Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σαίτ Μασατ Μετρι Απτελ Μαλεκ, Αρ. Υπόθεσης: 19453/12, 3/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19453/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σαίτ Μασατ Μετρι Απτελ Μαλεκ Κατηγορούμενου ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 3 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ιωαννίδου Για τον Κατηγορούμενο: Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, αδίκημα το οποίο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του διαπράχθηκε στις 11.1.2011 στη Λεμεσό όπου έκλεψε από την κατοικία του Rami Alsayegh το χρηματικό ποσό των €1500, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung αξίας €70, το παλαιστινιακό διαβατήριο με αρ. 2315593 περιουσία του πιο πάνω προσώπου και το παλαιστινιακό διαβατήριο με αρ. 2283540 του Hazem I.S. Saba από την Παλαιστίνη. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της εναντίον του κατηγορίας κλήθηκαν από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής ο παραπονούμενος Rami Al Sayed (Μ.Κ.1) και ο Α/Αστ. 2129 Κωνσταντίνος Γιωργούδης (Μ.Κ.2) και δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Από πλευράς κατηγορουμένου, μετά την κλήση του σε απολογία, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη κατάθεση και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Δεν θα προβώ σε εκτενή αναφορά της δοθείσας μαρτυρίας αλλά η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, εξετάσθηκε ενδελεχώς και αξιολογήθηκε πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Είναι όμως χρήσιμο να αναφερθώ συνοπτικά στην εκδοχή των δύο πλευρών. Ήταν η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής μέσω του παραπονουμένου Rami Alsayegh Παλαιστινιακής καταγωγής ότι στις 11.1.2011 ενώ κοιμόταν στο σπίτι που ενοικίαζε με άλλα δύο άτομα, κατά η ώρα 12:00 το μεσημέρι ξύπνησε μετά από έντονο κτύπημα στην πόρτα από τον κατηγορούμενο τον οποίο εγνωρίσαν λίγο καιρό πριν, πρόσωπο αραβικής καταγωγής με το όνομα Sayet. Του άνοιξε την πόρτα και το οδήγησε από τα σκαλιά στο σαλόνι και ο ίδιος μετά από λίγο πήγε στο μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο. Μετά από δύο-τρία λεπτά άκουσε το ξάδελφο του Hazem που έμενε μαζί του να φωνάζει ότι είδε τον κατηγορούμενο να φεύγει από το σαλόνι στις σκάλες εξόδου προς την είσοδο και το ρώτησε πού πάει και του είπε να πάρει το κινητό και ότι τους έκλεψε τα διαβατήρια και το ποσό των €1500 που είχε μέσα σε ένα δερμάτινο τσαντάκι που το είχε στο σαλόνι. Τότε και ο παραπονούμενος είδε ότι το μαύρο τσαντάκι που είχε ήταν ανοικτό άδειο και πεταγμένο πάνω σε μια καρέκλα. Τα λεφτά τα είχαν μαζί και οι δύο στο εν λόγω τσαντάκι και αυτά ήταν μέρος αυτών που έστειλε ο αδελφός του παραπονούμενου, κάποια που είχε πάρει από την κυβέρνηση και τα είχε για να πληρώσει τα ενοίκια και για τα έξοδα τους. Επίσης διαπιστώθηκε και από τον άλλο συγκάτοικο George Aziz ότι εκλάπηκε το κινητό του τηλέφωνο. Ο παραπονούμενος κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία στον Αστ. 1863 Θ. Θεμιστοκλέους. Στις 13.1.2011 ο κατηγορούμενος Sayed πήγε στο καφενείο που βρίσκεται κάτω από το σπίτι του παραπονούμενου και άφησε τα δύο διαβατήρια και το κινητό τηλέφωνο που έπιασε από το σπίτι του όχι όμως τα λεφτά. Το Σάββατο 15.1.2011 γύρω στις 5:30 το πρωί άκουσε κτυπήματα κάτω στην πόρτα του σπιτιού του. Αμέσως κατέβηκε κάτω και είδε τον Sayed και τη γυναίκα του και του ανέφεραν ότι ήθελαν να τους δώσει απόδειξη για τα διαβατήρια και το τηλέφωνο που έδωσε πίσω. Ο ίδιος τον ρώτησε τι γίνεται με τα λεφτά του και άρχισε να φωνάζει η γυναίκα του ότι δεν έπιασε λεφτά και ότι είναι άρρωστος. Μετά έφυγαν από το μέρος με το αυτοκίνητο τους. Στις 21.1.2011 ο Α/Αστ. 1363 Θεμιστοκλέους συνέλαβε τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ και αυτός απάντησε «εγώ δεν πήρα τα λεφτά» και επίσης πήρε ανακριτική κατάθεση και ακολούθως κατόπιν εντάλματος έρευνας, σε έρευνα στο σπίτι του βρήκε €800 (16 χαρτονομίσματα των €50), παρά το ότι πριν την έναρξη της έρευνας ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του μόνο λίγα κέρματα. Όταν ρωτήθηκε για το ανευρεθέν ποσό, ο ίδιος ανέφερε ότι τα πήρε από λογαριασμό του στην Τράπεζα Κύπρου. Στις 26.1.2011 ο Μ.Κ.2 Α/Αστ. 2129 Κ. Γιωργούλης κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αυτός αρνήθηκε ενοχή. Ήταν η εκδοχή του κατηγορούμενου μέσω της ανακριτικής του κατάθεσης ότι στις 11.1.2011 πήγε στο σπίτι του παραπονουμένου για να επισκεφθεί τον συγκάτοικο George Alfons Aziz για να του δώσει €200 που του χρωστούσε. Αφού κτύπησε την πόρτα και μπήκε μέσα στο σπίτι, πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο του George Alfons και μίλησαν. O George του είπε ότι δεν μπορούσε να του δώσει τα χρήματα που του χρωστούσε και τότε του ζήτησε να δει το διαβατήριο του George για να δει το επάγγελμα του. Ο George είπε στο Rami να ανοίξει το ντουλάπι μέσα στο δωμάτιο του και να του δώσει το τσαντάκι του. Ο Rami έδωσε το τσαντάκι στον George και ο George έβγαλε από μέσα δύο Αιγυπτιακά διαβατήρια δικά του και του τα έδωσε. Ο κατηγορούμενος εκείνη την ώρα διαπίστωσε ότι είχε χάσει το κινητό του τηλέφωνο, έτσι ενώ κρατούσε τα διαβατήρια του George πήρε το κινητό τηλέφωνο του George που βρισκόταν πάνω στο μαξιλάρι του κρεβατιού του και χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε, κατέβηκε κάτω στο καφενείο με σκοπό να κτυπήσει τον αριθμό του από το τηλέφωνο του Goerge. Αφού δεν το βρήκε τρελάθηκε, πήρε το μοτοποδήλατο του και έφυγε χωρίς να πει σε κανένα τίποτε. Δύο μέρες μετά πήγε κάτω από το σπίτι του παραπονούμενου και άφησε τα διαβατήρια και το κινητό σε κάποιο Mustafa να του τα δώσει. Και μετά δύο μέρες πήγε ξανά στο σπίτι του George για να του δώσει αποδείξεις για τα επιστραφέντα αντικείμενα. Αρνήθηκε ότι πήρε οποιαδήποτε λεφτά. Στην ανώμοτη του κατάθεση ανάφερε τα εξής: «Είμαι αθώος, δεν έκλεψα ούτε κινητό ούτε λεφτά ούτε διαβατήρια. Εγώ είπα δεν είμαι κατηγορούμενος ότι έκλεψα δύο διαβατήρια και χρήματα. Ρωτείστε με ότι θέλετε να απαντήσω. Τα €800 τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομίας ως τεκμήριο είναι δικά μου χρήματα τα οποία είχα στο σπίτι μου τα οποία είχα πάρει από τράπεζα παλιαότερα». Νομική Πτυχή Κάνω αρχή από τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η κλοπή που είναι το αντικείμενο της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό στο βαθμό που ενδιαφέρει προβλέπει τα εξής: «
(1)Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη». Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο [βλ. άρθρο 255
(3)]. Δεν είναι απαραίτητος για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος ο ακριβής προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου. Φτάνει να καταδειχθεί πως αυτό που κλάπηκε δεν ήταν άχρηστο, αλλά είχε κάποια αξία, έστω και μικρή. Τα συστατικά στοιχεία που η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει είναι ότι: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στο δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Σε σχέση με τα παραδεκτά γεγονότα αυτά αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο κατά το οποίο το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης. Αυτές οι αρχές είναι μεταξύ άλλων, η αποτίμηση της σταθερότητας, ευθύτητας και φυσικότητας των απαντήσεων των μαρτύρων, της ιδιαίτερης σχέσης και το συμφέρον τους στην υπόθεση, της ύπαρξης ή μη ουσιαστικών αντιφάσεων και της εν γένει συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση (βλ. Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 254/08, ημερ. 23.1.2008 και Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 152/07 ημερ. 9.6.2008). Εφαρμόζοντας λοιπόν τα πιο πάνω στην εδώ περίπτωση, αναφέρω κατ' αρχάς τη θετική εντύπωση που μου προξένησε ο Μ.Κ.2. Η εν λόγω μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης, ούτε και διαπίστωσα οτιδήποτε στα λεγόμενα του εν λόγω μάρτυρα που να δικαιολογεί αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του. Τουναντίον κατέθεσε με ευθύτητα και σταθερότητα, πείθοντας ότι επρόκειτο για πρόσωπο αξιόπιστο που ήρθε και κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Σε ότι αφορά τον παραπονούμενο Μ.Κ.1 παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία του συναρτώντας τη με κάθε τι σχετικό στην υπόθεση για να αποκτήσω όσο το δυνατό σφαιρικότερη και πληρέστερη άποψη σε σχέση με την ποιότητα της. Μετά από αυτό το εγχείρημα κατέληξα στο συμπέρασμα πως ο Μ.Κ.1 είναι αξιόπιστος μάρτυρας της αλήθειας. Κατ' αρχάς ο μάρτυρας ήταν σταθερός, πηγαίος και ευθύς. Δεν δίστασε και δεν επιχείρησε να υπεκφύγει καμία ερώτηση που του υποβλήθηκε. Ούτε και υπέπεσε σε αντιφάσεις ουσίας και ενόψει και της γενικότερης συγκρότησης που χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε την αλήθεια και τη μαρτυρία του την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθινή. Εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αποδοχής της μαρτυρίας του παραπονούμενου και στα όσα αμφισβητούμενα γεγονότα ανέφερε ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση και στην ανώμοτη κατάθεση του, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και απορρίπτονται. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα μου σε ότι αφορά τα ουσιώδη και επίδικα γεγονότα της υπόθεσης είναι ως η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής και για αποφυγή επανάληψης ας θεωρηθούν ότι αποτελούν τα ευρήματα μου. Έρχομαι τώρα στο τελευταίο ζήτημα που είναι και το πλέον ουσιαστικό, στο κατά πόσο δηλαδή στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Κατ' αρχάς να σημειώσω πως όντως δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άμεση μαρτυρία υπό την έννοια της ύπαρξης αυτοπτών μαρτύρων που να είδαν τον κατηγορούμενο να κλέβει τα επίδικα αντικείμενα. Ωστόσο το ερώτημα είναι αν υπάρχει περιστατική μαρτυρία για κάτι τέτοιο. Η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή μαρτυρίας. Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας, αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική, τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Chima v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 4/2006 ημερ. 20.11.2007). Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι υπάρχει περιστατική μαρτυρία που καταδεικνύει χωρίς ίχνος αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου. Η εν λόγω μαρτυρία είναι κατ' ουσία αυτή που έχω παραθέσει πιο πάνω. Μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος ενώ παρέμεινε στο δωμάτιο του παραπονούμενου άνοιξε το μαύρο τσαντάκι, το οποίο περιείχε τα διαβατήρια των ενοίκων και του παραπονούμενου, τα οποία πήρε όπως και το κινητό τηλέφωνο. Εντός αυτού υπήρχαν και €1500 που περιγράφησαν από τον μάρτυρα και τα οποία ήταν στο εν λόγω τσαντάκι και χάθηκαν την ίδια ώρα που πήρε και τα διαβατήρια από αυτό μαζί του πήρε και το κινητό τηλέφωνο του George. Τα πιο πάνω ήταν και η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι τα πήρε μαζί του παρά το ότι αναφέρει ότι τα πήρε επειδή του έδωσαν τα διαβατήρια. Η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία είναι συντριπτική εναντίον του κατηγορουμένου και δεν αφήνει καμία αμφιβολία στο δικό μου μυαλό πως διέπραξε το αδίκημα. Στη βάση λοιπόν όλων των προαναφερθέντων, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............... Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Σ.Χ. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κλοπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο