Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Francisc Sandor, Αρ. Υπόθεσης 9796/13, 12/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 9796/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Francisc Sandor, από Ρουμανία Κατηγορούμενου ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κα Σ. Αδάμου Παρούσα η κα Λιλιάνα Κυπρή η οποία ορκίζεται να μεταφράζει από Ελληνικά στα Ρουμανικά και αντίστροφα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία σε δέκα συνολικά κατηγορίες ενώ απαλλάχθηκε από την 10η, 11η, 12η και 13η κατηγορία αφού αυτές αποσύρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή σε προγενέστερο στάδιο κατά την ακροαματική διαδικασία. Τρεις κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου (1η, 4η και 7η κατηγορίες). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 18ης και 26.4.2013, πλαστογράφησε τρεις επιταγές με αρ. 89183773, 89183776 και 89183774, με εκδότες τους SIFOUNA ANDREA AND/OR ANASTASIA συμπληρώνοντας τες για διάφορα ποσά (€1.500 για την 1η επιταγή και 2η επιταγή αντίστοιχα και €500 η 3η επιταγή) αριθμητικώς και ολογράφως και υπογράφοντας τες στη θέση δικαιούχου με το όνομα των πιο πάνω χωρίς την εξουσιοδότηση τους. Τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (2η, 5η και 8η κατηγορίες). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος αυτών των κατηγοριών ο κατηγορούμενος μεταξύ των ιδίων ημερομηνιών εν γνώσει και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία τις εν λόγω επιταγές. Δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων και χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (3η και 6η κατηγορίες) και μια για το αδίκημα της απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (9η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 3ης και 6ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την ίδια περίοδο απέσπασε από τον Asraf Ali διάφορα εμπορεύματα αξίας €100 δίνοντας τις πιο πάνω επιταγές της 1ης και 2ης κατηγορίας για το ποσό €1.500 εκάστη και θα έπαιρνε τα ρέστα για το υπόλοιπο ποσό των επιταγών αφού προσποιήθηκε ότι οι επιταγές αυτές ήταν καλές ενώ γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαίες. Σύμφωνα με την 9η κατηγορία ο κατηγορούμενος στις 30.4.13 αποπειράθηκε με τον ίδιο τρόπο δηλαδή δίνοντας την 3η επιταγή να αποσπάσει από το Γιώργο Τσολιά το ποσό των €
- Μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας (14η κατηγορία) όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτού του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 26.4.13 είχε στην κατοχή του τέσσερεις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου και μια πλαστική άδεια εργολάβου. Η ακροαματική διαδικασία Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των προαναφερθεισών κατηγοριών στηρίχθηκε σε δέκα συνολικά μάρτυρες, τον Αστυφ. 3512 Μιχάλης Περικλέους (Μ.Κ.1), ο Αστυφ. 4782 Νικόλας Παπανικολάου (Μ.Κ.2), ο Αστυφ. 4860 Ιωάννης Χ"Φιλίππου (Μ.Κ.3), ο Ανδρέας Σύφουνας (Μ.Κ.4), ο Μιχάλης Φλωρεντιάδης (Μ.Κ.5), ο Ανδρέας Προκοπίου (Μ.Κ.6), ο Γιώργος Τσολιάς (Μ.Κ.7), ο Αsraf Ali (Μ.Κ.8), η Αναστασία Αλεξάνδρου Σύφουνα (Μ.Κ.9) και ο Λοχ. 837 Γιώργος Χρυσάνθου (Μ.Κ.10) και δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα ενώ ο κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε να δώσει ανώμοτη κατάθεση και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ήταν η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι μεταξύ της 8:00 το βράδυ της 17.4.2013 και το πρωί της επόμενης ημέρας, ο Ανδρέας Σύφουνας (Μ.Κ.4) διαπίστωσε ότι κλάπηκαν βιβλιάρια επιταγών της Τράπεζας Κύπρου, ένα που ήταν προσωπικός του και δύο της εταιρείας του και έκανε καταγγελία στην Τράπεζα Κύπρου. Στις 26.4.2013 παρουσιάσθηκε από τον ASRAF ALI ιδιοκτήτη περιπτέρου δύο από τις κλοπιμαίες επιταγές με αρ. 489183773 και 89183776 του Ανδρέα Σύφουνα σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €1500 έκαστη με ημερομηνία 25.4.2013 και 18.4.2013 αντίστοιχα με εκδότη SIFOUNAS ANDREAS & OR ANASTASIA και δικαιούχο τον κατηγορούμενο. Και οι δύο επιταγές επιστράφησαν απλήρωτες με τη σφραγίδα η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής και ο Μ.Κ.8 ASRAF ALI ενημερώθηκε από την τράπεζα ότι ήταν κλοπιμαίες. Επίσης στις 26.4.2013 ο κατηγορούμενος πήγε στην τράπεζα και κατάθεσε στο λογαριασμό που διατηρεί στην Τράπεζα Κύπρου ακόμη μια κλοπιμαία επιταγή με αρ. 89183774 για το ποσό των €
- Στις 30.4.2013 ο κατηγορούμενος πήγε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Γερμασόγεια με σκοπό να κάνει ανάληψη του ποσού που κατέθεσε στις 26.4.2013 και ο Διευθυντής του εν λόγω υποκαταστήματος ειδοποίησε την Αστυνομία. Στο μέρος μετέβηκε ο Αστ. 4860 Χ"Φιλίππου όπου εντόπισε τον κατηγορούμενο και όταν διενέργησε σωματική έρευνα που του έκανε ανευρέθησαν ακόμη 4 κλοπιμαίες επιταγές του παραπονούμενου και μια πλαστική ταυτότητα άδειας εργολάβου του παραπονούμενου. Όταν ρωτήθηκε πού τα βρήκε, ο κατηγορούμενος απάντησε «ο μάστρος μου». Όταν πληροφορήθηκε ότι αυτές ήταν κλοπιμαίες αυτός δεν απάντησε. Ακολούθως συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο δεν απάντησε. Επίσης στις 30.4.2013 συνελήφθηκε για τα αδικήματα που προέκυψαν και απάντησε «είμαι αθώος». Ήταν η εκδοχή του κατηγορούμενου μέσω των ανακριτικών του καταθέσεων ότι εργάζεται στην εταιρεία Multipro που ασχολείται με ανέγερση κτιρίων και ο ίδιος εργάζετο στην ανακαίνιση του ξενοδοχείου Απολλώνια από τον Ιανουάριο του
- Πληρωνόταν κάθε δύο βδομάδες όμως η εταιρεία του χρωστούσε πολλά λεφτά. Τις επίδικες επιταγές του τις έδωσε ο μάστρος του ο Μιχάλης για να του πληρώσει τους μισθούς του. Του έδωσε την επιταγή ημερομηνίας 18.4.2013 ενώ τις υπόλοιπες επιταγές που βρήκαν στην κατοχή του, τους τις έδωσε μέσα σε δύο φακέλους. Ο ίδιος δεν γνωρίζει κάποιον Ανδρέα Σύφουνα. Τις επιταγές του τις έδωσε συμπληρωμένες και ο ίδιος δεν έγραψε οτιδήποτε πάνω. Πριν από μερικές μέρες πήγε στο περίπτερο του παραπονούμενου Asraf Ali και έδωσε τις δύο επιταγές και πήρε ένα πακέτο τσιγάρα και συμφώνησαν όταν ο παραπονούμενος τις εξαργυρώσει να του δώσει τα υπόλοιπα λεφτά, ενώ άλλη επιταγή την κατέθεσε στο λογαριασμό του που είχε στην Τράπεζα Κύπρου πριν μερικές μέρες και στις 30.4.2013 πήγε να πάρει τα λεφτά που κατέθεσε με την επιταγή από την τράπεζα όταν τον συνέλαβαν. Δεν γνώριζε ότι οι επιταγές ήταν κλοπιμαίες. Επίσης σε σχέση με την κάρτα μέλους του Συνδέσμου Εργολάβων Οικοδόμων που βρέθηκε στην κατοχή του δεν γνωρίζει πως ήρθε στην κατοχή του. Στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος ανάφερε τα ακόλουθα: «Ποτέ δεν πλαστογράφησα τίποτε εγώ. Ποτέ δεν έκανα κάτι τέτοιο που ισχυρίζονται ότι έκανα. Ποτέ δεν έβαλα σε κυκλοφορία πλαστά έγγραφα. Δεν πλαστογράφησα ποτέ τίποτε. Ποτέ δεν έκανα κάτι τέτοιο. Είμαι αθώος. Ούτε αποπειράθηκα να κάνω κάτι τέτοιο, ούτε απέσπασα, ούτε αποπειράθηκα να αποσπάσω οτιδήποτε από κανέναν. Αυτά είναι όσα έχω να σας πω και αυτός είναι και ο λόγος. Σας παρακαλώ να το λάβετε υπόψη σας». Έχοντας καταγράψει τις εν γένει εκδοχές των μερών, έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Η αξιολόγηση είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο. Για να καταλήξει σε συμπεράσματα επί του προκειμένου, το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία, αρχές αξιολόγησης. Ενδείξεις αληθείας αποτελούν η εν γένει λογικότητα, η φυσικότητα, η συνοχή, η σταθερότητα, η απουσία αντιφάσεων και υπεκφυγών και γενικά η πειστικότητα και καλή συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα. Υπόψη λαμβάνονται επίσης η επαφή και η σχέση του μάρτυρος με το αντικείμενο, τυχόν κίνητρα ή διακυβευόμενα συμφέροντα και γενικά οι λόγοι που είχε να ξέρει ή να θυμάται αυτά τα οποία κατέθεσε. Πέραν του ατομικού λόγου υπέχει σημασία βεβαίως και η ύπαρξη ή μη συνάφειας, αλληλουχίας και συνοχής στους ευρύτερους κόλπους μιας προβαλλόμενης εκδοχής (βλ. Στυλιανίδης ν. Χ"Πιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου θα πρέπει να εξετάζεται και να αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν εξομοιώνεται όμως με ένορκη μαρτυρία, η αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλον τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία, μπορεί όμως να ειδωθούν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. (Βλ. R. ν. Gonghlan
(1976)64 Cr. App. Rep.11). Με αυτά κατά νου επισημαίνω ότι οι αστυνομικοί μάρτυρες Αστ. 3512 Μιχάλης Περικλέους (Μ.Κ.1), Α/Αστ. 4782 Νικόλας Παπανικολάου (Μ.Κ.2) και Αστ. 4860 Ιωάννης Χ"Φιλίππου (Μ.Κ.3) κατέθεσαν με σταθερότητα, ευθύτητα, δημιουργώντας μου θετική εντύπωση. Η μαρτυρία τους δεν φάνηκε να αμφισβητείται από την υπεράσπιση έτσι ώστε να δημιουργηθούν ερωτήματα ως προς την αξιοπιστία τους. Έτσι και αλλιώς η θετική εντύπωση που μου προξένησαν με οδηγεί στο να αποδεχθώ πλήρως τη μαρτυρία τους. Πολύ καλή εντύπωση μου προξένησαν και οι παραπονούμενοι Ανδρέας Σύφουνας (Μ.Κ.4), η σύζυγος του Αναστασία Σύφουνα (Μ.Κ.9) αλλά και ο Asraf Ali (Μ.Κ.8). Με σταθερές και σαφείς αναφορές έπεισαν ότι επρόκειτο για μάρτυρες της αλήθειας. Δεν διαπίστωσα να έχουν υποπέσει σε καμία αντίφαση ουσίας, ούτε και απέφυγαν να απαντήσουν ευθέως και με επάρκεια την όποια ερώτηση τους υποβλήθηκε. Έτσι κρίνω ανενδοίαστα ότι ο Μ.Κ.4, ο Μ.Κ.8 και η Μ.Κ.9 είναι αξιόπιστοι μάρτυρες της αλήθειας. Σημαντικό από τη μαρτυρία του Ανδρέα και Αναστασίας Σύφουνα είναι ότι οι επίδικες επιταγές που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου ήταν από αυτές που κλάπηκαν από τους ίδιους και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.8 ότι δύο από αυτές τεκμήριο 3 και τεκμήριο 4 του τις έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Εξίσου καλή ήταν η εντύπωση που μου προξένησε και ο κ. Μιχάλης Φλωρεντιάδης (Μ.Κ.5) η μαρτυρία του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί σοβαρά από την υπεράσπιση. Δέχομαι επομένως πλήρως τη μαρτυρία του. Από τη μαρτυρία του κρατώ ιδιαιτέρως τα όσα αναφέρθηκαν για τον τρόπο πληρωμής του κατηγορούμενου από την εταιρεία του και ότι ουδέποτε δόθηκαν οι επίδικες επιταγές στον κατηγορούμενο για πληρωμή μισθού ή ότι η εταιρεία χρωστούσε οποιοδήποτε ποσό στον κατηγορούμενο. Θετική εντύπωση απεκόμισα και από τους κ. Ανδρέα Προκοπίου (Μ.Κ.6) και Γιώργο Τσολιά (Μ.Κ.7). Ιδιαίτερη αναφορά μπορεί να γίνει στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου στο οποίο ο κατηγορούμενος κατέθεσε μια από τις κλοπιμαίες επιταγές και ότι προσπάθησε να την εξαργυρώσει και συνελήφθη. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Λοχία 837 Γιώργου Χρυσάνθου (Μ.Κ.10) επισημαίνω ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα γραφολογίας και υπό την ιδιότητα αυτή θα εξεταστεί η μαρτυρία του. Ο ρόλος των εμπειρογνωμόνων ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί είναι να προσφέρουν στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία ούτως ώστε το Δικαστήριο να κρίνει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους. Ο Λοχίας 837 κρίνω ότι με τη μαρτυρία του εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του παρέχοντας τη δυνατότητα στο Δικαστήριο της διαμόρφωσης της δικής του ανεξάρτητης κρίσης με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα τα οποία αποδεικνύονται με τη μαρτυρία. Η ακρίβεια με την οποία αιτιολογούσε το κάθε σημείο στις απαντήσεις του καθώς και η παράθεση όλων των στοιχείων και δεδομένων που κατείχε τον καθιστούν πλήρως ανεξάρτητο και αξιόπιστο εμπειρογνώμονα. Ο Μ.Κ.10 με την έκθεση του, την οποία υιοθέτησε στη μαρτυρία του αλλά και τους πίνακες Α και Β, έγγραφο ΙΑ και ΙΒ που ετοίμασε, επεξήγησε με τρόπο λεπτομερή τα ευρήματα του και τον τρόπο εξαγωγής συμπερασμάτων, επεξηγώντας με λεπτομέρεια τα βήματα που προχώρησε σε σχέση με τα επίδικα τεκμήρια που εξέτασε στην παρούσα υπόθεση και πως εξήγαγε τα συμπεράσματα του και έτσι κρίνω ότι αυτά είναι ορθά και δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Από τη μαρτυρία αυτή το κύριο και ουσιαστικότερο συμπέρασμα είναι ότι οι κλοπιμαίες επιταγές Τεκμήρια 3 - τεκμήριο 5 έχουν συμπληρωθεί τόσο στο μπροστινό μέρος όσο και η γραφή στο πίσω μέρος του τεκμηρίου 4 και τεκμηρίου 5 από τον κατηγορούμενο (βλ. αποτέλεσμα εξέταση υπό στοιχείο 1 του εγγράφου Ι). Επίσης ότι οι υπογραφές στο μπροστινό μέρος των επιταγών (τεκμήριο 3 και τεκμήριο 5) δεν ανήκουν στους παραπονούμενους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.9. Εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης, οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με την εν λόγω αποδεκτή μαρτυρία, απορρίπτεται. Το σύνολο της μαρτυρίας των προαναφερθέντων μαρτύρων που αποτελούν και την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως αναφέρεται πιο πάνω στην απόφαση, ας θεωρηθεί ότι αποτελούν προς αποφυγή επανάληψης και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Η 1η, 4η και 7η κατηγορία ως ανέφερα πιο πάνω αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας κατά παράβαση κυρίως των άρθρων 331 και 333 α(δ)I και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με το άρθρο 331 "η πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης". Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 3 - Τεκμήριο 5) με τη συμπλήρωση τους και με τη γραφή πίσω που αποδίδεται στον κατηγορούμενο χωρίς εξουσιοδότηση από τους παραπονούμενους, συνιστά πλαστογραφία σύμφωνα με τον πιο πάνω ορισμό. Η επιστημονική μαρτυρία συνδέει τον κατηγορούμενο με αυτή καθαυτή την πλαστογραφία και εξάγεται με την απαιτούμενη βεβαιότητα το συμπέρασμα πως είναι ο κατηγορούμενος που προχώρησε στην πλαστογράφηση των επίδικων επιταγών τόσο στο μέρος που συμπλήρωσε αλλά και την υπογραφή στο μέρος της υπογραφής. Σε ότι αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης η 2η, 5η και 8η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 339, το οποίο διαλαμβάνει ως ακολούθως: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.» Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι εδώ ενέργειες του κατηγορούμενου συγκεντρώνουν όλα τα συστατικά στοιχεία του προαναφερθέντος αδικήματος. Η «γνώση» και ο «δόλος» δεν χρειάζεται να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία, μπορεί να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, όπως συμβαίνει και εδώ συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ.211, 218-219 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.301). Αφ' ης στιγμής ο κατηγορούμενος κατείχε και παρέδωσε έναντι ανταλλάγματος τις πλαστογραφημένες επιταγές (Τεκμήριο 3 - Τεκμήριο 5) τις οποίες συμπλήρωσε και ψευδώς το αρνήθηκε, εξάγεται με βεβαιότητα το συμπέρασμα, πως είχε γνώση και δόλια ενήργησε με τον πιο πάνω τρόπο. Σε σχέση με την 3η και 6η κατηγορία που αφορούν το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων και εμπορευμάτων αλλά και της απόπειρας απόσπασης χρημάτων (9η κατηγορία), εφαρμογής τυγχάνουν τα άρθρα 297 και 298. Το άρθρο 298 το οποίο δημιουργεί και το αδίκημα, προβλέπει τα εξής: «
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Το άρθρο 297 ερμηνεύει τον ορισμό της «ψευδής παράστασης», προβλέποντας τα εξής: «
(1)Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Είναι πρόδηλο πως οι ενέργειες του κατηγορούμενου εμπίπτουν στον πιο πάνω ορισμό. Η ψευδής παράσταση μπορεί να γίνει ακόμα και με τη σιωπηρή παράδοση της πλαστογραφημένης επιταγής προς απόσπαση χρημάτων και/ή εμπορευμάτων. Ότι έγινε με σκοπό την καταδολίευση αποδεικνύεται από την εξέλιξη των γεγονότων και τις ενέργειες του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται η απόσπαση εμπορευμάτων που αφορά τις κατηγορίες 3 και 6 και επίσης απόπειρα απόσπασης χρημάτων που αφορά την 9η κατηγορία. Το άρθρο 309 στο οποίο στηρίζεται η 14η κατηγορία έχει ως ακολούθως: «Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.» Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, με αναφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τα εξής: πρώτο, η κατοχή περιουσίας δεύτερο, για την οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία. Νοείται ότι σε περίπτωση απόδειξης των παραπάνω στοιχείων το αδίκημα στοιχειοθετείται εκτός εάν ο κατηγορούμενος αποδείξει - υπό την έννοια που αναφέρεται πιο πάνω - με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή της περιουσίας. Ως προς το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί, αφού ανευρέθηκαν τα επίδικα αντικείμενα στην κατοχή του κατηγορούμενους στις 30.4.13 μετά την έρευνα που διενεργήθηκε από τον Μ.Κ.3. Όλα τα αντικείμενα αποτελούν περιουσία εν τη εννοία του νόμου. Σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο αυτό έχει αποδειχθεί παραπέμπω στην υπόθεση Καριπίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ.237 όπου αναφέρεται ότι η εύλογη υπόνοια που αναφέρεται στο άρθρο 309 αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός, από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και όχι με την έκφραση της υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης του οποιουδήποτε, π.χ. του εξεταστή μιας υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση και το δεύτερο συστατικό στοιχείο αποδεικνύεται έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας. Οι διάφοροι ισχυρισμοί που προέβαλε ο κατηγορούμενος σε σχέση με την προέλευση των επίδικων επιταγών δεν ευσταθούν αφού η μαρτυρία η οποία έχει γίνει αποδεκτή καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι του τις έδωσε ο μάστρος του. Ο κατηγορούμενος κάθε άλλο παρά απέδειξε ότι απέκτησε νόμιμα κατοχή της επίδικης περιουσίας. Έπεται ότι η ευθύνη για τη διάπραξη του αδικήματος της 14ης κατηγορίας στοιχειοθετείται. Κατάληξη Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 14. (Υπ.) ................................................ Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ, ΣΧ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, απόσπαση εμπορευμάτων και χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, παράνομη κατοχή περιουσίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο