Δημοκρατία ν. Γιαννάκη Κοσμά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4980/14, 24/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2014:17 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4980/14 Δημοκρατία ν.
- Γιαννάκη Κοσμά
- Δημητράκη Σωφρονίου Κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 24.6.2014 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Στάθης Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Πολυχρόνης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Ν. Καλλής (η κα Δ. Κωνσταντίνου για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 1, ηλικίας 39 ετών, κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 9η κατηγορία: Κατοχή εκρηκτικών υλών κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε. 10η κατηγορία: Μεταφορά εκρηκτικών υλών κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε. 11η κατηγορία: Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1)(α) και 51, Πρώτο Παράρτημα του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν113
(1)/04, όπως τροποποιήθηκε. 12η κατηγορία: Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ κατά παράβαση των άρθρων 2, 28
(1)και 51, Πρώτο Παράρτημα του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν113
(1)/04, όπως τροποποιήθηκε. 17η κατηγορία: Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σε άλλες κατηγορίες που αντιμετώπιζε, όπως ένοπλη ληστεία κλπ, απαλλάχθηκε μετά που η Κατηγορούσα Αρχή ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Ο κατηγορούμενος 2, ηλικίας 38 ετών, κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 7η κατηγορία: Πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- 13η κατηγορία: Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1)(α) και 51, Πρώτο Παράρτημα του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν113
(1)/04, όπως τροποποιήθηκε. 14η κατηγορία: Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ κατά παράβαση των άρθρων 2, 28
(1)και 51, Πρώτο Παράρτημα του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν113
(1)/04, όπως τροποποιήθηκε. 20η κατηγορία: Ένοπλη ληστεία κατά παράβαση των άρθρων 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Και αυτός απαλλάχθηκε σε άλλες κατηγορίες που αντιμετώπιζε, μετά που η Κατηγορούσα Αρχή ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν, εμφαίνονται στο κατηγορητήριο, τις έχουμε θέσει ενώπιον μας και θα σταθούμε σε αυτές όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Τα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, παρατίθενται σε γενικές γραμμές: Στις 2.2.2014 και ώρα 00:25 τηλεφώνησε στο ΚΕΜ της ΑΔΕ Λεμεσού η Σούλλα Γεωργίου και ανέφερε ότι λίγα λεπτά προηγουμένως έξω από το σπίτι της στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού, δύο κουκουλοφόροι πυροβόλησαν το σύζυγό της Βασίλη Μιχαηλίδη τον οποίο μετέφερνε η ίδια στο Νοσοκομείο με το αυτοκίνητο. Στη σκηνή έφθασαν αμέσως αστυφύλακες οι οποίοι την απέκλεισαν και την έθεσαν υπό φρούρηση. Από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι περί ώρα 00:20 στις 2.2.2014 η Σούλλα Γεωργίου, ο σύζυγός της Βασίλης Μιχαηλίδης και η θυγατέρα τους Κατερίνα Μιχαηλίδου επέστρεψαν στο σπίτι τους με το αυτοκίνητο ΚUJ682 το οποίο οδηγούσε η Σούλλα Γεωργίου με συνοδηγό το σύζυγό της Βασίλη Μιχαηλίδη. Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου καθόταν η θυγατέρα τους, Κατερίνα Μιχαηλίδου, μαθήτρια. Είχαν σχολάσει από εστιατόριο - σουβλατζίδικο που διατηρούν στη Μέσα Γειτονιά. Μόλις στάθμευσαν το αυτοκίνητό τους έξω από το σπίτι τους και προτού αποβιβαστούν από αυτό, ο κατηγορούμενος 2 έχοντας καλυμμένο το πρόσωπό του με κουκούλα και κρατώντας κοντόκαννο κυνηγετικό όπλο πλησίασε στη θέση του συνοδηγού και ζήτησε από το Βασίλη Μιχαηλίδη να του παραδώσει τα χρήματά του. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης ανέφερε ότι δεν είχε χρήματα. Στη συνέχεια παρέδωσε στον κατηγορούμενο 2 ένα μαύρο δερμάτινο τσαντάκι στο οποίο υπήρχαν οι εισπράξεις του εστιατορίου γύρω στα €1.
- Ακολούθως ο κατηγορούμενος 2 πλησίασε στη θέση του οδηγού και απαίτησε από τη σύζυγο του Βασίλη Μιχαηλίδη να του παραδώσει το κλειδί του αυτοκινήτου. Αυτή, λόγω σύγχυσης δεν μπορούσε να το βρει οπότε ο κατηγορούμενος 2 πυροβόλησε μία φορά μέσω της πόρτας του οδηγού που είχε ο ίδιος ανοίξει, εναντίον του Βασίλη Μιχαηλίδη που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, με αποτέλεσμα να τον πλήξει στον αριστερό βραχίονα. Διευκρινίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε ότι το όπλο που κατείχε κατά τη διάπραξη της ληστείας ήταν έμφορτο και αυτό εκπυρσοκρότησε όταν έσπρωξε με το σώμα του το κοντάκι του όπλου με αποτέλεσμα να έχουμε πυροβολισμό ο οποίος τραυμάτισε σοβαρά το Βασίλη Μιχαηλίδη. Ο τελευταίος, μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και στη συνέχεια διασωληνωμένος, σε ιδιωτική κλινική. Για το θέμα αυτό θα κάνουμε αναφορά και πιο κάτω. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο λίγο πιο κάτω και εξαφανίστηκε. Το αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε για τη ληστεία το είχε κλέψει προηγουμένως ο κατηγορούμενος 1 και το έδωσε στον κατηγορούμενο
- Κατά την αναχώρηση του ληστή, η Σούλλα Γεωργίου συγκράτησε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου με το οποίο αναχώρησε ο ληστής, ο οποίος τελικά εγκατέλειψε το κλοπιμαίο αυτοκίνητο παρά τον κυκλικό κόμβο της Γερμασόγειας. Ακολούθησαν έρευνες οι οποίες οδήγησαν στον εντοπισμό του αυτοκινήτου που χρησιμοποιήθηκε για τη ληστεία. Το αυτοκίνητο εντοπίστηκε καμένο αφού σε αυτό είχε τεθεί κακόβουλα φωτιά. Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε από την Αστυνομία ως ύποπτος και ανακρινόμενος στις 12.2.2014 έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε ενοχή για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, κατονομάζοντας τον 1ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που έκλεψε και του παρέδωσε το αυτοκίνητο που χρησιμοποίησε στη ληστεία και ως το πρόσωπο που του παρέδωσε το κοντόκαννο κυνηγετικό όπλο, το οποίο επίσης χρησιμοποίησε στη ληστεία. Προέβηκε επίσης σε υποδείξεις σκηνών. Σε μία υπόδειξη υπέδειξε μία βαλίτσα λέγοντας «τούτη εν η βαλίτσα που εν μέσα οι σιηπέττοι». Αφού ανοίχθηκε η βαλίτσα διαπιστώθηκε ότι εντός αυτής υπήρχαν τα κυνηγετικά όπλα - αντικείμενο των κατηγοριών. Σε άλλη υπόδειξη, υπέδειξε το πορτοφόλι που έκλεψε στο οποίο υπήρχαν τα χρήματα. Ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη. Το Κακουργιοδικείο Λεμεσού στις 21.8.2000 στα πλαίσια της υπόθεσης 1893/2000 για τα πιο κάτω αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 2.2.2000, επέβαλε στον κατηγορούμενο 1 τις ακόλουθες ποινές: (α) για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας, ποινή φυλάκισης 5 ετών (β) για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, ποινή φυλάκισης 18 μηνών, (γ) για το αδίκημα της επίθεσης με την οποία προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη, ποινή φυλάκισης 6 μηνών (δ) για το αδίκημα της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου (κυνηγετικού), ποινή φυλάκισης 1 έτους (ε) για το αδίκημα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου, καμιά ποινή και (στ) για το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης συνέτρεχαν. Στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1, λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, και οι πιο κάτω ποινικές υποθέσεις: (α) υπόθεση με αριθμό 2945/2014 του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορά στα αδικήματα της παράνομης κατοχής φαρμάκου τάξεως Β και του καπνίσματος φυτού κάνναβης. Ο κατηγορούμενος στις 23.9.10 κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β δηλαδή 0,8978 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και την ίδια ημέρα κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. (β) υπόθεση με αριθμό 6562/2013 του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορά στα ίδια αδικήματα με την προηγούμενη υπόθεση. Ο κατηγορούμενος στις 17.9.2011 είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β δηλαδή 1,1306 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς άδεια και την ίδια ημέρα κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. (γ) υπόθεση με αριθμό 12650/2013 του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορά στα αδικήματα της αμελούς οδήγησης, της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και χωρίς άδεια κυκλοφορίας, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 28.4.12 στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με πέντε προηγούμενες καταδίκες. Έχουν ως ακολούθως:
(1)Το Ε.Δ. Λάρνακας στις 10.10.03 στα πλαίσια της υπόθεσης 4621/03 για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας το οποίο διαπράχθηκε στις 21.10.2002 επέβαλε στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 4 ετών ενώ για το αδίκημα της εισόδου σε κατοικία με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος δεν επέβαλε ποινή. Στην πιο πάνω υπόθεση λήφθηκαν υπόψη άλλες τρεις υποθέσεις και ειδικότερα (α) η υπόθεση με αρ. 5970/2003 του Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε τα αδικήματα της διάρρηξης γραφείου και κλοπής, της απόπειρας διάρρηξης γραφείου, της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη και της παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου (κυνηγετικού) και κατοχής εκρηκτικών υλών (β) η υπόθεση με αρ. 9437/03 του Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε το αδίκημα του πυροβολισμού σε κατοικημένη περιοχή το οποίο διαπράχθηκε την 1.1.2000 και (γ) υπόθεση με αρ. 11254/03 Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε τα αδικήματα της κατοχής και κυκλοφορίας πλαστογραφημένων τραπεζογραμματίων τα οποία διαπράχθηκαν την 1.1.2000.
(2)Το Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της υπόθεσης 371/2009 στις 15.4.2010 για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β το οποίο διαπράχθηκε στις 21.6.2007 επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών με τριετή αναστολή. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση με αριθμό 13593/2009 του Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε το αδίκημα της κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 23.6.2007.
(3)Το Κακουργιοδικείο Λεμεσού στα πλαίσια της υπόθεσης 7042/2011 στις 15.11.2011 επέβαλε στον κατηγορούμενο 2 για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης το οποίο διαπράχθηκε στις 5.5.2011 ποινή φυλάκισης 20 μηνών.
(4)Το Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της υπόθεσης 7029/11 στις 14.2.2012 για τα αδικήματα της κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, τα οποία διαπράχθηκαν στις 2.4.2008 επέβαλε στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 2 μηνών αντίστοιχα. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκαν υπόψη άλλες 5 υποθέσεις και ειδικότερα (α) υπόθεση με αρ. 2960/11 του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε τα αδικήματα της κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και της παρακώλυσης οργάνου τήρησης της τάξης, τα οποία διαπράχθηκαν στις 20.11.2007 (β) υπόθεση με αρ. 18199/10 του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς το οποίο διαπράχθηκε στις 2.6.2007 (γ) υπόθεση με αρ. 9892/11 του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε την κατοχή και χρήση ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 22.2.2010 (δ) υπόθεση με αρ. 7043/11 του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α το οποίο διαπράχθηκε στις 5.5.2011 και (ε) υπόθεση με αρ. 8453/11 του Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και του καπνίσματος κάνναβης τα οποία διαπράχθηκαν στις 4.6.2009.
(5)Το Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της υπόθεσης 18347/09 στις 10.3.2010 για το αδίκημα της εγκατάλειψης σκηνής ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας το οποίο διαπράχθηκε στις 27.9.08 επέβαλε στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή €
- Ο κ. Πολυχρόνης που εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο 1, με την προσεγμένη αγόρευσή του, ανέφερε ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι το όπλο που ο κατηγορούμενος 1 κατείχε και μετέφερε χρησιμοποιήθηκε για εγκληματικό σκοπό. Έκανε αναφορά παραπέμποντας σε σχετικό σύγγραμμα στους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με την κατοχή όπλων. Τους έχουμε θέσει ενώπιον μας. Σε σχέση με την κλοπή του αυτοκινήτου (17η κατηγορία) ανέφερε ότι ο πελάτης του έκλεψε το αυτοκίνητο χωρίς προσχεδιασμό. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο πελάτης του βρήκε το αυτοκίνητο του παραπονούμενου ο οποίος είχε ξεχάσει τα κλειδιά πάνω σε αυτό, και το έκλεψε. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του πελάτη του υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος, ως ανέφερε, είναι επαγγελματίας ψαράς και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Έχει ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Η διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον εθισμό του σε ναρκωτικές ουσίες. Όταν εξέτιε ποινή φυλάκισης για άλλο σοβαρό αδίκημα που διέπραξε, προσεγγίστηκε από άτομα του υποκόσμου στο χώρο των φυλακών οι οποίοι τον έθισαν στις ναρκωτικές ουσίες. Έκανε αρκετές προσπάθειες αποτοξίνωσης χωρίς αποτέλεσμα. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα εντάχθηκε στην «Αγία Σκέπη» αλλά δεν κατόρθωσε να ακολουθήσει πρόγραμμα εγκλεισμού. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια. Έχει τέσσερα αδέλφια, το ένα εκ των οποίων είναι καθηγητής φιλόλογος. Έχει αδελφότεκνη που είναι δικηγόρος. Καταβάλλει προσπάθειες απεξάρτησης από μόνος του στο χώρο των Κεντρικών Φυλακών. Έχει αντιληφθεί πλήρως το λάθος του και γνωρίζει ότι θα αντιμετωπιστεί με ποινή φυλάκισης. Υπόσχεται ότι στο μέλλον δεν θα διαπράξει άλλο αδίκημα. Από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σημειώνουμε επίσης ότι είναι πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 9 ½ ετών το οποίο απέκτησε με την πρώην σύζυγό του Χριστιάνα Κουμίδου, η οποία είναι άνεργη και λαμβάνει δημόσιο βοήθημα. Δημόσιο βοήθημα ύψους €452 λαμβάνει και ο ίδιος, βάσει ιατρικών βεβαιώσεων που προσκομίζει οι οποίες τον καθιστούν ανίκανο για εργασία. Μετά την αποφυλάκισή του το 2003 για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας που διέπραξε, άρχισε τη χρήση διαφόρων ναρκωτικών ουσιών όπως κάνναβη, κοκαΐνη και ηρωίνη. Τα τελευταία χρόνια προέβαινε μόνο σε χρήση κάνναβης ενώ σύμφωνα με τον ίδιο τους τελευταίους δύο μήνες σταμάτησε από μόνος του τη χρήση ουσιών. Η οικογένεια του προσπαθεί να τον στηρίξει συναισθηματικά αλλά και οικονομικά σε σχέση με τις ανάγκες του παιδιού του. Φοίτησε μέχρι την 1η τάξη του γυμνασίου και μετά από δική του απόφαση σταμάτησε το σχολείο. Έκανε 23 μήνες στρατιωτική θητεία αλλά μετά από σύγκρουση που είχε με τους ανωτέρους του, εγκατέλειψε το στρατιωτικό πλαίσιο και του δόθηκε αναστολή ως Ι
- Ο κ. Καλλής που εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο 2, με την επίσης προσεγμένη αγόρευσή του, δεν αμφισβήτησε, και ορθά, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο πελάτης του διέπραξε. Επικέντρωσε την αγόρευσή του στο γεγονός ότι ο πελάτης του είχε δύσκολα παιδικά χρόνια και είναι εθισμένος στα ναρκωτικά εδώ και χρόνια. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συνεργασία του με την Αστυνομία αφού παραδέχθηκε στο στάδιο των ανακρίσεων τη διάπραξη των αδικημάτων, και στην άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ζήτησε από το Δικαστήριο να εξαντλήσει κάθε περιθώριο επιείκειας. Τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν είναι σοβαρά. Πιο σοβαρά βεβαίως είναι τα αδικήματα (αντικείμενο 7ης και 20ης κατηγορίας) που διέπραξε ο κατηγορούμενος 2, αφού για αυτά ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης διά βίου. Για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή ή και τις δύο αυτές ποινές ενώ για το αδίκημα της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια ή χρηματική ποινή ή και τις δύο αυτές ποινές. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Εδώ οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος της ένοπλης ληστείας που ο κατηγορούμενος 2 διέπραξε, είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές. Ο κατηγορούμενος 2 οπλισμένος με κοντόκαννο κυνηγετικό όπλο και αφού φρόντισε προηγουμένως να καλύψει το πρόσωπό του με κουκούλα για να μην αναγνωρίζεται, πλησίασε, λίγο μετά τα μεσάνυχτα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ο Βασίλης Μιχαηλίδης με οδηγό τη σύζυγό του και συνεπιβάτιδα τη θυγατέρα τους, Κατερίνα Μιχαηλίδου, μαθήτρια. Είχαν προηγουμένως σχολάσει από το εστιατόριο - σουβλατζίδικο που διατηρούν στην οδό Αρχ. Μακαρίου Γ΄ στη Μέσα Γειτονιά στη Λεμεσό. Μόλις στάθμευσαν το αυτοκίνητό τους έξω από την οικία τους που βρίσκεται στον Άγιο Αθανάσιο, έκανε την εμφάνισή του ο κατηγορούμενος 2, ζητώντας από το Βασίλη Μιχαηλίδη να του δώσει τα χρήματα. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης του είπε ότι δεν είχε χρήματα. Ακολούθως του παρέδωσε ένα μαύρο δερμάτινο τσαντάκι στο οποίο υπήρχαν οι εισπράξεις του εστιατορίου του ύψους €1.000 περίπου. Δυστυχώς, ο κατηγορούμενος 2 παρόλο που πήρε αυτό που ήθελε, συνέχισε, αδίστακτος, την εγκληματική του δραστηριότητα. Πλησίασε στη θέση του οδηγού όπου καθόταν η σύζυγος του Βασίλη Μιχαηλίδη και απαίτησε από αυτήν να του παραδώσει το κλειδί του αυτοκινήτου. Αυτή λόγω της σύγχυσής της δεν μπορούσε να το βρει, οπότε ο κατηγορούμενος 2 πυροβόλησε μια φορά με το όπλο που κρατούσε, μέσω της πόρτας του οδηγού, που είχε ο ίδιος ανοίξει, εναντίον του Βασίλη Μιχαηλίδη που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει σοβαρά στον αριστερό βραχίονα. Διευκρινίστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε ότι το όπλο που κατείχε κατά τη διάπραξη της ληστείας ήταν έμφορτο και αυτό εκπυρσοκρότησε όταν έσπρωξε με το σώμα του το κοντάκι του όπλου με αποτέλεσμα να έχουμε πυροβολισμό, ο οποίος έπληξε το Βασίλη Μιχαηλίδη. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο που είχε κλέψει προηγουμένως ο κατηγορούμενος 1 και του το είχε δώσει, και εξαφανίστηκε. Η σύζυγος του θύματος κατά την αναχώρηση είδε και συγκράτησε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου με το οποίο διέφυγε ο δράστης, ο οποίος τελικά εγκατέλειψε το κλοπιμαίο αυτοκίνητο παρά τον κυκλικό κόμβο της Γερμασόγειας. Από τα πιο πάνω συνάγεται, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ότι ο κατηγορούμενος 2 ενήργησε με προσχεδιασμό. Από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 πήρε στα χέρια του, από τον κατηγορούμενο 1, πυροβόλο όπλο χωρίς να προβεί σε οποιανδήποτε έρευνα για να διαπιστώσει κατά πόσο αυτό ήταν έμφορτο, και το χρησιμοποίησε για να διαπράξει ληστεία. Ορθά ο κ. Καλλής έκανε αναφορά σε εγκληματική αμέλεια γύρω από αυτή την παράλειψη του πελάτη του. Τελικά το όπλο που χρησιμοποίησε ήταν έμφορτο, εκπυρσοκρότησε και τραυμάτισε σοβαρά το θύμα της ληστείας δημιουργώντας του διαμπερές τραύμα από κοντινή απόσταση. Το θύμα, υπό γενική αναισθησία οδηγήθηκε την ίδια ημέρα στο χειρουργείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Του έγινε διερεύνηση του τραύματος όπου διαπιστώθηκε ρήξη και τρώση της κερκιδικής αρτηρίας καθώς και τραυματισμός του κερκιδικού νεύρου. Για αποκατάσταση της βλάβης μεταφέρθηκε διασωληνωμένος σε ιδιωτική κλινική όπου διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Διαμπερές τραύμα από πυροβόλο όπλο με αποτέλεσμα τον ατελή μη βίκεντρο ακρωτηριασμό αρ. βραχίονα και χειρουργήθηκε για αποκατάσταση, με 12 cm, αρτηριακό μόσχευμα. Αποκατάσταση των μυϊκών μαζών και Αποκατάσταση μέσου νεύρου, ωλένιου νεύρου. Σύμφωνα με το θεράποντα ιατρό του, θα χρειαστεί μακροχρόνια φυσιοθεραπεία λόγω του τραυματισμού σε μεγάλη έκταση των νεύρων. Από τα αέρια θα έχει πρόβλημα σε όλη του τη ζωή. Στην Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 33/12, Απόφαση ημερομηνίας 15.1.2013, λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία υιοθετούμε: «Όμως, στην προκείμενη περίπτωση το όπλο ήταν έμφορτο. Η δυναμική που υπάρχει σε τέτοια περίπτωση είναι ότι μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε στιγμή. Γι΄ αυτό και το αδίκημα χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα σοβαρό στην προκείμενη περίπτωση, γεγονός που δεν διέλαθε της προσοχής του Κακουργιοδικείου και το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί από το Εφετείο ως το κύριο χαρακτηριστικό της υπόθεσης αυτής». Πράγματι στην παρούσα υπόθεση η δυναμική από την κατοχή έμφορτου όπλου πήρε σάρκα και οστά. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε από εγκληματική αμέλεια ότι το όπλο που κατείχε ήταν έμφορτο, δεν μειώνει τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το όπλο εκπυρσοκρότησε και τραυμάτισε σοβαρά ένα αθώο άνθρωπο - το θύμα της ληστείας, ο οποίος από τα αέρια θα έχει πρόβλημα στο υπόλοιπο της ζωής του. Είναι δε από ευτυχείς συγκυρίες που αποφεύχθηκαν τα χειρότερα. Να επαναλάβουμε ότι στο αυτοκίνητο βρισκόταν η σύζυγος του θύματος και η θυγατέρα τους. Δεν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε ότι το αδίκημα της ένοπλης ληστείας, δυστυχώς, βρίσκεται σε έξαρση και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών υφίσταται. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ. 83 επισημαίνεται ότι τα εγκλήματα ληστείας βρίσκονται σε έξαρση γεγονός το οποίο καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο στον καθορισμό της ποινής. Το ίδιο ισχύει και για τα αδικήματα που αφορούν σε παράνομη κατοχή και μεταφορά οπλισμού και εκρηκτικών υλών (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολόπουλου-Βασιλείου κ.α.
(2007)2 ΑΑΔ 84). Πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217). Στην πρόσφατη απόφαση Σαμπή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 124/10, ημερομηνίας 22.2.12, το Εφετείο επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Παραθέτουμε τις αποφάσεις που αφορούν σε ένοπλες ληστείες. Στη Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ σελ. 50, οι κατηγορούμενοι ηλικίας 19 και 23 ετών, παραδέχθηκαν ενοχή σε δυο κατηγορίες ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 255, 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Οι δυο κατηγορούμενοι κουκουλοφόροι και οπλισμένοι με μαχαίρια, εισέβαλαν σε διαμέρισμα δυο αλλοδαπών γυναικών και υπό την απειλή βίας και αφού τις κτύπησαν, απέσπασαν το ποσό των £65. Τα γεγονότα της υπόθεσης κρίθηκαν ως εξαιρετικά σοβαρά. Στους κατηγορούμενους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 ετών που επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκαν ενοχή στο Κακουργιοδικείο μετά από μερική ακρόαση. Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ σελ. 411 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, που ήταν ένας από τους δυο δράστες που υπό την απειλή όπλου απέσπασαν το ποσό των £4.582 από κατάστημα τραπέζης, ποινή φυλακίσεως 10 ετών. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με μία προηγούμενη καταδίκη για ένοπλη ληστεία, ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και είχε ψυχολογικά προβλήματα. Η ποινή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στη Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 571, ο κατηγορούμενος μετά από ακροαματική διαδικασία βρέθηκε ένοχος για ένοπλη ληστεία, όπου με τη χρήση όπλου απέσπασε το ποσό των £11.300. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως 10 ετών, αφού έλαβε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες, τις προσωπικές του περιστάσεις και τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή αναφέροντας τα ακόλουθα στη σελ. 593: «..Για το κακούργημα της ληστείας προβλέπεται ποινή ισόβιας φυλάκισης. Αυτό είναι ευθέως προσδιοριστικό της σοβαρότητας του και, περαιτέρω, όπως τόνισε το Κακουργιοδικείο, εδώ έχουμε σαφή προσχεδιασμό και χρήση πυροβόλου όπλου. Ο εφεσείων, αφού τρομοκράτησε τους πάντες, με προφανές και το ενδεχόμενο άλλων εξελίξεων που θα μπορούσε να ήταν τραγικές, απέσπασε σοβαρό ποσό, το οποίο και δεν ανακτήθηκε....». Ποινή φυλάκισης 10 ετών επιβλήθηκε και στον κατηγορούμενο στην υπόθεση Σταύρου «Φάντη» v. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 61. Ο κατηγορούμενος, μεταμφιεσμένος και υπό την απειλή όπλου, εξανάγκασε τον υπάλληλο τράπεζας να πέσει στο έδαφος. Ακολούθως, τον κλείδωσε στο αποχωρητήριο του υποκαταστήματος και ανενόχλητος πήρε όλα τα χρήματα από το χρηματοκιβώτιο της τράπεζας. Από το ποσό της ληστείας, ένα ποσό πέραν των Λ.Κ.60.000 σε κυπριακές λίρες και ξένα χαρτονομίσματα δεν ανευρέθηκε. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με μια προηγούμενη παρόμοια καταδίκη. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171, οι κατηγορούμενοι διέπραξαν ένοπλη ληστεία σε βάρος υποκαταστήματος τράπεζας αποκομίζοντας ποσό £70.000 περίπου σε κυπριακά και ξένα χαρτονομίσματα. Ο εφεσείων, Σωτήρης Χαραλάμπους άλλως Στηβ, κατόπιν δίκης κρίθηκε ένοχος, μεταξύ άλλων, σε κατηγορία ένοπλης ληστείας για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 ετών. Είχε προηγούμενη καταδίκη στην Αγγλία για απόπειρα ληστείας για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 ετών. Εξέτισε μέρος της ποινής αυτής στην Αγγλία ενώ για την έκτιση του υπολοίπου, μεταφέρθηκε στην Κύπρο. Διέπραξε το υπό κρίση αδίκημα τρία χρόνια μετά την αποφυλάκιση του και ενώ βρισκόταν σε ισχύ όρος για αναστολή της ποινής. Παρόλο ότι το Εφετείο έκρινε αυστηρή την ποινή που του επιβλήθηκε πρωτόδικα δεν την θεώρησε ως έκδηλα υπερβολική και την επικύρωσε. Η αυξητική τάση των αδικημάτων ληστειών παρουσιάζεται ανάγλυφη στην υπόθεση Talal Faeg Mahmoud Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 128 στην οποία αφού επικυρώνεται ποινή φυλάκισης 9 ετών για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας, σημειώνονται τα εξής: «Τα δικαστήρια μας, εκδηλώνοντας την έντονη αγωνία του κοινού, αντιμετωπίζουν, και δικαιολογημένα, με αυστηρότητα την παρανομία. Οι κάτοικοι της χώρας μας θυμούνται τους καιρούς που ένιωθαν και ζούσαν την ασφάλεια. Την άνεση π.χ. να αφήνουν ανοικτές τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, ξεκλείδωτα τα αυτοκίνητα τους, εκτεθειμένη την περιουσία τους και κυρίως να διακινούνται χωρίς να αισθάνονται οποιοδήποτε κίνδυνο από ελλοχεύοντες εγκληματίες. Η διαπίστωση της πραγματικής και άκρως ανησυχητικής κατάστασης που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας είναι επαρκής λόγος για να δράσουν τα δικαστήρια προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας. Μέχρις ότου οι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι προσφέρουν τις μακροπρόθεσμες δικές τους υπηρεσίες στην καλυτέρευση της κοινωνίας, τα δικαστήρια δεν έχουν άλλη επιλογή, αντίθετα είναι καθήκον τους, να διασφαλίσουν τη νομιμότητα. Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχθηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας ενίοτε σκληρής και άγριας περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί». Στην Ζακ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 854, στην οποία οι εφεσείοντες, αλλοδαποί φορώντας κουκούλες και υπό την απειλή πιστολιών, λήστεψαν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων αποκομίζοντας μεγάλο χρηματικό ποσό, ενώ κατά την αναχώρηση τους έδωσαν οδηγίες σε υπαλλήλους και πελάτη να πέσουν στο έδαφος. Τους επεβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία της ληστείας, ενώ οι δράστες είχαν προηγούμενες καταδίκες. Τονίσθηκε το γεγονός της άμεσης παραδοχής τους και ότι ενώ σχεδίασαν τα αδικήματα, έδρασαν επιπόλαια και εν τέλει δεν αποκόμισαν οποιοδήποτε ποσό. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή. Στην Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, κατόπιν παραδοχής του εφεσείοντα, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ ετών σε κατηγορία ένοπλης ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, η οποία επικυρώθηκε. Στη Λέανδρος Κωστάκη Κυριάκου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 211/2012, απόφαση ημερομηνίας 25.1.2013, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ ετών για το αδίκημα της ληστείας με έμφορτο όπλο. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί το αδίκημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Κατ' αρχάς, το αδίκημα της ένοπλης ληστείας, ιδιαίτερα με την έξαρση την οποία έχει πάρει, καθίσταται και εκ των πραγμάτων σοβαρό και ακόμα σοβαρότερο όταν διαπράττεται με έμφορτο όπλο.» Η ίδια προσέγγιση υπήρξε και στην απόφαση Παναγιώτης Μακρή (πιο πάνω) όπου και εδώ επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ ετών για το αδίκημα της ληστείας με έμφορτο όπλο. Και εδώ ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί το αδίκημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Η έξαρση των αδικημάτων αυτών αλλά και η ίδια η φύση τους, ως η δια της βίας και της επίδειξης βίας προς εκφοβισμό και εξαναγκασμό, συνιστούν τέτοια ενέργεια που παραβιάζει κάθε έννοια της πολιτισμένης συμπεριφοράς. Είναι, λοιπόν, δικαίως που το αδίκημα της ένοπλης ληστείας θεωρείται από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα, για να μην αναφερθούμε περαιτέρω στις ενδεχόμενες συνέπειες που μπορεί να προκύψουν. Εδώ, δυστυχώς, η ληστεία διεπράχθη όχι με τρόπο που να μη εξυπάκουε κίνδυνο, αλλά με έμφορτο όπλο χωρίς να δοθεί η παραμικρή εξήγηση.» Να σημειωθεί ότι στις δύο πιο πάνω υποθέσεις δεν υπήρξε πυροβολισμός και ουδείς τραυματίστηκε. Οι δε κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Εδώ, έχουμε σοβαρό τραυματισμό στη ληστεία από το όπλο του ληστή, με μόνιμα κατάλοιπα στο θύμα, ενώ και οι δύο κατηγορούμενοι έχουν εγκληματικό παρελθόν. Για ό,τι αξίζει αναφέρουμε πως το προϊόν της ληστείας ούτε ανακτήθηκε αλλά ούτε και το θύμα αποζημιώθηκε. Το ίδιο ισχύει για το κλοπιμαίο αυτοκίνητο το οποίο παραδόθηκε στον ιδιοκτήτη του καμένο - κατεστραμμένο. Συνεχίζουμε με τις αποφάσεις που αφορούν σε παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων, αδικήματα που διέπραξαν και οι δύο κατηγορούμενοι. Σε αυτές γίνεται αναφορά και σε αδικήματα παράνομης κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1. Στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166 ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες για κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου G3, για τις οποίες του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών στην κάθε μία. Στην κατηγορία για κατοχή εκρηκτικών υλών, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών. Είχε δύο προηγούμενες καταδίκες που αφορούσαν σε διαρρήξεις, κλοπές, πλαστογραφίες κλπ, και έπασχε από μεσογειακή αναιμία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ως άνω ποινές τονίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί κάθε φορά που παρανομεί να προβάλλει τα θέματα της υγείας του. Στη Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και σε κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πιστολιού και κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 7 φυσιγγίων με τα οποία το πιστόλι ήταν οπλισμένο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος προσέβαλε τις επιβληθείσες ποινές ως καταφανώς υπερβολικές. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα ο εφεσείων μετέφερε το πιστόλι σε νυχτερινό κέντρο όπου υπηρετούσε ως φρουρός. Αποκάλυψε στους αστυνομικούς την κατοχή του πιστολιού όταν τον πληροφόρησαν ότι θα τον υπέβαλλαν σε σωματική έρευνα, που αναπόδραστα θα αποκάλυπτε την κατοχή του. Το Εφετείο, επικυρώνοντας τις επιβληθείσες ποινές, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 283: «Η ποινή υποστηρίζεται από τη Δημοκρατία ως ορθή και απόλυτα δικαιολογημένη από τα γεγονότα που συνθέτουν τα αδικήματα και περιβάλλουν τη διάπραξη τους. Όντως η μεταφορά ένσφαιρου όπλου ως εφοδίου για την εκτέλεση της εργασίας προσώπου και δη σε νυχτερινό κέντρο, συνιστά σοβαρό έγκλημα. Αναφορά έγινε και από το δικηγόρο της Δημοκρατίας σε σειρά αποφάσεων αποκαλυπτικών των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμούνται. Η μεταφορά όπλου είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα, καθίσταται δε σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του. Ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις προσλαμβάνουν τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων, όταν αναλογισθούμε ότι μετέφερε το όπλο ως εφόδιο της εργασίας του σε νυχτερινό κέντρο, συμπεριφορά που εγκυμονεί ιδιαίτερα σοβαρούς κινδύνους για τρίτα πρόσωπα.» Στην Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171 ο εφεσείων στην Έφεση 7043 παραδέχθηκε κατηγορίες που αφορούσαν στα αδικήματα της παράνομης μεταφοράς όπλου και εκρηκτικών υλών. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών για την παράνομη μεταφορά όπλου. Σε έφεση που καταχώρισε κατά της εν λόγω ποινής το Εφετείο στη σελίδα 189 στης απόφασης ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων παραπονείται ότι η ποινή των τριών χρόνων φυλάκισης για τη μεταφορά όπλου είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Το παράπονο δεν ευσταθεί. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης μεταφοράς όπλου συνεκτιμήθηκε με τους άλλους σχετικούς παράγοντες. Το Κακουργιοδικείο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής έλαβε υπόψη την παραδοχή του εφεσείοντα, το λευκό ποινικό μητρώο του (τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν προτού καταδικαστεί για τα αδικήματα που είχαν σχέση με τα ναρκωτικά), τις προσωπικές του περιστάσεις με έμφαση στο γεγονός ότι είναι πατέρας ανήλικου παιδιού, τον περιορισμένο ρόλο που διαδραμάτισε στην κατοχή/μεταφορά των όπλων και πυρομαχικών, ότι ενήργησε κάτω από την πίεση άλλων και ότι ο ίδιος επέστρεψε £7.000, μέρος του προϊόντος της ληστείας. Ούτε εδώ υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης για μείωση της ποινής και συνεπώς η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.» Στη Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 424, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης που αφορούσαν σε κατηγορίες κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατοχής πυροβόλου όπλου μη προβλεπόμενου τύπου, κατοχής περιστρόφου άνευ ειδικής άδειας του Υπουργικού Συμβουλίου και κλοπής. Στον εφεσείοντα είχαν επιβληθεί οι ακόλουθες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: «Σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινή φυλάκισης 8 χρόνων σε κάθε μία, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν επίσης κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινές φυλάκισης 2 χρόνων και ενός χρόνου αντίστοιχα, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πυροβόλου όπλου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων και στην κατηγορία 59, που αφορούσε το ίδιο αδίκημα, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων για κατοχή πυροβόλου όπλου μη προβλεπόμενου τύπου, στην κατηγορία 41 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων, ενώ για την κατοχή περιστρόφου σε σχέση με τις κατηγορίες 56 και 57 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων σε κάθε μία και για το αδίκημα κλοπής, στην κατηγορία 55 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 χρόνων.» Ο κατηγορούμενος ήταν στρατιωτικός και έφερε τον βαθμό αντισυνταγματάρχη. Το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε την προσφορά του κατηγορούμενου στο κράτος αλλά επεσήμανε πως ανέτρεψε τα πάντα με το να συλλέγει οπλισμό και να τον παραδίδει σε χέρια τρίτων εκτός των αρμόδιων υπηρεσιών του κράτους από όπου δεν μπορούσε να ελέγξει την χρήση του, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε πρόθεση να τον χρησιμοποιήσει. Το Εφετείο επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές παρόλο που ανέφερε πώς ίσως αυτές να είναι κάπως αυστηρές όχι όμως εκτός των επιτρεπτών ορίων. Στην Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 646 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου, δηλαδή ενός πιστολιού τύπου «Tapiq» του οποίου η κατοχή απαγορεύεται, στην μεταφορά του ίδιου όπλου και για κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 52 πλήρη φυσίγγια χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών στις κατηγορίες που αφορούν το όπλο και 6 μηνών στην κατηγορία που αφορά τα φυσίγγια. Το Εφετείο με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 651: «Εξετάσαμε τα γεγονότα της υπόθεσης με όλα τα ελαφρυντικά που είχε δεχθεί το δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας το συγκεκριμένο βράδυ να πήγαινε ο εφεσείων να παραδώσει το όπλο στο φίλο του αστυνομικό. Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι καθοριστικές αλλά ενδεικτικές της ποινής, αφού κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Είναι γεγονός ότι υπάρχουν υποθέσεις που η ποινή για κατοχή πιστολιού ήταν λιγότερη και το Εφετείο, σε παράπονο του εφεσείοντα ότι ήταν υπερβολική απέρριψε την έφεση χωρίς να αυξήσει την ποινή. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να είναι και πιο αυστηρή η ποινή. Για παράδειγμα στην υπόθεση Hage Mussa Hassan Khodr v. The Republic
(1988)2 CLR 185 για κατοχή πιστολιού, σιγαστήρα και 13 σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών για το πιστόλι και 2 ετών για τα υπόλοιπα. Στην υπόθεση Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 1 για κατοχή πιστολιού και σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Στην Titos v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409, η φυλάκιση ήταν 4 έτη για κατοχή πιστολιού όπως ήταν και στην Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279.» Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Chronyy
(2006)2 ΑΑΔ 117, ο κατηγορούμενος, νεαρός Ουκρανός, κατείχε παράνομα τυφέκιο και δυο σφαίρες του διαμετρήματος του τυφεκίου. Πρωτόδικα του είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία. Το Εφετείο θεώρησε ότι η ποινή των 10 μηνών απέληγε να ήταν «όχι μόνο ούτε απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατειά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει». Τελικά αντικατέστησε την ποινή των 10 μηνών με ποινή φυλάκισης 4 ετών, με το σκεπτικό ότι «Η κατοχή πυροβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολόπουλου-Βασιλείου κ.α. (πιο πάνω), οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν σε κατοχή πυροβόλου όπλου, κατοχή φυσιγγιοθήκης, κατοχή σιγαστήρα όπλου και κατοχή 17 φυσιγγίων πυροβόλου όπλου. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 3,5 χρόνων, ενός χρόνου, 6 μηνών και 2 χρόνων αντίστοιχα. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την απόφαση, θεωρώντας ότι οι επιβληθείσες ποινές ήταν έκδηλα ανεπαρκείς. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 89: «Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. Διαπιστώσαμε ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως και στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της έξαρσης που παρατηρείται σε αδικήματα κατοχής οπλισμού. Τόνισε, παράλληλα, ότι, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, οι προσωπικές συνθήκες δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβλητέας ποινής. Δεν παραγνώρισε, όμως, ταυτόχρονα, και τους σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες που συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι την άμεση παραδοχή των εφεσιβλήτων στην Αστυνομία, την ευθύς εξ αρχής συνεργασία τους, χωρίς την οποία ενδεχομένως να μην εντοπιζόταν η τσάντα με τον οπλισμό και τα πυρομαχικά, το γεγονός ότι κατονόμασαν αμέσως το τρίτο πρόσωπο που τους προμήθευσε εδώ τα όπλα και τα πυρομαχικά, την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, το λευκό ποινικό τους μητρώο και, τέλος, σε μικρό οπωσδήποτε βαθμό, αλλά όχι καθόλου, τις προσωπικές τους συνθήκες σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που θα υφίσταντο οι ίδιοι και οι οικογένειες τους από τη φυλάκιση τους στην Κύπρο.» Στην Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 204/11 ημερομηνίας 20/6/12 ο κατηγορούμενος λευκού ποινικού μητρώου παραδέχθηκε τις κατηγορίες κατοχής δύο πυροβόλων όπλων κατηγορίας Β, ήτοι δύο πιστολιών, το ένα έμφορτο με ένα πλήρες φυσίγγιο, και της κατοχής εκρηκτικών υλών, 5 φυσίγγια, όπως και κάποιες άλλες που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες ενώ σε κάποιες άλλες που αφορούσαν άλλα αδικήματα δεν παραδέχθηκε. Τελικά επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών για τα αδικήματα της κατοχής πιστολιών και 6 μηνών για την κατοχή ναρκωτικών, οι οποίες διατάχθηκαν να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε την σοβαρότητα των αδικημάτων της κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών έκρινε ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, οι λόγοι που τον ώθησαν να εφοδιαστεί με τα πιστόλια και τα πυρομαχικά, το γεγονός της διαταραγμένης ψυχικής υγείας του, η γενικότερη πιστοποιημένη καλή προσωπικότητα και ήθος του, η μεταγενέστερη της φυλάκισης του τέλεση γάμου, δικαιολογούσαν την επίδειξη επιείκειας έτσι ώστε η ποινή να ταιριάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη και μείωσε την ποινή από 2 ½ σε 1 ½ χρόνο για την κατοχή πυροβόλου όπλου έτσι ώστε η συνολική ποινή να μειωθεί στα 2 χρόνια. Στην Κίτα ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 11/2011 ημερομηνίας 6.7.12 η αστυνομία μετά από πληροφορία εντόπισε τον κατηγορούμενο ο οποίος θεάθηκε να έχει στην κατοχή του δύο τσάντες. Στη συνέχεια την μια την τοποθέτησε στη θέση του συνοδηγού και την άλλη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε άλλο άτομο. Προσεγγίζοντας το αυτοκίνητο η αστυνομία αντιλήφθηκε ότι σ' αυτό βρισκόταν ένα πιστόλι που ήταν καλυμμένο με ύφασμα. Ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να το παραδώσει και τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν υπό σύλληψη. Αντ' αυτού τράπηκε σε φυγή κρατώντας το πιστόλι. Αφού καταδιώχθηκε και συνελήφθηκε εντοπίστηκε και το πιστόλι στο σημείο που θεάθηκε προηγουμένως να το πετά. Παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αφορούσαν στην κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι ένα πιστόλι, καθώς και άλλες που σχετίζονται με τα διαδραματισθέντα γεγονότα μέχρι την σύλληψη του και τον τραυματισμό αστυνομικού. Επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 3 ½ χρονών για την κατοχή και μεταφορά του πιστολιού και άλλες μικρότερες ποινές φυλάκισης σε άλλες κατηγορίες. Είχε μία προηγούμενη καταδίκη και η συνήγορος του έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι το πιστόλι δεν ήταν έμφορτο, δεν κατείχετο για να προβεί σε εγκληματική πράξη και ότι το κατείχε για να βοηθήσει τον αδελφό του που ήταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ανάφερε τα ακόλουθα: «Το πιο κάτω σκεπτικό που προβάλλεται στην πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με αδικήματα κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, είναι κατά την άποψη μας, ορθό και το παραθέτουμε αυτούσιο. "H διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιτότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας,
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 206: «Η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας στου νομιμόφρονες πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση σε μια Δημοκρατική κοινωνία»". Πιο κάτω στην ίδια σελίδα καταγράφονται τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία έχει παραδεχθεί ο εφεσείων και ιδιαιτέρως τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, Κατηγορίας Β, καταφαίνεται και από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή (άρθρο 51 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 2004 (Ν.113(Ι)/2004). Ήτοι, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €42.715,04 ή σε αμφότερες τις ποινές, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας δήμευσης ή καταστροφής του όπλου. Η κατοχή πιστολιού, έστω και για το λόγο που ανέφερε η συνήγορος του εφεσείοντα ενώπιον μας, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα ήταν για καλό σκοπό. Σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία, από την ανεξέλεγκτη κατοχή όπλων έχει υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή, δεν μπορούν παρά τα δικαστήρια να αντικρίζουν αδικήματα αυτής της μορφής με τη δέουσα σοβαρότητα. Εκ προοιμίου η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών αυτού του κράτους. Η επιβληθείσα ποινή με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι υπερβολική, και η έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχία». Στην Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 169 τονίστηκε ότι «Το είδος του πυροβόλου όπλου έχει σημασία. Και αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού.». Στην εν λόγω υπόθεση αφού λήφθηκαν υπόψη διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες, ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών που επιβλήθηκε για τη χρήση κυνηγετικού όπλου, κρίθηκε υπερβολική και μειώθηκε σε 18 μήνες. Η ποινή φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε, κατόπιν παραδοχής, για την κατοχή κυνηγετικού όπλου, επικυρώθηκε. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην προκείμενη περίπτωση τα όπλα που κατείχαν και μετέφεραν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν κατηγορίας Δ (ΔΟΚΟ). Το όπλο που κατείχε και μετέφερε παράνομα ο κατηγορούμενος 1, ήταν άγνωστης μάρκας και αριθμού, παραποιημένο, αφού είχαν κοπεί οι κάννες και το κοντάκι του. Ήταν δηλαδή σε μήκος πιο μικρό από τις διαστάσεις που είχε κατά την κατασκευή του. Μάλιστα ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Το όπλο που κατείχε παράνομα ο κατηγορούμενος 2 και το οποίο χρησιμοποίησε για τη ληστεία ήταν επίσης σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 1 ότι δεν υπήρχε σκοπός εκ μέρους του κατηγορούμενου 1 να χρησιμοποιήσει το όπλο για οποιανδήποτε παράνομη δραστηριότητα. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αυτό θα συνιστούσε επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο 1 παράγοντα, κάτι το οποίο δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση Chronyy (πιο πάνω) το Εφετείο θεώρησε ότι κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι δεν ετέθη ενώπιον του μαρτυρία για πρόθεση χρήσης του τυφεκίου ή για προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορούμενου. Εκείνο που έχει σημασία, λέχθηκε, είναι το γεγονός ότι η κατοχή πυροβόλου όπλου και μάλιστα και πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής. Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων, ο κατηγορούμενος 1, παράνομα κατείχε και μετέφερε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ σε λειτουργήσιμη κατάσταση με κομμένες τις κάννες και το κοντάκι του. Τέτοιο όπλο, δηλαδή με κομμένες κάνες και κοντάκι, δεν πωλείται στην αγορά. Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο κατείχε και μετέφερε φυσίγγια του διαμετρήματος του κυνηγετικού όπλου. Συνεπώς ανά πάσα στιγμή το όπλο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί έμφορτο για οποιονδήποτε παράνομο σκοπό. Άλλο κυνηγετικό όπλο που ο κατηγορούμενος 1 κατείχε, το έδωσε στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος τελικά το χρησιμοποίησε και διέπραξε ένοπλη ληστεία (20η κατηγορία). Ο κ. Καλλής ανέφερε πως ο κατηγορούμενος 2 έχει βιώσει πάρα πολλά και ειδικά από τα παιδικά του χρόνια. Είχε την ατυχία να χάσει τον πατέρα του από αιφνίδιο θάνατο όταν ήταν 25 ετών. Προσπάθησε να δημιουργήσει τη ζωή του αλλά απέτυχε και σε αυτό τον τομέα αφού η σύζυγός του τον εγκατέλειψε ενώ ταυτόχρονα εγκατέλειψε και το ανήλικο παιδάκι τους το οποίο είναι ηλικίας 4 ½ περίπου ετών. Σήμερα το παιδί βρίσκεται κάτω από τη φύλαξη της μητέρας του κατηγορούμενου 2. Θα λάβουμε υπόψη όλα αυτά, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζουμε στον κατηγορούμενο 2 αυτά που λέχθηκαν στην υπόθεση Ανδρέας Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 77: «Η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί, όπως τονίσαμε και σε άλλες περιπτώσεις, μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία. Τα ελαφρυντικά που έθεσε ενώπιον μας ο κ. Κακουλλής δεν παραγνωρίστηκαν από τον πρωτόδικο δικαστή. Ήταν ενώπιον του και τα έλαβε υπόψη, αφού τα μνημονεύει ρητά. Ομολογουμένως όμως είχε να αντιμετωπίσει μια σοβαρή υπόθεση υποτροπής, που έχει σχέση με αδικήματα τα οποία διαπράττονται με καταθλιπτική συχνότητα.» Ο κ. Καλλής έκανε αναφορά και στον εθισμό του πελάτη του επί σειρά ετών στα ναρκωτικά. Όπως ανέφερε, αυτή η αντικοινωνική συμπεριφορά του πελάτη του οφείλεται στη χρήση ναρκωτικών. Τη συγκεκριμένη ληστεία την έκανε για να εξασφαλίσει τη δόση του. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε το αυτονόητο, ότι κανένας δεν νομιμοποιείται κατ΄ επίκληση οικονομικών ή άλλων προβλημάτων να διαπράττει σοβαρά αδικήματα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Παναγιώτης Μακρή (πιο πάνω), «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Το ίδιο και στη Λέανδρος Κωστάκη Κυριάκου, (πιο πάνω) όπου λέχθηκε ότι: «Κυρίως δε, όμως, να τονίσουμε το γεγονός, το οποίο τονίσαμε και στη Μακρή, ότι κανένας, μα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκλημα και, ιδιαίτερα, εγκλήματα του είδους τα οποία πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών.» Ως ελέχθη, ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη που αφορά σε σοβαρά αδικήματα όπως ένοπλη ληστεία, παράνομη κατοχή και μεταφορά όπλου και εκρηκτικών υλών. Επίσης λαμβάνονται υπόψη και άλλες τρεις υποθέσεις ως πιο πάνω έχουν εκτεθεί. Ο κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με πέντε προηγούμενες καταδίκες, ορισμένες δε αφορούν σε σοβαρά αδικήματα τόσο κατά περιουσίας όσο και κατά προσώπου. Μάλιστα στις εν λόγω προηγούμενες καταδίκες λήφθηκαν υπόψη και άλλες υποθέσεις που αντιμετώπιζε. Ως γνωστό, κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία όμως των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565). Για τη σημασία και τη βαρύτητα των προηγούμενων καταδίκων και των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη, και η οποία, επαναλαμβάνουμε, έχει να κάνει με την επιείκεια, παραπέμπουμε στην υπόθεση Huseyin Vedat v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 142/2012, Απόφαση ημερομηνίας 22.11.2012 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σήμερα όμως τα περιθώρια επιείκειας του Δικαστηρίου πρέπει να θεωρούνται ως εξαντληθέντα, όσον αφορά την προηγούμενη διαγωγή, εφ' όσον όχι μόνο εκείνες οι δύο υποθέσεις δείχνουν ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση στην επιείκεια αυτή, αλλά και η άλλη και σοβαρότερη υπόθεση του 2010 στην οποία επεβλήθη δωδεκάμηνη ποινή φυλάκισης σαφώς περιορίζει ακόμα περαιτέρω τα περιθώρια επιείκειας που θα είχε το πρωτόδικο δικαστήριο. Παρατηρούμε μάλιστα ότι στις δύο προηγούμενες υποθέσεις είχαν ληφθεί υπόψη και άλλες υποθέσεις που αφορούσαν τον Εφεσείοντα, όπως ελήφθη υπόψη και άλλη υπόθεση στην προκειμένη περίπτωση. Από απόψεως λοιπόν προηγούμενων καταδικών, δεν θα μπορούσε να λεχθεί οτιδήποτε που να καθιστούσε την ποινή προδήλως υπερβολική. ............................. Εξ άλλου, η ανάγκη επιβολής ποινής αποτρεπτικής υπό τις περιστάσεις και ως εκ της ροπής η οποία φαίνεται να υπάρχει αλλά και ως εκ της έξαρσης των αδικημάτων αυτών, είναι τέτοια που να αντισταθμίζει τις προσωπικές περιστάσεις στις οποίες έχει γίνει αναφορά.» Μέσα αυτά τα πλαίσια θα προσεγγίσουμε τις προηγούμενες καταδίκες και τις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στην παραδοχή των κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου, την οποία θα θεωρήσουμε ως άμεση. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 ΑΑΔ 28). Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και λαμβάνουμε υπόψη ότι αυτός συνεργάστηκε με την Αστυνομία και παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Μάλιστα κατονόμασε τον κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που έκλεψε και του παρέδωσε το αυτοκίνητο που χρησιμοποίησε για τη ληστεία και ως το πρόσωπο που του παρέδωσε το κυνηγετικό όπλο που επίσης χρησιμοποίησε για τη ληστεία. Χωρίς αυτά, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν πολύ στενά. Κατ΄ αντίθεση, ο μετριαστικός παράγων της συνεργασίας με την Αστυνομία δεν φαίνεται να υπάρχει στον κατηγορούμενο 1. Υπάρχει όμως η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου έχουν περιθωριακή σημασία. Γνωρίζουμε βέβαια πως η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εξουδετερώνει το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής, το οποίο στις περιπτώσεις όπου τα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση έρχεται σε δεύτερη μοίρα (Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633). Το καθήκον όμως του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές. (Βλέπε Χρυσοστόμου «Κανάρη» ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 18). Από την άλλη εξατομίκευση της ποινής δεν εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος, και το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132). Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Οι προσωπικές - οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων, η άμεση παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνεργασία του κατηγορούμενου 2 με τις διωκτικές αρχές, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξαν τα αδικήματα καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας, θα επηρεάσουν την έκταση των ποινών φυλάκισης που θα επιβληθούν. Στον κατηγορούμενο 2 αποφασίσαμε να επιβάλουμε ποινή μόνο στην κατηγορία της ένοπλης ληστείας (20η κατηγορία) αφού τα γεγονότα των υπόλοιπων κατηγοριών που παραδέχθηκε, καλύπτονται από τα γεγονότα της ένοπλης ληστείας κατά την οποία ο κατηγορούμενος 2 τραυμάτισε σοβαρά το θύμα του με πυροβόλο όπλο που κατείχε και μετέφερε [βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 34]. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές τις οποίες και επιβάλλουμε: Στον κατηγορούμενο 2: Στην 20η κατηγορία (ένοπλη ληστεία) ποινή φυλάκισης 11 ετών. Στον κατηγορούμενο 1: Στην 9η κατηγορία (παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών) ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην 11η κατηγορία (παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου) ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Στην 17η κατηγορία (κλοπή αυτοκινήτου) ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην 10η κατηγορία αποφασίσαμε να μην επιβάλουμε ποινή αφού τα γεγονότα αυτής ουσιαστικά εμπεριέχονται στην 9η κατηγορία. Το ίδιο ισχύει και για την 12η κατηγορία, αφού τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στην 11η κατηγορία [βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 34]. Οι πιο πάνω ποινές του κατηγορούμενου 1 να συντρέχουν. Οι πιο πάνω ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι τελούσαν υπό κράτηση. Συγκεκριμένα από τις 2.2.2014 για τον κατηγορούμενο 1 και από τις 10.2.2014 για τον κατηγορούμενο 2. Τα όπλα και τα φυσίγγια κατάσχονται. (Υπ.) .............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά - Ένοπλη ληστεία, κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο