← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκος Γιασεμή κ.α., Aρ. Υπόθεσης 14862/12, 21/3/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκος Γιασεμή κ.α., Aρ. Υπόθεσης 14862/12, 21/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 14862/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Κυριάκος Γιασεμή, από την Λεμεσό
  2. Χριστόφορος Χρίστου, από την Λεμεσό Ημερομηνία: 21.03.2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Αναστασίου, για να ακούσει απόφαση γι αυτήν ο κ. Λ. Μάρκου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Λ. Λυσάνδρου, για να ακούσει απόφαση γι αυτόν ο κ. Χριστόφορος Φλώρου. Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας και μετά που ζήτησαν άδεια να αλλάξουν απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, βρέθηκαν ένοχοι στο αδίκημα της κατηγορίας 1 επί του Κατηγορητηρίου όπως αυτό τροποποιήθηκε, ήτοι βρέθηκαν ένοχοι στο αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι 1 και 2 την 23.12.2011 στο χωριό Πεντάκωμο της Επαρχίας Λεμεσού, διέπραξαν επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Χριστάκη Αριστείδου, από το Πεντάκωμο. Η κατηγορία 2 επί του κατηγορητηρίου διακόπηκε από την κατηγορούσα αρχή με επακόλουθο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να απαλλαγούν από αυτήν. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα κατηγορίας 1 της παρούσας υπόθεσης είναι καταγεγραμμένα στο Έγγραφο Α, ήτοι την γραπτή έκθεση γεγονότων την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και διάβασε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο από την Υπεράσπιση. Αυτά δε, έχουν ως ακολούθως: Την 23.12.11 και περί ώρα 18:15 ο παραπονούμενος μετέβηκε μόνος του στο καφενείο του Νεκτάριου που βρίσκεται στη Λεωφόρο Πεντακώμου στο χωριό Πεντάκωμο και κάθισε σε τραπεζάκι μόνος του για να πιει ένα ποτήρι κρασί. Εντός του καφενείου βρίσκονταν και άλλα πρόσωπα που κάθονταν σε διαφορετικά τραπεζάκια. Σε κάποιο τραπεζάκι καθόταν ο Κυριάκος Γιασεμή, 1ος κατηγορούμενος και ο Χρίστου Χριστόφορος, 2ος κατηγορούμενος, μαζί με άλλη παρέα. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του παραπονούμενου, κάποιοι από το τραπέζι των κατηγορούμενων του έριχναν ξηρούς καρπούς και κάποιοι του φώναζαν ότι είναι προδότης, ότι είναι πουλημένος και ότι φορά φούστα. Ο παραπονούμενος σηκώθηκε πάνω και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του καφενείου για να φύγει και ο 1ος κατηγορούμενος του φώναξε με το όνομα του δηλαδή Χριστάκη. Ο παραπονούμενος δεν έδωσε καμία σημασία και βγήκε έξω στον δρόμο και τότε ο 1ος κατηγορούμενος τον ακολούθησε και του έριξε ένα ποτήρι νερό στην πλάτη. Ο παραπονούμενος γύρισε προς το μέρος του και τον ρώτησε με την φράση «Δεν ντρέπεσαι;» και αμέσως ο 1ος κατηγορούμενος τον χτύπησε με το ποτήρι τρεις φορές στο φρύδι και στο κεφάλι και συνέχισε να τον χτυπά με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορα μέρη του σώματος του. Κατά την διάρκεια του επεισοδίου κοντά ήταν και ο Γιάννης Κοντογιάννης (Μ3) ο οποίος είδε το συμβάν. Ενώ ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος στο μέρος έφτασε και ο 2ος κατηγορούμενος όπου τον χτύπησε και αυτός σε διάφορα μέρη του σώματος του. Με την παρέμβαση άλλων θαμώνων του καφενείου το συμβάν διέλυσε και ο παραπονούμενος κατάφερε να διαφύγει και να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής όπου του εξεδόθη έντυπο για ιατρική εξέταση και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με ασθενοφόρο. Αφού μετέβηκε στο τμήμα Α' Βοηθειών και εξετάστηκε από την επί καθήκοντι ιατρό, Μ. Κωνσταντή (Μ2) του έγινε συρραφή και απελύθη. Έφερε θλαστικό τραύμα δεξιού οφρύος και αιμάτωμα δεξιού κάτω βλεφάρου. Την 26.12.11 και μεταξύ των ωρών 10.25 με 11.35, στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής, ο Μ4 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τους κατηγορούμενους 1 και
  4. Επίσης την ίδια ημέρα στον Αστυνομικό σταθμό Μονής ο Μ3 κατηγόρησε γραπτώς τον 1ο κατηγορούμενο για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης και της ανησυχίας και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Σε καμία περίπτωση δεν εκτύπησα κανένα.» Επίσης την ίδια ημέρα και ώρα 11:35 στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής ο Μ4 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 2 για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης και της ανησυχίας και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι. Δεν εκτύπησα κανένα.» Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής επικαλέστηκε το λευκό τους ποινικό μητρώο, την παραδοχή τους έστω και στο στάδιο στο οποίο έγινε και τις προσωπικές και οικογενειακές τους συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που έχουν κατατεθεί στον φάκελο της υπόθεσης. Περαιτέρω μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία τους και την υπόσχεση ότι δεν πρόκειται να απασχολήσουν ξανά το Δικαστήριο με οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ανέφερε ότι το όλο περιστατικό εξελίχθηκε λόγω παρεξήγησης μεταξύ των κατηγορουμένων και του παραπονούμενου η οποία οφειλόταν στις τότε διεξαχθείσες κοινοτικές εκλογές που είχε σαν αποτέλεσμα την συζήτηση και στην συνέχεια την εξέλιξη των γεγονότων ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Ακόμα επεσήμανε το γεγονός ότι από τον Νοέμβριο του 2011 που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν το αδίκημα όπως και προηγουμένως, δεν απασχόλησαν ξανά το Δικαστήριο και δεν επέδειξαν άλλη παραβατική συμπεριφορά στοιχείο που δείχνει ότι η διάπραξη του αδικήματος της παρούσας υπόθεσης ήταν και θα παραμείνει ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή τους. Ακόμα επικαλέστηκε την συμφιλίωση των κατηγορουμένων με τον παραπονούμενο με τον οποίο ο 1ος κατηγορούμενος είναι φίλος για πάρα πολλά χρόνια, στον οποίο έχουν και οι δύο κατηγορούμενοι απολογηθεί. Σε σχέση δε με το ζήτημα αυτό ανέφερε πως δεν κατέστει δυνατή η εξασφάλιση δήλωσης από μέρους του παραπονούμενου λόγω του ότι αυτός δεν έχει αποζημιωθεί αφού η αγωγή η οποία κινήθηκε από αυτόν εναντίον των κατηγορουμένων δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Επικαλέστηκε επίσης σαν μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι δεν προκλήθηκαν στον παραπονούμενο βαριές σωματικές βλάβες, εξ ου και δεν έχουν κατηγορηθεί οι κατηγορούμενοι για το συγκεκριμένο αδίκημα. Επικαλούμενος δε το λευκό ποινικό μητρώο τους, τις προσωπικές και οικογενειακές τους συνθήκες και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος κάλεσε το Δικαστήριο στο πρόσωπό τους να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης. Εν κατακλείδι επισημαίνοντας το γεγονός ότι από τη διάπραξη του αδικήματος δεν επέδειξαν άλλη παραβατική συμπεριφορά, ότι το περιστατικό αυτό ήταν το μοναδικό στη ζωή τους όπως και θα παραμείνει, αλλά και τις προσωπικές συνθήκες τους, ιδιαίτερα του 1ου κατηγορούμενου που είναι το μόνο πρόσωπο που εργάζεται και συνεισφέρει οικονομικά για την διαβίωση του ιδίου και της οικογένειας του, εισηγήθηκε πώς σε περίπτωση που τους επιβληθεί ποινή φυλάκισης αυτή συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε να ανασταλεί. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων συμφώνησε επίσης στην καταβολή των εξόδων της υπόθεσης, εξ €80,00 από αυτούς. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής μετά τη δήλωση του συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι δεν κατέστει δυνατή η εξασφάλιση δήλωσης από τον παραπονούμενο με την οποία να δηλώνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την θέση αυτή, όμως ανέφερε ότι δεν αμφισβητεί τα λοιπά που αυτός ανέφερε για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632. Υπό το φως των πιο πάνω, το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας κρίνεται ως ιδιαίτερα σοβαρό, αφού αυτό τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Επισημαίνω όμως στο σημείο αυτό ότι ακόμη και για τα αδικήματα που η προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή είναι αυτή της φυλάκισης μόνο, το Δικαστήριο εκτός της περίπτωσης του κακουργήματος του φόνου εκ προμελέτης και των αδικημάτων των άρθρων 36 και 37 του Ποινικού Κώδικα, δύναται δυνάμει του άρθρου 29 του Ποινικού κώδικα, Κεφ.154, εξασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να επιβάλει ποινή προστίμου μέχρι και το μέγιστο ύψος χρηματική ποινής της δικαιοδοσίας του η ποινή φυλάκισης μικρότερου του προβλεπόμενου ύψους. Η νομολογία επίσης έχει αναγνωρίσει τα αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της βίας ως ιδιαίτερα σοβαρά. Έτσι: Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95 υπόθεση σχετική με εγκλήματα βίας, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων, η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Στην ίδια απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο, ακύρωσε την επιβληθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή προστίμου και την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης, λέγοντας τα ακόλουθα: «Η μόνη αρμόζουσα μορφή τιμωρίας ήταν η αυστηρότερη που πρόβλεπε ο νόμος - η φυλάκιση. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ωμή χρήση βίας, προσχεδιασμένη ως ήταν στην παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να προσελκύσει τιμωρία άλλη από τη φυλάκιση». Στην προγενέστερη υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την επιβληθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης: «Στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν αποτέλεσμα σφάλματος. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ήταν η πρέπουσα, ενόψει της βίαιης συμπεριφοράς του εφεσείοντα, παρά την ύπαρξη των ελαφρυντικών που υπήρχαν. Και τούτο, γιατί η εξατομίκευση δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή αποδυναμώνει την μέριμνα για την προστασία του κοινωνικού συνόλου. Η χρήση τέτοιας έκτασης βίας, σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία τρίτων, εκτός από το σωματικό τραυματισμό, επέφερε και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Επιεικής μεταχείριση του εφεσείοντα θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα». Ακόμη έχει τονιστεί πως αδικήματα επιθέσεων διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα (βλ. υπ. Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.97). Η κατάσταση όχι μόνο δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα αλλά τολμώ να πω ότι τα συγκεκριμένα αδικήματα παρουσιάζουν έντονη έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω και δικαστική γνώση. Είναι δε με ιδιαίτερη ανησυχία που διαπιστώνω, μέσα από τις καθημερινά ενώπιον μου τιθέμενες υποθέσεις, την ευκολία με την οποία κάποιοι καταφεύγουν στη βία. Στην υπόθεση όμως Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 18 λέχθηκε, ότι δεν είναι σε κάθε περίπτωση επίθεσης που αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Πάντοτε εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα (βλ. επίσης Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575). Η σοβαρότητα βεβαίως ενός αδικήματος, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα και νομολογιακή αρχή, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Όπως δε αναφέρεται στο Σύγγραμμα του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 122, σε υποθέσεις επίθεσης που προκαλούν πραγματική σωματική βλάβη η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή της φυλάκισης, χωρίς να αποκλείεται η επιβολή άλλης ποινής αν οι περιστάσεις της υπόθεσης και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου το δικαιολογούν. Παράλληλα όμως, είναι σαφώς νομολογημένο και δεν μου διαφεύγει, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στη τιμωρία αδικημάτων όπως αυτό της παρούσας (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Στο στάδιο αυτό κρίνω ότι πρέπει να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου των κατηγορουμένων 1 και 2, ότι αυτοί αντέδρασαν και ενήργησαν με τον τρόπο που προκύπτει από τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, λόγω της συναισθηματικής φόρτισης που τους προκλήθηκε όταν μετά από συζήτηση ο παραπονούμενος θέλοντας να τους νουθετήσει για προγενέστερη προσβλητική πρός το πρόσωπο του συμπεριφορά και στην προσπάθεια του να απομακρυνθεί από το συγκεκριμένο μέρος, είπε στον κατηγορούμενο 1, μετά που αυτός τον έλουσε με νερό από ποτήρι που κρατούσε «Δεν ντρέπεσαι;». Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσον υπήρξε πρόκληση από τον παραπονούμενο ως αυτή αναγνωρίζεται από τις αρχές της νομολογίας και αν όντως διαπιστωθεί η ύπαρξη της, κατά πόσο το στοιχείο αυτό θα πρέπει να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας προς όφελος των κατηγορούμενων 1 και 2, αφού είναι δυνατόν να επέδρασε στις πράξεις και τη συμπεριφορά τους. Η έννοια της πρόκλησης περιγράφεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17, όπου γίνεται αναφορά και στην Αγγλική υπόθεση Duffy
(1949)1 All E R 932. Σύμφωνα με την αναφορά αυτή στην σελίδα 23: «Η έννοια της πρόκλησης, όπως είναι γνωστή, στο κοινό δίκαιο περιγράφεται στην κλασσική, καθώς χαρακτηρίσθηκε, καθοδήγηση του Devlin J. στην Duffy
(1949)1 All E R 932. Έχει ως εξής: "Provocation is some act or series of acts done by (the victim) to the accused which would cause in any reasonable person and actually causes in the accused sudden and temporary loss of self-control rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind".». Δηλαδή, η πρόκληση είναι κάποια πράξη ή σειρά πράξεων οι οποίες γίνονται από το θύμα και οι οποίες δυνατόν να προκαλέσουν και όντως προκαλούν στον κατηγορούμενο μια αιφνίδια και προσωρινή απώλεια του ελέγχου του καθιστώντας τον προς στιγμής μη κυρίαρχο του μυαλού του. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι το Δικαστήριο κατά την διερεύνηση του κατά πόσο υπήρξε πρόκληση δεν εξετάζει ζητήματα υπαιτιότητας του θύματος. Οι πράξεις του θύματος θα κριθούν αποκλειστικά και μόνο από την σκοπιά του κατά πόσο δικαιολογούσαν την προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη, αφού δεν είναι το θύμα που δικάζεται, αλλά ο δράστης. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι αν από τις ενέργειες του θύματος δικαιολογείται αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη (sudden and temporary loss of self-control). Λέχθηκε, επίσης, στην Duffy ανωτέρω, ότι οι ενέργειες του θύματος όπου απλώς προδιαθέτουν για βίαιη αντίδραση δεν είναι αρκετές για να στοιχειοθετήσουν πρόκληση. Ούτε έντονος θυμός λόγω μακράς συμπεριφοράς που προκαλεί πόνο και ταραχή στον δράστη επαρκεί για να στοιχειοθετηθεί πρόκληση εν τη εννοία του νόμου. Όσο περισσότερο ένα γεγονός απομακρύνεται από το έγκλημα, τόσο λιγότερο προσμετρά για σκοπούς πρόκλησης. Επισημαίνεται, επίσης, ότι ενέργειες του θύματος που δημιουργούν έντονη οργή και διάθεση αντεκδίκησης δεν συνάδουν με νομική πρόκληση αφού μια συνειδητή απόφαση αντεκδίκησης προϋποθέτει ότι ο δράστης είχε τον χρόνο να ηρεμήσει και να σκεφτεί την πράξη του. Από την στιγμή που λαμβάνεται απόφαση για αντεκδίκηση εξουδετερώνεται το στοιχείο της αιφνίδιας και προσωρινής απώλειας του αυτοελέγχου, το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της πρόκλησης. Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου που πιο πάνω μνημονεύεται. Όπου ο κατηγορούμενος είχε τον χρόνο να ανακτήσει την ψυχραιμία του η συμπεριφορά του θύματος δεν συνιστά πρόκληση με την έννοια που προσδιορίζεται στον όρο από την νομολογία (Βλ. Γιώργος Στεφάνου Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 169). Στην υπόθεση Χρύσανθος Αντωνίου Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 195 ο εφεσείων που στερείτο του ενός οφθαλμού ισχυρίσθηκε πρόκληση εκ μέρους του θύματος, το οποίο τον απείλησε ότι θα του βγάλει και το άλλο μάτι. Λέχθηκε από το Εφετείο, ότι εκτός του ότι η κατ' ισχυρισμό πρόκληση έγινε ώρες προηγουμένως και μεταξύ των δύο επεισοδίων μεσολάβησε αρκετός χρόνος για να ηρεμήσει ο εφεσείων ήταν φανερό ότι η επίθεση εναντίον του θύματος δεν έγινε λόγω της πρόκλησης, αλλά μέσα στα πλαίσια της φιλονικίας του δράστη με τον παραπονούμενο. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342 λέχθηκε, ότι η πρόκληση ως παράγοντας μετριασμού της ποινής δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα. Στην υπόθεση αυτή αποφασίσθηκε ότι η πρόκληση που αρχικά δέχθηκε ο εφεσείων δεν μπορεί να συσχετιστεί παρά απομακρυσμένα με την εγκληματική ενέργεια του να ανασύρει σουγιά και να πλήξει το θύμα στο λαιμό. Τέλος, στο Αγγλικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, σελίδα 137, παράγραφος Β.
  1. 31 αναφέρεται ότι η πρέπουσα ποινή σε αυτές τις περιπτώσεις σχετίζεται με:
  2. Την έκταση της πρόκλησης
  3. Την περίοδο ηρεμίας (cooling time)
  4. Την τυχόν υπαιτιότητα του δράστη στην δημιουργία της πρόκλησης και
  5. Τα μέσα που ο δράστης χρησιμοποίησε για να διαπράξει το αδίκημα. Επανερχόμενος στα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν αποδέχομαι ότι η όποια διαφωνία η αντίθετη άποψη, σε κοινοτικές η άλλες εκλογές, μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι δικαιολογεί την επίδειξη της επαίσχυντης παραβατικής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων 1 και
  6. Μία συμπεριφορά που οδηγεί και ανάγεται σε παρωχημένες εποχές, όπου η δύναμη του ισχυρού και του νταή, έδιδε το μήνυμα ότι όποιο πρόσωπο διαφωνούσε μαζί του θα είχε να αντιμετωπίσει την σκληρή και βίαιη αντίδραση του. Πόσο μάλλον όταν η βία, όπως στην ενώπιον μου υπόθεση, ασκείται όχι από ένα άτομο αλλά από περισσότερα που εν είδη συμμορίας επιβάλλουν την θέση και άποψη τους, η τιμωρούν κατά το δοκούν όποιον διαφωνεί η δεν συμμορφώνεται με τις δικές τους απαιτήσεις και απόψεις. Ούτε και η όποια επιλογή ενός προσώπου σε οποιαδήποτε δημοκρατική εκλογική διαδικασία, μπορεί να δικαιολογήσει τα όσα έλαβαν χώραν στα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είναι δε «κοινό τοις πάσι», πόσο υπέφερε και το βαρύ τίμημα που υπέστη ο τόπος μας, από τέτοιες απολυταρχικές τάσεις και απόψεις. Άλλωστε ο παραπονούμενος σύμφωνα με τα επίδικα γεγονότα, το μόνο το οποίο έπραξε ήταν να μεταβεί στο καφενείο του χωριού του για να πιεί ένα ποτήρι κρασί. Δεν ανέφερε οτιδήποτε σε κανένα από τους κατηγορούμενους η σε άλλο πρόσωπο που τους συνόδευε, δεν μπήκε σε οποιαδήποτε συζήτηση μαζί τους, δεν τους απάντησε στις προσβλητικές φράσεις που του απεύθυναν και μάλιστα προς αποφυγή περαιτέρω έντασης, αποφάσισε να φύγει από τον χώρο. Αντί αυτό να ηρεμήσει τους κατηγορούμενους τους εκνεύρισε περισσότερο και σαν μαινόμενοι ταύροι επιτέθηκαν στον παραπονούμενο τραυματίζοντας τον και μάλιστα μπροστά σε αριθμό άλλων συγχωριανών τους καταρρακώνοντας έτσι την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του με τον χειρότερο τρόπο. Με αυτά λοιπόν κατά νού, όχι μόνο δεν αποδέχομαι ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμπεριφορά του παραπονούμενου που μπορεί να αναχθεί σε πρόκληση, σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, αλλά πρόσθετα ούτε και η συμπεριφορά του δικαιολογούσε την απώλεια της ψυχραιμίας των κατηγορούμενων 1 και
  7. Αντίθετα αυτός είναι που προσπάθησε και ας μου επιτραπεί να κάνω προς τούτο χρήση μίας ευρέως στην καθομιλούμενη χρησιμοποιούμενης ρήσης, «να μην βάλει λάδι στην φωτιά». Επίσης δεν αποδέχομαι την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι επειδή δεν προκλήθηκαν στον παραπονούμενο βαριές σωματικές βλάβες, πρέπει το γεγονός αυτό να εκληφθεί σαν ένας βαρύνουσας σημασίας μετριαστικός παράγοντας. Το ότι ο κατηγορούμενος ευτυχώς δεν υπέστει βαριές σωματικές βλάβες η δεν στερήθηκε ότι πολυτιμότερο έχει, ήτοι την ζωή του η ακόμη δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε αναπηρία, ανάγεται αποκλειστικά στην τύχη. Είναι δε εκπληκτικό για το πώς και με πόση άνεση και ευκολία ο κατηγορούμενος 1, χωρίς προβληματισμό για τις σοβαρότατες και ανεπανόρθωτες σωματικές βλάβες που μπορούσε να προκαλέσει στον παραπονούμενο, χρησιμοποίησε ένα άδειο ποτήρι κτυπώντας τον με αυτό κατ' επανάληψη στο πρόσωπο. Επί τη βάση λοιπόν ότι των γεγονότων και την εξέλιξη τους, κρίνω ότι είναι οι ευτυχείς συγκυρίες που το μέσο, ο τρόπος και η ένταση που χρησιμοποίησε αρχικά ο κατηγορούμενος 1 και στη συνέχεια η από κοινού επίθεση των κατηγορούμενων 1 και 2, που δεν προκάλεσαν στον παραπονούμενο σοβαρότερες σωματικές βλάβες, αναπηρίες η ακόμη και απώλεια της ίδιας της του ζωής, που αναμφίβολα τέθηκε σε κίνδυνο. Όμως το γεγονός ότι δεν υπάρχουν σοβαρά κατάλοιπα η αναπηρίες στον παραπομνούμενο, αφού δεν έχει τεθεί κάτι τέτοιο ενώπιον μου και εκλαμβάνοντας αυτήν σαν την ευνοϊκότερη εκδοχή προς όφελος των κατηγορουμένων (βλ. υπόθεση Θεοδόσης Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 213), θα λάβω υπόψη τούτο έστω και σε κάποιο βαθμό, στην επιμέτρηση της ποινής. Για σκοπούς λοιπόν μετριασμού της ποινής από τα όσα ο συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 έχει επικαλεστεί, λαμβάνω υπόψη μου: · Την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, η οποία αν και δεν ήταν άμεση λαμβάνεται υπόψη στο στάδιο που έγινε, σαν στοιχείο που δείχνει έστω και όψιμα την μεταμέλεια τους. Άλλωστε, στην υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 λέχθηκε, ότι η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη στην κατάλληλη περίπτωση έστω και αν δεν είναι έγκαιρη. · Tο γεγονός ότι δεν διαφάνηκε να υπήρξε εκ μέρους τους οποιοσδήποτε προσχεδιασμός κατά τη διάπραξη τoυ αδικήματος. · Το λευκό ποινικό τους ποινικό μητρώο, στοιχείο που τους δίνει το δικαίωμα να αιτούνται και να τύχουν της επιείκειας του Δικαστηρίου. · Το γεγονός ότι ως εκ της επίθεσης ο παραπονούμενος δεν υπέστη οποιαδήποτε αναπηρία και ευτυχώς, δε παρέμειναν σε αυτόν οποιαδήποτε κατάλοιπα από τις σωματικές βλάβες που υπέστηκε. · Τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες τους, όπως αυτές εκτίθενται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας τις οποίες υιοθέτησε πλήρως ο συνήγορος τους, αλλά και τα όσα πρόσθετα σε σχέση με αυτές αναφέρθησαν από μέρους του. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη μου: Για τον κατηγορούμενο 1, ότι : Είναι ηλικίας 44 ετών, συζευγμένος και πατέρας τεσσάρων ανήλικων τέκνων ηλικίας 16, 15, 13 και 13 ετών και διαμένει μαζί με τη σύζυγό του και τα παιδιά του σε ιδιόκτητη κατοικία στο Πεντάκωμο στη Λεμεσό, τριών υπνοδωματίων στην οποία υπάρχει ο κατάλληλος εξοπλισμός και επίπλωση. Τα εισοδήματά του ανέρχονται στο ποσό των €1.730,00, μηνιαίως που αντιστοιχεί σε €1.300,00 από μηνιαίο μισθό του ίδιου που εργάζεται στις επισκευές αυτοκινήτων σαν ισιωτής και €430,00 από το επίδομα τέκνου. Δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία ούτε και αποταμιεύσεις. Είναι ιδιοκτήτης δυο οχημάτων συνολικής αξίας €2.000,00 περίπου. Έχει δημιουργήσει από δάνειο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Τροόδους χρέος ύψους €17.000,
  1. Κατάγεται από την Βιτσάδα Αμμοχώστου από πολύτεκνη οικογένεια. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και σύμφωνα με τον ίδιο υπηρέτησε κανονικά στην Εθνική Φρουρά. Έκτοτε και μέχρι σήμερα εργάζεται στις επισκευές αυτοκινήτων (ισιωτής). Το 1997 σύναψε τον γάμο του με την σύζυγο του, η οποία κατάγεται από την κατεχόμενη Μόρφου και είναι απόφοιτη Γυμνασίου. Δεν εργάζεται και έχει αναλάβει την φροντίδα των παιδιών της. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας χαρακτηρίζονται ως άριστες. Για τον κατηγορούμενο 2 ότι: Είναι ηλικίας 44 ετών, άγαμος, άτεκνος και διαμένει μόνος του σε κατοικία που ανήκει στους γονείς του και η οποία αναμένεται να του μεταβιβαστεί στον Αγ. Γεώργιο Αλαμάνου στη Λεμεσό. Δεν είναι ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας και δεν έχει αποταμιεύσεις. Είναι ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου, μιας μοτοσυκλέτας και ενός εκσκαφέα συνολικής αξίας €10,500 περίπου. Έχει δημιουργήσει χρέη ύψους €3,000 ποσό που οφείλει σε ιδιώτες φιλικά του πρόσωπα και το οποίο έλαβε για κάλυψη προσωπικών του αναγκών. Κατάγεται από το Πεντάκωμο από πενταμελή οικογένεια. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και υπηρέτησε κανονικά στην Εθνική Φρουρά. Στη συνέχεια εργάστηκε σε διάφορες εργασίες ως ιδιωτικός υπάλληλος. Εργάστηκε στην Peletico, Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) και ως οδηγός εκσκαφέα μέχρι και το
  2. Από το 2012 αν και είναι εγγεγραμμένος στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοεργοδοτούμενος, λόγω έλλειψης εργασιών ουσιαστικά δεν έχει κανένα εισόδημα. Εργάζεται περιστασιακά και με πολύ χαμηλό εισόδημα κάθε φορά. Καθοδηγήθηκε όπως αποταθεί στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Στο παρόν στάδιο συντηρείται από τους γονείς και τα αδέλφια του, όπως ο ίδιος δήλωσε. Λόγω της έλλειψης εργασιών σκέπτεται να μετακομίσει στο εξωτερικό με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Αναφορικά όμως με τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι είναι μεν παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιμέτρηση της ποινής, σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου επιβάλλεται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, όπως στην παρούσα, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 670). Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας 2001
(2)ΑΑΔ 382, «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. (Βλέπε: Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11, Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430, Κλεοβούλου, Αργυρού (πιο πάνω))». Τέλος και επειδή στην αγόρευσή του ο συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, επικαλέστηκε το μακρύ χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που θα επιβληθεί ποινή σε αυτούς, ήτοι 3 σχεδόν χρόνια, κρίνω πώς θα πρέπει να εξετάσω και να παραθέσω την κρίση του Δικαστηρίου και για το συγκεκριμένο ζήτημα. Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης, με την καταχώρηση της υπόθεσης, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, είναι ουσιώδες στοιχείο, που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα των αδικημάτων δικαιολογεί την επιβολή της ποινής της φυλάκισης. Η νομολογία καταδεικνύει ότι τέτοια καθυστέρηση, είναι γεγονός που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιλογή του τύπου της ποινής. Στην υπόθεση δε, M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε, ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Eπίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Παράλληλα όμως λαμβάνονται υπόψη και συνυπολογίζονται από το Δικαστήριο και άλλοι παράγοντες, όπως η σοβαρότητα του αδικήματος, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης αλλά και η συμπεριφορά του ίδιου του κατηγορούμενου και ειδικότερα κατά πόσο αυτός έχει προκαλέσει την καθυστέρηση. Έχοντας κατά νού τα πιο πάνω, επισημαίνω κατ' αρχάς ότι δεν διαπιστώνω καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης, αφού αυτή καταχωρήθηκε 6 μήνες μετά την διάπραξη του αδικήματος. Όσον αφορά την καθυστέρηση που παρατηρείται μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, όπως διαπιστώνω από τον φάκελο της, αυτή οφείλεται στο Δικαστήριο σε μία περίπτωση αφού ανέβαλε την ακρόαση ελλείψει χρόνου (12.12.2012), στους ίδιους τους κατηγορουμένους οι οποίοι κατ' αρχάς οδήγησαν την υπόθεση σε ακρόαση (5.7.20120 για την 12.12.2012) και η αλλαγή απάντησης έγινε από αυτούς μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας στις 19.2.2014, ήτοι 21 μήνες μετά. Επίσης σε τέσσερεις περιπτώσεις (6.6.2013, 19.2.2014, 29.4.2014 και 27.5.2014) ζήτησαν οι ίδιοι αναβολή και σε άλλες τρείς από κοινού με την κατηγορούσα αρχή. Όπως λοιπόν είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, με την συμπεριφορά τους προκάλεσαν και οι ίδιοι μέρος της καθυστέρησης που παρατηρείται από την καταχώρηση της. Αυτό μετριάζει σε κάποιο βαθμό τον παράγοντα της καθυστέρησης στην επιμέτρηση της ποινής. Τούτο διότι δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος να οικοδομεί επί των δικών του ενεργειών και στη συνέχεια να απολαμβάνει το στοιχείο του μετριαστικού παράγοντα του χρόνου και καθυστέρησης για σκοπούς μετριασμού της ποινής [βλ. απόφαση στην υπόθεση Νίκος Πολυβίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 11 ]. Εν πάση όμως περιπτώσει αναντίλεκτο παραμένει το γεγονός ότι καλούμαι να επιβάλω ποινή στους κατηγορούμενους 1 και 2, 30 μήνες μετά την διάπραξη του αδικήματος, στοιχείο που επί τη βάσει των όσων η νομολογία αναγνωρίζει, κρίνω ότι δεν μπορώ να αγνοήσω. Δεν θεωρώ όμως ότι ο χρόνος αυτός, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρα μεγάλος λαμβανομένης υπόψη και της ευθύνης των κατηγορουμένων 1 και 2, στην πρόκληση μέρους της καθυστέρησης, αλλά και ότι οι προσωπικές τους συνθήκες δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχουν αλλάξει ριζικά, είναι ικανός να καταστήσει ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο. Η πιο πάνω παράμετρος θα έχει επομένως, το αντίκρισμα της στην ποινή που θα επιβληθεί όχι, όμως, σε σχέση με το είδος της αλλά μόνο σε σχέση με το εύρος της. Συνακόλουθα όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κρίνω όμως ότι δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος της κατηγορίας 1, όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Προτού παραθέσω την τελική κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με το εύρος της ποινής που θα επιβάλω στους κατηγορούμενους 1 και 2, κρίνω πώς θα πρέπει να εξετάσω και κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν τέτοιες συνθήκες η περιστάσεις που δικαιολογούν την διαφοροποίηση όσον αφορά το εύρος αυτής δι ένα έκαστον εξ αυτών σε σχέση με τον ρόλο που διαδραμάτησαν στην διάπραξη του αδικήματος. Ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος γενικά συνενόχων στην τέλεση αδικημάτων, οπωσδήποτε διαβαθμίζεται και προσμετρά ανάλογα στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής. Σχετική είναι η Hassan ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 356 αλλά και η Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 195 όπου λέχθηκε ότι ο βαθμός συμμετοχής των κατηγορουμένων στο έγκλημα, αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για εφαρμογή της αρχής της διαφοροποίησης των ποινών που θα επιβληθούν. Στη Ζαχαρίου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 595 λέχθηκε επίσης σχετικά ότι: «Η ίση μεταχείριση των παραβατών αποτελεί θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, συνταγματικά κατοχυρωμένο από τις διατάξεις του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Η εφαρμογή της στην τιμωρία των παραβατών επιβάλλει την απόδοση των ίσων στα ίσα. Κατά συνέπεια δε χωρεί διάκριση στην τιμωρία παραβατών, η συνδρομή των οποίων στη διάπραξη του εγκλήματος έχει τον ίδιο βαθμό εγκληματικότητας. Χωρεί, όμως, διαχωρισμός όπου διακρίνεται ο ρόλος των παραβατών στη διάπραξη του εγκλήματος και, γενικά, όπου διαφέρει το στοιχείο εγκληματικότητας, που συνοδεύει τις πράξεις τους». Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι το στοιχείο που διαφοροποιεί την κολάσιμη αντιμετώπιση του κατηγορούμενου 1 σε σχέση με αυτήν του κατηγορούμενου 2, είναι ότι ως συνάγεται από τα γεγονότα, πρωταίτιος στην έναρξη της επίθεσης και της πρόκλησης της πιο σοβαρής σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο, είναι ο κατηγορούμενος 1. Συνακόλουθα αυτό το στοιχείο θα ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής καθ' ότι κρίνω πώς εμπίπτει στα όσα η νομολογία αναγνωρίζει αναφορικά με την ίση αντιμετώπιση παραβατών και την τιμωρία που τους επιβάλλεται. Αποτιμώντας λοιπόν και εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που πιο πάνω αναφέρονται κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση για τους κατηγορούμενους 1 και 2, δεν ενέχει στοιχεία που με την νομολογία έχουν γίνει αποδεκτά, έτσι ώστε να την διαφοροποιούν από άλλες υποθέσεις αναφορικά με την σοβαρότητα των αδικημάτων. Τούτο με έχει οδηγήσει στο να αποφασίσω ότι η ποινή της φυλάκισης για τους κατηγορούμενους 1 και 2 στην κατηγορία 1, είναι η ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις. Τούτο χωρίς να μου διαφεύγουν και τα όσα η Νομολογία έχει καθορίσει για το πότε επιβάλλεται ποινή φυλάκισης (Βλ. υπόθεση Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98) και διότι θεωρώ πως η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στους ίδιους του κατηγορούμενους 1 και 2 όσο και σε επίδοξους νέους παραβάτες. Προτού καταλήξω στο είδος και το εύρος της ποινής που θα επιβάλω στους κατηγορούμενους 1 και 2, έχω επίσης κατά νου και λαμβάνω υπόψη τις ποινές που έχουν επικυρωθεί από το Ανώτατο δικαστήριο σε αδικήματα παρόμοιας φύσεως, που όπως είναι επίσης νομολογιακά καθιερωμένο αποτελούν στοιχείο που προσφέρεται για καθοδήγηση, χωρίς βεβαίως να είναι και να λαμβάνεται υπόψη ως μαθηματικός κανόνας χωρίς δυνατότητα διαφοροποίησης εκεί που ενδείκνυται τέτοια. Επισημαίνω ακόμη ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε πρόκληση από τον παραπονούμενο, δεν δηλώθηκε από τον παραπονούμενο ότι έχει συγχωρέσει τους κατηγορούμενους 1 και 2, αλλά ούτε και αποζημίωση αυτού για τις σωματικές βλάβες που υπέστηκε. Καταληκτικά επιβάλλω στους κατηγορούμενους 1 και 2, τις ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1, επιβάλλεται στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στον κατηγορούμενο 2, επιβάλλεται στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Θα εξετάσω τώρα την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή των ποινών φυλάκισης που επέβαλα στους κατηγορούμενους 1 και 2. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ποινικές Εφέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ττιγκή, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μάριου Καραγιάννα και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστόφορου Καραγιάννα, υπ αριθμούς 171/10, 172/10 και 173/10, αντίστοιχα, ημερομηνίας 25.1.2013, επικροτώντας την ποινή των 10 μηνών φυλάκισης που επιβλήθηκε στους Εφεσίβλητους 2 και 3, η οποία αναστάληκε για δύο χρόνια και την ποινή του χρηματικού προστίμου των €2.000,00 στο Εφεσίβλητο 1, στο αδίκημα της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «............................................................................. Έχουμε εξετάσει τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, αλλά δεν συμφωνούμε ότι η απόφαση του δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης των Εφεσιβλήτων 2 και 3 εμπεριέχει σφάλμα αρχής ή κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που είχε. Κατ' αρχάς θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, τόσο της αγγλικής όσο και της κυπριακής, ανασταλείσα ποινή φυλάκισης παραμένει ποινή φυλάκισης. Το μόνο που διαφοροποιείται είναι η εκτέλεση της, η οποία αναστέλλεται. Ο κύριος λόγος για αναστολή ποινής φυλάκισης είναι για να αποφευχθεί ο εγκλεισμός του κατηγορουμένου στη φυλακή (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, σελ. 13). ........................................................................... Η επιλογή του πρωτόδικου δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή, δεν έχει καταδειχθεί ότι ήταν εσφαλμένη. Οι Εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το στοιχείο αυτό μαζί με το στοιχείο της πρόκλησης και τις υπόλοιπες προσωπικές τους περιστάσεις, τους προσέδιδε ισχυρή βάση για να αιτηθούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης (βλ. Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161).» Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, κρίνω ότι υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους 1 και 2. Το λευκό τους ποινικό μητρώο, στοιχείο που σε συνάρτηση με την ηλικία τους συνηγορεί στο ότι δεν είναι άτομα με ροπή προς το έγκλημα, στοιχείο που μετριάζει σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη να απομακρυνθούν άμεσα από την κοινωνία για προστασία της, η μεταμέλεια τους, που καταδεικνύεται από την παραδοχή τους ενώπιον του δικαστηρίου, το σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την διάπραξη των αδικημάτων και ότι στο μεσοδιάστημα από την διάπραξη τους δεν έχουν επιδείξει οποιαδήποτε άλλη παραβατική συμπεριφορά, αποδέχομαι ότι αποτελούν ικανοποιητικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής της φυλάκισης. Συνακόλουθα θα δώσω στους κατηγορούμενους 1 και 2, την ευκαιρία για να αποδείξουν εκτός φυλακών ότι από τώρα και στο εξής θα διάγουν μια νόμιμη ζωή. Από τους ίδιους εξαρτάται βέβαια να αδράξουν αυτή την ευκαιρία που σήμερα τους δίδεται ώστε να μην διαπράξουν οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών της φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους 1 και 2, στην κατηγορία 1, αναστέλλονται για περίοδο τριών χρόνων από σήμερα. (Εξηγείται στους κατηγορούμενους 1 και 2, η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Περαιτέρω διατάσσω όπως τα έξοδα που έχουν προκληθεί στην παρούσα υπόθεση συνολικού ύψους €80, καταβληθούν εξ' ημισείας από τους κατηγορούμενους 1 και 2, ήτοι να καταβάλει ο κάθε ένας από αυτούς το ποσό των €40, τα οποία να πληρωθούν σήμερα. (Υπ.) .............. Τάσος Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final (Αναφορά: ποινή / πρόκληση σωματικής βλάβης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.