι είναι εισήγηση του πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας του, να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής καθότι συντρέχουν λόγοι προς τούτο, ήτοι: ο χρόνος από την διάπραξη των αδικημάτων, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, η πλήρης αποζημίωση των παραπονουμένων, το ότι είναι πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 13 χρόνων του οποίου την φροντίδα έχει ο ίδιος αφού η σύζυγος του αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, ότι και ό ίδιος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται από ιατρό, υποβλήθηκε δε πολλαπλές εγχειρήσεις, και ότι από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για το καθορισμό της έκτασης της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Συγκεκριμένα για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης προβλέπονται οι πιο κάτω ποινές: (ι) για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, δυνάμει των άρθρων 339 και 336, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 5, 8, 11, 14, 17 και 20), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια, (ιι) για τα αδικήματα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, δυνάμει των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 6, 9, 12, 15, 18 και 21), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι όπως είναι σαφώς νομολογημένο, κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται συνοπτικά ύστερα από γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως είναι και η παρούσα, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη ως ανώτατη ποινή, την ποινή που προβλέπεται από το νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει με αποτέλεσμα να μπορεί, αν τα γεγονότα και οι περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν να επιβάλει ακόμα και το ανώτατο όριο ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία (βλ. Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Chikh v. Police
(1984)2 CLR, Attorney General of the Repuplic v. Vasiliotis Alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20). Βεβαίως το Δικαστήριο εκτός της περίπτωσης του αδικήματος του φόνου εκ προμελέτης και των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 36 και 37 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αν κάποιο αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μόνο, δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου ή αντί τέτοιας ποινής χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό το οποίο το Δικαστήριο αυτό έχει εξουσία να επιβάλει (βλέπε άρθρο 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154). Κατά κανόνα, αδικήματα κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων συνυπάρχουν και με αδικήματα εξασφάλισης χρημάτων ή εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, όπως δηλαδή συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση. Στις περιπτώσεις αυτές, προκύπτει άμεσα η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών με δεδομένο ότι πρόκειται για αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο της απάτης και πλήττουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Διασαλεύουν, επίσης, την εμπορική πίστη και την πίστη στις συναλλαγές, οι οποίες είναι απαραίτητες για την λειτουργία της κοινωνίας μας (Βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων προκύπτει επίσης και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική είναι, μεταξύ άλλων, η απόφαση στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 286 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από την φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση στην ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής». (Βλ., επίσης, Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 397 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482). Η σοβαρότητα των αδικημάτων στην παρούσα επαυξάνεται επίσης από το γεγονός της κατ' επανάληψη περιφρόνησης του νόμου όπως αυτή φαίνεται από τον αριθμό και τη συχνότητα επανάληψης της κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, ο οποίος την ίδια ημέρα έθεσε σε κυκλοφορία και εξαργύρωσε τις 6 ταξιδιωτικές επιταγές που ήταν πλαστογραφημένες. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη είναι και το ότι η όλη δράση του κατηγορούμενου βασιζόταν σε συγκεκριμένο σχέδιο που οργάνωσε και εκτέλεσε ο ίδιος. Πρέπει δε να λεχθεί ότι ο προσχεδιασμός αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη
(2000)2 ΑΑΔ 304). Πάρα τα πιο πάνω η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορούμενου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. υπόθεση Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245). Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Στα πλαίσια λοιπόν της εξατομίκευσης της ποινής, προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από το συνήγορο υπεράσπισης για σκοπούς μετριασμού της ποινής: · Την παραδοχή του στο Δικαστήριο έστω και στο στάδιο που αυτή έγινε. (βλ. προς τούτο υπόθεση Βασίλης Σόλωνας Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50) · Την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με την Αστυνομία. · Το λευκό του ποινικό μητρώο, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. · Ότι οι παραπονούμενοι δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημία αφού ο κατηγορούμενος τούς επέστρεψε το ποσό που απέσπασε από αυτούς με ψευδείς παραστάσεις. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και όσα ανέφερε σχετικά o συνήγορος αυτού και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 57 ετών και διαμένει με την οικογένεια του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα επ' ονόματι του παιδιού του στην περιοχή Λυκαβητού, στην Λευκωσία. · Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λευκωσία. Φοίτησε μέχρι την Στ΄ τάξη του Δημοτικού γιατί όπως ανέφερε αντιμετώπιζε πρόβλημα με την ομιλία του. Αρχικά εργάστηκε ως υδραυλικός και στην ηλικία των 16 ετών ως βαφέας αυτοκινήτων. Στη συνέχεια, εργάστηκε σε εργοστάσιο παπουτσιών και σε ηλικία των δεκαοκτώ ετών εκτέλεσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. · Ακολούθως, το 1980 μετέβηκε στη Λιβύη για σκοπούς εργασίας και έμεινε εκεί για ένα χρόνο. Εργάστηκε ως εργάτης σε Κυπριακή Εταιρεία. Το 1981 μέχρι το 1997 και από το 2002 μέχρι το 2003 εργοδοτήθηκε ως εργάτης σε ναυτιλιακή εταιρεία. Στην Κύπρο εργάστηκε ως φύλακας ασφαλείας και οδηγός. · Το 1990 που εργαζόταν στα καράβια είχε εργατικό ατύχημα με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε πολλαπλές εγχειρήσεις και σήμερα να παρουσιάζει 75% ανικανότητα. Επίσης αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα και ενισχύεται με βηματοδότη. · Το 1999 σύναψε γάμο μαζί με γυναίκα από την Ρουμανία η οποία είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου στη χώρα της στον κλάδο Οικονομικών. Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί το οποίο σήμερα είναι 13 ετών. · Η σύζυγος του κατηγορουμένου, το 2010 δημιούργησε δική της επιχείρηση, τύπου καφενείου, το οποίο λειτούργησε για ένα χρόνο περίπου αφού δεν είχε τα αναμενόμενα κέρδη και το έκλεισε. · Η σύζυγος του αντιμετωπίζει ψυχιατρικά προβλήματα και νοσηλεύτηκε για κάποιο χρονικό διάστημα σε ψυχιατρική κλινική. · Τα εισοδήματα του κατηγορούμενου ανέρχονται στο ποσό των €667,00, από την σύνταξη ανικανότητας που λαμβάνει από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Δεν είναι ιδιοκτήτης ακινήτου περιουσίας είναι όμως ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου. Δεν έχει χρέη ο ίδιος ούτε και αποταμιεύσεις. Όσον αφορά όμως τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, διευκρινίζεται ότι είναι μεν παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, όπως στην παρούσα, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540): «Το πρωτόδικο Δικαστήριο τόνισε την ανάγκη της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα. Αναφέρει συγκεκριμένα στη σελίδα 5 της απόφασής του:- "Η πλαστογραφία τραπεζικών επιταγών, η κυκλοφορία πλαστών τραπεζικών επιταγών και η εξασφάλιση αγαθών (χρημάτων) με ψευδείς παραστάσεις, ανήκουν στην κατηγορία των αδικημάτων που διαπράττονται συχνά και βρίσκονται σε έξαρση (βλ. μεταξύ άλλων, Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141. Γι' αυτή τη (σταθερή) συχνότητα και έξαρση λαμβάνω και δικαστική γνώση από τις 40 παρόμοιες υποθέσεις που επιλήφθηκα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας τον τελευταίο χρόνο. Τα εγκλήματα αυτά ενέχουν το στοιχείο της απάτης και υποσκάπτουν τις συναλλαγές και δοσοληψίες με επιβαλλόμενη την αναγκαιότητα προστασίας της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου συναλλακτικού μέσου με κάθε δυνατό τρόπο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ποινές πρέπει να είναι αποτρεπτικές (βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286).". Παραπέμπει δε, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 285 στην οποία ποινή φυλάκισης τριών ετών για παρόμοια αδικήματα επικυρώθηκε από το Εφετείο. Δεν παραγνώρισε όμως καθόλου τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του εφεσείοντα τονίζοντας ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Επικροτούμε τη σχετική προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η οποία είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία. Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων αυτών έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο. Από την άλλη είναι καλά θεμελιωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Όσον δε αφορά τις επιπτώσεις στην οικογένεια του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, σε περίπτωση επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτές είναι εμφανείς και λαμβάνονται υπόψη αλλά δεν αποτελούν λόγο για την αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων καθιστούν επιτακτική την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Ακόμη και επειδή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, μεταξύ άλλων και το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε πλήρως την παραπονούμενη τράπεζα καταβάλλοντας σχεδόν άμεσα το ποσό που απέσπασε με τις πλαστογραφημένες επιταγές και με ψευδείς παραστάσεις, θα πρέπει να λεχθεί ότι, σύμφωνα με την Νομολογία, η αποζημίωση του θύματος δεν αποτελεί βαρυσήμαντο στοιχείο (Βλ. Ανδρέας Κ. Μενελάου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 248). Δεν παύει, όμως, να αποτελεί, όπως και ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε, έμπρακτη μεταμέλεια. Η βαρύτητα όμως, η οποία θα πρέπει να προσδοθεί σε αυτή επαφίεται στο Δικαστήριο. Συνακόλουθα στην παρούσα υπόθεση η μεταμέλεια του κατηγορούμενου κρίνω ότι δεν μπορεί να αποτελέσει ισχυρό ελαφρυντικό παράγοντα στην επιλογή του τύπου της ποινής, αφού η πληρωμή έγινε μετά την καταγγελία των παραπονούμενων στην Αστυνομία και σε χρόνο που, όπως από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιόν μου προκύπτει, το ενδεχόμενο για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του ήταν πλέον ορατό (Βλ. Pouris and Others v. Republic
(1983)2 CLR 178 και Kyriakides v. Republic
(1983)2 CLR 94). Η μεταμέλεια ήρθε, λοιπόν, καθυστερημένα. Ωστόσο δεν μπορεί να παραβλεφθεί ολότελα (Βλ. Σιδέρης Ισίδωρου ν. G.M.Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 ΑΑΔ 60). Για τον λόγο αυτό είμαι διατεθειμένος να λάβω υπόψη μου το στοιχείο της μεταμέλειας, όμως στην έκταση σκοπό και βαθμό, που κατά την κρίση μου τα γεγονότα της υπόθεσης και οι συνθήκες του κατηγορούμενου δικαιολογούν. Όσον αφορά το χρονικό διάστημα πού έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, κρίνω ότι μπορεί να χαρακτηριστεί μεγάλο, πλην όμως για να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, σαν μετριαστικός παράγοντας δεν αρκεί από μόνο του. Όπως δια της νομολογίας έχει διασαφηνιστεί εκτός από τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει από την διάπραξη ενός αδικήματος μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης και την επιβολή ποινής σε ένα κατηγορούμενο, θα πρέπει για να θεωρηθεί ο παράγοντας αυτός ως ελαφρυντικός, να εξετάζονται και άλλοι παράμετροι και στοιχεία και συγκεκριμένα: · η συμπεριφορά των διωκτικών αρχών πριν και μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, · η πολυπλοκότητα των διαφόρων θεμάτων πριν την καταχώρηση της υπόθεσης αλλά και της ίδιας της υπόθεσης μετά την καταχώρηση της, · επίσης τυχόν καθυστέρηση που οφείλεται στην δικαστική διαδικασία και το δικαστηριακό πρόγραμμα, και · ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου και τούτο διότι δεν μπορεί κάποιος να προκαλεί καθυστέρηση στην διεκπεραίωση και εκδίκαση της υπόθεσης του και στην συνέχεια να επικαλείται σαν μετριαστικό παράγοντα τον συγκεκριμένο αυτό στοιχείο. Όπως λοιπόν αναφέρθηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623) και M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε, ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Κρίνω λοιπόν σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω την πορεία της υπόθεσης τόσο πρίν όσο και μετά την καταχώρηση της. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα διαπράχθηκαν την 29ης Οκτωβρίου 2009, ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στις 5.11.2009, παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες ενώ η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 8 Μαρτίου 2012, ήτοι 29 μήνες μετά. Για την καθυστέρηση δε αυτή η ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη προς τούτο. Αδυνατώ να προσδώσω οποιαδήποτε σκοπιμότητα για την παρατηρούμενη καθυστέρηση των 29 μηνών στην καταχώρηση της υπόθεσης, στις αρμόδιες αρχές. Δεν μπορώ όμως από την άλλη να μην καυτηριάσω και να μην εκφράσω την έντονη ανησυχία και απογοήτευση του Δικαστηρίου για το γεγονός αυτό. Μία απλή υπόθεση και με άμεση διαλεύκανση, αλλά και παραδοχή, αφέθηκε σε εκκρεμότητα για 29 μήνες χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία. Όσον αφορά την παρατηρούμενη καθυστέρηση μετά την καταχώρηση της παρούσας, παραθέτω κατωτέρω την πορεία της όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου: · Η καταχώρηση του κατηγορητηρίου της παρούσας έγινε στις 8.3.2012 και η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου για την 9.4.
  1. · Στις 9.4.2012 ο κατηγορούμενος ζήτησε αναβολή της υπόθεσης για να απαντήσει στις κατηγορίες, με επακόλουθο αυτή να οριστεί για την 14.5.
  2. · Στις 14.5.2012 για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ζήτησε ξανά αναβολή της υπόθεσης για να απαντήσει στις κατηγορίες, με επακόλουθο αυτή να οριστεί για την 8.6.
  3. · Στις 8.6.2012 ο κατηγορούμενος ζήτησε ξανά αναβολή της υπόθεσης για να απαντήσει στις κατηγορίες, με επακόλουθο αυτή να οριστεί για την 9.7.
  4. · Στις 9.7.2012 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε, προέβει σε μη παραδοχή με επακόλουθο η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση για την 6.11.2012 · Την 6.11.2012 λόγω απεργίας των δικηγόρων και κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου, η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την 2.4.
  5. · Στις 2.4.2013 για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου, ήτοι κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορούμενου, η υπόθεση αναβλήθηκε για την 22.10.2013 ξανά για ακρόαση. · Στις 22.10.2013 για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου, ήτοι κατόπιν από κοινού αιτήματος, κατηγορούσας αρχή και του συνηγόρου του κατηγορούμενου, η υπόθεση αναβλήθηκε για την 20.2.2014 ξανά για ακρόαση. · Στις 20.2.2014 και μετά που ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες 5, 6, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 17, 18, 20, και 21, κατόπιν από κοινού αιτήματος, κατηγορούσας αρχή και του συνηγόρου του κατηγορούμενου, η υπόθεση αναβλήθηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής για την 28.3.2014 και για να ετοιμαζόταν έκθεση σε σχέση με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ως το αίτημα της υπεράσπισης. · Στις 28.3.2014 για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου, κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η υπόθεση αναβλήθηκε ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής για την 2.5.
  6. · Στις 2.5.2014 ελλείψει χρόνου του Δικαστηρίου η υπόθεση αναβλήθηκε ξανά για γεγονότα και επιβολή ποινής για την 4.6.
  7. · Στις 4.6.2014, μετά την παράθεση των γεγονότων από την κατηγορούσα αρχή και μετά την αγόρευση του συνηγόρου του κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού, η απόφαση για την ποινή επιφυλάχθηκε για σήμερα. Όπως λοιπόν συνάγεται από τα πιο πάνω, ένα μεγάλο μέρος της καθυστέρησης που παρατηρείται στην παρούσα υπόθεση μετά την καταχώρηση της, οφείλεται στον ίδιο τον κατηγορούμενο. Επειδή λοιπόν ο κατηγορούμενος, προκάλεσε το μεγαλύτερο μέρος της καθυστέρησης που παρατηρείται μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, μετριάζεται σε μεγάλο βαθμό ο παράγοντας αυτός στην επιμέτρηση της ποινής. Τούτο διότι δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος να οικοδομεί επί των δικών του ενεργειών και στη συνέχεια να απολαμβάνει το στοιχείο του παράγοντα του χρόνου και καθυστέρησης, για σκοπούς μετριασμού της ποινής (βλ. απόφαση στην υπόθεση Νίκος Πολυβίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 11 ). Σχετική επί του ιδίου ζητήματος είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σωτήρης Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 365, στην οποία στις σελίδες 369 μέχρι 371 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι γεγονός ότι υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Αβρααμίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617) με βάση την οποία η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής, αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Για παράδειγμα ενώ η ποινή φυλάκισης κάτω από κανονικές συνθήκες θα ήταν η αρμόζουσα, ενόψει της καθυστέρησης αυτή δε θα έπρεπε να επιβληθεί ούτως ώστε να ήταν κατάλληλη και επαρκής άλλη ποινή, για παράδειγμα η χρηματική. Καταλήγει η νομολογία ότι εκτός όπου είναι απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολής ποινής φυλάκισης. Βασικός λόγος είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη μπορεί να έχουν αλλάξει. Αναφορικά με τις περιπτώσεις εκείνες που υπαίτιος για την καθυστέρηση είναι ο κατηγορούμενος, στην προαναφερθείσα υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτης κ.ά., σελ. 626 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). .................................................................................... Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αρέστη (πιο πάνω) ο Πικής, Π. υπέδειξε ότι: «Η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του.» Το θέμα της καθυστέρησης εξετάζεται για να κριθεί αν η δίκη ήταν δίκαιη, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Στην παρούσα υπόθεση η μεταβολή των συνθηκών των εφεσιβλήτων ήταν ιδιάζουσα.» Εξετάσαμε τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με τη μέγιστη δυνατή προσοχή. Λαμβάνοντας υπόψη ότι για την όλη καθυστέρηση φαίνεται να ευθύνεται βασικά ο ίδιος ο εφεσείων, αρχικά με την αλλαγή τόπου διαμονής και εργασίας και μεταγενέστερα με τη στάση του να αρνηθεί σε πρώτο στάδιο την κατηγορία με αποτέλεσμα η υπόθεση να ακουστεί μερικώς, καθώς και την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή που ειδικά όσον αφορά την παρούσα υπόθεση που η επίθεση στρέφεται εναντίον μέλους της οικογένειας του εφεσείοντος από 7 χρόνια που ήταν το μέγιστο της ποινής με βάση τον Ποινικό Κώδικα, αυτή να αυξάνεται σε 10 χρόνια, έχουμε καταλήξει ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου για να επιβάλει ποινή φυλάκισης ήταν ορθή. Βέβαια δεν αγνοούμε ότι υπήρξε καθυστέρηση ενός έτους για καταχώρηση της πρώτης υπόθεσης για την οποία δεν εξηγείται γιατί, αλλά η περίοδος αυτή δεν κρίνεται τέτοια που να θεωρείται από μόνη της ως ουσιώδης καθυστέρηση. Σημειώνουμε επίσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε υπόψη του και διατύπωσε το γεγονός ότι παρά την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή εφόσον η υπόθεση δικαζόταν συνοπτικά το μέγιστο που θα μπορούσε να επιβληθεί ήταν φυλάκιση μέχρι 5 έτη. Δεν υπήρχαν τέτοια γεγονότα ως προς τη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντος που να επήλθε στο μεταξύ, ούτως ώστε να καθιστά την επιβολή φυλάκισης ως εσφαλμένη.» Ακόμη οπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παντελάκης Μεταξάς ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 560: «Ως προς το θέμα της παρέλευσης χρόνου μεταξύ της διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης ή εκδίκασης της υπόθεσης παρατηρούμε τα εξής: Το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε ο εφεσίβλητος είχε διαπραχθεί στις 19.7.2006, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 2.2.2007 και η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε στις 13.10.2008. Το πρωτόδικο ποινικό Δικαστήριο στην απόφασή του ασχολείται εμπεριστατωμένα με το θέμα της κατ' ισχυρισμό παραβίασης του δικαιώματος του εφεσείοντα να τύγχανε διάγνωσης ποινικής ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, όπως επιτάσσει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Με αναφορά στη σχετική με το θέμα νομολογία, το πρωτόδικο Δικαστήριο συνόψισε τις καθιερωθείσες αρχές τις οποίες και εφάρμοσε στην υπό εξέταση περίπτωση. (Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 22). Κατέληξε δε το πρωτόδικο Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε στη συγκεκριμένη περίπτωση μέχρι την περάτωση της υπόθεσης, κρινόμενο ως αντικειμενικό γεγονός, αλλά και εφαρμοζομένων των παραγόντων που εκτίθενται στη νομολογία, δεν εκφεύγει της έννοιας του εύλογου χρόνου. Με λεπτομερείς δε παραπομπές στα τηρηθέντα πρακτικά, το Δικαστήριο ορθά εντόπισε και αριθμό δικάσιμων ημερομηνιών που δόθηκαν ή θα εδίδοντο, πλην όμως δεν τηρήθηκαν ή έγιναν δεκτές, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος-εφεσείων, ο οποίος τότε εκπροσωπείτο από δικηγόρο, ή κατά τις οποίες αυτός συγκατατέθηκε σε αιτήματα αναβολής από την κατηγορούσα αρχή. Εντόπισε περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο και το γεγονός ότι εν πάση περιπτώσει, δεν είχε καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπισή του λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου». Εν πάση περιπτώσει αναντίλεκτο παραμένει το γεγονός ότι καλούμαι να επιβάλω ποινή στον κατηγορούμενο, στην παρούσα υπόθεση, 4 χρόνια και 8 μήνες μετά την διάπραξη των αδικημάτων στα οποία βρέθηκε ένοχος. Το στοιχείο αυτό επί τη βάσει των όσων η νομολογία καθορίζει, κρίνω πώς δεν μπορώ να αγνοήσω παντελώς. Επισημαίνω όμως ταυτόχρονα πώς στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν έχουν διαφοροποιηθεί οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, σε τέτοιο βαθμό και φύση που να καθιστούν σε συνάρτηση με όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, την επιλογή της ποινής της φυλάκισης αποφευκτέα. Το γεγονός δε που επικαλέστηκε ο συνήγορος του για να στηρίξει την εισήγηση του αυτή, δεν κρίνω ότι δικαιολογεί μία τέτοια θέση. Η εγχείρηση που υποβλήθηκε ο κατηγορούμενος μετά την διάπραξη των αδικημάτων δεν αποδέχομαι ότι από μόνη της διαφοροποίησε τις προσωπικές του συνθήκες, αφού ούτως η άλλως τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν και εξακολουθούν να παραμένουν, με η χωρίς την εν λόγω πρόσθετη χειρουργική επέμβαση η οποία ειρήσθω εν παρόδω έγινε για αποκατάσταση μετεγχειρητικής κοίλης (βλέπε Έγγραφο Β). Τέλος σε σχέση με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν θα πρέπει να επιβληθεί ποινή σε όλες τις κατηγορίες επειδή τα αδικήματα διαπράχθηκαν την ίδια ημέρα και τον ίδιον χρόνο, αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο αναφορικά με τα αδικήματα των κατηγοριών 6, 9, 12, 15, 18 και 21, που αφορούν το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Τούτο διότι τα γεγονότα για την κάθε κατηγορία μπορεί να έλαβαν χώραν κατά τον αυτόν χρόνο, όμως δεν είναι τα ίδια σε μία έκαστην εξ αυτών. Η εξαργύρωση κάθε μίας πλαστογραφημένης επιταγής αποτελεί ξεχωριστό γεγονός και αδίκημα και ουδόλως επηρεάζει προς τούτο ότι διαπράχθηκαν όλα σε διαδοχικούς χρόνους την ίδια ημέρα. Το ίδιο όμως δεν ισχύει στην περίπτωση της κυκλοφορίας των επιδίκων πλαστών επιταγών αφού ο κατηγορούμενος τις κυκλοφόρησε όλες μαζί κατά τον αυτόν χρόνο και ουσιαστικά τα αδικήματα των κατηγοριών 5, 8, 11, 14, 17 και 20 στοιχειοθετούνται από τα ίδια γεγονότα. Συνακόλουθα και το στοιχείο αυτό επίσης θα ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή των ποινών. Όλοι όμως οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες κρίνω ότι λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση ως έχουν λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση, την έκταση, την έξαρση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή στην παρούσα είναι η ποινή φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής εκτός αυτή της φυλάκισης, θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής, το οποίο θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στο ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή της φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Αναφορικά δε με το εύρος της ποινής έχω αντλήσει καθοδήγηση από τις πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα: Στην υπόθεση Arman Ayvazian v. Αστυνομίας, Π.Ε. 183/11 ημερομηνίας 25.4.2012, στην οποία επικυρώνοντας ποινή άμεσης φυλάκισης 2 χρόνων σε κάθε κατηγορία για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, και 1 χρόνου για κάθε κατηγορία απόσπασης εμπορευμάτων, το Εφετείο ανέφερε τα εξής: «Εξετάσαμε με πολλή προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο στον εφεσείοντα για τα αδικήματα που παραδέχθηκε είναι απόλυτα ορθή. Απόλυτα ορθή θεωρούμε και την απόφαση του πρωτοδίκου δικαστηρίου να μην αναστείλει την ποινή άμεσης φυλάκισης 2 ετών που επέβαλε στον εφεσείοντα. Συμφωνούμε απόλυτα με τα όσα αναφέρθηκαν από το Εφετείο στις υποθέσεις Rares και Gerlianu αναφορικά με τη μεγάλη σοβαρότητα της διάπραξης των αδικημάτων κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και ιδιαίτερα πιστωτικών καρτών και της απόσπασης χρημάτων και εμπορευμάτων με αυτό τον τρόπο. Θεωρούμε ότι είναι απόλυτα θεμιτό τα δικαστήρια να επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιου είδους αδικήματα, τα οποία βρίσκονται σε έξαρση, με σκοπό την προστασία των συναλλαγματικών ηθών και της οικονομίας του τόπου ...». Επίσης στην υπόθεση 1. Butucaru Rares 2. Vasile Daniel Robre v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 699, στην οποία επικυρώνοντας ποινή άμεσης φυλάκισης 3 χρόνων σε κάθε κατηγορία για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, και 1 χρόνου για κάθε κατηγορία απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, το Aνώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Συναισθανόμενοι ότι η απόφασή μας θα συνιστά καθοδήγηση ως προς τα πλαίσια των ποινών σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, έχουμε δώσει ιδιαίτερη προσοχή σε όλες τις παραμέτρους της υπόθεσης και τις προεκτάσεις τους. Η κατάληξή μας είναι ότι ουδόλως δικαιολογείται παρέμβασή μας με την επιβληθείσα ποινή στις κατηγορίες που αφορούν την κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών. .................................................................................. Δικαίως λοιπόν η σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν την κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών πρέπει να συνάδει με την καθοδηγητική πρόνοια της ανώτατης ποινής φυλάκισης των 14 ετών που προβλέπεται στο νόμο για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Δεν συμμεριζόμαστε την άποψη των εφεσειόντων ότι η κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών δεν έχει τη σοβαρότητα και δεν μπορεί να εξισώνεται με την κυκλοφορία άλλων πλαστών εγγράφων όπως επιταγές. Απεναντίας, θεωρούμε ότι η κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών, ως εκ της ευχέρειας και της ευρύτητας ενδεχόμενης χρήσης, συνιστά σοβαρότερη απειλή προς την ασφάλεια του όλου χρηματοπιστωτικού τρόπου ζωής σήμερα. Όχι μόνο λοιπόν δεν ήταν λανθασμένη η προσέγγιση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ως προς την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, αλλά και ορθώς ετόνισε την ιδιαίτερη ανάγκη τέτοιας ποινής εν όψει της έξαρσης των αδικημάτων αυτού του είδους, η οποία συνιστά ευρύτερη απειλή μέσα στους κόλπους του ιδίου του συστήματος των συναλλαγών. Καθοδήγηση λοιπόν ως προς το ορθό μέτρο της ποινής μπορούσε να αντληθεί και από τη νομολογία η οποία αφορά κυκλοφορία πλαστών εγγράφων γενικότερα, και σαφώς δεν θα έπρεπε να περιορισθεί στις πρόσφατες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων που αφορούν κυκλοφορία πλαστών πιστωτικών καρτών στις οποίες και μας παρέπεμψαν οι Εφεσείοντες. Ασφαλώς δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία των ποινών σε ιδίου είδους υποθέσεις αναλόγως του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο οποίο εκδικάζονται, θα πρέπει όμως να τονίσουμε απεριφράστως ότι οι ποινές που έχουν επιβληθεί στις αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων που μας έχουν αναφερθεί, και λαμβανομένων υπ' όψη βεβαίως των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε υπόθεσης, δεν αντανακλούν το ορθό μέτρο ποινής για υποθέσεις αυτού του είδους. Να τονίσουμε μάλιστα ότι ο περιορισμός στην ανώτατη ποινή που μπορεί να επιβληθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο σε πέντε χρόνια δεν καθιστά το όριο των πέντε ετών αντίστοιχο του ανωτάτου ορίου της ποινής που προβλέπεται στο νόμο και το οποίο εκφράζει την εγγενή σοβαρότητα του αδικήματος. Πέραν των ως άνω, να παρατηρήσουμε ότι δεν συμμεριζόμεθα την εισήγηση των Εφεσειόντων ότι δεν εδόθη η δέουσα σημασία στους ελαφρυντικούς παράγοντες που ενεργούσαν προς όφελος τους. Μπορεί οι Εφεσείοντες να συνεργάσθησαν εξ αρχής και πλήρως με την αστυνομία και ακολούθως να παραδέχθησαν ενοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι ουσιαστικά συνελήφθησαν επ' αυτοφόρω. Και η επιστροφή του κλαπέντος ποσού είχε τη σημασία της, όμως δεν θα μπορούσε να ήταν κυρίαρχο στοιχείο ώστε να υπαγόρευε περαιτέρω επιείκεια στους Εφεσείοντες. Ούτε το σχετικά νεαρό της ηλικίας τους μπορούσε να είχε τέτοιο αποτέλεσμα. Η δική μας παρατήρηση μάλιστα είναι ότι λυπεί και ανησυχεί το γεγονός ότι νεαρά άτομα, με πλήρεις σωματικές και νοητικές δυνατότητες, αντί να απασχολούνται με τίμιο τρόπο, προσφεύγουν με συχνότητα στην οργανωμένη παρανομία για προσκομισμό εύκολου και γρήγορου κέρδους. Τέτοια συμπεριφορά ασφαλώς δεν πρέπει να ενθαρρύνεται έμμεσα με την επίδειξη υπέρμετρης επιείκειας.» Επισημαίνω βεβαίως ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται με τις πιο πάνω καθ' ότι τα γεγονότα αυτής είναι λιγότερο σοβαρά σε σχέση με τον αριθμό των κατηγοριών που εκείνες αφορούσαν. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω και επιδεικνύοντας την κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 5η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Στην 6η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 6 μηνών. Στην 8η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή αφού τα γεγονότα αυτής είναι τα ίδια με τα γεγονότα της κατηγορίας 5. Στην 9η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Στην 11η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή αφού τα γεγονότα αυτής είναι τα ίδια με τα γεγονότα της κατηγορίας 5. Στην 12η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Στην 14η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή αφού τα γεγονότα αυτής είναι τα ίδια με τα γεγονότα της κατηγορίας 5. Στην 15η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Στην 17η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή αφού τα γεγονότα αυτής είναι τα ίδια με τα γεγονότα της κατηγορίας 5. Στην 18η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Στην 20η Κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή αφού τα γεγονότα αυτής είναι τα ίδια με τα γεγονότα της κατηγορίας 5. Στην 21η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 12 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες, 5, 6, 9, 12, 15, 18 και 21, να συντρέχουν. Περαιτέρω διατάσσω όπως τα τεκμήρια της υπόθεσης, που βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας, ήτοι: · 10 δείγματα γραφής του κατηγορούμενου, και · 20 ταξιδιωτικές επιταγές, δημευθούν και καταστραφούν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή τους, ως η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον κατηγορούμενο. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. Στη δε Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Προτού παραθέσω την τελική μου κρίση για το συγκεκριμένο ζήτημα, παραπέμπτω επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Οδυσσέα Κανάρη (Αριθμ.2)
(2005)2 Α.Α.Δ 327, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος είχε αθωωθεί και αφού τον έκρινε ένοχο στις κατηγορίες 1 και 3 στα αδικήματα για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου και στην κατηγορία υπ' αρ. 2 για προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου σε άλλο πρόσωπο, αναφέρει τα εξής στις σελίδες 329 και 330: «Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρισε έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης, η οποία συζητήθηκε ενώπιον της Ολομέλειας, ενόψει του σημαντικού νομικού σημείου που εγειρόταν στην υπόθεση. Με την απόφαση της Ολομέλειας, που εκδόθηκε από το δικαστή Κωνσταντινίδη η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος και στις τρεις κατηγορίες. (Δες: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Οδυσσέα Κανάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 105). Ως συνέπεια της πιο πάνω εξέλιξης η Ολομέλεια συζήτησε το θέμα της ποινής που θα επιβαλλόταν στον εφεσίβλητο. Σήμερα, 23.5.2005, αγόρευσε ενώπιον μας ο δικηγόρος του. Στο φάκελο της υπόθεσης κατατέθηκε επίσης έκθεση κοινωνικής έρευνας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο δικηγόρος του εφεσίβλητου. .................................................................................... Η εξέλιξη της πορείας της υπόθεσης, την οποία περιγράφουμε πιο πάνω, καθυστέρησε το χρόνο τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν το Σεπτέμβριο του 2003. Κρίνουμε, επομένως, πως όλα τα πιο πάνω στοιχεία, συνιστούν μια υπόθεση με απολύτως ιδιαίτερα περιστατικά, στη βάση των οποίων ανάλογη θα πρέπει να είναι και η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την πρέπουσα ποινή που θα επιβληθεί στον εφεσίβλητο. Η αρμόζουσα βέβαια ποινή, σύμφωνα με τη νομολογία μας, σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η φυλάκιση. Και τέτοια ποινή θα επιβληθεί. Ενόψει όμως των όλως ιδιαιτέρων περιστατικών της υπόθεσης, που συνοψίζουμε πιο πάνω, κρίνουμε δίκαιο όπως οι ποινές της φυλάκισης ανασταλούν. Με τις πιο πάνω σκέψεις επιβάλλουμε στον εφεσίβλητο στη 2η κατηγορία 12 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Στην 3η κατηγορία 3 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Οι ποινές θα συντρέχουν. Δεν επιβάλλεται ποινή στην 1η κατηγορία. Επεξηγείται στον εφεσίβλητο η έννοια και λειτουργία της φυλάκισης με αναστολή.» Επανερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση και μετά από μεγάλο προβληματισμό κρίνω, ότι συντρέχουν τέτοια περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Αυτός είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, έχει αποζημιώσει σχεδόν άμεσα τους παραπονούμενους, στοιχεία που επιβεβαιώθηκαν και από την κατηγορούσα αρχή και τα οποία κρίνω πώς καταδεικνύουν και την έμπρακτη μεταμέλεια του, είναι πατέρας ενός ανηλίκου παιδιού και ο μοναδικός προστάτης της οικογένειας του, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο ίδιος αλλά και η σύζυγος, το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, αλλά και της ημερομηνίας που έχει επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο, ήτοι 4½ και πλέον χρόνια, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι για τον μέχρι της καταχώρησης της υπόθεσης χρόνο ουδεμία ευθύνη φέρει και ότι στο μεσοδιάστημα δεν διέπραξε άλλο αδίκημα, με έχουν οδηγήσει στο να καταλήξω πως θα μπορούσα να δώσω στον κατηγορούμενο, μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τώρα και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αδράξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται ώστε να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών της φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 5, 6, 9, 12, 15, 18 και 21, αναστέλλονται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στoν κατηγορούμενο, το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης). Οι όροι που του είχαν επιβληθεί στον κατηγορούμενο για να εξασφαλιστεί η παρουσία του στο Δικαστήριο, ακυρώνονται. Συνακόλουθα να αφαιρεθεί το όνομα του από τον κατάλογο των προσώπων που η έξοδος τους από το έδαφος της Δημοκρατίας απαγορεύεται. Το ποσό των €20,00, έξοδα της κατηγορούσας αρχής, να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο σήμερα. (Υπ.) ...................................... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.